Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 12, 2008

6. Το ιγκουάνα που μάσαγε τριαντάφυλλα

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
3. Ο σκλάβος της Κυριακής
4. Λίγος, πολύ λίγος
5. Με τον διακόπτη στη ρεζέρβα

Την περίμενα μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι καπνίζοντας το σαγρέ ταβάνι. Έξω από το παράθυρο κάτι αλογόμυγες κοπάναγαν στα ντουβάρια, η γειτονιά έμοιαζε νευρική προσπαθώντας ν΄ανοίξει τις σκεβρωμένες μπαλκονόπορτες. Λοιπόν, υπάρχει ένα καλό πράγμα σε αυτή την περιοχή –εδώ που βρίσκεται το νοικιασμένο σπίτι μου. Λες κι έχει πέσει έξυπνη βόμβα σκοτώνοντας σχεδόν κάθε άτομο πάνω από τα 35. Σοβαρά μιλάω –αν εξαιρέσεις την κάργια τη σπιτονοικοκυρά μου και τον άντρα της, είναι ζήτημα να μένουν άλλοι μεσίληκες στα γύρω τετράγωνα. Πως γίνεται αυτό; Κωλοφαρδία μας. Και γιατί γλίτωσε η σπιτονοικοκυρά από την έξυπνη βόμβα; Θέλει και ρώτημα; Αυτή είναι τόσο σκύλα που ούτε ο Χάρος δεν την παίρνει –απορώ πως πήγε μαζί της ο άντρας της, ένας καλοσυνάτος ανθρωπάκος με πεθαμένη φάτσα και ανύπαρκτες φωνητικές χορδές. Αυτά σκεφτόμουν όσο την περίμενα, ήταν η τέταρτη, ίσως και η πέμπτη φορά -γινόταν πάντα το ίδιο. Ερχόταν τις Παρασκευές, γύρω στις 10 με 11 το πρωί –επειδή τέτοιες ώρες ο Νίνο πήγαινε στον Σύλλογο για συνέλευση. Πάει να πει πλακώνονταν στους «ύπνους» και τρέχανε τα σάλια τους μέχρι το απόγευμα, αλλά με κάποιο μυστήριο τρόπο κανόνιζαν τα σχετικά με τον επόμενο αγώνα του Θρύλου. Που θα βρεθούν, πως θα ταξιδέψουν ίσως, που θα στηθούν να ρίξουν ξύλο ... Δημοκρατικές αρχαιρεσίες.

Έπαιρνε το λεωφορείο από τα νότια, έκανε την τεράστια διαδρομή και μετά το έκοβε ποδαράτο μέχρι το σπίτι μου. Έβγαζε εκείνη τη φρικτή ανηφόρα βλαστημώντας, αλλά ποτέ δεν μου είχε ζητήσει να πάω να την πάρω εγώ. Έστω από το τέρμα των λεωφορείων. Κι εγώ ποτέ δεν της το είχα προτείνει –κάπως γάιδαρος επειδή με έπαιρνε. Εντάξει, δεν ήταν μόνο αυτό. Βασικά πέρναγα καλά με τη Χρύσα, κυρίως επειδή έκανε παπάδες στο κρεβάτι. Εντυπωσιακό αν υπολογίσεις την ηλικία της, εγώ όταν ήμουνα 18 δεν ήξερα ούτε πού το βάζουν, ούτε γιατί. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι οτι πέρα από το κρεβάτι υπήρχε το χάος. Η Χρύσα είχε ένα ανεπανάληπτο ρεπερτόριο δήθεν κωλοπαιδίστικων κοινοτυπιών που ήταν ικανές να οδηγήσουν στην αυτοκτονία ακόμα και ορκισμένο οπαδό των UFO. Και των εξωγήινων και του συγκροτήματος εννοώ. Ανυπόφορη, την είχα γνωρίσει στην υπόλοιπη παρέα –εντάξει, δεν είχε πέσει καζούρα λόγω του οτι ήταν γκομενάρα, αλλά δεν τρελάθηκαν οι άλλοι στο τέλος της βραδιάς για το πότε θα ξαναβρεθούμε, πήγαινα στοίχημα οτι την επόμενη φορά θα ανακάλυπταν επείγουσες, ανύπαρκτες δουλειές.
Ο Τάκης είχε τηλεφωνήσει στη Νανά και το πράγμα πήγαινε πρίμα, κάτι μπαλαμούτια σε έρημα μπαρ της πλατείας, μπόλικο παραμύθι στις πέριξ καφετέριες –είχαν κανονίσει να πάνε διήμερο μέχρι Πόρο για να συμβεί το μοιραίο. Πετάχτηκα σα μπεχλιβάνης στον ήχο του κουδουνιού!

«Καλώς την»
«Καλώς τ΄αρχίδια μου τα δυο. Τα ΄κλασα στην ανηφόρα», γκρίνιαξε η Χρύσα.
Και όχι, ποτέ δεν φιλιόμασταν όταν συναντιόμασταν –υπήρχε αυτός ο επαγγελματισμός μεταξύ μας.
Σωριάστηκε σε μια ξύλινη καρέκλα, τη μοναδική που διέθετα, αφήνοντάς μου το κρεβάτι. Άναψε κι ένα τσιγάρο να ξελαχανιάσει όσο εγώ κοίταζα μια απροσδιόριστη στάμπα στο σεντόνι.
«Θέλεις καφέ;» ρώτησα.
«Μετά», απάντησε λύνοντας τα κορδόνια των Κονβέρς της.
Σήκωσα τους ώμους και ετοιμάστηκα για το μεροκάματο.

«Ο Νίνο θέλει να αρραβωνιαστούμε» μουρμούρισε βγάζοντας καπνό από τις άκρες των χειλιών της.
Την κοίταξα με τα ξανθά μαλλιά να γεμίζουν το μαξιλάρι, γυμνή, βαριεστημένη. Αυτό το τελευταίο με ανησυχούσε – προς τι η βαρεμάρα; Εγώ έφταιγα; Εντάξει, δεν έτρεχε τίποτα στο αισθηματικό ανάμεσα σε μένα και την Χρύσα, αλλά δεν είχα καμιά διάθεση να αμφισβητηθούν οι ικανότητές μου στο σεξ. Όλα κι όλα!
«Τι χάζεψες;» ρώτησε σβήνοντας το τσιγάρο της στο τασάκι που ήταν στερεωμένο πάνω στην κοιλιά της.
«Τίποτα, εσένα χαζεύω. Είσαι πολύ όμορφη», είπα.
«Πούτσες μπλε», σχολίασε εμφανώς κολακευμένη. «Δεν άκουσες τι σου είπα;»
«Ναι, για τον Νίνο. Αρραβωνιάσου τον, μια χαρά παιδί είναι».
Με κοίταξε στραβά.
«Πόσο μαλάκας είσαι;» με ρώτησε.
Πολύ, αλλά δεν ήταν εκεί το θέμα.
«Γιατί ρε; Μια χαρά δεν τα πάτε; Αλλιώς θα χωρίζατε, έχω δίκιο;»
«Μια χαρά το λες να πηδιέμαι μαζί σου και ν΄αρραβωνιαστώ τον Νίνο;»
«Μια χαρά. Δική μου χαρά εννοώ».
«Άντε γαμήσου», φώναξε καθώς πεταγόταν πάνω αδειάζοντας το τασάκι στα σεντόνια.
Φόρτωσα.
«Τι θες ρε Χρύσα δηλαδή; Τραβιόμαστε εδώ κι ένα μήνα, μπορεί και περισσότερο. Όταν δεν ευκαιρεί ο δικός σου, έρχεσαι, πηδιόμαστε και μετά χάνεσαι. Εσύ το διάλεξες έτσι –μιλάω σωστά; Με ρώτησες εμένα αν γουστάρω; Με ρώτησες αν με βολεύει ας πούμε η Παρασκευή ή αν προτιμάω τις Τρίτες; Μήπως σ΄έχει βάλει κανείς με το ζόρι να έχεις γκόμενο το Νίνο; Μόνη σου γουστάρεις και δεν τα χαλάτε –εσύ την έχεις φτιάξει έτσι την κατάσταση, τι γυρεύεις τώρα;»
Πήρε να φοράει τα βραχιόλια της κάνοντας δαιμονισμένο θόρυβο. Άναψα τσιγάρο και περίμενα χωρίς να ξέρω τι να ευχηθώ. Ν’ ανοίξει την πόρτα και να φύγει ή να καθίσει να μιλήσουμε;
«Θα μου κάνεις εκείνο τον γαμωκαφέ ή έτσι το είπες για να με πηδήξεις;» ρώτησε σιγά.
«Έτσι το είπα για να σε πηδήξω», την πληροφόρησα και χάθηκα στην κουζίνα.

Τη χάζευα να σκαλίζει τον παγωμένο αφρό με το καλαμάκι, βαριόμουν κάπως –την προτιμούσα όταν έφευγε στο καπάκι μετά το πήδημα, δεν γούσταρα περισσότερα.
«Πάρτο από την αρχή μπας και βγάλουμε άκρη», την προέτρεψα.
«Ποια αρχή; Το Νίνο τον ξέρω από μικρό κοριτσάκι –μεγάλη υπόθεση να σου την πέσει ο τυπάς της γειτονιάς. Λογικό δεν ήταν να τσιμπήσω;»
«Και μετά βρέθηκα εγώ και ανακάλυψες τον αληθινό έρωτα!» γέλασα.
«Ναι καλά –μη φας! Είσαι ο τέταρτος ή πέμπτος που πάω όσο τα έχω με το Νίνο!»
Ένιωσα κάπως μαλάκας –το παραμύθι λέει οτι η κοπέλα σε βλέπει και είναι πρόθυμη ν’ αλλάξει τη ζωή της, να παρατήσει τα πάντα και να σε ακολουθήσει. Αλλά μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις έπρεπε να επισκεφτώ επειγόντως το Συγγρού να δω μήπως έχω κολλήσει και τίποτα –δεν μου το είχαν μάθει έτσι το παραμύθι!
«Κάτσε ρε Χρύσα γιατί θα με τρελάνεις. Δηλαδή τόσα χρόνια τον έχεις κάνει ελάφι το Νίνο αλλά εξακολουθείς να μένεις μαζί του; Γιατί;»
«Επειδή είναι πάντα εκεί όταν τον χρειάζομαι».
«Πόρτα για το χειμώνα».
«Πες το κι έτσι».
«Εντάξει –έτσι το είπα. Παντρέψου τον λοιπόν για να βάλετε κι ένα σπίτι πίσω από την πόρτα».
«Δεν πρέπει να είναι έτσι ο γάμος ...» μουρμούρισε σκεφτική.
«Και πως πρέπει να είναι δηλαδή;» ετοιμάστηκα για καζούρα.
«Να πιστεύεις οτι θα κρατήσει μια ζωή ... τουλάχιστον στην αρχή ...»
Χαμογέλασα, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά το πόσο κότες ήταν τελικά οι μεταλούδες.
«Παπαριές! Πάρε το χαρτί και τρέχα, τίναξε τη μπάνκα στον αέρα και φύγε πριν σε πάρουν είδηση, αυτό πρέπει να είναι ο γάμος Χρύσα. Όλα τα υπόλοιπα είναι μαλακίες που γράφουν τα Άρλεκιν για να κονομάνε».
Με κοίταξε σοβαρά.
«Τα πιστεύεις όλα αυτά;» ρώτησε.
«Σαφώς και τα πιστεύω», απάντησα χωρίς να κουνήσω βλέφαρο.
«Είσαι πολύ αρχίδι τελικά. Έτσι μου ‘ρχεται να βάλω το Νίνο να σε λιώσει στο ξύλο!»
Ανασήκωσα τους ώμους.
«Κάνε δουλειά σου δε τρέχει τίποτα. Έτσι κι αλλιώς άξιζε τον κόπο αυτό το μεταξύ μας –δεν παραπονιέμαι», το είπα χωρίς να το πολυπιστεύω, μπας και γλιτώσω τις φάπες από τον μαλάκα της.
«Νομίζεις;» τεντώθηκε.
Κούνησα το κεφάλι.
«Θα πάμε μαζί Ίγκυ Ποπ;» ξαναρώτησε.
Κουφάθηκα κάπως –τι σχέση είχε αυτό τώρα;
«Δεν θάρθει ο Νίνο;» έκανα.
«Θα έρθει αλλά δεν τρέχει τίποτα. Θα πάμε στο φιλικό».
«Ότι πεις», μουρμούρισα γιατί είχα βαρεθεί του θανατά και ήθελα να φύγει μια ώρα αρχύτερα.

Έτσι λοιπόν βρέθηκα με την πλάτη στον τοίχο να περιμένω τους υπόλοιπους έξω από το κωλογήπεδο του Ιωνικού. Με την πλάτη στον τοίχο κυριολεκτικά, επειδή με είχαν κάνει χαλκομανία οι βιαστικοί με τα εισιτήρια, τρέχανε λες και θα έχαναν το πρώτο τραπέζι πίστα οι γαμημένοι, δίπλα οι μπάτσοι βαράγανε ότι περίσσευε από το σωρό. Είχα πάει νωρίτερα όπως ήταν συμφωνημένο επειδή έπρεπε να οργανώσουμε το ντου. Να κόψουμε κίνηση, να βρούμε τίποτα τρύπες στην περίφραξη του γηπέδου, να αποφασίσουμε αν θα χωθούμε μαζί με τους νόμιμους ή αν θα περιμένουμε ν΄ανοίξουν τις πόρτες ... Με είχε αξιώσει η κατάρα να περάσω από το βιβλιοπωλείο, παρακάλεσα για κάποια χρήματα μπροστά, τα πήρα, χαλάλι της ηλιθιότητας του Βασιλάκη. Τη Φανή δεν την είχα πετύχει, κάποια εξωτερική δουλειά, κάτι τέτοιο –ευτυχώς. Μάλλον.

Τους είδα να πλησιάζουν κορδωμένοι και φασαριόζοι, βλαστήμησα, πολύ κοκόρια μου φαίνονταν κι αν πηγαίναμε έτσι δεν θα φτάναμε ούτε μέχρι την πρώτη περίφραξη. Ο Στάθης δεν ήταν μαζί τους ούτε κι ο αδερφός μου, ησύχασα κάπως επειδή μόνο την πάρτη μου θα είχα να προσέχω. Με κύκλωσαν, χτυπήματα στις πλάτες και παρεϊκές σαχλαμάρες, περπάτησα ανάμεσά τους μέχρι να πλευρίσω το Βασίλη.
«Πάρτα και σε καλή μεριά», του είπα χώνοντας το πάκο στην πάνω τσέπη του μπουφάν του. Τράβηξα και το φερμουάρ για σιγουριά.
«Με σώζεις!» φώναξε.
«Εσύ δε σώζεσαι με τίποτα –κοίτα μόνο να μην την ξανακάνεις τη μαλακία για την υπόλοιπη χρονιά, γιατί δεν τα κόβω από δέντρα τα φράγκα».
Γέλασε.
«Κι εγώ όμως σε σκέφτηκα», είπε μετά χώνοντας στην παλάμη μου τρία, τέσσερα κουμπιά.
«Εγγυημένα;» ρώτησα.
«Πρώτο πράμα!»
Έψαξα λοιπόν τίποτα υγρό για να τα κατεβάσω, ο Νίνο ρούφαγε μια μπύρα από τσίγκινο, σιχάθηκα να του ζητήσω. Δίπλα του η Χρύσα κι από πίσω η Νανά, της πήρα την πορτοκαλάδα και κατέβασα το υλικό.
«Γειά σου», φώναξε η Νανά καθώς της έδινα πίσω το μπουκαλάκι.
«Σκατά!» έφτυσα στο χώμα επειδή η μαλάκω είχε ανακατέψει βότκα στο μπουκάλι της πορτοκαλάδας. Έκαψα συκώτι με τη μία.
«Δεν πρόλαβα να σε προειδοποιήσω ...» γέλασε.
«Το πρόσεξα», έκανα.
Μετά τρέξαμε γιατί είχαμε ξεμείνει και οι υπόλοιποι πλακώνονταν ήδη. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη, δερμάτινα μπουφάν ανακατεμένα, δεν ξεχώριζα τους δίκους μου από τους άλλους –προς τι ο τσαμπουκάς τελικά; Ένας θεόρατος με παραμάνες μέχρι την κωλοτρυπίδα με βούτηξε και με βρόντηξε δέκα μέτρα παραπέρα, σε κάποιο τσιμεντένιο κουβούκλιο. Πόνεσα αλλά όχι πολύ.
«Τι τρέχει ρε;» ρώτησα τον Μάριο που έτρεχε δίπλα μου.
«Δεν τους βλέπεις τους μαλάκες;» γέλασε.
«Τι μας έκαναν;»
«Δε μας δίνουν τα εισιτήριά τους να μπούμε μέσα», αγανάκτησε.
«Μα τι μαλάκες!» συμφώνησα κι έφυγα σφαίρα για το χαμό.
Όσοι οι άλλοι δέρνονταν εγώ χώθηκα ανάμεσα στον κόσμο και πέρασα τον έλεγχο άνετα. Γύρισα πίσω, ήδη πλάκωναν οι μπάτσοι. Δίπλα μου μαζεμένα παιδιά χαζεύανε τη φασαρία.
«Μπάτσοι μουνιά –απόψε θα πεθάνετε!» ούρλιαξα και καλά αφιονισμένος ξεκινώντας πάλι προς την είσοδο.
Αρκετοί με ακολούθησαν. Τώρα βαράγαμε αυτούς που τσεκάρανε τα εισιτήρια, οι μπάτσοι σπρώχνανε από πίσω, εμείς από μπροστά –κόλαση. Διέκρινα κάπου τις αδερφές ξανθιές, τις τράβηξα μέσα κι από πίσω ερχόταν ο Νίνο σκέτο παγοθραυστικό. Ένιωσα μια κλωτσιά στο ηλιακό πλέγμα, τα χάπια άρχιζαν να δουλεύουν.
«Πηγαίνετε μπροστά στη σκηνή», φώναξα στις κοπέλες.
Έτσι έκαναν, ο Νίνο έφτασε δίπλα μου.
«Δεν πας μαζί τους να τις προσέχεις;» μου πρότεινε.
«Κι εσύ;»
«Θα μείνω λίγο ακόμα να κόψω κανέναν κώλο», με πληροφόρησε.
Γέλασα. Καλά τα λέγανε οι χίπηδες τελικά –«κάντε έρωτα, όχι πόλεμο». Μόνο που είχαν ξεχάσει να προσθέσουν οτι, αν προτιμήσεις τον πόλεμο, κάποιος καλοθελητής θα σου πηδήξει τη γκόμενα. Έφυγα για τον αγωνιστικό χώρο.

Στριμωγμένος σαν μαμούνι κάτω από παντόφλα, πάταγα την άκρη του δεξιού ποδιού μου σε ένα καδρόνι, όσο το αριστερό μου πόδι σουλατσάριζε στον αέρα. Έριχνα και καμιά ξώφαλτση για να μην πέσω και γίνουμε Θύρα 7 εκεί μέσα. Οι ξανθιές κάπου χαμένες ανάμεσα στο πλήθος, εξαφανισμένες καθότι κοντές κι αδύνατες. Αλλά δεν είχα χρόνο να τα σκεφτώ όλα αυτά επειδή βγήκε στη σκηνή ο Ίγκυ. Σάλταρα κανονικά. Τόσους μύες μαζεμένους πάνω σε άνθρωπο δεν είχα ξαναδεί, πήγαινα στοίχημα οτι θα έκανε ένα τσαφ ο τύπος και θα πάθαινε ολική ρήξη πλημμυρίζοντας τον τόπο αίμα ανακατεμένο με σπαρταριστά κομμάτια κρέατος, σαν θρίλερ να πούμε. Μια κοπέλα τού πέταξε ένα τριαντάφυλλο, ο Ίγκυ το πήρε, το έχωσε μέσα από το παντελόνι του και μετά το τράβηξε έξω και το ‘φαγε. Μετά είπε οτι «θέλει να γίνει ο σκύλος της» -κόντευα να γίνω βεγγαλικό.
Δεν ξέρω τι άλλο συνέβη εκεί πέρα γιατί έχασα επαφή, κάτι διάσπαρτες φωνές, κόσμος να ουρλιάζει, από πόνο, από χαρά, τριγύρω μου ένα κύμα κι εγώ ετοιμόροπη προβλήτα, ο Ίγκυ μας έλεγε οτι είμαστε «γαμημένα υπέροχοι» και ήμασταν δηλαδή! Αφού το έλεγε!

Αλλά καθόμουν εδώ και ώρα σ΄αυτό το πεζούλι, αίμα έτρεχε από από το φρύδι μου, δεν είχα πάρει χαμπάρι πότε το ΄σκισα. Δεν πονούσα πουθενά, μόνο που ήταν αδύνατο να κουνηθώ. Τα τελευταία παιδιά έφευγαν από τη συναυλία, οι μπάτσοι παραμόνευαν να ρίξουν τίποτα αποχαιρετιστήριες ψιλές σε στυλ ρεβάνς, το γεγονός ήταν οτι τους είχαμε γαμήσει απόψε. Φαλάγγι τους πήραν, διπλάσιοι μπήκαν μέσα από αυτούς που είχαν εισιτήρια, κάπου στο κανιβαλίστικο πίσω μέρος του κεφαλιού μας ήμασταν σίγουροι οτι αυτό θα γούσταρε κι ο Ίγκυ. Αγριεμένα παιδιά με όρεξη να σπάσουν τα πάντα. Σπασμένα καθίσματα, ανοιγμένα κεφάλια, «όλη τη νύχτα μέχρι ν΄ανατιναχτώ/ όλη τη νύχτα μέχρι ν΄ανατιναχτώ/ νιώθω καλά, νιώθω καλά μωρό μου». Έτσι δεν έλεγε πριν λίγο; Έτσι δεν έλεγε;

Άρχισε τότε μια πούστικη υγρασία, καλοκαιρινή, να παγώνει τον ιδρώτα –συνήλθα απότομα. Άρχισα πάλι να αισθάνομαι κι αυτό δεν ήτανε καλό επειδή, κατά τα φαινόμενα, τις είχα αρπάξει χοντρά. Αναστέναξα με ξεραμένο στόμα, αν υπήρχε στα πέριξ μια ζεστή μητρική αγκαλιά τη χρειαζόμουν επειγόντως.
«Σήκω πάνω κι εξαφανίσου ρε αλήτη!» φώναξε ένας μπάτσος γεμίζοντας σάλια τα μαλλιά μου.
Δεν είχα δύναμη ούτε να τον κοιτάξω.
«Σε σένα μιλάω ρε! Με γράφεις;» έκανε.
Είδα οτι δεν γλίτωνα από δαύτον κι αποφάσισα να το παίξω αλλιώτικα.
«Όχι, όχι σας ακούω ...» σβησμένη φωνή, «αλλά κάποιοι με χτύπησαν, μπορείτε να καλέσετε ασθενοφόρο; Ή να με πάτε στο νοσοκομείο;»
Έπεσε μουγκαμάρα από πάνω μου, εξακολουθούσα να μετράω κορδόνια παπουτσιών.
«Πάμε να φύγουμε ρε κι άστον τον πούστη να ψοφήσει. Είμαστε τώρα να μπλέκουμε με αναφορές τραυματισμών;» άλλη φωνή ήταν αυτή, ο δικός μου συμμορφώθηκε και την έκανε βρίζοντας.
Χαμογέλασα βεβιασμένα ανανεώνοντας την εμπιστοσύνη μου στην Ελληνική Αστυνομία. Μια ζωή κοθώνια παρέμεναν. Μετά σηκώθηκα για να ψάξω τη μηχανή –αν καθόμουν κι άλλο εκεί πέρα θα πλάκωναν τα όρνια.

«Βγες ρε πούστη να κάνω ένα μπάνιο! Έχω αργήσει λέμε!»
Έβγαλα το κεφάλι από τη λεκάνη της τουαλέτας να του απαντήσω οτι στ’ αρχίδια μου, αλλά το μετάνιωσα και συνέχισα να ξερνάω. Αυτά τα χάπια με είχαν τσακίσει δεύτερη μέρα τώρα –ποιος ξέρει τι σκατά ήταν. Στην αρχή έβγαζα ότι έτρωγα, μετά έβγαζα οτι είχα, τώρα στο τέλος έβγαζα κι απ’ αυτά που δεν είχα. Ο ξάδερφος συνέχισε να χτυπάει την πόρτα της τουαλέτας.
«Τέλειωνε! Θα τη στήσω τη γκόμενα!»
Τα είχε χαλάσει με τη δικιά του, είχε αγοράσει και καινούργια μηχανή τώρα που πήγαιναν καλά τα ντιτζεϊλίκια του. Πιστός στην άποψη «καινούργια μηχανή, καινούργια γυναίκα». Ποιος ξέρει με ποια τελειωμένη τραβιόταν τώρα;
«Θα τη σπάσω την κωλόπορτα!»
Σηκώθηκα άσπρος.
«Τι θες ρε μαλάκα; Αφού είμαι χάλια», γκρίνιαξα στο άνοιγμά της.
«Κι επειδή; Είναι λόγος αυτός να στήσω τη γκόμενα –πρώτο ραντεβού;»
Είχε δίκιο, δεν ήταν λόγος αυτός.
«Καλή;» ψέλλισα.
«Θεά», με διαβεβαίωσε.
«Που την πέτυχες;»
«Στο Ίρις. Ααα δε σου ‘πα! Έπιασα δουλειά στο Ίρις –η κοπέλα είναι γκαρσόνα εκεί».
Σύρθηκα προς το κρεβάτι μου ταξινομώντας την πληροφορία κάτω από την ετικέτα «μέρη με καλή μουσική και τζάμπα ποτό». Μετά, είπα να ξεραθώ αλλά ατύχησα. Το κουδούνι πήρε να τσιρίζει σαν ξεκούρδιστο τζιτζίκι. Πετάχτηκα, ο άλλος ακόμα κλειδωμένος στο μπάνιο, άνοιξα.
Περίμενα μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι σαν πουτάνα της Αναγέννησης ελπίζοντας να έχουν κάνει λάθος ή τίποτα σχολιαρόπαιδα να χτυπάνε τα κουδούνια για χαβαλέ. Αλλά «καμιά ξεκούραση για τους αμαρτωλούς» όπως λέει και το τραγούδι. Σε δυο λεπτά τίγκαρε το δωμάτιο –ο Μιχάλης ο Κύπριος, ο Παπ, ο Άκης με τον Παντελή και τέλος η Αναστασία με τη Σόνια που τις λέγαμε «νεόνυμφους» αλλά όχι μπροστά τους. Έξυσα το κεφάλι μου, δυο τρεις λείπανε ακόμα για να έχουμε γενική συνέλευση των Αυτόνομων Παντείου.
«Είσαστε σοβαροί ρε μαλάκες; Τι θέλετε εδώ πρωινιάτικα;» διαμαρτυρήθηκα.
Ο κόσμος μοιράστηκε στις γωνίες του δωματίου, έστρωσαν κάτω την καρέκλα και δυο μαξιλάρες ν’ ακουμπάνε τα πόδια τους.
«Καφέ», παράγγειλε ο Κύπριος.
«Καφέδες και γρήγορα», τόνισε ο Παπ.
«Να πάτε να φτιάξετε», μούγκρισα.
«Ωραία φιλοξενία!» σχολίασε η Σόνια.
«Το Χοτέλ Νεφέλη είναι δυο στενά πιο κάτω», της υπενθύμισα.
Κοίταζα και προς το μπάνιο επειδή ο ξαδερφός μου την είχε τη συνήθεια να κυκλοφορεί με την αισχρή κόκκινη ρόμπα του ανοιχτή.
«Τι τρέχει;» ρώτησα τον Άκη που ήταν συγκροτημένο παιδί.
«Σφίξανε τα πράγματα ...» κούνησε το κεφάλι σκεφτικός.
«Πάει να πει;»
«Τα σκίνια στείλανε ένα παιδί στο νοσοκομείο», τον πρόλαβε ο Παντελής.
«Πλάκα κάνεις; Αυτοί είναι ανύπαρκτοι!» απόρησα.
«Έτσι να λες εσύ!» φώναξε ο Κύπριος. «Μέχρι και στο ΚΛΙΚ έχει άρθρο για τα μούτρα τους, τόσο ανύπαρκοι είναι».
«Σιγά τ΄αυγά! Και τι είναι δηλαδή το ΚΛΙΚ;»
«Μέσα στα πράγματα είναι το ΚΛΙΚ κι άμα το γράφουν εκεί σημαίνει οτι έχει βρωμίσει πολύ η κατάσταση», είπε ο Κύπριος.
«Άσε μας ρε. Για υλικό ψάχνουν τα λιγούρια, αύριο θα γράφουν για καπότες με γεύση βατόμουρο», γέλασα.
«Το έχουν γράψει ήδη αυτό και δεν είναι καθόλου κακές οι καπότες με γεύση βατόμουρο σε πληροφορώ», μούγκρισε ο Κύπριος.
«Μμμμμ! Με καπότα γεύση βατόμουρο τραβάς μαλακία εσύ;» κορόιδεψε η Σόνια.
«Όχι, προτιμάω να πηδάω γκομενίτσες, όπως κι εσύ άλλωστε. Αλλά εγώ πρέπει να φοράω καπότα –ενώ εσύ όχι», χώθηκε ο Κύπριος.
«Για να σου πω ρε πουτσοκέφαλε ...» πετάχτηκε η Αναστασία.
«Σκάστε μωρέ», παρακάλεσα. «Το κεφάλι μου έχει γαμηθεί –έλεος πια!»
Οι ψύχραιμοι χώθηκαν στην κουζίνα για καφέδες, ο ξάδερφός μου έπεσε πάνω στην Αναστασία βγαίνοντας από το μπάνιο και της πρότεινε να δουν μαζί την Ακρόπολη από το δωμάτιό του για να εισπράξει ένα ξεγυρισμένο «δεν πάω με πουστάρες Κοκκινοσκουφίτσες» και να ισιώσει απότομα.
Σκέφτηκα οτι η αυτοκτονία θα ήταν μια λύση, αλλά μέναμε δεύτερο όροφο –μόνο τα πόδια μου θα έσπαγα, οπότε εγκατέλειψα την ιδέα.

«Λοιπόν σύντροφοι πρέπει να δράσουμε άμεσα και σε συνεργασία με τους αυτόνομους των άλλων σχολών για να τους κόψουμε τον αέρα».
«Δηλαδή, τι προτείνεις;»
«Κάποια κινητοποίηση μπροστά στα γραφεία τους ...»
«Τι λες τώρα; Έχουν και γραφεία;»
«Έχει η Χρυσή Αυγή που τους πατρονάρει ρε βλάκα!»
«Να τους βγάλουμε έξω σαν τα ποντίκια».
«Και να τους πλακώσουμε;»
«Εντάξει, ακόμα κι αυτό. Αν και δε νομίζω οτι θα βγουν στα ίσα –κωλώνουν».
«Θα μας την πέσουν οι μπάτσοι πριν καν μαζευτούμε».
«Ε και;»
«Δεν θυμάσαι τις προάλλες; Θα μας διαλύσουν τα ΜΑΤ και μετά θα μας περιμένουν στις γωνίες οι λεβέντες».
«Ε και;»
«Σωστά!»
«Τα πάντα είναι θέμα προετοιμασίας».
«Σωστά! Γι΄αυτό έχω πάντα στο τσεπάκι μου ένα κουτάκι καπότες γεύση βατόμουρο».
«Έλα κόφτο πια!»
«Μα αφού έχω!»
«Φούσκωσέ τες τότε και βάλτες στον κώλο σου».
«Το έχεις δοκιμάσει και το προτείνεις;»
«Ναι το έχω δοκιμάσει σε κάτι μαλάκες σαν κι εσένα».
«Ε μα σκάστε πια!»
«Αυτός άρχισε!»
«Εντάξει, αυτός άρχισε κι εσύ συνέχισες. Βουλώστε το τώρα!»
«Δεν θα μας πεις εσύ τι θα κάνουμε! Αν γουστάρεις να διατάζεις να πας στην ΚΝΕ».
«Ρε κόφτε τις μαλακίες να βγάλουμε μια άκρη!»
«Μαλακίες τις θεωρείς εσύ; Γιατί εδώ διακρίνω φαλλοκρατισμό και κάργα πατρονάρισμα».
«Κι εγώ διακρίνω το σουτιέν σου αλλά δεν το κάνω θέμα».
«Το ακούς το γουρούνι;»
«Έλα πλάκα κάνει. Αφού δεν φοράς σουτιέν!»
«Και που το ξέρεις εσύ; Με παίρνεις μάτι;»
«Μπααα. Απλά νόμιζα οτι τα είχατε κάψει τα σουτιέν σας στο Σύνταγμα».
«Κρυάδες!»
«Δε λες στη γκόμενά σου να μας ζεστάνει τότε;»
«Παίξε μια καλή να ζεσταθείς από μόνος σου!»

Τους χάζευα βολτάροντας ανάμεσα στην παράνοια και το υστερικό γέλιο. Πονούσε η κοιλιά μου, βούιζε το κεφάλι μου, λίγο ακόμα και θα πήγαινα από μόνος μου στα γραφεία της Χρυσής Αυγής να δώσω τις διευθύνσεις των σπιτιών τους μπας και τους στέλνανε όλους μαζί νοσοκομείο να ησυχάσουμε.
«Σε μένα γιατί ήρθατε τελικά;» τόλμησα να ρωτήσω.
«Μαλάκας είσαι;» φώναξε ο Κύπριος.
«Ή ηλίθιος;» αναρωτήθηκε η Σόνια.
«Και τα δύο είμαι», τους καθησύχασα.
«Δεν είσαι υπεύθυνος συντονισμού με τις άλλες σχολές ρε κόπανε;»
Ήμουν; Για να το λένε ...
«Παρακάτω».
«Θα πας μαζί με τον Παντελή να συντονίσεις κοινή δράση», με πληροφόρησε ο Άκης.
«Ναι ε;» έκανα χαζά.
«Διαφωνείς;»πετάχτηκε ο Κύπριος.
«Αν συμφωνήσω θα φύγετε;» ρώτησα όλο ελπίδα.
«Ε τι άλλο να κάνουμε;»
«Τότε συμφωνώ».
«Ωραία! Πότε θα πάτε;» ρώτησε η Σόνια.
Έκρυψα το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες μου. Δεν ξέρω αν δουλεύανε ακόμα τα χάπια, ίσως απλά να ήταν θέμα κούρασης. Αλλά το γεγονός είναι οτι ήθελα να κοιμηθώ επιτόπου, να κάνω μακροβούτι στη μαύρη θάλασσα και να βγω πέρα μακριά –στη χώρα του τίποτα. Εκεί οι άνθρωποι δε σκέφτονται, οι μέρες δεν περνάνε και οι λέξεις δεν ακούγονται. Έτσι είχα μάθει. Και υπάρχουν λουλούδια χωρίς άρωμα, χρωματιστά πουλιά χωρίς φωνή κι όλα αυτά σε περιμένουν να καθίσεις δίπλα τους. Κι ένας ουρανός χωρίς ήλιο, χωρίς φεγγάρι, που βρέχει ασταμάτητα αστρική σκόνη. Κοιτάς τα χέρια σου κι αυτά γυαλίζουν, πας να γελάσεις αλλά δεν βγαίνει ήχος –τα παρατάς λοιπόν όλα και κοιμάσαι με ανοιχτά μάτια. Κράτησα τα δικά μου μάτια σφιχτά κλεισμένα παλεύοντας να πάω εκεί.

11 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

SDRyche είπε...

Καταπληκτικό!
Θα μπορούσα να κλείσω ένα εισιτήριο για τη χώρα του τίποτα ή απλά να κάνω ένα ντου και θα βγω;

The Motorcycle boy είπε...

Να κάνεις ένα ντου και να μπεις -πες καλύτερα.
Κι άμα φτάσεις περίμενέ με γιατί με έχουν τσακίσει οι καθυστερήσεις.

άσωτος είπε...

ω ρε σεξ και βια!!!! ιγκυ παντως θεος δεν το συζητω...

marquee de mud είπε...

και η δυο μπατσες φαγαμε/ριξαμε εκεινη την 3η(;) γαμωσεπτεμβρη. ρε μηπως πλακωθηκαμε μεταξυ μας; ηταν στην παρεα σου και καποιοι απο δραπετσωνα ή κοκκινια που ο ενας ειχε λαμα στο σβερκο; για τον ιγκυ μιλαω.

μαλακα με αρρωσταινει που διαβαζω για τοτε.

The Motorcycle boy είπε...

Άσωτε, δεν σε πειράζει πλέον που έχει πολλές γκόμενες το κείμενο να υποθέσω; Χεχε

Marquee, τόσο πολύ ήταν; Νόμιαζα οτι ήταν κάπως πιο καλοκαίρι ο Ιγκυ. Μάλλον δίκιο έχεις πάντως, επειδή το Πεδίο του Άρεως ήταν πολύ κοντινό του, βδομάδα πάνω-κάτω.
Ταμπούρια, όχι Δραπετσώνα και Κοκκινία. Ταμπούρια και Κορυδαλλός.
Κι εμένα με αρρωσταίνουν γι΄αυτό είπα να τα ξεφορτωθώ (λέμε τώρα).

Do it yourself είπε...

Διάβασα μερικά σου.
Βγάλτα σε βιβλίο κάποτε (χτενισμένα...)

Πού να βρείς εσύ καιρό να ασχοληθείς με τις δικές μου ιδέες...

Αφήνω την πρόσκληση πάντως:

Στο μπλόγκ μου έχω φτιάξει έναν "κατάλογο" από απλά πράμματα που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ για να βελτιώσουμε την καθημερινότητά μας.
Παρακαλώ εσένα αλλά και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο να τα κρίνει αλλά και να προσθέσει τις δικές του προτάσεις για να σχηματιστεί ένας καλός κατάλογος κάποτε.
Many thanks in advance.

Καλή εβδομάδα!

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για την εκτίμηση.

Έριξα μια γρήγορη ματιά στο μπλογκ σου, πολύ καλό μου φάνηκε -αν ποτέ μου έρθει καμιά πρακτική ιδέα (τέτοιου είδους ιδέες δεν είναι το φόρτε μου βέβαια), θα σου την καταθέσω κανονικά και με το νόμο.

ell είπε...

καλα,
όλες οι γκόμενες (που ξέρατε τότε) γαμιώντουσαν με όλους;!

Σορρύ, λάθος... όλοι γαμιώντουσαν με όλους;! καλά μπορεί κ να λέει, κοινοβιο, αλλά εδω δε φαίνεται να ήταν κ κανένας πολύ ευχαριστημένος

Γαμάτο το κομμάτι "I wanna be your dog" :)

Πάντως έχουν τρελο γέλιο οι διάλογοι

Η τελευταία παραγραφος γαμάτη όπως συνήθως στις πιο πολλες συνέχειες που έχω διαβάσει

The Motorcycle boy είπε...

Όχι όλες ρε φιλενάδα και όχι με όλους! Απλά τύχαινε το πήδημα να μην είναι τόσο εύκολο εκείνη την εποχή, οπότε, αν έπαιρνες την απόφαση να το κάνεις -είχες πολλές προοπτικές.

Όχι, δεν θυμάμαι κανέναν να ήταν ευχαριστημένος επειδή πήδηξε ή πηδήχτηκε -έφταιγε μάλλον η εποχή, η αίσθηση, ξέρω ΄γω;

Για τα υπόλοιπα που λες, ευχαριστώ.

Madame de la Luna είπε...

Για τις συνέχειες ήρθα... ;)

Πέρασε (πάλι) λίγος καιρός, αλλά τι σημασία έχει;

Αυτό το μακροβούτι στη μαύρη θάλασσα, καιρό το ήθελα κι εγώ...

The Motorcycle boy είπε...

Χεχε, έχεις μείνει πίσω -πήγαινε σε ένα από τα τελευταία να κατεβάσεις το πρώτο μέρος τουλάχιστον.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι