Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

11. «Καταζητούμενος»

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς

Ξέρεις εκείνο το τραγούδι που λέει οτι «Είμαι καταζητούμενος στην Καλιφόρνια/ Καταζητούμενος στο Μπάφαλο/ Καταζητούμενος στο Οχάιο/ Καταζητούμενος στο Μισισιπή», το ξέρεις το τραγούδι; Λέει ακόμα οτι «Αν ποτέ με πετύχεις κοιμισμένο/ και δεις την αμοιβή ν΄αναβοσβήνει πάνω απ΄το κεφάλι μου/ Για κοίτα καλύτερα φιλαράκο/ θα δεις ένα πιστόλι να σημαδεύει το δικό σου κεφάλι». Η Βέρα ανταποκρινόταν περισσότερο μεταλλικά απ΄ότι συνήθως, οι στομωμένες τρύπες της έτριζαν σαν σπασμένα κόκαλα που ξετρυπώνουν απ’ το δέρμα. Άναψα τσιγάρο σκεφτικός.

Είχε μεσημεριάσει αλλά η βροχή έφτιαχνε μια θολούρα μπροστά στον αδύναμο ήλιο, ήταν απ΄αυτά τα μεσημέρια που στα γραφεία των θλιβερών κτιρίων κάνουν πάρτι οι λάμπες φθορίου. Τα μεσημέρια που τρομάζουν οι νομοταγείς πολίτες. Ανάσανα υγρό καυσαέριο από την άσφαλτο –ήμουνα εδώ και ώρες διπλωμένος στις πίσω θέσεις της Άλφα, είχα προσπαθήσει να ξεκλέψω λίγο ύπνο, είχα καταλήξει αγκαλιά με τη Βέρα στο τέλος. «Ένας καταζητούμενος που έχασε τη θέλησή του για ζωή/ Ένας καταζητούμενος που αρνείται να θαφτεί/ Όσο μια γυναίκα γονατισμένη δίπλα στον τάφο μου/ παραχώνει μαργαρίτες στο έδαφος». Σταμάτησα, άφησα τη Βέρα στο πλάι, με τσίτωνε αυτό το διαρκές τρίξιμο δίπλα στον καβαλάρη, λες και κάποιο σπασμένο κόκαλο προσπαθούσε να ξετρυπώσει σκίζοντας το δέρμα της. Ήθελα να βγω και να τσακίσω τους πούστηδες που της το έκαναν –αλλά αυτό δεν γινόταν επειδή οι τύποι ήταν ήδη νεκροί. «Αρχίδια, όταν σας ξαναπετύχω στην κόλαση θα σας λιανίσω άλλη μια φορά!» υποσχέθηκα.

Και μετά αποφάσισα να πάρω κάποιες αποφάσεις.

Δεν γινόταν να τη βγάλω στην Άλφα μέχρι να νυχτώσει, χρειαζόμουν φαγητό και χρειαζόμουν περπάτημα –αλλιώς θα με πιάνανε οι μπάτσοι σαν τουμπαρισμένο μπάμπουρα και θα με κουβαλούσαν σε αναπηρική καρέκλα. Κοίταξα λοιπόν έξω από το κατεβασμένο παράθυρο, βρήκα έναν φράχτη που δεν έφραζε τίποτα απολύτως –μάλλον κάποτε υπήρχε εργοστάσιο εκεί πίσω, τώρα έμενε μόνο το κομμάτι του φράχτη και λάσπη. Εκεί έκρυψα την Άλφα. Τακτοποίησα και τη Βέρα στο πίσω κάθισμα –μετά βγήκα κι έκανα τα πρώτα μουδιασμένα βήματα. Δεν ήξερα πολλά από τη συγκεκριμένη γειτονιά αλλά είχα περάσει όλη μου τη ζωή σε τέτοιες γειτονιές. Κάποτε παίζανε παιδιά και δουλεύανε οι γονείς, τώρα κουρελήδες τριγυρνούσαν μη έχοντας τίποτα να κάνουν και πουθενά να σταθούν. «Το τέλος έρχεται πάντα άσχημα για την εργατική τάξη» και άλλα τέτοια βαθυστόχαστα, αν με καταλαβαίνεις. Κλώτσησα μια σκισμένη πλαστική σακούλα που τουμπάρισε από την ανοιχτή πλευρά κι από μέσα της χύθηκε κάτι απροσδιόριστο σα χυλός μαζί μ΄ένα ποντίκι. Κοίταξα τριγύρω –που σκατά να πήγαινα;

Από τη γωνία απέναντι εμφανίστηκαν δυο σκυμμένοι άνθρωποι, έρχονταν προς το μέρος μου προσέχοντας τα βήματά τους λες και περνούσαν ναρκοπέδιο. Από πάνω τους η βροχή κοίταζε μετέωρη κι αναποφάσιστη. Στηρίχτηκα σε ανοιγμένα πόδια λες και κούναγε το έδαφος, επειδή έτσι ήταν –ζαλιζόμουν λίγο.
«Ρε μάγκες, υπάρχει κάνα μέρος για φαγητό εδώ γύρω;» τους ρώτησα όσο με πλησίαζαν.
Κοιτάχτηκαν. Κι εγώ τους είδα καλύτερα –καθαρά ρούχα αλλά λιωμένα προ πολλού.
«Φαγητό; Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ο ένας στον άλλον.
«Έλα ντε! Θυμάσαι κάτι σχετικό;» συμπλήρωσε ο άλλος τον έναν.
Τι ωραία! Πέσαμε σε χιουμορίστες!
«Εντάξει, αν όλη η εισαγωγή έχει να κάνει με τράκα, σας κερνάω...» προθυμοποιήθηκα.
«Τράκα; Εμείς;» απόρησε ο ένας.
«Για ποιους μας πέρασε;» αναρωτήθηκε ο άλλος. «Ξέρεις τι δουλειά κάνουμε φιλαράκο;» με ρώτησε.
«Που να ξέρω;» αγανάκτησα.
«Κρίμα... έλεγα μήπως ήξερε, για να μας διαφωτίσει...» μουρμούρισε απολογητικά ο ένας προς τον άλλο.
Ένιωσα μπόλικη κούραση.
«Πεινάω σαν πούστης ρε γαμώτο!» αναστέναξα.
«Πεινάει ρε ο άνθρωπος κι εσύ κάθεσαι και του λες σαχλαμάρες!» επέπληξε ο ένας τον άλλο. Κι ο άλλος κατέβασε ντροπιασμένα το κεφάλι.
Μετά, σα συνεννοημένοι, ξεκίνησαν πάλι το περπάτημα. Σύντομα βρέθηκα να χαζεύω τις πλάτες τους όσο απομακρύνονταν.
«Πρώτο στενό δεξιά έχει ένα καφενείο –άμα παρακαλέσεις το Μάστορα μπορεί να σου φτιάξει τίποτα φαγώσιμο», μου φώναξε ο ένας.
«Φαγώσιμο;» απόρησε ο άλλος.
Δεν έμεινα ν΄ακούσω τη συνέχεια της κουβέντας τους αν και φαινόταν ενδιαφέρουσα. Προτίμησα να πάω κατά κει που μου είχαν πει και μάλιστα τρέχοντας.
Η αίθουσα ήταν κίτρινη και μύριζε υγραέριο, στο βάθος κάτι ποτήρια πλένονταν με δαιμονισμένο θόρυβο αλλά οι πελάτες δεν φαίνονταν να ενοχλούνται. Κάποιος μάλιστα ψιλοκοιμόταν με τα μούτρα στο τραπέζι δίπλα σ΄ένα φλιτζάνι του καφέ. Τίναξα το μπουφάν μου αν και δεν χρειαζόταν –η βροχή εξακολουθούσε να μην πέφτει. Έψαξα στο χώρο, ένα καλό τραπέζι με θέα το υπόλοιπο μαγαζί και την εξωτερική τζαμαρία, με περίμενε. Πήγα κι έκατσα εκεί –αναγκαστικά. Επειδή ήταν δίπλα στην τουαλέτα κι έζεχνε. Άναψα τσιγάρο, απλώθηκα. Ένας αξύριστος από κοντινό τραπέζι βάλθηκε να με κοιτάζει περίεργα.
«Γνωριζόμαστε;» τον ρώτησα.
«Ε;» μούγκρισε και βιάστηκε να κοιτάξει αλλού.
Κοίταξα κι εγώ προς τα κάτω, αλλά το τραπέζι ήτανε γεμάτο χαρακιές –δεν βοήθησε τα μάτια μου να ηρεμήσουν. Και τότε κάποιοι αποφάσισαν να κόψουν ξυλεία μέσα στο κεφάλι μου -οι 7 νάνοι, οι 3 σωματοφύλακες, οι Γενναίοι του Μπρανκαλεόνε; Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα –εγώ μόνο τ΄ανατριχιαστικά πριόνια τους άκουγα να αντηχούν στα μηνίγγια μου.
«Τι θα πάρεις;» ακούστηκε μέσα στον χαμό.
Σήκωσα το κεφάλι, ένας γλίτσης με μισάνοιχτο καρό πουκάμισο στεκόταν πάνω μου.
«Τι είσαι εσύ;» απόρησα.
«Μαγαζί», μούγκρισε ο γλίτσης.
«Ο Μάστορας σα να λέμε;» αναρωτήθηκα.
«Πες το κι έτσι», μου επέτρεψε.
«Υπάρχει τίποτα φαγώσιμο;»
«Ξέρω ‘γω; Γράφει πουθενά απέξω ‘Εστιατόριον Η Αφθονία’;» τσίτωσε κάπως ο Μάστορας.
«’Μπακάλικο Η Αφθονία’», είπα εγώ.
«Τι;» έκανε ο άλλος σα χάχας.
«‘Μπάκαλικο η Αφθονία’ –αυτό είναι το σωστό. ‘Εστιατόριον Το Αριστοκρατικόν’, έτσι το λέμε...»
Ο Μάστορας έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε τριγύρω του. Τότε ανακάλυψα οτι διέθετε και σιχαμερό μουστάκι.
«Μάλιστα κύριε προφέσορα, θα το γράψω 100 φορές να μην το ξεχάσω!» με διαβεβαίωσε.
«Δεν ρίχνεις στο μεταξύ και τίποτα αυγά με ζαμπόν στο τηγάνι;» τον προέτρεψα. «Και δε χρειάζεται να γράψεις την τιμωρία –εγώ θα κάτσω εδώ να στο θυμίζω».
Μου αφιέρωσε μόνο το μισό από τα δυο μάτια του.
«Θα δούμε τι έχουμε...» απάντησε.
Κι απομακρύνθηκε σκουντουφλώντας. Ήξερα οτι θα μου έφτιαχνε κάτι να φάω –έτσι ήταν αυτοί οι τύποι. Κατά βάθος καλόψυχοι, γι΄αυτό παρέμεναν ζωντανοί μέσα στα σκουπίδια.

Το τσιγάρο μου έκαψε τα μυαλά.

Παρακολουθώντας το να καπνίζει από μόνο του στο τασάκι σκέφτηκα οτι ήμουνα έτοιμος να ξεράσω επιτόπου. Άνοιξα το στόμα, κατάπια βρώμικο αέρα, τα πράγματα έγιναν χειρότερα.
«Εδώ είμαστε!» πανηγύρισε ο Μάστορας αραδιάζοντας μπροστά μου μια ομελέτα, κάτι καψαλισμένες φέτες ζαμπόν, μερικές ζαρωμένες πατάτες και πέντε (αριθμητικά 5) κεφτέδες.
Χαμογέλασα για να μην τον κακοκαρδίσω.
«Θα μου κάνεις κι έναν καφέ τσίλικο για μετά;» παρακάλεσα.
«Να σου κάνω –γιατί να μη σου κάνω; Κουλός είμαι;» φουρκίστηκε άνευ λόγου ο Μάστορας.
Έκοψα μια γερή μπουκιά αλλά πριν τη χώσω στο στόμα μου σταμάτησα. Ο αξύριστος πάλι με κοίταζε.
«Συμβαίνει τίποτα ρε φίλε;» πήρα να φορτώνω.
«Τίποτα, τίποτα...» έκανε εκείνος.
«Τότε τι κοιτάς;» ζήτησα να μάθω.
«Τίποτα, τίποτα....» επανέλαβε.
Έψαξα προς τη μεριά των ψυγείων.
«Ρε Μάστορα, πιάσε άλλη μια απ΄τα ίδια για το λιγούρη!» φώναξα.
«Φαγητό τέλος», μου ξέκοψε μια φωνή από το βάθος.
Βλαστήμησα μέσα απ΄τα δόντια μου. Αλλά αποφάσισα να φάω απερίσπαστος, είχα χρόνο μετά να σκεφτώ για την κατάσταση. Πλακώθηκα λοιπόν και γυάλισα τα πιάτα, έβλεπα τον αξύριστο να με κρυφοκοιτάζει -αδιαφορούσα. Στο τέλος άναψα ένα πολυτελές τσιγάρο, χαλάρωσα λίγο τη ζώνη του τζιν κι έκανα νόημα στο Μάστορα να σερβίρει καφέ. Στις πρώτες τζούρες του τσιγάρου πετάχτηκα σα σουγιάς.
Χώθηκα τρέχοντας στην τουαλέτα κι έβγαλα τ΄άντερά μου, πρέπει να πέρασαν πάνω από δυο λεπτά μέχρι να καταλάβω οτι η λεκάνη ήταν σπασμένη και πενταβρώμικη. Αυτό βοήθησε να ξεράσω ακόμα πιο δυνατά, πάντως.
Βγήκα, πλύθηκα στον προθάλαμο και ξανακάθισα στη θέση μου. Ο αξύριστος έλειπε.

Ο καφές μαλάκωσε κάπως τα σωθικά μου, αλλά δεν τολμούσα ακόμα ν΄ανάψω τσιγάρο. Στο καφενείο είχαμε απομείνει εγώ, δυο γέροι και ο κοιμισμένος. Έκανα νόημα στον Μάστορα όταν πέρασε δίπλα μου.
«Για κάτσε λίγο να σου πω», του ζήτησα.
«Έχω δουλειά», μούγκρισε.
«Ναι καλά –κι εγώ είμαι Διευθυντής Τραπέζης», κορόιδεψα.
Έκατσε πάντως.
«Αυτός που με κοίταζε από δίπλα... τι μέρος του λόγου είναι;» ρώτησα.
«Ένας, από τη γειτονιά....» είπε ο Μάστορας.
«Γίνε λίγο πιο συγκεκριμένος», έκανα σκύβοντας προς το μέρος του ενώ έσερνα ένα πενηντάρικο με την παλάμη του χεριού μου.
Τραβήχτηκε λίγο πίσω –μάλλον βρώμαγα ξερατά.
«Κι εσύ ας πούμε...» ξεκίνησε να λέει.
«Η καλή νεράιδα σε έξτρα έκδοση –διαθέτουσα δυο ραβδάκια πλέον», του ψιθύρισα.
Ταυτόχρονα του έδειξα για μια ακόμα φορά το πενηντάρι κάτω από την παλάμη μου ενώ άνοιξα το μπουφάν για να φανεί η λαβή του Βάλτερ.
«Μά΄στα –πήξαμε στους ζόρικους», παρατήρησε ο Μάστορας.
Δεν είπα τίποτα –απλώς περίμενα.
«Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα σε γαμούσα κανονικά, αλλά δεν γουστάρω τους μπάτσους –κατάλαβες;» ψέλλισε ο Μάστορας. «Ούτε τους χαφιέδες τους», συμπλήρωσε κοιτάζοντας έξω από τη τζαμαρία.
Έσπρωξα το πενηντάρικο προς το μέρος του κι εκείνος βιάστηκε να το τσεπώσει.
«Τι χρωστάω;» τον ρώτησα.
«Πληρωμένα», απάντησε.
Άφησα λοιπόν κι ένα δεκάρικο σε στυλ μπουρμπουάρ και βιάστηκα να φύγω από εκεί μέσα. Δεν είχα όρεξη για κοινωνικές συναναστροφές με μπάτσους.

Βγήκα στο δρόμο, η βροχή έπεφτε κανονικά τώρα, προχώρησα βιαστικά προς το μέρος που είχα κρύψει την Άλφα. Μια σειρήνα μου υπενθύμισε οτι τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε. Έβγαλα λοιπόν το Βάλτερ κι έγινα ένα με τον κοντινότερο τοίχο. Κράτησα ανάσα γι΄αργότερα.

Όταν πέρασαν οι στιγμές που τίποτα δεν γινόταν, διέκρινα τη μουτσούνα του περιπολικού να μπουκάρει στο στενό, τράβηξα τότε την ασφάλεια στο Βάλτερ. Οι μπάτσοι ήταν δύο και σχετικά αναστατωμένοι όπως κάθε λογικός άνθρωπος που πάει να παίξει το κεφάλι του. Σκέφτηκα να τους πυροβολήσω μέσα από τις σταγόνες του παρμπρίζ τους αλλά δεν ήμουνα σίγουρος οτι θα τους πετύχαινα. Κι αν ερχόταν ακόμα ένα περιπολικό από πίσω θα τον πίναμε απαξάπαντες. Δηλαδή, μόνο εγώ θα τον έπινα –αλλά ο πληθυντικός απελπισίας ποτέ δεν έβλαψε. Έμεινα εκεί πέρα, συνέχισα να τους σημαδεύω περιμένοντας την επόμενη κίνησή τους.

Οι μπάτσοι σε λίγο αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους, ο πρώτος μισοκρύφτηκε πίσω από την ανοιχτή πόρτα του περιπολικού σημαδεύοντας τον αέρα προς τη μεριά μου κι ο δεύτερος άρχισε να πλησιάζει καουμπόικα. Ρούφηξα νοτισμένο αέρα και τον περίμενα. Η βροχή σκέφτηκε να κόψει αλλά το μετάνιωσε και πλακώθηκε στα φοξ τροτ. Ο μπάτσος αδιαφορούσε για το κατάβρεγμα –μαλακία του. Άμα γίνεις παπάρα χάνεις σε μαχητικότητα, όταν μουλιάσει το βρακί σου δεν έχεις πολύ όρεξη να το παίξεις ήρωας. Έστριψε στη γωνιά που τον περίμενα, βρεθήκαμε φάτσα-κάρτα, φρέναρε κομπλαρισμένος. Χαμήλωσε και το πιστόλι σα βλάκας όσο τον σημάδευα στο δόξα πατρί.
«Κάτσε όπως είσαι», τον προειδοποίησα.
Και τότε ο μαλάκας έκανε το απίστευτο, δηλαδή μου γύρισε πλάτη και άρχισε να τρέχει προς το περιπολικό –θα σταυροκοπιόμουνα από έκπληξη αν ήμουνα θεοσεβούμενος. Αντί γι΄αυτό πετάχτηκα στο κατόπι του, έριξα μερικές στον άλλο μπάτσο που τον κάλυπτε κι ακόμα μία σημαδεύοντας την πλάτη του. Δεν πέτυχα σπουδαία πράγματα –για την ακρίβεια δεν πέτυχα τίποτα, αλλά ο μπάτσος που έτρεχε βούτηξε με τα δόντια στα νερά των πεζοδρομίων κι ο άλλος έσκυψε για να κρυφτεί καλύτερα.
«Άντε γαμηθείτε!» ούρλιαξα και ξεκίνησα τη δική μου τρεχάλα, πέρασα ανοιχτά αριστερά τους, βρέθηκα στη μάντρα, στριφογύρισα μέχρι να χωθώ πίσω από το τιμόνι της Άλφα –μετά έφυγα σπινιάροντας. Κοίταξα από τον καθρέφτη το σταματημένο περιπολικό, οι δυο μπάτσοι δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση να με κυνηγήσουν. Θα περίμεναν εκεί πέρα για ενισχύσεις –οι ενισχύσεις έρχονται πάντα από το κέντρο της πόλης –γι΄αυτό διάλεξα να την κοπανήσω συνοικιακά. Σιγοτραγουδώντας, «Κι αν ο Διάβολος έρθει να με μαζέψει/ επειδή ο Παράδεισος δεν θέλει καταζητούμενους/ καλύτερα να φοράει ένα εξάσφαιρο στη μέση του/ και να κρατάει ακόμα ένα στο χέρι του», η Βέρα από το πίσω κάθισμα σίγουρα θα μούτρωνε που τέλειωνα μόνος μου το τραγούδι αλλά δεν είχα χρόνο να ακούσω τα παράπονά της. Έστησα αυτί –πουθενά σειρήνες. Μπορούσα λοιπόν να κάνω την τελευταία δουλειά της ημέρας πριν βρω κάποιο μέρος να αποθέσω την εξάντλησή μου. Άλλαξα πορεία, η Άλφα θα έκανε έναν τεράστιο κύκλο αν θέλαμε να ξαναμπούμε στο κέντρο της πόλης.

Πήγαιναν δυο ή τρία χρόνια από τότε που άρχισα νταραβέρια με το Αφεντικό –ήταν παλιός στην πιάτσα, είχα ακούσει πολλά για πάρτη του, αλλά δεν είχε τύχει να τον τρακάρω πουθενά. Ήμουνα τότε άφραγκος, κρυμμένος λόγω εντάλματος και όλος νύχια. Έτοιμος για αίμα. Κράταγα ένα δωμάτιο με ελαττωματικά υδραυλικά στο μπουρδελοξενοδοχείο του Τούρκου και πλήρωνα καθυστερούμενα τσακίζοντας στο ξύλο τυχόντες νταβατζήδες. Λίγα πράγματα βέβαια, επειδή δεν γινόταν ούτε μέχρι το περίπτερο να πάω για τσιγάρα –μονάχα ότι κυκλοφορούσε στο ξενοδοχείο μπορούσα να δείρω.
«Ενδιαφέρεσαι να καθαρίσεις;» με είχε ρωτήσει ο Τούρκος ένα πρωί.
«Α μπα...» το είχα ρίξει στην κοροϊδία, «προτιμώ να κρύβομαι στο μπουρδέλο σου –τι λες τώρα!»
Ο Τούρκος μου είχε εξηγήσει με πατρικό ύφος οτι το Αφεντικό ψάχνει ανθρώπους έμπιστους για να κουβαλάνε λεφτά –τίμιες δουλειές, παστρικές κι ασφαλισμένες. Εγώ είχα εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις, επειδή το να κουβαλάς λεφτά δεν είναι παράνομο –το να τα παραδίδεις όμως...
«Έλα καημένε!» είχε πει ο Τούρκος. «Μήπως εσύ θα κουβαλάς το πράμα; Εσύ μόνο θα πληρώνεις...»
«Κι αν με τσιμπήσουν θα πω ‘εκεί που καθόμουν στο καφενείο πέρασε ένας καλός άγνωστος κύριος και μου ζήτησε να δώσω αυτά τα λεφτά σε κάποιον άλλο καλό άγνωστο κύριο’ –έτσι;» είχα απορήσει.
«Έτσι ακριβώς», είχε πει ο Τούρκος. «Επειδή φιλαράκο το Αφεντικό έχει γερά κονέ. Δε αναρωτήθηκες περί του πως σου προτείνω δουλειά ενώ είσαι πιο καρφωμένος κι από γαρίδα σε ακριβό εστιατόριο; Η μόνη σου ελπίδα είναι –γι΄αυτό στα λέω... Αν δουλέψεις για λογαριασμό του γίνεσαι αυτομάτως αόρατος για τους μπάτσους...»
Το είχα σκεφτεί καλύτερα.... μαλακίες, δεν είχα τίποτα να σκεφτώ. Ήμουνα δέκα πόντους πάνω απ΄το κεφάλι βουλιαγμένος στην απελπισία, έτσι όπως πήγαινε η ζωή μου εκείνη την εποχή, το μόνο που μου έμενε ήταν να παραδοθώ οικειοθελώς στους μπάτσους μπας κι εξασφαλίσω κάποια δωρεάν γεύματα. Αλλά ήξερα οτι αν με χώνανε πίσω απ΄τα κάγκελα θα σκότωνα τον πρώτο πούστη που θα μου την έπεφτε και θα έμενα εκεί μέσα για πάντα –αυτό μόνο με κράταγε ακόμα κρυμμένο στα πέριξ. Πάμε παρακάτω.

Παρακάτω περίμενε το Αφεντικό, με τα κουμπιά του πουκαμίσου να τσιτώνουν πάνω από την τριχωτή κοιλιά του, με διπλοσάγονα που κουνιόνταν όμοια με της γαλοπούλας, μάτια κουμπιά χαμένα κάτω από λιπαρές βλεφαρίδες –ένα Αφεντικό με τα όλα του, έξτρα λαρτζ.
«Έχω ακούσει...» είπε δείχνοντάς με.
«Γι΄αυτό τα έχουμε τα αυτιά», είπα εγώ.
«Αν σε πάρω για δουλειά θα πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη μου», είπε μετά.
«Ομοίως», τον διαβεβαίωσα.
«Πολύ ζόρικος το παίζεις», παρατήρησε το Αφεντικό. «Τι κάνεις για να τα φέρεις βόλτα αυτό το διάστημα;»
«Παίζω κιθάρα», απάντησα εγώ.
«Δουλειά το λες αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Εσύ πως το λες δηλαδή;» νευρίασα.
«Μαλακία το λέω», είπε το Αφεντικό.
«Μήπως θέλεις να προσπαθήσεις να μου το αλλάξεις;» στράβωσα.
Το Αφεντικό χαμογέλασε.
«Μου αρέσεις φιλαράκο», διαπίστωσε. «Τι θα ΄λεγες να δουλέψεις για μένα;»
«Θα ΄λεγα όχι», απάντησα εγώ.
«Εντελώς ξαφνικά άρχισες να μη μου αρέσεις καθόλου», μουρμούρισε απειλητικά το Αφεντικό.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπημένο με κάνεις!» είπα εγώ.
«Δυο κολλαριστά, το ένα μπροστά», πρότεινε το Αφεντικό.
«Προχώρα παρακάτω», είπα εγώ.
Η πρώτη δουλειά ήταν τόσο εύκολη που δεν ήταν καν δουλειά. Πήρα ένα πακέτο χαρτιά από το Αφεντικό και το πήγα πάλι στο Αφεντικό –έτσι για τεστάρισμα. Η δεύτερη δουλειά ήταν πιο σύνθετη. Η τρίτη ήταν μανίκι και μετά σταμάτησα να μετράω.

Αλλά ξεκίνησα να μαθαίνω για το Αφεντικό –ρώτησα στην πιάτσα, πήρα μάτι τα φορτώματα και τα ξεφορτώματα, ενημερώθηκα αρκετά. Αποδείχτηκε οτι ο άνθρωπος είχε πολλές άκρες επειδή ήταν ενδιάμεσος –εκτελούνται μεταφορές κι έτσι. Η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια, οι πρεζέμποροι πλήρωναν για τα δρομολόγια, οι σωματέμποροι περίμεναν στην παραλαβή για φρέσκο κρέας... Μόνο με τα όπλα γινόταν παράδοση κατ΄οίκον. Το Αφεντικό δούλευε τη μάκινα στρωτά και συστηματικά.

Κοίταξα τριγύρω, η βροχή συνέχιζε να πέφτει, τα αυτοκίνητα πύκνωναν στραβωμένα από τις σταγόνες. Βάρεσα θυμωμένα την κόρνα, το μπροστινό αμάξι τινάχτηκε βγαίνοντας από τον ύπνο του και μετά έσβησε. Ένιωσα ποντικός δίπλα σε σπασμένο κιούπι λαδιού. Ξεκίνησα να παίζω τα δάχτυλα ταμπούρλο στο τιμόνι της Άλφα –όσο ήμασταν έτσι κολλημένοι δεν μπορούσαν να με πλησιάσουν οι μπάτσοι αλλά δεν μπορούσα κι εγώ να φτάσω στον προορισμό μου. Ισοπαλία.

Με τα χίλια ζόρια πλησίασα πίσω από το μαγαζί του Αφεντικού, πέρασα ξυστά τη μισάνοιχτη σιδερόπορτα, πρόλαβα να δω το φορτηγό εκεί μέσα. Έμενε μόνο να κόψω κίνηση, πόσοι, ποιοι, που –παράτησα λοιπόν την Άλφα έξω από τη σιδερόπορτα. Πρώτα πήγα στη μπροστινή πλευρά, στη βιτρίνα του μαγαζιού, τίγκα φωτισμένη και λαμπερή –αλλά δεν υπήρχε ψυχή μέσα. Το κατάστημα κλειστό λόγω ωραρίου, το Αφεντικό ήταν προσεκτικό σ΄αυτά. Δεν ήθελε να φάει κάνα πρόστιμο, γι΄αυτό έκλεινε από μπροστά, πήγαινε σπιτάκι του να κολυμπήσει σε τίποτα σουπιέρες με μακαρόνια κι άφηνε τα παιδιά να δουλεύουν από πίσω. Ως εδώ καλά.

Ξαναγύρισα στην πίσω πλευρά, στο χώρο φορτοεκφορτώσεων να πούμε. Το φορτηγό ήταν με τη μούρη προς την έξοδο και πίσω του κάποιοι σκαλίζανε. Η βροχή ήταν μαζί μου εκατό τα εκατό, κάλυψε τα βήματά μου μέχρι να φτάσω στο κουβούκλιο του φορτηγού. Ανέβηκα επιφυλακτικά και χαμογέλασα σαν ανοιξιάτικο ξημέρωμα, επειδή οι μαλάκες είχαν αφήσει τα κλειδιά πάνω στη μηχανή. Έβαλα όπισθεν πριν καν ξεκινήσω, πάτησα και τέρμα γκάζι, έστριψα το κλειδί –ο κόσμος βρόντηξε κι αμέσως άρχισε να ταρακουνιέται. Μετά ακούστηκαν κραυγές, θόρυβοι τέτοιοι που μου σήκωσαν τις τρίχες, ήρθε ένα τράνταγμα σα σφαλιάρα αφιονισμένου Χουλκ, όσο κι αν ήμουνα προετοιμασμένος, κόλλησα στο μπροστινό τζάμι. Οι κλειδώσεις μου πόνεσαν αφόρητα, οι ώμοι μου κόντεψαν να διαλυθούν από το χτύπημα. Αλλά δεν είχα χρόνο ούτε να βογκήξω –άνοιξα την πόρτα και βούτηξα στο τσιμέντο σε στυλ «πρωταθλητής των καταδύσεων». Κατρακύλησα μέχρι να σταθώ στα πόδια μου, έτρεξα να δω τι κατάφερα.

Το πίσω μέρος του φορτηγού είχε διαλύσει μια αλουμινένια πόρτα –η δεξιά άκρη σφηνωμένη στο ντουβάρι. Όχι άσχημα. Πλησίασα με το Βάλτερ έτοιμο, ανάμεσα φορτηγό και ντουβάρι ήταν πατικωμένος ένας ετοιμοθάνατος –κοίταζε ψηλά μη μπορώντας να κάνει κάτι καλύτερο. Δυο άλλοι σηκώνονταν από το τσιμέντο αρκετά ανήσυχοι.
«Μην κάνετε τίποτα μαλακίες!» τους φώναξα.
Με κοίταξαν –έψαχνα τριγύρω να δω αν υπήρχαν κι άλλοι. Δε φαινόταν να υπάρχουν.
«Τι έχει μέσα το φορτηγό;» ούρλιαξα.
«Πλακάκια...» κλαψούρισε ο ένας τρομοκρατημένος.
«Ψηλά τα χέρια όταν μου μιλάς ρε πούστη!» τον γείωσα.
Βιάστηκαν να υπακούσουν, κοίταζαν κιόλας τον άντρα που αργοπέθαινε λιωμένος από το φορτηγό. Αλλά εκείνος δεν υπήρχε περίπτωση να σηκώσει τα χέρια του, ούτε τίποτα άλλο.
«Τι έχει το φορτηγό;» ξαναρώτησα.
«Πλακάκια, πλακάκια –αλήθεια!» ούρλιαξε ένας από τους άντρες.
Έτσι όπως είχε γίνει η κατάσταση δεν μπορούσα να ελέγξω το φορτίο από μόνος μου.
«Να σε πιστέψω;» ρώτησα τον άντρα.
Κούνησε το κεφάλι έτοιμος να λιποθυμήσει. Φαινόταν τελικά οτι είχα πετύχει αθώους χαμάληδες. Δε γαμιέται; Καλύτερα έτσι.
«Ανέβα στο φορτηγό», είπα στον πιο κοντινό από τους άντρες.
Έδειξε μεγάλη προθυμία, όταν έφτασε κοντά μου γλίστρησε κι έσκασε με τα μούτρα στο τσιμέντο. Τον περίμενα να σηκωθεί.
«Εσύ, εδώ μαζί μου», είπα στον άλλο και ξεκινήσαμε για τη μπροστινή πλευρά του φορτηγού. «Τέρμα γκάζι και όπισθεν!» ούρλιαξα.
Ο άντρας που είχε ανέβει στο τιμόνι του φορτηγού πλακώθηκε να γκαζώνει, κάτι κατάφερε –είδα το ντουβάρι του μαγαζιού να στραβώνει λίγο πριν γαμηθεί εντελώς το πίσω ημιαξόνιο. Στράφηκα στον κοντινό μου.
«Να πεις του Αφεντικού οτι θα του γαμήσω τα πρέκια», του εξήγησα.
«Ποιος είσαι;» ψέλλισε εκείνος.
«Ξέρει το Αφεντικό ποιος είμαι. Αυτός που θα του γαμήσει τα πρέκια –αυτός είμαι», απάντησα πριν τον σπρώξω μακριά μου. «Συγνώμη για τον δικό σας που έγινε χαλκομανία –δεν το΄θελα», του φώναξα φεύγοντας.

Μπήκα στην Άλφα και έφυγα από τα στενά παρακαλώντας να μη με μπλοκάρει κανένα σκουπιδιάρικο. Αλλά ήξερα οτι δεν θα γίνει έτσι –όταν έχεις κάνει κάτι σιχαμένο η μοίρα σε βοηθάει να γλιτώσεις, επειδή η μοίρα είναι μεγάλη καργιόλα. Άσε που γουστάρει να ετοιμάζει πελατεία για τις φιλενάδες της τις τύψεις. Οι ώμοι μου πονούσαν, οι κλειδώσεις μου πήραν να ματώνουν, ένα τρέμουλο στο στήθος –τι μου φταίγανε αθώοι άνθρωποι; Τι σκατά κτήνος ήμουνα; Έστριψα απότομα το τιμόνι αριστερά για να βγω στη λεωφόρο –η κίνηση είχε κόψει κάπως, η βροχή σταμάτησε να πέφτει.

Ήμουνα το κτήνος που είχε χρεωμένες τις ψυχές τους, ο προσωπικός τους συνοδός για την κόλαση –αυτό ήμουν.

Και χρειαζόμουν επειγόντως ύπνο.

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

px είπε...

Σε έχασα από την αρχή και δεν μπαίνω τώρα στη διαδικασία. Σχεδιάζω όμως να το διαβάσω όλο μαζί, όταν θα το έχεις παραδώσει εν το συνόλω στη δημόσια χλεύη(!). Αρκούμαι μόνο να επισημάνω ότι οι τίτλοι μού φαίνονται εξαιρετικά ευφάνταστοι.

RaZz the angry wymmin είπε...

auto htan apla apisteuto.

The Motorcycle boy είπε...

Παναγιώτη, όταν το τελειώσω θα το δεις συνολικά -συνήθως τα ανεβάζω δίπλα δεξιά. Πάντως αυτό είναι καμπόικο και οι τίτλοι κινούνται σε ανάλογο ύφος.

Ραζ, ποιο ρε; Τι σε εντυπωσίασε πουλάκι μου;

Sotiris είπε...

Γκαρσόνι, τσίμπα ένα δεκαρικάκι γιατί είσαι και πολύ μόρτης φιλαράκι.

Ωπ, τι έγινε; Διακρίνω τύψεις στον ήρωα; Αμφιβολίες στο περιττό ερώτημα αν όλοι πρέπει να πεθάνουν; Δεν θέλω τέτοια! Ή είναι καουμπόικο ή δεν είναι! Βία, βία και λίγη ακόμη βία απαιτούν τα αιμοδιψή σκυλιά, οι αναγνώστες σου.

Μ'άρεσε η σκηνή με τους δύο τύπους που του είπαν που να πάει να φάει. Κάτι μου θυμίζει αλλά δεν μου 'ρχεται... Λίγο από τους παππούδες στο μάπετ σόου ίσως.

The Motorcycle boy είπε...

Εφτασέιιιι!!

Εντάξει, όταν σκοτώνει αθώους χαμάληδες που φορτώνουν πλακάκια κάποιες υποτυπώδεις τύψεις πρέπει να τις έχει -ακόμα κι ο Λι Βαν Κλιφ σκάει ένα στενάχωρο όταν καθαρίζει κάποιον περαστικό κατά λάθος.

Κι εμένα κάτι μου θυμίζει η σκηνή με τους δυο τύπους (άλλωστε, ότι γράφω από κάπου το έχω κλέψει) αλλά δε μου 'ρχεται ρε γαμώτο. Δεν είναι Μάπετ Σόου -ίσως τίποτα σχετικό με "Περιμένοντας τον Γκοντό" αλλά σε ξέφτιλη έκδοση... δεν ξέρω, θα σε γελάσω.

RaZz the angry wymmin είπε...

to oti o hrwas efage oikeio8elws auga. eide epitelous to (gourmet) fws to alh8ino :P

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, το μαλακισμένο που είσαι! Είπα να το κάνω πολύ σπλάτερ ακόμα και για μένα αυτό το κομμάτι, γι΄αυτό -χαχαχαχα.

Υ.Γ.: Αλλά δεν άντεξα μέχρι τέλους -εξ ου και ο εμετός αμέσως μετά.

Ανώνυμος είπε...

ξέρω ποιοί είναι οι δυο.
ο ένας είναι ο ρόζενκραντς κι ο άλλος ο γκίλντερστερν. κι είναι νεκροί δύο αιώνες.
http://en.wikipedia.org/wiki/Rosencrantz_and_Guildenstern_Are_Dead

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, σωστά! Αν και τη συγκεκριμένη ταινία την άντεξα μόνο για κάνα δεκάλεπτο (ναι, είμαι εντελώς αντιδιανοούμενος -κι όταν είδα οτι δεν είχε μάχες την έκλεισα). Αλλά έχεις δίκιο πάντως -αυτοί πρέπει να είναι, ή οι άλλοι του Μπέκετ, οι κάποιοι άλλοι παρόμοιου φυράματος. Κοπρίτες.

Eu-aggelos είπε...

Λέω απλά ένα γεια,περιμένω αντιδράση και τα ξαναλέμε...

Υ.Γ: Φυσικά δεν διάβασα το ποστ...

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, δεν χρειάζεται να το διαβάζεις -ΘΑ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑΣΩ ΕΓΩ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ, ΟΣΟ ΘΑ ΣΕ ΚΟΠΑΝΑΩ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΥΠΩΣΗ.

Που είσαι ρε κωλόπαιδο; Δε σε βρίζω εδώ μέσα γιατί είμαι κύριος -αλλά περίμενε να βρεθούμε και θα δεις.

Ισχύει ακόμα το κινητό σου;

Eu-aggelos είπε...

χε,χε... there is only one way to find out!!!!

The Motorcycle boy είπε...

Άχου το που μου 'μαθε και αγγλικά, άχου το που ΄γινε και τσαχπίνικο! Σταδιάλα ρε -θα σε πάρουμε το Σ/Κ που δεν έχει και μπάλα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι