Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

Θα έρθουν από τις σπηλιές

Αυτή ήταν μια ιστορία που δεν ήθελε να βγει. Πολλή ταλαιπωρία ρε παιδί μου, μπλέχτηκα και με κάτι άλλο στα ενδιάμεσα....
Κι έτσι στο τέλος της ιστορίας ο μόνος που θυμόταν την αρχή της ήταν ο ήρωας –εγώ έπρεπε να γυρίζω συνέχεια πίσω και να ψάχνω ποιος, πώς, πού, γιατί....

Κι αφού ο ήρωας της ιστορίας ήταν ο μόνος που τη θυμόταν, τον άφησα να διαλέξει το τέλος –άραγε τι τέλος θα μπορούσε να έχει ένας γραφειοκράτης;

Θέλω να ευχαριστήσω όσους άντεξαν να διαβάσουν αυτή την ιστορία που προχωρούσε μέσα από τεθλασμένες –αν δεν υπήρχαν δεν θα υπήρχε και η ιστορία.

Όσοι θέλουν να την έχουν ολοκληρωμένη, για να τη διαβάσουν ή να την ξαναδιαβάσουν, μπορούν να την κατεβάσουν από εδώ.

Και το εξώφυλλο προσφορά από την Tomboy (αφού ξέρεις...)



Καλό κουράγιο σε όλους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2011

19. «Μην ανοίξεις την πόρτα»

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός
15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία
16. Θάλαμος Ανάνηψης
17. Η αμοιβή του ήρωα
18. Κρίσεις

Απασφαλίζω αργά το πιστόλι που κρύβω σφηνωμένο από το πόδι μου στο κάτω μέρος του γραφείου. Και περιμένω. Είμαι εδώ. Τους περιμένω. Ξέρω οτι κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα θα έρθουν, θα προσπαθήσουν να με πιάσουν όταν δεν θα το περιμένω γι΄αυτό τους περιμένω.
Επικοινώνησα με την Κάσσι (πριν πόση ώρα;) με τα χίλια ζόρια την κατάφερα να συνηθίσει την χρήση των σταθμών εργασίας-αναψυχής, τελικά ολογράφηκε μπροστά μου πιο όμορφη από όσες φορές την είχα δει. Ίσως όμως να ήταν το ολογράφημα... Μου είπε οτι είχε ξοδέψει άπειρες ώρες (πόσες;) για να φτιάξει τον βοηθό πλοήγησής της στην ΑΔΙ,
«Πώς τον έκανες τελικά;»
«Γιατί ‘τον έκανα’ κι όχι ‘την έκανα’;»
«Δεν ξέρω, αλλά έχω την εντύπωση οτι τον έκανες άντρα τον βοηθό».
«Μόνο οι άντρες τα καταφέρνουν στην πλοήγηση δηλαδή;»
«Και τι τον έκανες τελικά;»
«Τι την έκανα».
«Τι την έκανες;»
«Κορίτσι».
«Γυναίκα».
«Κορίτσι είπα. Να μοιάζει με την κόρη μας».
«Όμορφο».
«Ναι».
«Και πώς την ονόμασες;»
«Όταν έρθεις σπίτι θα δεις».
Κάπως έτσι τελειώσαμε την επικοινωνία μας χωρίς να καταφέρω να μάθω το όνομά σου.
Το πιστόλι γλιστράει λίγο πλάγια, μετατοπίζω το πόδι μου για να το ισιώσω. Η πόρτα απέναντι επιμένει κλειστή. Τριανταφυλλί ξύλινη (πλαστική απομίμηση) επένδυση. Λεία. Η λεία μου.
Ο σταθμός εργασίας κοκκίνισε για πολλοστή φορά (πόσες φορές;) μέσα σε (πόση;) ώρα. Δεν ήθελα να πάω προς τα κει. Να παίζεις το κεφάλι σου για κάποια Κάσσι ακουγόταν όμορφο, να παίζεις το κεφάλι σου για κάποιο υπηρεσιακό μήνυμα ήταν ηλίθιο. Θα μου πεις οτι το καθήκον μου όριζε.... Σωστά. Αλλά είχα κάποιες αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο εκτελούσα πλέον το καθήκον μου.
Να στο εξηγήσω.
Το υπηρεσιακό μου καθήκον αφορούσε την υλοποίηση των εντολών της Διοίκησης και η Διοίκηση ήταν αυτή που με είχε καταζητούσε προηγουμένως για αδικήματα. Είχα διαπράξει τα αδικήματα; Μάλλον όχι. Αλλά το να ανατρέψω τη Διοίκηση που με καταζητούσε δεν ήταν αυτό που λέμε «νομότυπη υπερασπιστική τακτική». Είχα δεσμευτεί να εκτελώ διαταγές στην υπηρεσία του κράτους (ίσως και των πολιτών, δεν θυμόμουν καλά) και είχα συμμετάσχει στην ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Η κυβέρνηση που ήρθε στη θέση της ανατραπείσας με όρισε Γενικό Διευθυντή, περίμενε λίγο...
Ήταν η καινούργια κυβέρνηση νόμιμη; Αν ναι, το καθήκον μου ήταν η εκπλήρωση των υποχρεώσεών μου σαν Γενικός Διευθυντής. Μήπως όμως η καινούργια κυβέρνηση είχε δημιουργηθεί μέσω παρανομιών; Κι αν δεν είναι παρανομία μια εξέγερση δεν μπορώ να φανταστώ τι ακριβώς θα μπορούσε να οριστεί σαν παρανομία. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν το καθήκον μου ήταν να πάω να βρω τους νόμιμους προϊστάμενούς μου και να θέσω τον εαυτό μου στη διάθεσή τους. Αλλά πού να τους βρω; Πόσοι απ΄αυτούς ήταν φυλακισμένοι, πόσοι νεκροί και πόσοι είχαν μετακινηθεί σε άλλα πόστα; Ο πρώην Α77 και νυν Α2, ας πούμε. Δεν είχε διατάξει τη δίωξή μου απ΄ότι θυμόμουν, αντιθέτως είχε διωχθεί πριν από μένα. Τι σήμαινε αυτό; Οτι αν τον έβρισκα όσο εκείνος ήταν διωκόμενος (κι εγώ όχι) θα έπρεπε να τον παραδώσω. Τελικά όλα είναι θέμα χρονικής στιγμής αλλά το πρόβλημα προκύπτει από τη συνεχή κίνηση του χρόνου. Εννοώ οτι την μια στιγμή είσαι διώκτης αλλά την επόμενη γίνεσαι διωκόμενος και το μόνο που μπορεί να παγώσει τον χρόνο είναι η πράξη. Αν είχα βρει τον Α77 όσο ήμουν ακόμα διώκτης και τον είχα σκοτώσει εν ψυχρώ θα εκτελούσα απλώς το καθήκον μου. Όταν όμως τον πέτυχα ήμασταν και οι δυο διωκόμενοι –τι έπρεπε να κάνω; Να τον συλλάβω και να τον πάω να δικαστεί μαζί μου; Μα εφόσον ήμουν διωκόμενος με ποιο δικαίωμα θα προέβαινα σε σύλληψη; Πόσο μάλλον σε εν ψυχρώ δολοφονία....
Έπραξα λοιπόν αναγκαστικά (επειδή νομότυπα δεν θα μπορούσα να πράξω εφόσον ήμουν διωκόμενος) στη συναναστροφή μου με τον Α77. Πάμε παρακάτω...
Η πόρτα τραντάχτηκε σαν κάποιος να κοπάνησε πάνω της, άρπαξα το πιστόλι που περίμενε ακουμπισμένο στο γόνατό μου. Έσφιξα τη λαβή, κοίταξα. Τίποτα άλλο δεν έγινε.
Όλη η χρονική αλληλουχία που πάλευα τόση (πόση;) ώρα να στήσω πήγε αυτομάτως κατά διαβόλου. Ματαιοπονούσα ψάχνοντάς τα όλα αυτά –έπρεπε πλέον να δεχτώ την καινούργια κατάσταση, να αναπροσαρμόσω το καθηκοντολόγιό μου και να συνεχίσω.
Η πόρτα χτύπησε πάλι απ΄έξω.
«Ποιος είναι;» ρώτησα ασυναίσθητα.
Η πόρτα άνοιξε, έφερα το πιστόλι σε θέση βολής, ένας Ειδικός Συνεργάτης έβαλε το κεφάλι του στο άνοιγμα και μου χαμογέλασε. Στη συνέχεια τραβήχτηκε πίσω, η πόρτα έκλεισε.
Βρέθηκα πάλι εδώ. Να περιμένω.
Ο Ειδικός Συνεργάτης με φρουρούσε στα σίγουρα –το θέμα ήταν αν καθόταν έξω από την πόρτα μου για να μη βγω εγώ χωρίς την άδεια των άλλων ή για να μη μπουν οι άλλοι χωρίς την άδεια τη δική μου. Θα μπορούσα να το μάθω αυτό, θα μπορούσα να πάω μέχρι την πόρτα, να τη μισανοίξω και να δοκιμάσω την τύχη μου. Τι θα γινόταν όμως αν αυτό περίμεναν; Ένας ή ακόμα και δυο Ειδικοί Συνεργάτες ακροβολισμένοι απέναντι από το άνοιγμα της πόρτας, όταν θα έβγαζα το κεφάλι έξω θα άδειαζαν τα όπλα τους. Επειδή τώρα, εδώ που καθόμουν ήμουν εκτός πεδίου βολής. Ναι, εντάξει, μπορούσαν να πυροβολήσουν και πίσω από την πόρτα. Ας υποθέσουμε κιόλας οτι θα μπορούσαν να διαπεράσουν το αλεξίσφαιρο πλαστικό. Αλλά με ποια προοπτική; Μπορεί να καθόμουν στο γραφείο, μπορεί στο μεγάλο τραπέζι των συσκέψεων, μπορεί στον σταθμό εργασίας, μπορεί οπουδήποτε. Θα πυροβολούσαν και το πιο πιθανό ήταν οτι θα αστοχούσαν.
Γι΄αυτό έχωσε το κεφάλι του μέσα ο άλλος –η σκέψη με ταρακούνησε χειρότερα από σφαίρα, με το ζόρι συγκρατήθηκα να μην πεταχτώ μακριά από το γραφείο μου. Το πιστόλι πήρε να γλιστράει αριστερά από το πόδι μου, βιάστηκα να το επαναφέρω. Μη γίνεσαι ηλίθιος.
Αν θέλανε να σου ρίξουν θα το είχαν ήδη κάνει. Ανοίγεις την πόρτα, βλέπεις τον στόχο, αδειάζεις επιτόπου το όπλο σου. Ποιος κλείνει την πόρτα και πυροβολεί αφού έχει περάσει κάμποση ώρα; Μονάχα ένας βλάκας ο οποίος θα ακύρωνε έτσι το πλεονέκτημα που του προσέφερε το άνοιγμα της πόρτας. Τι κάνουν λοιπόν έξω από την πόρτα;
Να φωνάξω.
Να τον φωνάξω.
Να μπει αυτός μέσα, να σταθεί απέναντί μου, δε θα με πυροβολήσει. Δεν έχει λόγο να το κάνει τώρα αφού δεν το έκανε προηγουμένως. Να τον φωνάξω.
Δεν το έκανα.
Σκέψου πόσο γελοίο είναι, ο Διοικητής να τσιρίζει για να μπει μέσα ο φρουρός του ενώ θα μπορούσε να τον καλέσει από την ενδοεπικοινωνία.
Η ενδοεπικοινωνία. Οι Διοικητές δεν έχουν κεφαλόφωνα. Θα έπρεπε να πάω μέχρι τον σταθμό εργασίας ή να χρησιμοποιήσω το σήμα μου. Αν είχα σήμα δηλαδή, επειδή ο Γιάν με έχρισε Διοικητή, μου έδωσε κι ένα γραφείο -αλλά για σήμα ούτε κουβέντα.
Εντάξει, εντάξει –ξέρω οτι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Το σήμα του προηγούμενου Διοικητή (αν βρέθηκε ανέπαφο –πράγμα ελάχιστα πιθανό στις παρούσες συνθήκες) θα έπρεπε πρώτα να καθαριστεί αφού βεβαίως το είχε αποκωδικοποιήσει ο προηγούμενος Διοικητής. Και μετά να ξαναφορτιστεί με το προφίλ του καινούργιου Διοικητή, το δικό μου προφίλ στη συγκεκριμένη περίπτωση –διαδικασία η οποία σε κανονικές συνθήκες παίρνει πάνω από 10 μέρες για να ολοκληρωθεί. Δεν εννοώ την επαναφόρτιση του σήματος –για τη δημιουργία του προφίλ μιλάω. Εξετάσεις διαμόρφωσης προσωπικότητας, τραυμοτογόνα τεστ, αποτυπώσεις στο ασυνείδητο... Κι άλλα που ποτέ δεν ακούστηκαν στους διαδρόμους των παρακάτω ορόφων.
Τέλος πάντων, το σήμα μου δεν είναι ακόμα έτοιμο κι εγώ έχω κάποιες αμφιβολίες σχετικά με το πόσο έγκυρη είναι η τοποθέτηση μου σε θέση Γενικού Διευθυντή.
Φωνές.
Επειδή η θέση του Γενικού Διευθυντή...
Φωνές –κι άλλες φωνές.
Έξω από την πόρτα.
Κάποιος εκλιπαρεί. Η φωνή του χάνεται μέσα σε κοφτές εντολές και αγκομαχητά. Μετά κάποιος πονάει και κάποιος άλλος γελάει. Πιέζω το όπλο με το πόδι κάτω από το τραπέζι. Η φασαρία συνεχίζεται κι εγώ παλεύω να μετρήσω. Πόσους παίρνουν; Έναν ή περισσότερους; Οι ήχοι των ανθρώπων μοιάζουν στη χαρά και στον τρόμο, όταν γελάνε ή όταν ουρλιάζουν δεν μπορείς να τους μετρήσεις....
Ένας πυροβολισμός. Ησυχία μέχρι να κατακαθίσει ο καπνός της εκπυρσοκρότησης, μέχρι το πλαστικό να ποτιστεί με τη μυρωδιά της πυρίτιδας. Πού έριξαν; Πόσο κοντά στη δική μου πόρτα;
Είμαι εδώ, πίσω από αυτή την πόρτα, σε ασφαλή απόσταση και περιμένω.
Ξέρω οτι κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα θα έρθουν, θα προσπαθήσουν να με πιάσουν όταν δεν θα το περιμένω γι΄αυτό τους περιμένω.
Όταν μπουν εδώ μέσα, θα πυροβολήσω τον πρώτο που θα περάσει την πόρτα, από τη στιγμή που θα μπουν θα τους δώσω να καταλάβουν. Δε θα με σύρουν εμένα στους διαδρόμους, δε θα με πάρουν ουρλιάζοντας. Εγώ θα πάρω κάποιους απ΄αυτούς μαζί μου, θα τους αναγκάσω να με σκοτώσουν εδώ που κάθομαι και να ψάχνουν μετά για δικαιολογίες. Ο παρασημοφορημένος ήρωας που... –τι;
Από τη μια διακινδύνεψε τη ζωή του για να σώσει την Πρόεδρο κι από την άλλη μηχανορραφούσε κατά του καθεστώτος; Ήταν λοιπόν σχιζοφρενής ο ήρωας ή μήπως ανακάλυψε οτι το καθεστώς ακολουθούσε λάθος δρόμο από τα πρώτα κιόλας βήματά του; Πολύς κόσμος θα ερχόταν σε δύσκολη θέση μετά από αυτό.
Ίσως όμως ο παρασημοφορημένος ήρωας (παραμένοντας ήρωας μέχρι την τελευταία του πνοή) να ξεσκέπασε ακόμα μια συνωμοσία κατά του καθεστώτος και να έχασε τη ζωή του πολεμώντας. Τους εχθρούς βέβαια –τι άλλο; Τότε όμως πώς εξηγείται ο θάνατος του ήρωα στο γραφείο του; Έφτασαν οι εχθροί μέχρι τον όροφο των Γενικών Διευθυντών της Φορολογικής Δικαιοσύνης; Μα αν είναι έτσι κανένας δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Οι εχθροί είναι σχεδόν το ίδιο δυνατοί με το καθεστώς –κι αν αυτό ισχύει, μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε την περίπτωση να γίνουν οι εχθροί καθεστώς; Και ποιοι είναι οι εχθροί; Μήπως το προηγούμενο καθεστώς; Αν ναι –ήταν τελικά τόσο κακοί οι προηγούμενοι; Αποκλείεται –αυτή η πιθανότητα εξήγησης του θανάτου του ήρωα προοιωνίζει ακόμα περισσότερους μπελάδες από την προηγούμενη.
Άρα;
Χαμογέλασα πλατειά, θα ήθελα αυτή τη στιγμή να έχω έναν καθρέφτη για να κοροϊδέψω τον εαυτό μου. Επειδή καθόμουν εδώ, στο γραφείο, και ήμουν έτοιμος να αποδείξω οτι το καθεστώς δεν είχε καμιά δυνατότητα να εξηγήσει τον θάνατό μου άρα δεν μπορούσε και να με σκοτώσει.
Η ηλιθιότητα της λογικής –αυτό ήταν όλο.
Θα μπορούσαν να μπουν από την πόρτα όποτε ήθελαν, να γκρεμίσουν την πόρτα με οβιδοβόλο, να γεμίσουν το δωμάτιο καπνό και να με ξεσκίσουν χωρίς καν να τους βλέπω. Και μετά θα λέγανε κάτι για πειραγμένα νεύρα, για κακή ψυχολογική κατάσταση, για διακοπές σε νησί, σε κάποιο νησί –φυσικό κατά προτίμηση. Όχι, όχι ψυχιατρείο. Νησί αναψυχής –το δικαιούται άλλωστε. Έχει ένα πανέμορφο κοριτσάκι και μια πολύ γλυκιά γυναίκα, θέλει να αφιερώσει όλον του τον χρόνο σε αυτούς. Αρκετά τον στερήθηκαν.
Πού βρίσκεται; Λυπόμαστε, δεν μπορούμε να το αποκαλύψουμε. Ας σεβαστούμε την επιθυμία του για απομόνωση. Όταν θέλει θα έρθει αυτός σε μας. Σε σας. Στην κοινωνία. Θα τον περιμένουμε επειδή τον χρειαζόμαστε –άντρες σαν αυτόν σπανίζουν.
Ένα πολύ όμορφο σενάριο που θα ταίριαζε σε ήρωες μεγαλύτερου διαμετρήματος –τέλος πάντων, άνετα θα μπορούσαν να το εφαρμόσουν στην περίπτωσή μου. Και ποτέ δεν θα εμφανιζόμουν, ίσως μετά από καμιά δεκαετία μαθαινόταν οτι πέθανα από οργανικούς λόγους, ίσως και να μου έκαναν μια εντυπωσιακή κηδεία αν αυτό μπορούσε να χρησιμεύσει στο καθεστώς.
Εντάξει.
Και η Κάσσι; Τι θα γινόταν μ΄εκείνη; Θα πέθαινε λίγο μετά από μένα πληρώνοντας τις υπηρεσιακές δυσλειτουργίες της Φορολογικής Δικαιοσύνης; Και το παιδί;
Ήρθες για πρώτη φορά τόσο καθαρά μπροστά στα μάτια μου –δηλαδή, εννοώ....
Σε είδα.
Να παίρνεις αμυντική στάση, περιμένοντας το αναπόφευκτο.
Όμως, πως να σε προστατεύσω;
Φαίνεται οτι σύντομα θα πεθάνω.
Και τότε κατάλαβα οτι η Κάσσι ήταν δικιά τους από την αρχή. Η σχέση της με την Άννα, πώς δεν το είχα δει νωρίτερα; Αυτός ο λατρευτικός θαυμασμός της Κάσσι και η υπερπροστατευτικότητα της Άννας... Εκείνη δεν θα πέθαινε κι εσύ θα γεννιόσουν. Ποιος ξέρει μάλιστα –ίσως να έπαιρνες τη θέση της Άννας κάποια στιγμή –η κόρη ενός ήρωα... Γι΄αυτό λοιπόν η αμυντική σου στάση εδώ μπροστά μου. Δεν φοβόσουν εκείνους, εμένα φοβόσουν. Μη σου καταστρέψω το μέλλον με κάποια από τις γνωστές μου ηλιθιότητες.
Έστω κι έτσι –ποια θα ήταν η ηλιθιότητα; Τι θα μπορούσα να κάνω για ν΄αλλάξω το μέλλον;
Η πόρτα τραντάχτηκε, κάποιος έπεσε πάνω της, τράβηξα το πιστόλι και σημάδεψα.
Τίποτα δεν έγινε μετά, ντράπηκα που αποκάλυψα τόσο απερίσκεπτα το όπλο μου. Χρειαζόμουν χάπια, είχα πάρει μερικά πριν από (πόση;) ώρα αλλά τώρα φαινόταν να περνάει η επίδρασή τους. Ξανασφήνωσα το πιστόλι στη γνωστή του θέση και έψαξα στις τσέπες μου. Ένα πλακέ κουτί, όχι ηρεμιστικά, σε παρακαλώ, όχι ηρεμιστικά.
Κόκκινα και κίτρινα –όχι μπλε, κανένα μπλε.
Τα έχωσα στο στόμα κι άρχισα να μασάω, προσπάθησα να τα καταπιώ αλλά ο λαιμός μου ήταν πιο στεγνός από τη μεσημεριανή άσφαλτο και ούτε σκέψη να σηκωθώ για να ζητήσω νερό. Πρόσεξε την ηλίθια σκηνή –εγώ στην πόρτα, λίγο νερό παρακαλώ. Θα προλάβαινα άραγε να τελειώσω τη φράση πριν με γεμίσουν σφαίρες;
Σκέφτηκα τον κήπο της κλινικής, ήμουν εκεί και περπατούσα κάτω από τις λεμονιές, μύριζα το άρωμά τους, το στόμα μου γέμισε σάλιο και τα χάπια κατέβηκαν. Ο κήπος έχασε τη χρησιμότητά του, ένιωσα το στέρνο μου να πάλλεται. Μήπως το είχα παρακάνει;
Κοίταξα την πόρτα κι αυτή παλλόταν στο ρυθμό του στέρνου μου, μπορούσα τώρα να μυρίσω το τριανταφυλλόξυλο-απομίμηση της πλαστικής επένδυσης. Για μια στιγμή μπήκα στον πειρασμό να σηκωθώ, να πάω κοντά στην πόρτα, να την μυρίσω –ίσως να είχαν βάλει κάποια αρωματική ουσία στο πλαστικό, αν και στην πραγματικότητα το τριανταφυλλόξυλο δεν είχε άρωμα ή έτσι θα πρέπει να ήταν. Στην πραγματικότητα, σε κάποια πραγματικότητα τέλος πάντων...
Μύρισα την αγωνία μου και μύριζε τριαντάφυλλο...
Έκλεισα τα μάτια αλλά τα άνοιξα αμέσως –για μια στιγμή είχα την εντύπωση οτι άνοιξα το μάτια πριν καν τα κλείσω. Δεν έπρεπε να με πιάσουν απροετοίμαστο.
Είμαι εδώ και περιμένω.
Το πιστόλι αρχίζει να γλιστράει κι αυτό είναι μόνο η αρχή επειδή το πόδι μου ακουμπάει πλέον στην πόρτα, δεν ξέρω αν η πόρτα με πλησίασε ή το πόδι μου μεγάλωσε –γι΄αυτό πιάνω το πιστόλι πριν πέσει στο πάτωμα.
Ώστε λοιπόν φοβάσαι. Για το μέλλον σου; Δεν θα είμαι εκεί. Μα όσο να πεις, το παρελθόν προσδιορίζει το μέλλον κι εσύ θα έχεις μια μητέρα ικανή να σε στηρίξει. Να προχωρήσετε παρέα.
Δεν κινδυνεύεις. Από μένα.
Η Κάσσι είπε οτι είσαι δική μου κόρη, μπορεί αυτό να είναι αλήθεια. Αλλά ακόμα και στα ψέματα –τι σημασία θα είχε; Ξέρω πως θα γίνεις όμορφη, σαν την Κάσσι. Ξέρω οτι θα αποκτήσεις ικανότητες, η επιβίωση το απαιτεί. Ξέρω οτι θα τα καταφέρεις. Ξέρω οτι δε με χρειάζεσαι.
Βαρέθηκα να στηρίζω συνέχεια το πιστόλι, πιάστηκε το πόδι μου. Γι΄αυτό ακούμπησα το πιστόλι πάνω στο γραφείο –τώρα που η πόρτα είναι ρευστή σαν ηφαιστειακή λάβα και κανένας δεν θα μπορέσει να την παραβιάσει.
Τελικά δεν υπάρχει λόγος ν΄ανησυχείτε, ούτε να ψάχνετε τον τρόπο να γλιτώσετε από μένα, δεν ήμουν ποτέ φορτικός και δεν θα γίνω τώρα. Ζυγίζω το πιστόλι, νιώθω ήδη το μέταλλο στη γλώσσα μου, καταπίνω καινούργιο σάλιο. Γιατί άραγε φτιάχνουν ακόμα τα όπλα από μέταλλο;
Θα βγάλω τη συσκευή καταγραφής και θα την κλειδώσω με το όνομα που υπολογίζω οτι θα σου δώσει η Κάσσι. Αν πέφτω έξω δεν χάθηκε και τίποτα. Θα σημαίνει οτι δεν ήσουν κόρη μου τελικά και δεν χρειάζεται να τα μάθεις όλα αυτά.
Μια τελευταία συμβουλή –στο κέντρο της πόλης, στο κέντρο της κάθε πόλης αδειάζουν τα σκουπίδια κι έχουν συγκεντρωθεί εκεί οι χειρότεροι εφιάλτες μας. Ότι κι αν κάνεις, μείνε μακριά από τις σπηλιές –έτσι θα κερδίσεις κάποιες ώρες αν έρθει στα χρόνια σου η μέρα της καταστροφής.
Χτυπάνε την πόρτα, πρέπει να φύγω.
Λυπάμαι.

ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 15, 2011

Περί φασιανών

‘Εχω την εντύπωση οτι μας μπέρδεψαν τα «15 λεπτά δημοσιότητας» του Γουόρχολ (μέγας καραγκιόζης ο κύριος). Μας αποπροσανατόλισαν ρε παιδί μου, μας αποβλάκωσαν πες καλύτερα. Μιλάω για μένα και για τα άτομα που κάνω παρέα, για τους γνωστούς μου και όσους θεωρούσα ανέκαθεν κοντινούς μου. Αισθητικά, ιδεολογικά κ.λ.π. Αναφέρομαι σε αυτούς, στην πλειοψηφία και όχι στην ολότητά τους –εντάξει;

Τις προάλλες, για παράδειγμα, έβλεπα όλη αυτή την ιστορία με τους μετανάστες που μπήκαν στη Νομική –πολλοί είχαν την άποψη οτι η συγκεκριμένη ενέργεια ήταν σκέτος καιροσκοπισμός και εκμετάλλευση του προβλήματος των ανθρώπων αυτών αλλά δεν το είπαν δημόσια.
Από τη μια η μαλακισμένη όψιμη πατριδολαγνεική υστερία κάποιων περί του οτι οι «άπλυτοι μελαμψοί» πάτησαν τα «ιερά και τα όσια της φυλής μας» (αμφιβάλλω αν κανένας από αυτούς έχει μπει ποτέ στο συγκεκριμένο κτίριο της Νομικής, άσε που αν αύριο γινόταν εκεί πέρα καφετέρια σε στυλ εστιατόριο μουσείου Ακρόπολης θα τρέχανε να κλείσουν τραπέζι τα πατριωτάκια). Από την άλλη η «πολιτικώς ορθή» στάση του «συνειδητού Αριστερού» που επιτάσσει την «πίστευε και μη ερεύνα» υποστήριξη κάθε κίνησης η οποία περιλαμβάνει μειονότητα και δεν αφορά (σε πρώτη φάση τουλάχιστον) την παραδειγματική της σφαγή σε κεντρική πλατεία. Έτσι γύρισε η κουβέντα στο άσυλο και στη σημασία του –κι από δίπλα περιμένανε οι άνθρωποι με τα αιτήματα –όμορφη κατάσταση.
Θες τη γνώμη μου για το παραπάνω; Οι κινητοποιήσεις κρίνονται από το αποτέλεσμά τους κι αυτό πρέπει να το λαμβάνει υπόψη ο σχεδιασμός. Δηλαδή άμα πρέπει να πάνε, για παράδειγμα, 15 άτομα και να πυρποληθούν μπροστά στη Βουλή για να πάρουν υπηκοότητα οι υπόλοιποι 200, ποτέ και την πάρουν την ρημάδα την υπηκοότητα! 15 νεκροί είναι πολλοί για κάτι τόσο ξεφτιλισμένο όσο η ελληνική υπηκοότητα (την οποία –μην ξεχνάμε –διέθετε μέχρι θανάτου ο Σπάιρο Άγκνιου και κατέχει ακόμα ο Γλύξμπουργκ).
Σε αυτό το πλαίσιο σκέφτομαι λοιπόν οτι ψιλο-χοντρο-μαλακία η κατάληψη της Νομικής αλλά αφού δεν πάθαμε και τίποτα, κάνε παιχνίδι. Τουτέστιν -μπήκες; Έκανες ντόρο; Σε έμαθε ο πάσα ένας από καναπέ μέχρι CNN; Ε, κάτσε εκεί μανούλα μου να το παλέψεις το ζήτημα! Τι σόι σνομπαρία κινητοποίηση είναι αυτή που όταν γίνεται γνωστή αλλάζει στέκι; Μα, θα μου πεις, αν κάθονταν οι άνθρωποι μέσα θα μπουκάρανε τα ΜΑΤ και τα ΜΕΑ «για μια Ελλάδα νέα» (που έλεγε κι ο σιδερένιος). Να μπουκάρουν χίλιες φορές. Να γίνει της κόφας, να ακουστούν τα αιτήματα, να ρεζιλευτεί ο ανάλητος Κράτος που πλάκωσε στο ξύλο απεργούς πείνας! Κι αν αυτά δεν τα αντέχεις μανούλα μου μην πας να κλειστείς στη Νομική. Πήγαινε κάπου αλλού, κάπου που δεν θα βρέχει σφαλιάρες ξέρω ‘γω...
Αλλά το να πάρεις τους ανθρώπους από τις οικογένειές τους στην Κρήτη, να τους βάλεις στη Νομική και μετά να τους κουβαλήσεις σε παραδίπλα κτίριο για να συνεχίσουν την απεργία πείνας χωρίς να φαίνονται και χωρίς να προκαλούν, κάπως σε ηλιθιότητα μου κάνει. Εκτός βέβαια αν το θέμα ήταν να προβληθούν κάποιοι κι από τη στιγμή που προβλήθηκαν έλαβε τέλος η σεμνή τελετή –αν είναι έτσι πες το και σε μας να μην ανησυχούμε ρε παιδί μου.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά σήμερα που διάβασα το καινούργιο επεισόδιο του σήριαλ με σπέσιαλ γκεστ σταρ το ΚΕΕΛΠΝΟ (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων). Πήγαν, λέει, αυτοί οι Προληπτικοί Ελεγκτές να ελέγξουν το κτίριο και τους έδιωξε η Επιτροπή Αλληλεγγύης (με τους γιατρούς που συμμέχουν σε αυτή). Ξαναπήγαν οι Ελεγκτές, ξανά ξουτ. Βγήκε μετά ο Υπουργέας ο πρώην Καθηγητέας Παντείου και δήλωσε: «Στείλαµε την Κυριακή µία οµάδα γιατρών στο κτίριο, όπου φιλοξενούνται οι µετανάστες. Οι άνθρωποι µένουν εκεί χωρίς συνθήκες υγιεινής και κάποιοι µάλιστα είναι πολύ εξασθενηµένοι από την απεργία πείνας. Η κατάσταση αυτή δεν µπορεί να συνεχιστεί υπό τις συνθήκες αυτές». Χαρακτήρισε κιόλας το κτίριο «βόμβα λοιμώξεων» απ΄ότι διάβασα –ερωτώ, φταίει ο Λοβέρδος; 250 άτομα στοιβαγμένα σε μια τρύπα του κερατά –δεν το λες και πρότυπο συνθηκών υγιεινής! Ειδικά αν τα άτομα είναι τσακισμένα από την απεργία πείνας. Ας αφήσουμε, για την ώρα, το ποιος τους έχωσε στην τρύπα -«το απάνθρωπο κράτος» θα μου πεις και θα πλακωθούμε, οπότε άστο καλύτερα.
Ας πάμε στο γεγονός –οι άνθρωποι εκεί μέσα πεθαίνουν απολαμβάνοντας τυπική υποστήριξη σε στυλ «θα γίνετε σύντομα οσιομάρτυρες». Ήρθαν αυτοί οι ΚΕΕΛΠΝΟ και δήλωσαν (σύμφωνα με την ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας) οτι «διατίθενται να παράσχουν «υπηρεσίες» ιατρικής υποστήριξης και περίθαλψης καθώς και ψυχολογικής βοήθειας και αποφόρτισης στους μετανάστες που το επιθυμούν». Γιατί ρε γίγαντες των κοινωνικών αγώνων τους διώξατε; Γιατροί που θέλανε να βοηθήσουν ήταν, όχι ΚΥΠατζήδες που ήρθαν να πουλήσουν σάμαλι! Και μην το γυρίσουμε τώρα στο «δεν θέλανε να βοηθήσουν, να αποδυναμώσουν τον αγώνα των μεταναστών θέλανε». Μην το γυρίσουμε σε τέτοια επειδή τον αγώνα τον αποδυνάμωσε ήδη η μετακίνηση εκτός Νομικής την οποία η Πρωτοβουλία αποδέχτηκε!
Και σωστή η αντίδραση οτι ο Λοβέρδος κινδυνολογεί με «βόμβες λοιμώξεων» (δουλειά του είναι άλλωστε να προσπάθει να διαλύσει την κινητοποίηση) αλλά αν θέλατε, σύντροφοι, να τον ταπώσετε ας αφήνατε να μπουν μέσα οι γιατροί να εξετάσουν τους ανθρώπους. Αν δεν υπάρχει πρόβλημα πιστεύετε οτι οι γιατροί θα λέγανε παραμύθια; Εκτός (ξαναλέω) αν όλα αυτά είναι ιστορίες για να ξαναβγείτε στα κανάλια.

Κι απορώ γιατί υπάρχει αυτή η περίεργη ομοφωνία στη σιωπή, γιατί κανένας δεν αμφισβητεί, όταν θυμάμαι πως το να είσαι Αριστερός σήμαινε ατέλειωτες αμφισβητήσεις ακόμα και του προφανούς. Κι άσε την Αριστερά σαν οντότητα, διεύρυνέ το. Πήγαινε στους ανθρώπους που θέλαμε να πιστεύουμε πως διαθέτουμε κάποια κριτική σκέψη.

Τούμπες έγιναν, ύμνοι γράφτηκαν για την επανάσταση στην Αίγυπτο! «Ο λαός, το δίκιο, το καλύτερο αύριο....» Εγώ δεν κατάλαβα τι γινόταν εκεί κι έτσι προτίμησα να μην εκφέρω γνώμη –δεν είναι άλλωστε και απαραίτητο να έχουμε όλοι από μία. Αλλά τώρα που η κατάσταση έστρωσε και θα αναλάβει, λέει, ο στρατός –αναρωτιέμαι. Έτσι αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική δικαιοσύνη –με την επικράτηση του στρατού σε μια χώρα; Ή μήπως ήμασταν με την άλλη τάση των «αδελφών Μουσουλμάνων»; Αναρωτιέμαι επειδή έχω συνηθίσει να θεωρώ το στρατό και τη θρησκεία ως καταπιεστικούς θεσμούς –εντάξει;

Κι έχω συνηθίσει, για παράδειγμα θα το αναφέρω, να θεωρώ οτι το κοινωνικό μου συμφέρον βρίσκεται μακριά (απέναντι πες καλύτερα) από αυτό των μεγαλοαστών γιατρών. Θυμάμαι κιόλας όλους εσάς που τσιρίζατε περί «Αμαλία –όχι φακελλάκι» παλιότερα, τι έγινε τώρα; Γιατί κανένας δεν τολμάει να πει τη γνώμη του για τους γιατρούς που απεργούσαν και για τους φαρμακοποιούς; Εγώ ξέρω οτι με την απεργία των γιατρών του ΙΚΑ κατάφερε επιτέλους η γυναίκα μου να πάει σε κανονικό (χωρίς εισαγωγικά) γιατρό (απ΄αυτούς που δέχονταν μέχρι σήμερα τους ασφαλισμένους του Δημοσίου), κατάφερε να κάνει εξετάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και όχι μετά θάνατον όπως συμβαίνει τόσα χρόνια με τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ. Αυτά ξέρω και τα βλέπω θετικά –μήπως είμαι ταξικός αποστάτης; Πες μου γιατρέ!
Και ξέρω ακόμα οτι έγιναν μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων με μεταφορά σε άλλο συντελεστή ΦΠΑ αλλά εγώ το φάρμακο που πλήρωνα (αναφέρω τη συμμετοχή μου μόνο, όχι την κανονική τιμή του φαρμάκου) 10 ευρώ, τώρα με τη μείωση το πλήρωσα 9,5! Τόση μόνο ήταν η μείωση ή τη διαφορά του ΦΠΑ την τσέπωσε ο φαρμακοποιός κι ο Παυλάρας ο Γιαννακόπουλος; Μετά φταίω εγώ αν θεωρώ ότι έχω διαφορετικά συμφέροντα από τον φαρμακοποιό; Πες μου ρε γιατρέ!

Ξέρω επίσης οτι σήμερα δεν πήγα στη δουλειά (κι ας έχω και αυτοκίνητο) επειδή δεν διαθέτω την πολυτέλεια να ξοδέψω 20 ευρώ βενζίνη κάνοντας τα 12 χιλιόμετρα σε 3 ώρες. Άρα η απεργία των ΜΜΜ χτυπάει κατευθείαν εμένα και τους άλλους μικροαστούς. Και ποια τα αιτήματα του συμπαθούς κλάδου των οδηγών; Να μη χάσουν τα έξτρα τους! Ε, να πω τώρα οτι συμμερίζομαι το αίτημά τους; Να πω οτι είμαι διατεθειμένος να φάω κι άλλη μείωση μισθού για να παίρνουν τα έξτρα τους οι οδηγοί που πληρώνονται κι αυτοί από το κράτος; Συγνώμη σύντροφοι –δεν θα το πω. Δεν το νιώθω και δεν έχω δηλαδή -μια ακόμα μείωση μισθού θα με χώσει στη στενή.

Ψάχτηκα σαν ευαισθητοποιημένος, μη νομίζεις! Ψάχτηκα να βρεθώ αλληλέγγυος και είμαι τελικά με την Κερατέα. Θες επειδή την πρώτη μου κατάληψη στο γυμνάσιο την είχαμε κάνει για να μη γίνει χαβούζα το νταμάρι απέναντι; Θες γιατί αρπάξανε οι μπάτσοι έναν καημένο συγγενή μιας συναδέλφου μου που πέρναγε από εκεί και πριν το καταλάβει βρέθηκε μέσα στην κλούβα να τον πατάνε; Θες επειδή η συνάδελφός μου επιτέλους κατάλαβε οτι οι μπάτσοι βαράνε αθώους; Θες επειδή μ΄αρέσει η θέα του περιπολικού που καίγεται και οι μολότωφ; Πες οτι θες. Εγώ λέω ευαισθητοποιημένος και αλληλέγγυος. Αλλά όχι διαλεκτικά -μόνο θυμικά. Επειδή αν κάτσουμε να το συζητήσουμε θα πρέπει να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα:
-Δεν πρέπει να γίνει κάπου αυτός ο ρημάδης ο ΧΥΤΥ; Αν όλοι αντιδρούν, τι θα τα κάνουμε τα σκουπίδια;
-Το αίτημα των κατοίκων οτι ο χώρος είναι αρχαιολογικός από ποιον γίνεται πιστευτό; Ειδικά όταν μιλάμε για την Κερατέα η οποία τυγχάνει τίγκα στο αυθαίρετο.
-Οι ΜΑΤατζήδες είναι τα γνωστά κτήνη –οι κάτοικοι απλώς διαμαρτύρονται σε στυλ Γκάντι; Καλά κάνουν δηλαδή οι κάτοικοι, αλλά όταν πέφτει ξύλο -πέφτει ξύλο.

Θα κλείσω με ένα ανέκδοτο που είδα στις ειδήσεις και θέλω να το μοιραστώ μαζί σου:
Πήγαν οι αγρότες (παραδοσιακά, όπως κάθε χειμώνα) να βγάλουν τα τρακτέρ να κλείσουν το δρόμο. Σκάει που λες ένας αρχιμπάτσος και τους απαγορεύει να βγάλουν τα τρακτέρ στην εθνική. Τον βουτάει τον αρχιμπάτσο ένας αρχιαγρότης από το πέτο και τον ταρακουνάει φωνάζοντας: «Είμαι πολίτης και έχω δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση, δεν μπορείς εσύ να μου το απαγορεύσεις»!!!!

Φοβερή φάση -σκέτος φασιανός, πες καλύτερα!

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 09, 2011

Ταξιδεύοντας με τη Θρυλάρα -Μια ιστορία του Βαρδάρη

Δίνω σήμερα σενάριο για ταινία. Δίνω επιτυχία εξασφαλισμένη και υποψηφιότητα στα Όσκαρ επίσης. Εξασφαλισμένη. Πρόσεξε να μαθαίνεις, μη μου λες μετά οτι δεν ήξερες...

Λαμβάνουμε κατ΄αρχάς έναν σκηνοθέτη μεσήλικα προς το γέρος. Μη ρωτήσεις γιατί ο σκηνοθέτης δεν είναι ομορφούλης και νεαρούλης σαν τον Λάνθιμο –εμείς γέρο τον θέλουμε για να είναι καταξιωμένος στην πνευματική ζωή του τόπου, να έχει βγάλει ας πούμε μια ταινία με Κούρκουλο, να έχει βγάλει έπη τιποτισμού και τζάμπα σαχλαμάρας με τίτλους «Ας περιμένουν οι γυναίκες», «Παρακαλώ, γυναίκες μην κλαίτε», «Οι γυναίκες και ο καπετάνιος πρώτοι» (όχι, λάθος, αυτό το είχε βγάλει ο Captain Sensible). Κοντολογίς έχουμε έναν αξιοσέβαστο σκηνοθέτη.

Ο αξιοσέβαστος σκηνοθέτης φτιάχνει ένα θεατρικό έργο (πάντα πουλάει σαν πλοκή ο βετεράνος που ασχολείται με διαφορετικό τομέα από την ειδίκευσή του –ειδίκευση, λέμε τώρα...) Το θεατρικό έργο ονομάζεται (κάτσε να σκεφτώ κάτι συνηθισμένο και τυχαίο) «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ, υπότιτλος: «Μια ιστορία του Σταθμού Λαρίσης» πες το κι έτσι! Τώρα, το έργο πρέπει να έχει και μια υπόθεση, περίμενε να σκαρφιστώ κάτι...

Δυο κοπέλες Παοκτσούδες, έχουν κατέβει μαζί με τους υπόλοιπους Παοκτσήδες για να δουν το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό, το 1999. Οι κοπέλες όμως δεν πάνε στο γήπεδο, μένουν στον σταθμό Λαρίσης επειδή η μια τους έχει στείλει γράμμα στον Σάκη Ρουβά να έρθει να τη συναντήσει! Οι δυο κοπέλες είναι 20 και 30 χρονών κι αν αναρωτηθείς τι σημαίνει αυτό για την πνευματική τους κατάσταση –δηλαδή, όχι μόνο να ακούνε Ρουβά ολόκληρες γαϊδάρες αλλά να πιστεύουν πως θα έρθει κιόλας να τις συναντήσει στον σταθμό Λαρίσης... τι να σου πω; Τίποτα δεν θα σου πω, θα προχωρήσω παρακάτω.

Ξεκινάει ο σκηνοθέτης να δίνει συνεντέξεις πριν παιχτεί το έργο:
«Θέλω να πεθάνω μια μέρα που θα ρίξουμε στον Ολυμπιακό 4-0». Αθεράπευτος ΠΑΟΚτζής, ο Σταύρος Τσιώλης έγραψε ένα θεατρικό έργο για την ομάδα του. «Ο ΠΑΟΚ είναι μια ιερή ομάδα. Του χρωστάω ευγνωμοσύνη», λέει.
Με τις παραπάνω δηλώσεις ο ήρωάς μας πουλάει Παοκιλίκι του κερατά βεβαίως. Και συνεχίζει:

Ολα ξεκίνησαν τυχαία. Από μία «συνάντηση» στον Σταθμό Λαρίσης, την ημέρα της «ιστορικής σιδηροδρομικής καθόδου» 2.500 οπαδών του ΠΑΟΚ στην Αθήνα για τον αγώνα της ομάδας τους με τον Ολυμπιακό. Στο ματς, που δόθηκε το 1999 στο «Καραϊσκάκη», ο ΠΑΟΚ ηττήθηκε 2-1. «Με ψεύτικο πέναλτι», θυμίζει ο Σ. Τσιώλης.
«Ηταν αποφασιστικό το παιχνίδι. Ηξερα ότι θα γίνουν επεισόδια». Ετσι βρέθηκε «λίγο τυχαία, λίγο από ένστικτο» στον Σταθμό Λαρίσης. «Για να προστατέψω τους ΠΑΟΚτζήδες. Να μιλήσω στους Ολυμπιακούς, που περίμεναν με τούβλα και πέτρες».

Δηλαδή ΚΑΙ ψεύτικο το πέναλτι του Ολυμπιακού ΚΑΙ πήγε ο ήρωας να προστατεύσει του Παοκτσήδες από τους κανίβαλους γάβρους χούλιγκανς (εδώ υπαινισσόμαστε οτι ο σκηνοθέτης υπήρξε κράμα Κόναν και Βρώμικου Χάρι το 1999 και οι Παοκτσήδες είναι ξαδέλφια των Δανών Ρόλιγκανς).

Κι αν τελικά δεν διαβάζουν οι χουλιγκάνοι Ελευθεροτυπία; Που δε διαβάζουν δηλαδή... Τότε ο αγαπητός σκηνοθέτης φροντίζει να βάλει στο στόμα των πρωταγωνιστριών του ατάκες όπως:

«Πέφτουν συνέχεια µέσα στην περιοχή. ∆ύο φορές ο Καστίγιο, τέσσερις ο Κωνσταντίνου, τέσσερις ο Οκκάς. Οι κοκότες».
Τώρα, αν το 1999 ο Κωνσταντίνου έπαιζε στον Ηρακλή, ο Οκκάς στην Ανόρθωση και ο Καστίγιο στα τσικό του Ολυμπιακού αυτό δεν έχει καμία σημασία! Αφού μ΄αυτούς μπορούμε να κάνουμε ντόρο, αυτούς θα χρησιμοποιήσουμε! Απορώ κιόλας πώς δεν έβαλε τον Ζιοβάνι, τον Καρεμπέ, τον Γιούτσο και τον Μιραλάς! Ποιητική αδεία, καλλιτεχνική αλητεία και άλλα συναφή. Να υποθέσω φυσικά οτι αν ανέβει θεατρικό στη Θεσσαλονίκη που θα αποκαλεί τον Ζαγοράκη «κοκότα» οι θεατές θα χειροκροτήσουν διακριτικά και θα μειδιάσουν με το εύρημα.

Βάζει και τον καλλίφωνο Αργύρη Μπακιρτζή να κυκλοφορεί με κασκόλ του Ολυμπιακού αλλά να κρύβει στην τσάντα το κασκόλ της ΑΕΚ για να δείξει την Ολυμπιακή τρομοκρατία η οποία επικρατεί στην Αθήνα –ε; Πώς σου φαίνομαι;

Και καταλήγει ο συνεντευξιαζόμενος σκηνοθέτης:

Εχει ιδεολογία η μπάλα; «Υπάρχει μια ομορφιά όταν οι άνθρωποι ενώνονται στην ίδια ελπίδα, στο ίδιο όραμα. Όλοι στο γήπεδο είναι ίσοι. Το μόνο που με πικραίνει είναι που οι φίλαθλοι αποδέχονται να έχουν επικεφαλής παράγοντες οικονομικούς, δηλαδή αυτούς που μας κατάντησαν έτσι. Ο κ. Βαρδινογιάννης επηρέασε την ηθική του ποδοσφαίρου, το ίδιο και κ. Κόκκαλης. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους. Αλλά είναι γεννημένοι νικητές, οπότε θέλουν το ίδιο και για τις ομάδες τους. Ο ΠΑΟΚ πάντα μένει με το όνειρο. Είναι άπειρα πιο έντιμη, πιο ονειρεμένη ομάδα. Δεν αγαπώ τα ψεύτικα πέναλτι!»
Δηλαδή –αν και μ΄αυτό δεν βγουν στο δρόμο οι γάβροι με τους βάζελους –ε, τι άλλο να κάνει δηλαδή; Να ονομάσει το έργο «Γαμιέται η Λεωφόρος και το Καραϊσκάκη»;

Πάει μετά από αυτές τις συνεντεύξεις ο σκηνοθέτης και ανεβάζει το παραπάνω εμπνευσμένο έργο στην Αθήνα, τουτέστιν σε μια πόλη όπου η πλειοψηφία των χουλιγκάνων απεχθάνεται τον ΠΑΟΚ. Και σκέφτεται ο σκηνοθέτης οτι σίγουρα κάποιοι θα τσιμπήσουν, κάποιοι θα τσαμπουκαλευτούν. Όλο και κάποιοι θα θυμούνται οτι οι Παοκτσήδες σπάνε μέχρι και τα αμάξια με αθηναϊκές πινακίδες στη Θεσσαλονίκη... Κι έτσι ακριβώς γίνεται –κάποιοι γάβροι (σύμφωνα με τους αυτόπτες μάρτυρες) πάνε και σπάνε τη βιτρίνα του θεάτρου, τραυματίζουν και την ταμία. Τρελή διαφήμιση για το έργο, ξαναθυμούνται οι εφημερίδες τον ξεχασμένο σκηνοθέτη (είδες γιατί τον έβαλα γέρο;) σε λίγο θα κατέβουν και πούλμαν με Παοκτσήδες για να δουν το έργο, θα ξανακαεί η Αθήνα σε ένα ακόμα σικέ ντέρμπι. Σίγουρα;

Ξαναδίνει λοιπόν συνέντευξη μετά τα επεισόδια ο σκηνοθέτης στον γκουρού του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού ονόματι Γιάννη Ζουμπουλάκη -ακολουθούν αποσπάσματα:

«Σοκ στον κύκλους του θεάτρου προκάλεσε το επεισόδιο της περασμένης Παρασκευής όταν στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Σταύρου Τσιώλη «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ, μια ιστορία του σταθμού Λαρίσης», το θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου δέχτηκε επίθεση από ομάδα ποδοσφαιρικών οπαδών που κατέστρεψαν το εσωτερικό του φωνάζοντας, σύμφωνα με την αστυνομία, συνθήματα υπέρ του Ολυμπιακού.»
Σοκαρίστηκε το Ζουμπούλι! Μα δεν λατρεύουν την Παογκάρα στην Αθήνα;

«Θέλω μόνον να πω στα παιδιά ότι σέβομαι την ομάδα τους, την Ιστορία της και τα εκατομμύρια των φιλάθλων της» συνέχισε ο συγγραφέας. «Στο “Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ” τα δυο κορίτσια βρίσκουν στην ομάδα τους την συντροφικότητα, την δύναμη α ονειρεύονται και να ελπίζουν. Την ίδια συντροφικότητα και το δικαίωμα στην ελπίδα που βρίσκουν στις χιλιάδες οπαδούς της δικής τους ομάδας και τα παιδιά που έκαναν τις καταστροφές.» λέει ο σκηνοθέτης.
Σέβεται την ομάδα και την ιστορία της –για τον Ολυμπιακό μιλάμε, έτσι; Αυτόν που πριν λίγες μέρες δήλωνε ο σκηνοθέτης πως κέρδισε με ψεύτικο πέναλτι, πως θέλει να πεθάνει μια μέρα που θα του ρίξουν 4 γκολ, αυτόν που έχει παίχτες «κοκότες», ανήθικο πρόεδρο και δεν είναι έντιμη ομάδα! Δηλαδή, φαντάσου και να μη σεβόταν τον Ολυμπιακό –θα τραγούδαγε το «γαμιούνται οι μανάδες σας στο λιμάνι» ο σκηνοθέτης!

Πάμε παρακάτω –για να δεις την ανατροπή του σεναρίου, εδώ κρύβεται το Όσκαρ που σου έλεγα στην αρχή:

Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Τσιώλης που παρακολουθεί ποδόσφαιρο δεν υποστηρίζει τον ΠΑΟΚ αλλά την ΑΕΚ. «Κι εγώ είμαι φίλαθλος. Oταν βρίσκομαι με τους 60.000 ανθρώπους που υποστηρίζουμε την ίδια ομάδα, νιώθω ότι μοιράζομαι μαζί τους την ίδια ελπίδα ότι θα πάμε καλύτερα. Αυτό δεν είναι το μυστικό του ποδοσφαίρου;» κατέληξε ο σκηνοθέτης
Τι, πώς, πού; Δεν είναι ο ΠΑΟΚ η ιερή ομάδα τελικά; Δεν θα πεθάνει ο σκηνοθέτης όταν ο ΠΑΟΚ ρίξει 4 στον Ολυμπιακό; Μήπως έχει ήδη πεθάνει στην προ τριετίας 4άρα που έριξε η ΑΕΚ στον Ολυμπιακό; Σχιζοφρενής, αριβίστας ή φάντασμα; Αυτό θα μείνει να πλανάται αδιευκρίνιστο στο τέλος του έργου (γάμησέ τα! από Άντονι Χόπκινς και πάνω χρειάζεται για να παίξει τον ρόλο του σκηνοθέτη!)

Και αν έχεις καμιά υποχρέωση στη διανομή μπορείς να βάλεις κι έναν ρόλο Ζουμπουλάκη (αμοραλιστή δημοσιογράφου) ο οποίος θα γράφει ομορφιές του τύπου:

«Οι ζημιές του θεάτρου ήταν απερίγραπτες αλλά παρότι αρχικώς ακούστηκε ότι οι παραστάσεις θα διακοπούν για πολλές ημέρες, αυτό τελικά αποφεύχθηκε. Το έργο παίζεται κανονικά από το Σάββατο 5 Φεβρουαρίου στον πληγέντα χώρο που το φιλοξενεί»
Απερίγραπτες λοιπόν οι ζημιές (δηλαδή, βαριέμαι να κάθομαι να περιγράφω) και ακούστηκε οτι θα διακοπούν για πολλές μέρες οι παραστάσεις. Αλλά όταν είδαν οτι υπήρχε ζήτηση, ζήτημα να διέκοψαν για τη μέρα των επεισοδίων –τόσες πολλές ζημιές, τόσο «αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας», που έλεγε τότε ο Ρουβάς (προτείνω και σαουντρακάκι όπως βλέπεις).

Τώρα, αν εσύ μου πεις οτι αυτά όλα είναι καραγκιοζιλίκια και τέτοια υπερβολικά σενάρια όχι Χόλιγουντ δεν πάνε αλλά ούτε Μεξικάνικες σαπουνόπερες δεν γίνονται... τι να σου απαντήσω κι εγώ; Οτι έχεις άδικο; Οτι αν ο Τσιώλης θεωρείται σοβαρός καλλιτεχνικός δημιουργός τότε ο Τάκης ο Τσουκαλάς είναι ισάξιος του Πουλαντζά κι ο Χατζηχρήστος πρωτοξάδερφος του Φουκώ;

Ένα πράγμα καταλαβαίνω. Πως με Τσιώληδες, Ζουμπουλάκηδες και άλλα φρούτα έχει φτάσει η κατάσταση εκεί έξω να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» και τα πηθίκια να πανηγυρίζουν για το καινούργιο «κάψιμο». Θα μπορούσα όλο αυτό να στο κάνω αναγωγή σε κοινωνικές συνιστώσες αλλά μην το βαρύνουμε πολύ το σενάριο. Όχι τίποτα άλλο –θα χάσουμε και το Όσκαρ!

Πάρε και το βίντεο με τον Καστίγιο, τον Οκκά και τον Κωνσταντίνου να πέφτουν σαν «κοκότες» το 1999 για να κερδίσουν το «ψεύτικο πέναλτι».

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 07, 2011

18. Κρίσεις

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός
15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία
16. Θάλαμος Ανάνηψης
17. Η αμοιβή του ήρωα

Γύρω από το σπίτι απλώνεται ένας κήπος με συνθετικά φυτά. Τα φυτά είναι τακτοποιημένα ακτινωτά, καλύπτοντας τις χρωματικές αποχρώσεις του μπλε, όσο πιο μακριά από το σπίτι τόσο περισσότερο ξεθωριάζει το μπλε. Μάλλον δουλειά διακοσμητή κήπων. Περπατάω τον κήπο, το έδαφος που χωρίζεται από σωλήνες ποτίσματος και σωλήνες φωτισμού, έχει νυχτώσει ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται στον θόλο που καλύπτει το σπίτι και τον κήπο. Ο θόλος είναι από διαφανές πλαστικό και έχει τη δυνατότητα ρύθμισης της θερμοκρασίας. Το σπίτι βρίσκεται στη μέση του κήπου και έχει τρεις εισόδους. Μια κεντρική, μια από την κουζίνα και μια από την κρεβατοκάμαρα. Έξω από την κρεβατοκάμαρα υπάρχει μια πισίνα. Ο διακοσμητής έχει φροντίσει ώστε τα πλακάκια της πισίνας να ταιριάζουν με τη χρωματική απόχρωση του μπλε στη συγκεκριμένη περιοχή του κήπου.
Γυροφέρνω το σπίτι ώρα πολλή και δεν αποφασίζω να μπω μέσα.
Η αυλόπορτα του κήπου ανοίγει μόνο από μέσα, για τώρα. Σύντομα όμως θα ανοίγει και με το καινούργιο μου σήμα, αυτό που θα μου δώσουν στην Υπηρεσία. Η Κάσσι έχει το δικό της κινητό με το οποίο ανοίγει τις πόρτες και τα πάντα εδώ μέσα –εγώ όχι ακόμα. Η Κάσσι ξαφνιάστηκε πολύ όταν είδε το σπίτι, εντυπωσιάστηκε κιόλας. Θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί, αλλά θα τα καταφέρει –η τεχνολογική εξέλιξη εύκολα συνηθίζεται. Τώρα η Κάσσι τριγυρίζει μέσα στο σπίτι, μετράει τα δωμάτια, τους χώρους, ανοίγει παράθυρα, σχεδιάζει στο μυαλό της την κοινή μας ζωή. Σε αυτό το σπίτι.
Πρέπει κάποια στιγμή να μπω κι εγώ μέσα.
Ο θόλος που καλύπτει το σπίτι και τον κήπο εκτείνεται σε ολόκληρο το νησί, επειδή το σπίτι αυτό βρίσκεται πάνω σε ένα νησί. Προηγουμένως στο νησί έμεναν τα στελέχη κάποιας εταιρείας και σ΄αυτό το σπίτι το ίδιο. Έμενε η οικογένεια κάποιου μεγαλοστελέχους –όχι, όχι του Γουίλιαμ Δράκου, εκείνοι έμεναν σε άλλο νησί. Ευτυχώς.
Με φωνάζει, κάνω οτι δεν ακούω καθώς κατευθύνομαι προς την αυλόπορτα που ανοίγει μόνο από μέσα.
Περπατάω στο κυλιόμενο πεζοδρόμιο απολαμβάνοντας τον θερμό αέρα που βγαίνει από τους αγωγούς –6 μήνες βγαίνει θερμός αέρας και 6 κρύος, ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Από απέναντι πλησιάζει ένας ηλικιωμένος άντρας, για την ακρίβεια έχει αφεθεί στην κίνηση του πεζοδρομίου και βαυκαλίζεται οτι κάνει περίπατο. Φτάνοντας δίπλα μου χαμογελάει και φέρνει το χέρι του στο στήθος, κοιτάζω αλλού αμήχανα.
Η Κάσσι με περιμένει στο σπίτι, στο σπίτι μας, κι εγώ αποφεύγω.
Γυρίζω προς τον ηλικιωμένο άντρα που μόλις με προσπέρασε.
«Ο σταθμός πού είναι;» ρωτάω.
Σταματάει, ή τουλάχιστον έτσι δείχνει. Γυρίζει προς το μέρος μου.
«Δεν γνωρίζω», απαντάει χαμογελώντας όπως και πριν.
Τον καταριέμαι και συνεχίζω τον δρόμο μου. Θα τον βρω τον σταθμό, δεν χρειάζομαι τη βοήθεια κανενός. Ακολουθώ απλώς τους δρόμους που έχουν τον περισσότερο κόσμο και τον δυνατότερο φωτισμό.
Την πήγα πρώτα στο διαμέρισμά μου, να της δείξω τον χώρο. Στο δρόμο, όσο μας μετέφερε το ελικοφόρο από το νοσοκομείο (πήραμε εξιτήριο μαζί κι ας είχε αναρρώσει νωρίτερα από μένα –με περίμενε) της έλεγα για την ΑΔΙ μου και τον Μήτσαμ που είχε το ίδιο όνομα με τον σκύλο μας αλλά ήταν ολόγραμμα ενός παλιού ηθοποιού κι εκείνη βούρκωσε κάποια στιγμή επειδή θυμήθηκε τον σκύλο μας και σταμάτησε να προσέχει αυτά που της έλεγα. Και καλύτερα δηλαδή.
Επειδή, όταν φτάσαμε στο διαμέρισμά μου δεν υπήρχε τίποτα, εντάξει, το διαμέρισμα υπήρχε, ήταν εκεί, στη θέση του. Αλλά κάποιοι είχαν μπει μέσα και διέλυσαν τα πάντα, η ΑΔΙ ήταν πια ένα μάτσο παλιοσίδερα και αντιστάσεις, το κρεβάτι μου διαλυμένο, η κουζίνα.... Κοίταζα αυτό το χάλι και ένιωθα κάπως άβολα, επειδή ήταν το σπίτι μου, αλλά τίποτα περισσότερο. Δεν είχα δεθεί με αυτό το σπίτι, δεν το αισθανόμουν δικό μου, ιδιοκτησία μου –έτσι δεν το λένε; Η ιδιοκτησία, το πρώτο πράγμα που έπρεπε να ξεχάσεις στην εκπαίδευση των δημόσιων υπαλλήλων, «εσείς ανήκετε στην Υπηρεσία, σε εσάς δεν ανήκει τίποτα», οι εκπαιδευτές καθημερινά, την ώρα του φαγητού. Όταν γέμιζες τον δίσκο σου και τον έδινες στον τελευταίο της σειράς εκτελώντας την εντολή του εκπαιδευτή, «μεταφέρατε και επανέλθετε», έπαιρνε ο τελευταίος το δίσκο σου κι εσύ τη θέση του στο τέλος της σειράς. Εκπαιδευτήκαμε, ήταν δύσκολο για όσους είχαν μεγαλώσει σχετικά άνετα, μάθαμε πώς να ξεχάσουμε την ιδιοκτησία. Τίποτα δεν ήταν δικό μας, ακόμα και τα στοιχεία ταυτότητας –όλα καταγεγραμμένα σε χρεωστικό με σκοπό να επιτελέσουμε το έργο μας. Έτσι λοιπόν δε μ΄ένοιαξε η διάλυση του διαμερίσματός μου, περισσότερο σκεφτόμουν που θα μέναμε εγώ κι η Κάσσι.
Ο πιλότος του ελικοφόρου μας περίμενε στην είσοδο του κτιρίου, η μηχανή αναμμένη να καίει άσκοπα καύσιμο.
«Δεν αργήσατε καθόλου», είπε.
«Μας περίμενες;» απόρησα.
«Η εντολή μου είναι να σας πάω μέχρι το σπίτι σας», μου εξήγησε.
«Κι εδώ δεν είναι...» άρχισα να λέω. Αλλά η Κάσσι είχε ήδη ξαναμπεί στο ελικοφόρο, την ακολούθησα λοιπόν.
Αφήσαμε τον πιλότο να μας μεταφέρει στο σπίτι μας. Σ΄αυτό εδώ το νησί των πλουσίων. Αλλά μας προσγείωσε σε μια ξέρα-ελικοδρόμιο, από εκεί μας πήρε πλωτό μέχρι το νησί, δεν είχαμε μπει από τον κανονικό σταθμό.
Βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο, αυτόν με τα μαγαζιά που πουλούσαν άχρηστα μικροπράγματα εξυπηρετώντας την ψευδαίσθηση των κατοίκων για ψώνια. Ήξερα, το είχα δει στις βαρετές μεσημεριανές δικτυακές περιηγήσεις, οτι κάτι τέτοιοι κεντρικοί δρόμοι είχαν φτιαχτεί στα πρότυπα κάποιου παλιού λονδρέζικου εμπορικού δρόμου (ή μήπως ήταν νεοϋορκέζικος; πάντα μπέρδευα τις ονομασίες), άρα ο σταθμός ήταν στο τέρμα του δρόμου (ή στην αρχή του –εξαρτάται από την οπτική). Διέσχισα λοιπόν τα φωτισμένα μαγαζιά, απόλαυσα τις μυρωδιές, χαμογέλασα στους περαστικούς (το είχα πλέον πάρει το μάθημά μου). Μια σιδερένια ταμπέλα με μπλε γράμματα, «Κεντρικός Σταθμός», ακριβώς κάτω από ένα φως-φανάρι. Πέτρινο το κτήριο, φυσικά πλαστική πέτρα. Δρασκέλισα την είσοδο, έψαξα για κάποια κάρτα που θα χρέωνα το εισιτήριο αλλά οι τσέπες μου ήταν άδειες, πέρασα λοιπόν τη μπάρα ελέγχου βγήκα στην προβλήτα και στρογγυλοκάθισα σε κάποιον πάγκο περιμένοντας. Περιμένοντας να έρθει κάποιο όχημα, μάλλον υδροπλάνο, για να με πάει στην πόλη. Ήμουν μόνος στον πάγκο μα αυτό δεν μου έκανε εντύπωση. Ένας άνθρωπος φάνηκε από την αριστερή πλευρά της αποβάθρας, κατέβαινε αργά τη σκάλα, κοίταξα λίγο προς το σκοτεινό νερό μετά ξανακοίταξα για τον άνθρωπο όμως είχε χαθεί. Γύρισα το κεφάλι στην άλλη πλευρά της αποβάθρας και μετά κοίταξα πίσω, στην αίθουσα που βρισκόμουν προηγουμένως. Υπήρχε κόσμος, αρκετοί, αλλά δεν έβγαιναν στην αποβάθρα. Αυτό μου έκανε εντύπωση. Μετά σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω στην άκρη της αποβάθρας, άκουγα το νερό που κοπάναγε το τσιμέντο μυρίζοντας μούχλα. Προχώρησα λίγο, έκανα μια απότομη στροφή 180 μοιρών και κοίταξα τις σκάλες αριστερά –ένας άντρας με μαύρη καμπαρτίνα καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια στην κορυφή. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξω την άλλη σκάλα ή μέσα στο κτίριο για να βεβαιωθώ οτι συνέβαινε το ίδιο. Σήκωσα τους ώμους και πήγα να ξανακαθίσω στον πάγκο, αλλά τώρα υπήρχε κάποιος εκεί. Μαύρα γυαλιά-δέκτες, κεφαλόφωνο, Ειδικός Συνεργάτης σίγουρα. Πλησίασα και στάθηκα μπροστά του.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα.
Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Γιατί έχουν αποκλείσει την αποβάθρα;» επέμεινα δείχνοντας προς τις σκάλες.
«Για την ασφάλειά σας. Εφόσον επιμένετε να κινείστε από δημόσιους σταθμούς...» είπε σταθερά κόβοντας τη φράση του με χειρουργικό νυστέρι.
«Είσαι, ας πούμε, ο επικεφαλής της ασφάλειάς μου», διαπίστωσα.
«Χωρίς ας πούμε», ξεκαθάρισε.
«Από πού παίρνεις εντολές;»
«Από εσάς».
«Και μόνο;»
«Άλλη ερώτηση;»
«Πες τους ν΄αφήσουν τον κόσμο να κυκλοφορεί ελεύθερα».
«Δεν γίνεται αυτό, έχω διαφορετικές εντολές».
«Από πού παίρνεις εντολές;»
«Από εσάς».
«Να πας στο διάβολο τότε».
Δεν άλλαξε τη στάση του ούτε στο παραμικρό, δείχνοντάς μου πόσο μετράνε οι εντολές μου. Κάθισα λοιπόν κι εγώ δίπλα του να περιμένω το υδροπλάνο.
«Ελήφθη», είπε ξαφνικά και μετά σηκώθηκε όρθιος.
«Ήρθαν να μας πάρουν», ανακοίνωσε.
Μάλλον σε μένα.
Ένα μικρό υδροπλάνο γλίστρησε ήσυχα στα μαύρα νερά της αποβάθρας, ο πιλότος τσακίστηκε να μας ανοίξει την πόρτα. Ο άντρας με προσπέρασε και χώθηκε πρώτος μέσα, λες κι ο χώρος χρειαζόταν να ελεγχθεί πριν μπω εγώ. Οι άλλοι από τις σκάλες έτρεξαν πίσω μας.
Μπήκα και κάθισα.
Μπήκαν όλοι, ο πιλότος ρώτησε αν ήταν εντάξει για να ξεκινήσει κι όταν του απάντησαν θετικά σηκωθήκαμε στον αέρα.
«Θέλετε να μπείτε στο δίκτυο μήπως;» ο άντρας με τα γυαλιά –δέκτες και το κεφαλόφωνο μού δείχνει τον σταθμό αναψυχής που υπάρχει δίπλα στο κάθισμά μου.
Κουνάω το κεφάλι αρνητικά, χωρίς χάπια η περιήγηση στο δίκτυο είναι σκέτη σαχλαμάρα. Οπότε ο άντρας επιλέγει τη λειτουργία οθόνης κι ο σταθμός αρχίζει να προβάλλει διαφημιστικές ειδήσεις.
«Ακόμα να σταματήσουν αυτά;» μονολογώ.
«Τι εννοείτε;» με ρωτάει.
Τίποτα. Δεν εννοώ τίποτα.
Άλλωστε, απ΄ότι βλέπω, δεν είναι οι συνηθισμένες διαφημιστικές ειδήσεις. Με την έννοια οτι δεν υπάρχει στο τέλος αναγραφή τρόπου προμήθειας του προϊόντος ή της υπηρεσίας. Μοιάζει σα να πρόκειται να έρθουν όλα στον δικό σου χώρο δίχως να χρειάζεται κάποια δική σου ενέργεια. Όσο χαζεύω τις εικόνες σκέφτομαι την Άννα –έτσι, δίχως συγκεκριμένο λόγο. Τι να κάνει άραγε; Πώς να τα καταφέρνει;
Η πόλη δεν έχει αλλάξει καθόλου σε πρώτη ματιά, όμως αν κοιτάξεις καλύτερα....
Ερείπια, πολλά ερείπια.
Φωτισμένα.
Και ραγισμένα συγκροτήματα διαμερισμάτων και δρόμοι σκοτεινοί ενδιάμεσα. Η πόλη έχει αλλάξει ή, αν θες, εγώ βλέπω από διαφορετική θέση την πόλη, άρα η πόλη παραμένει ίδια κι εγώ έχω αλλάξει. Το σκέφτομαι λίγο αυτό –είτε η πόλη πληγώθηκε από την εξέγερση, είτε εγώ διαφοροποίησα την οπτική μου γωνία, πράγμα που κάνει ακριβώς το ίδιο.
Και τότε περνάμε από εκεί που αδειάζουν οι τεράστιοι αγωγοί τα σκουπίδια τους, ανατριχιάζω κοιτάζοντας το απύθμενο σκοτάδι. Ίσως ιδρώνω και λίγο, στο μέτωπο.
Ο Ειδικός Συνεργάτης με πλησιάζει.
«Σας συμβαίνει κάτι;»
Του δείχνω με το δάχτυλο έξω από το παράθυρο.
«Ξέρεις τι είναι εκεί;» ρωτάω.
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα –κάποια φτωχή περιοχή», λέει.
«Οι σπηλιές», μουρμουρίζω.
«Ποιες σπηλιές;» ρωτάει.
Απλώνω τα πόδια μου στον διάδρομο, κλείνω τα μάτια.
«Ειδοποίησέ με όταν φτάσουμε», του ζητάω.
Θόρυβοι από τη μεριά της οθόνης, διαπιστώνω πως, όταν δεν βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις τι ακούγεται, θόρυβοι, μάλλον φωνές.
«Φτάσαμε».
Ανοίγω τα μάτια, είμαστε στην ταράτσα του κτιρίου της Φορολογικής Δικαιοσύνης. Η κοντινή μου πόρτα ανοίγει και μπαίνει ανελέητος ο αέρας. Τουρτουρίζω, σηκώνομαι βιαστικά.
«Από δω», μου φωνάζουν.
Μπαίνουμε τελικά στο ασανσέρ, το κατευθύνει ο Ειδικός Συνεργάτης. Φτάνουμε στον όροφο των Γενικών Διευθυντών, οι υπόλοιποι μένουν στο ασανσέρ, καταλαβαίνω οτι μόνο εγώ πρέπει να βγω.
Βρίσκομαι λοιπόν μόνος σ΄ένα διάδρομο με μαλακό πάτωμα, απομίμηση ξύλου στους τοίχους και χαμηλό φωτισμό. Κανένας δεν τρέχει σ΄αυτόν τον διάδρομο, κανένας δεν φοβάται όπως εμείς παλιότερα στον όροφο των τριψήφιων. Εδώ όλα είναι μοναδικά, σαν τα ψηφία.
Μετράω τα βήματά μου περπατώντας. Δεν υπάρχει κανένας άλλος εδώ, όμως ξαφνικά ανοίγει μια βαριά πόρτα (όσο ξαφνικά μπορεί ν΄ανοίξει μια βαριά πόρτα που κυλάει ράθυμα στο μαλακό πάτωμα) και βγαίνει ένας αρωματισμένος μεσήλικας.
«Καλώς τον», πανηγυρίζει κοιτάζοντάς με.
«Καλώς σας βρήκα», λέω.
«Πέρνα μέσα για ένα ποτό πριν πας στο γραφείο σου», μου προτείνει.
«Ευχαριστώ, μια άλλη φορά», κοιτάζω τριγύρω. «Το γραφείο μου πού είναι;»
«Πρώτη μέρα ε;»
«Πρώτη μέρα -νύχτα».
Του χρειάζεται λίγη ώρα μέχρι να καταλάβει και να ξεκαρδιστεί.
«Όλο ευθεία, η τρίτη πόρτα αριστερά».
Εκεί πηγαίνω. Τα ρούχα πέφτουν ξένα πάνω μου, νιώθω άβολα επειδή δεν πρέπει να είμαι εδώ, δεν έχω φτιαχτεί για εδώ.
Έξω από την πόρτα υπάρχει αερογραφημένη η επιγραφή «Υπηρετώντας Ανυψώνεσαι» και μπροστά από αυτή, τρισδιάστατη η ταυτότητα «Α7». Μέσα από την πόρτα υπάρχει μια άλλη πόρτα, αφού περάσω ένα μικρό χωλ με τριθέσιο καναπέ. Ανοίγω την επόμενη πόρτα και βλέπω οτι το γραφείο μου είναι τεράστιο –έχει κι ένα τραπέζι συσκέψεων και πόρτες στον απέναντι τοίχο, δεν ξέρω που οδηγούν. Έχει κι έναν άνθρωπο καθισμένο στην πολυθρόνα με τα πόδια πάνω στο γραφείο, ο άνθρωπος καπνίζει κάτι που μοιάζει με Καουλούνγκ αλλά μυρίζει πιο ευχάριστα.
«Σε περίμενα», μου λέει.
«Δεν χρειαζόταν», του απαντάω.
«Κι όμως....»
Κοιταζόμαστε αμίλητοι. Υπάρχουν διάφορα πράγματα που θα μου χάλαγαν τη διάθεση, ένα από αυτά (ένα από τα σημαντικότερα για την ακρίβεια) είναι να βρω τον Α77 στο γραφείο που προοριζόταν για μένα.
«Κάθεσαι στο γραφείο μου», του είπα.
«Αυτό δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο», απάντησε.
Τι εννοούσε;
«Και πότε θα ξεκαθαρίσει;» ρώτησα.
«Περιμένουμε τον Γιάν», μου είπε.
«Με ποια αρμοδιότητα;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
Τότε εκείνος γέλασε ειρωνικά και με εκνεύρισε.
Άρχισα λοιπόν να κόβω βόλτες μέσα στο γραφείο, είδα οτι υπήρχε ειδικός χώρος για τον σταθμό εργασίας, μια τεράστια πολυθρόνα στην οποία βυθιζόσουν όταν ήθελες να μπεις και οθόνες κρεμασμένες στους τοίχους που έπαιζαν διαφημιστικές ειδήσεις μέχρι (υπέθετα) να τις προγραμματίσει κάποιος σύμφωνα με το γούστο του. Ξανασκέφτηκα την Άννα, έτσι άνευ λόγου.
Έψαξα καρέκλα να καθίσω αλλά δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να του αφήσω το γραφείο, σκεφτόμουν οτι έτσι θα του παραχωρούσα τη θέση ισχύος, κάτι τέτοιο θα απέβαινε εναντίον μου ίσως. Σκεφτόμουν κάτι ακόμα –αναρωτιόμουν πες καλύτερα –γιατί ήθελα να πάρω εγώ αυτή τη θέση; Γιατί ήθελα να γίνω ο Α7; Ήξερα οτι η εκπαίδευσή μου δεν ήταν επαρκής για τη συγκεκριμένη θέση, ήξερα επίσης οτι δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω, όχι δηλαδή οτι ο προηγούμενος Α7 τα κατάφερνε ικανοποιητικά, όμως αυτό δεν ήταν δικό μου θέμα. Εγώ είχα μάθει (με είχαν μάθει) να λειτουργώ εντός του πλαισίου των δυνατοτήτων μου. Γιατί λοιπόν δεν άφηνα τον Α77 να πάρει τη θέση, γιατί (ακόμα περισσότερο) δεν τον πρότεινα εγώ; Θα ήταν επαρκής; Ικανός; Αποτελεσματικός; Βεβαίως όχι. Αλλά δεν θα ήμουν πλέον εγώ ο ανεπαρκής.
«Θέλεις;» μου έτεινε το πακέτο με τα τσιγάρα.
«Όχι», είπα.
Κι όσο τον κοίταζα το κατάλαβα –ήθελα να καθίσω εγώ σε αυτή τη θέση, να είμαι εγώ αυτός που έχει τη δύναμη. Να επιστρέψω μετά στο σπίτι, να βρω την Κάσσι που με περιμένει και να της πω τα ευχάριστα νέα. Χρειαζόμασταν ευχάριστα νέα, επειγόντως ευχάριστα νέα, όσο περισσότερα.
Στήθηκα λοιπόν πάνω από το κεφάλι του.
«Σήκω από το γραφείο μου», είπα.
Συνέχισε να καπνίζει δείχνοντας αδιαφορία οπότε κλώτσησα τα πόδια της πολυθρόνας, ήταν πολύ εύκολο να τον πετάξω στο πάτωμα έτσι όπως καθόταν με τις αρβύλες στο γραφείο κι αυτό ακριβώς έκανα. Έσκασε με την πλάτη στο μαλακό χαλί, δεν τον άφησα να πάρει ανάσα, τον άρπαξα από τους γιακάδες και τον έσυρα μέχρι την πόρτα. Εκεί θυμήθηκα οτι μεσολαβούσε ένα χωλ μέχρι τον διάδρομο οπότε τον άφησα να προσπαθήσει να σταθεί στα πόδια του κι όταν βρέθηκε γονατισμένος τον κλώτσησα στα νεφρά.
Σωριάστηκε και με κοίταξε ανίκανος να βογκήξει.
«Σήκω φύγε από δω μέσα», του φώναξα.
Αλλά δεν έφυγε, αντιθέτως στηρίχτηκε στους αγκώνες του και με κοίταξε χαμογελαστός και τότε κατάλαβα οτι δεν κοίταζε εμένα, κοίταζε πίσω από την πλάτη μου, γύρισα και είδα τον Γιάν που έμπαινε από μια πόρτα του απέναντι τοίχου. Στριφογύρισα το τακούνι της αρβύλας μου και χτύπησα τον Α77 για να μην του μπαίνουν ιδέες.
«Τι γίνεται εδώ μέσα;» ρώτησα τον Γιάν.
«Κρίσεις Γενικών Διευθυντών», μου εξήγησε.
«Νόμιζα οτι αυτά είχαν ήδη γίνει», είπα.
«Όχι, γιατί νόμισες κάτι τέτοιο;» απόρησε αλλά μετά θυμήθηκε. «Εννοείς την τελετή στο νοσοκομείο; Καθαρά για λόγους δημοσιότητας, στον κόσμο αρέσουν οι ήρωες που ανταμείβονται».
«Δηλαδή έπαιξα το ρόλο του αξιοθέατου...» είπα.
«Συνήθως αυτές οι παραστάσεις καταλήγουν στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά εσύ μας είσαι ακόμα χρήσιμος. Γι΄αυτό η εικονική εκτέλεση....» μου εξήγησε ο Γιάν.
«Μια μέρα θα μου το πληρώσεις», του είπα.
«Αν ζήσεις μέχρι εκείνη τη μέρα –ευχαρίστως», χαμογέλασε.
«Και τώρα;»
«Κρίσεις Γενικών Διευθυντών».
Ο Α77 είχε πλησιάσει δίπλα μου, στράφηκα απότομα αλλά δεν ήταν ο άνθρωπος που θα χτυπούσε τον αντίπαλό του. Τόσο φανερά τουλάχιστον.
Ο Γιάν πήγε και κάθισε στο τραπέζι συσκέψεων, μετά άνοιξε τα χέρια για να μας δείξει οτι έπρεπε να καθίσουμε απέναντί του. Το κάναμε φροντίζοντας να παρεμβάλουμε 2 καρέκλες ανάμεσά μας –ο Α77 το φρόντισε αυτό.
«Πείστε με», είπε ο Γιάν.
Τον κοιτάξαμε.
«Γιατί θα πρέπει να γίνει κάποιος από εσάς Α7;» μας ξαναρώτησε.
«Είμαι αρχαιότερος. Έχω διοικητική εμπειρία σε οργανωτικό επίπεδο και όχι σε απλό επιχειρησιακό. Αν όλα αυτά λένε ακόμα κάτι μπορείς να δεις τις αξιολογήσεις μου από την προηγούμενη Διοίκηση της Υπηρεσίας», είπε ο Α77. Μας κοίταξε αμέσως μετά για να μετρήσει την απήχηση των λόγων του. «Μπορεί να μην συμμετείχα στις οδομαχίες της εξέγερσης αλλά ξέρεις καλά οτι ήμουν μαζί σας. Κάθε άνθρωπος στο πόστο του, αυτό πιστεύω. Κάθε άνθρωπος εκεί που αποδίδει, ο καθένας σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Καμιά θέση δεν είναι υποδεέστερη, απλώς η δική μου θέση είναι εδώ. Επιχειρησιακά δεν θα καταφέρω όσα θα καταφέρω οργανωτικά», σταμάτησε πάλι για να μετρήσει την βαρύτητα των λόγων του.
Τον λυπήθηκα.
Λυπήθηκα για τους σιχαμένους τρόπους προώθησης που χρησιμοποιούσε και λυπήθηκα που η εκπαίδευση δεν του είχε μάθει τίποτα. Ή που είχε ξεχάσει μέχρι και τα στοιχειώδη –το ίδιο έκανε. Κοίταξα τον Γιάν.
«Δώστο μου», ζήτησα.
«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε.
Έτεινα το αριστερό μου χέρι προς το μέρος του. Κούνησε τους ώμους, έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα πιστόλι και το άφησε στη χούφτα μου. Έσφιξα την παγωμένη λαβή, όσο το γύριζα προς το μέρος του Α77 φρόντισα να τραβήξω πίσω την ασφάλεια, σταμάτησα την κίνηση όταν η κάνη ευθυγραμμίστηκε με το μέτωπό του.
«Μα... τι είναι αυτά;» φώναξε.
Κανένας μας δεν του απάντησε.
«Θα το αφήσεις να γίνει;» εκλιπάρησε τον Γιάν.
«Μπορώ να το αποτρέψω;» αναρωτήθηκε εκείνος.
Έστρεψα την κάνη προς τη μεριά του Γιάν που σήκωσε τα χέρια ψηλά δείχνοντας οτι δεν έχει καμιά πρόθεση να αναμειχθεί. Μετά έστρεψα την κάνη πάλι προς τον Α77, ο αγκώνας μου ακουμπούσε στο τραπέζι αλλά, καλού –κακού, τον στήριξα με το δεξί μου χέρι....
«Εντάξει, δική σου η θέση, παραιτούμαι της διεκδίκησης....» τσίριξε ο Α77.
Έμεινα ακίνητος, το δεξί μου χέρι ακόμα στήριζε το αριστερό.
«Αν παραιτείται....» είπε ο Γιάν.
«Μου είναι αδιάφορο», αποφάσισα και πάτησα τη σκανδάλη.
Ακούστηκε ένας ξερός κρότος, ο Α77 πετάχτηκε πίσω κι έπεσε από την καρέκλα ουρλιάζοντας. Ήμουν σίγουρος πριν τον δω να ξανασηκώνεται, απλά έσκυψα για να βεβαιωθώ –είχε κατουρηθεί πάνω του.
«Γιατί τα άσφαιρα;» ρώτησα τον Γιάν χωρίς να τον κοιτάζω.
«Αν δεν είχε τίποτα μέσα θα το καταλάβαινες από το βάρος», μου είπε.
Σωστά.
Ο Α77 ξανακάθισε στη θέση του κι έβαλε τα κλάματα. Δεν άντεχα να τον βλέπω.
«Είχα δίκιο λοιπόν», μονολόγησε ο Γιάν.
«Σχετικά με τι;» ρώτησα.
«Τον είχα προτείνει για Α2...»
«Αυτόν;»
«Ελεγκτικό –γιατί όχι;»
Γέλασα και μετά γέλασα πιο δυνατά, ο Α77 (νυν Α2) σήκωσε το κεφάλι και μας κοίταξε.
«Αν αυτό είναι αστείο...» ψέλλισε, αλλά δεν κατάλαβα αν αναφερόταν στο περιστατικό με τον πυροβολισμό ή στην τοποθέτησή του σε θέση Α2.
«Πραγματικά αστείο, όπως το λες», του απάντησα. «Πήγαινε τώρα ν΄αλλάξεις παντελόνι».
Με κοίταξε, ξεκίνησε να διαμαρτυρηθεί αλλά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
«Είσαι με τα καλά σου; Ή να ρωτήσω, είσαστε με τα καλά σας;» φώναξα στον Γιάν όταν ο Α77 έφυγε από το γραφείο.
«Δυο πράγματα εξασφαλίζουν τυφλή υπακοή –ο φόβος και ο φθόνος. Αρκεί να τα ελέγχεις», μου απάντησε.
«Αυτά, αυτά είναι αηδίες....» μουρμούρισα. «Αν θέλαμε τέτοιες τεχνικές γιατί δεν μέναμε στην προηγούμενη κατάσταση; Γιατί να γίνει η εξέγερση, γιατί να σκοτωθεί κόσμος;»
Ο Γιάν μου χαμογέλασε ξαπλώνοντας πίσω στην καρέκλα του.
Χαμογέλασα κι εγώ με τη σειρά μου –ήταν πραγματικά ηλίθια η ερώτησή μου.
Κοίταξα τριγύρω στο δωμάτιο και σκέφτηκα την Άννα.
«Η Άννα είναι ενήμερη....» ξεκίνησα να λέω.
«Μα φυσικά», απάντησε ο Γιάν.
«Και η δική σου θέση....»
«Ω μα δεν θα με έχετε για πολύ ακόμα να μπλέκομαι στα πόδια σας. Σύντομα θα πρέπει να αποχωρήσω, η εταιρεία με χρειάζεται σε άλλες περιοχές».
«Είσαι...»
«Αντιπρόσωπος», σήκωσε τους ώμους ο Γιάν λες και ήταν το προφανέστερο πράγμα στον κόσμο.
«Νόμιζα οτι δεν υπήρχαν Αντιπρόσωποι, νόμιζα οτι οι σχετικές φήμες ήταν ψεύτικες....» είπα.
«Καμιά φήμη δεν είναι ψεύτικη όπως και καμιά είδηση δεν είναι αληθινή», γέλασε ο Γιάν.
Είχε και πάλι δίκιο. Οι Εταιρικοί Αντιπρόσωποι ήταν ανεξάρτητοι εταιρικοί πράκτορες, φρόντιζαν για την επέκταση των εταιρειών σε νέες αγορές. Πληρώνονταν με το κομμάτι.
«Πόσοι από σας ήρθαν εδώ;» ρώτησα.
«Όχι πολλοί, είσαστε μικρή αγορά», απάντησε.
«Και η Άννα;»
«Εφαρμόστρια».
Βέβαια...
«Μια Εφαρμόστρια αντικατέστησε έναν πολιτικό στην προεδρία –δεν είμαι σίγουρος αν αυτό επιτρέπεται», σκέφτηκα φωναχτά.
«Και ποιος θα το μάθει;» απόρησε ο Γιάν.
«Το ξέρω εγώ ήδη», είπα.
«Εσύ είσαι Α7. Από πότε οι Γενικοί Διευθυντές...»
Εκείνη την ώρα ξαναμπήκε ο Α77. Είχε αλλάξει ρούχα, μάλλον είχε κάνει κι ένα γρήγορο μπάνιο.
«Καλωσορίζουμε τον καινούργιο Α2», είπε ο Γιάν.
«Λίγο πιο πίσω στον διάδρομο βρίσκεται ένα γραφείο...» ξεκίνησε να λέει ο Α2. «Ένας μεσόκοπος πετάγεται συνέχεια στον διάδρομο και καλωσορίζει».
«Είναι ο νέος Α6», είπε ο Γιάν.
«Είναι ενοχλητικός», είπε ο Α2.
Ο Γιάν σήκωσε τους ώμους.
«Να χρησιμοποιήσω την ενδοσυνεννόησή σου;» μου ζήτησε ο Α2.
«Για ποιο λόγο;» απόρησα.
«Θέλω να δώσω μια εντολή σύλληψης», είπε εκείνος.
Ο Γιάν ξεκαρδίστηκε.
«Είναι αστείο έτσι;» τον ρώτησα.
Συνέχισε να γελάει.
«Φύγε από το γραφείο μου», είπα στον Α2.
«Είμαι Α2», μου θύμισε.
«Γι΄αυτό φρόντισε την επόμενη φορά να έρθεις με τους βοηθούς σου αν θέλεις να ξαναβγείς ζωντανός από εδώ μέσα. Δεν θα είναι πάντα άσφαιρα....»
Τον πλησίαζα καθώς τα έλεγα κι εκείνος πισωπατούσε. Μέχρι που βγήκε έξω μασουλώντας τον εξευτελισμό του.
«Θα σε εκδικηθεί», είπε ο Γιάν.
«Έπρεπε να το προβλέψετε», του θύμισα.
«Πιστεύεις οτι δεν το είχαμε προβλέψει;» απόρησε.
«Τότε λοιπόν καλά θα κάνει», συμπέρανα.
«Κι εσύ;»
«Είμαι υπάλληλος της Φορολογικής Δικαιοσύνης. Έχω μάθει να ανήκω. Έχω εκπαιδευτεί....»
Κούνησε το κεφάλι νευρικά, τα ήξερε όλα αυτά.
«Θα ενεργήσω σύμφωνα με τους νόμους», του εξήγησα.
«Ποιους νόμους;» ρώτησε.
«Οι νόμοι είναι μοναδικοί, πάντα ήταν», είπα.
Γέλασε.
«Δεν το ήξερες αυτό;» τον ρώτησα.
Αλλά δεν πήρα καμιά απάντηση επειδή ο Γιάν είχε ήδη εξαφανιστεί πίσω από κάποια πόρτα.
Καλύτερα.
Έπρεπε να προετοιμαστώ, δεν είχα πολύ χρόνο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 04, 2011

"Θυμάσαι τη Μόλλυ;"

Την είχα ερωτευτεί από την πρώτη σκηνή της ταινίας, τη στιγμή ακριβώς που την ερωτεύεται κι ο σιχαμένος ο Μάρλον Μπράντο. Και δεν πρέπει να ήμουν ο μόνος –καθότι αδύνατο να κυκλοφορεί η Μαρία Σνάιντερ στο πανί κι οι άντρες από κάτω να μην ονειρεύονται ατέλειωτους περίπατους σε ακροθαλασσιές, ηλιοβασιλέματα, ή οτιδήποτε τέλος πάντων θα περιλάμβανε το να της κρατάνε το χέρι.


Επειδή την είχα ερωτευτεί ακαριαία, με το ζόρι κρατήθηκα να μην πετάξω καμιά καρέκλα στην οθόνη όταν είδα τη σκηνή με το βούτυρο –μιλάω για το «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» κι όποιος το έχει δει, ξέρει για τι πράγμα λέω. Δηλαδή, εντάξει ρε φίλε, επρόκειτο περί πισωκολλητού με τη χρήση βουτύρου για λιπαντικό (άμα είναι τσίπης ο άνθρωπος!) και όσο ο Μάρλον έκανε το πανηγύρι την είχε βάλει να λέει το «Πιστεύω», πολλοί σκανδαλίστηκαν –στ΄αρχίδια μου δεν ήταν εκεί το θέμα. Όπως κι όταν βάζεις κάποιον να τσαλαπατάει με τα χοντροπάπουτσά του έναν κρίνο, το θέμα δεν είναι αν λέει το «Πιστεύω», το «Πάτερ ημών» ή αν απαγγέλλει αποσπάσματα του Γιάννη του Κιτς –το θέμα είναι οτι τσαλαπατάει τον κρίνο, με πιάνεις;


Σιχάθηκα τον Μάρλον Μπράντο από τότε, μίσησα τον Μπερτολούτσι –δεν ξαναείδα ταινία του, να πάει να γαμηθεί ο γελοίος.


Η Μαρία Σνάιντερ είχε πει για τον Μπερτολούτσι: «Ήταν χοντρός και ίδρωνε συνέχεια και ήθελε να μανιπουλάρει και τον Μάρλον κι εμένα, έκανε κιόλας συγκεκριμένα πράγματα γιατί ήθελε να μου προκαλέσει συγκεκριμένες αντιδράσεις». Για τη σχέση της με τον Μπράντο στα γυρίσματα της ταινίας είχε πει οτι εκείνος ήταν πολύ πατερναλιστικός απέναντί της και ήταν ιδέα του Μπράντο η σκηνή με το βούτυρο κι αυτή το έμαθε λίγο πριν τη γυρίσουν: «Θα έπρεπε ίσως να είχα καλέσει τον ατζέντη μου ή τον δικηγόρο μου να έρθουν στο πλατό επειδή δεν μπορείς να αναγκάσεις κάποιον να κάνει κάτι που δεν είναι γραμμένο στο σενάριο, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς θα γινόταν. Ο Μάρλον μου είχε πει: ‘Μην ανησυχείς Μαρία, είναι μόνο μια ταινία’ αλλά όσο γυριζόταν η σκηνή, ακόμα κι αν αυτά που έκανε ο Μάρλον δεν ήταν αληθινά, έκλαιγα με λυγμούς. Ένιωσα εξευτελισμένη και για να πω την αλήθεια ένιωσα λίγο βιασμένη και από τον Μάρλον και από τον Μπερτολούτσι. Μετά τη σκηνή ο Μάρλον δεν μου εξήγησε τίποτα, ούτε μου ζήτησε συγνώμη. Ευτυχώς τουλάχιστον που η σκηνή έγινε με ένα μόνο γύρισμα».



Ήταν 19 χρονών στο «Τελευταίο Ταγκό» κι από τότε δεν ξανάκανε γυμνό σε ταινία. Στη δεκαετία του ’70 τραβήχτηκε με ναρκωτικά, αποτοξινώσεις, είχε και μια απόπειρα αυτοκτονίας στο ενεργητικό της. Το ’80 δήλωνε οτι έχει βρει τον άνθρωπό της που τη βοήθησε να κόψει τις καταχρήσεις.



(Το τρέιλερ είναι από το "Επάγγελμα Ρεπόρτερ" του Αντονιόνι -πολύ καλή ταινία. Αν θες να δεις τις μαλακίες με τα βούτυρα τραβήξου μόνος σου).

Χτες έφυγε από καρκίνο –μια γυναίκα που ολόκληρη ζωή κάποιος, κάτι προσπαθούσε να την τσαλαπατήσει. Ήταν 58 χρονών.



Και "Δεν θα είναι κανενός το μωρό πια".

Τρίτη, Φεβρουαρίου 01, 2011

"Τώρα με λένε Ελένη και θα βρέξει"

Σε ποιον να το πω και να το πιστέψει; Εγώ πάντως όχι –δεν το χάφτω οτι ήταν τυχαίο. Τι ήταν τότε; Βρες το και πάρτο. Χτες λοιπόν πέρναγα μια βαρετή, μίζερη μέρα και είπα να μάς κεράσω ένα ποτό. Να πάει κάτω η μέρα –Δευτέρα, καταλαβαίνεις; Έβαλα τα τρομερά λόγια με τις θρυλικές φωτογραφίες στο σέικερ, τα χτύπησα, έφτιαξα ένα Σίνγκαπουρ Σλινγκ –κερασμένο από τον Νίκο Νικολαϊδη. Σήμερα το πρωί είχε έρθει στο μέιλ μου το δελτίο τύπου –η δεύτερη έκδοση του «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία! Σύμπτωση; Στημένο; Τρέχα γύρευε και κάτσε ρώτα. Αλλά πάντως τρέχα φίλε να προλάβεις επειδή αν το αφήσεις γι΄αργότερα δεν θα περισσέψει ούτε λέπι –έτσι έγινε την προηγούμενη φορά με την πρώτη έκδοση, έτσι γίνεται γενικώς με τέτοια βιβλία πλέον. Επειδή δεν κυκλοφορούν πολλά αληθινά βιβλία –έχουμε πήξει στις Σάρες και τις Μάρες (Μεϊμαρίδου) κι αυτές ιμιτασιόν. Η «Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» ήταν (για μένα) ένα χρωστούμενο –ο Νικολαïδης το έβγαλε απότομα από την τσέπη του και το κοπάνησε στο τραπέζι, στη συνέχεια κοίταξε τριγύρω. «Ευχαριστημένοι;» Και πριν προλάβει κανένας να απαντήσει μάς γύρισε την πλάτη. «Τραβηχτείτε μόνοι σας από δω και πέρα». Και την έκανε. Αλλά δεν τα λέω σωστά. Γι΄αυτό καλύτερα να το βουλώσω και ν΄αφήσω εκείνον να τα πει. Από το δελτίο τύπου:

Σκέψεις και απόψεις του Νίκου Νικολαΐδη:

Για τη συγγραφή: «… Το γράψιμο ενός σεναρίου είναι γενικά πολύ πιο εύκολη δουλειά… Το μυθιστόρημα είναι πιο άγριο. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ίδιο έγινε και με τα Γουρούνια στον Άνεμο. Συνήθως γράφω όταν είμαι πολύ στριμωγμένος και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση…» (Σ.Σ. παρόλα αυτά, το βιβλίο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα το ολοκλήρωσε σε λιγότερο από δώδεκα μήνες).
Για την ποίηση: «… Για μένα θα ήταν πιο σημαντικό αν κάποιος από όλους αυτούς αποφάσιζε να μπει μέσα σ’ ένα σούπερ μάρκετ, να κλειδώσει τις πόρτες και να τους αναγκάσει ν’ ακούσουν Καβάφη, Καββαδία και Καρυωτάκη… Θα το ’κανα εγώ, για να τους ληστέψω τις καρδιές».
Για τις ταινίες του, τα βιβλία του και τη ζωή του: «… Ο Βαλκάνιος γράφτηκε για να γίνει ταινία. Δεν έγινε και ίσως να μη γίνει ποτέ, γιατί είναι πολύ ακριβή. Πάντως σαν ταινία πρέπει να διαβάζεται. Όσο για τις άλλες δουλειές μου, όπως και ο Βαλκάνιος, είναι κατά 90% αυτοβιογραφικές, με εξαίρεση τη Γλυκιά Συμμορία που δανείστηκα σε κάποιο, μικρό πάντως ποσοστό, κι άλλες εμπειρίες... Μπορεί να φανεί λίγο υπερφίαλο αυτό που λέω, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζούσα σινεμά και μυθιστόρημα. Ποτέ δεν περπάτησα σε δρόμους που υπήρχαν. Ήμουν παραδίπλα κι έπαιρνα τους δικούς μου. Έτσι πέρασα…».

Για τους ήρωες των ταινιών και των βιβλίων του: «Οι ήρωές μου δεν είναι ποτέ εύθραυστοι και ουδέποτε συντρίβονται. Απλώς επιλέγουν την αυτοδιάθεση, την αντιπαραγωγικότητα και τη μη κατανάλωση αγαθών και ιδεών… Πρέπει ο ήρωας να κουβαλάει μαζί και την αμφισβήτησή του και να διαλογίζεται μ’ αυτήν. Κι ακόμα να αυτοακυρώνεται και συνεχώς να επιδιώκει νέες μάχες στην προσπάθεια να κερδίσει πάλι την αυτοεκτίμησή του. Και αυτό είναι το ζητούμενο. Κι έπειτα, να μην ξεχνάμε και τη σχέση μου με το ίδιο το υλικό. Η αμφισβήτηση πρέπει να ’χει πολλούς αποδέκτες και τι το καλύτερο ν’ αρχίζεις από σένα τον ίδιο…».
Για τη δεκαετία του ’50, τα κορίτσια, το σινεμά και τη Λάουρα: «Είχα την ευτυχία να ανήκω σ’ εκείνη τη γενιά της πρώτης αμφισβήτησης και της φυγής. Το σινεμά τότε κάλυπτε απόλυτα αυτά τα αιτήματα. Τους χειμώνες πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα και τα καλοκαίρια τρεις. Τις υπόλοιπες μέρες έψαχνα για τα κορίτσια με τις προδιαγραφές θανάτου. Τότε υπήρχαν… Η πορεία μου προς τη Λάουρα άρχισε πολύ περίεργα, όπως συνέβαινε τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του ’50. Ώρα 9 το βράδυ, και πέντε τσαμπουκάδες επιτίθενται στον 15χρονο τότε σκηνοθέτη, έξω από το TOP-HAT της Πατησίων. Κατορθώνω και ξεφεύγω και ζητάω βοήθεια από τους φίλους μου μέσα στο TOP-HAT. Βγαίνουν πέντε γομαράκια και ακολουθεί μία άγρια μάχη που δεν κράτησε πάνω από τρία λεπτά, με χαστούκια, μπουνιές, χτυπήματα με zippo, κοπανήματα πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων, κλοτσιές στα κεφάλια και άλλα τέτοια, μέχρι που οι πέντε τσαμπουκάδες το ’βαλαν στα πόδια. Ταραγμένοι μετά όπως ήμασταν, δεν είχαμε διάθεση για χορό και έπειτα από πρόταση δική μου ξεκινήσαμε για σινεμά να δούμε τη Λάουρα, στον Έσπερο, ένα σινεμά απέναντι από το Αττικόν. Δυο ώρες μετά οι έξι φίλοι, καθισμένοι στο σκαλάκι του Εσπέρου, μπροστά από το κατεβασμένο διχτυωτό ρολό του σινεμά, μιλούσαμε έκθαμβοι για τη Λάουρα. Ήμασταν γδαρμένοι και ματωμένοι ακόμα από τον καβγά, με ρούχα σκισμένα και πρησμένα από τις γροθιές χέρια και μιλούσαμε για τη Λάουρα. Ήτανε ο Τάκης το γυάλινο μάτι, ο Μίλτος ο μποξέρ, ο Όλιβερ, ο Βάκης ο βέσπας και ο Μίμης ο Μπογκομόλετς, ήρωες όλοι τους του αυτοβιογραφικού μου μυθιστορήματος με τίτλο Γουρούνια Στον Άνεμο και φυσικά η Λάουρα που από τότε στοίχειωσε μέσα μου για να πάρει πάλι τη μορφή της «Βέρας που δεν έρχεται ποτέ» στο Singapore Sling, που μαζί με τον «Άνθρωπο Που Αγάπησε Ένα Πτώμα» συνιστούν τα βασικά μου μοτίβα σε ταινίες όπως Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα–Πρωινή Περίπολος–Singapore Sling–Θα Σε Δω Στην Κόλαση, Αγάπη μου και εν μέρει καλά καμουφλαρισμένα στο Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα. Και μην ξεχνάμε ότι τρεις από τις ταινίες μου είναι αφιερωμένες σε «κάποια Βέρα τέλος πάντων»…» (Σ.Σ. Η “σκηνή” στο TOP-HAT περιγράφεται στα κεφάλαια 5 και 7 του βιβλίου Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα).

Αποσπάσματα από το βιβλίο:
Από το κεφάλαιο 5:
(…) —ξύλο είπε ό Μάνος αυτό γουστάρω ό τύπος έκανε μπροστά μισό βήμα κι αμόλησε μιά ροχάλα δίπλα στά παπούτσια του—άν είσαι μάγκας κολύμπα—πατώνω απάντησε ό Μάνος καί ξαφνικά τού χύμηξε καί τού ’ριξε μιά κουτουλιά κι άρχισε αμέσως μιά άγρια κλωτσοπατινάδα βρισιές κλωτσιές μπουνιές ροχάλες γονατιές καί ξεμαλλιάσματα κ’ εγώ πήγα νά βγάλω τ’ αμπέχωνο νά πλακωθώ μαζί τους—αλλά σέ μιά στροφή μέ πέταξε πίσω δυνατά ό Μάνος—φύγε από δώ ρέ Σπόρε.
Τήν καλλίτερη δουλειά τήν έκανε τό παιδοβούβαλο πού ’χε κάτι αρβύλες νούμερο 47 καί τούς γαμούσε στίς κλωτσιές καί τούς μπίσταγε μετά πάνω στό καπό καί τίς πόρτες. Ό αεροπόρος είχε ένα προσωπικό στυλάκι κάτι πρός καραγκιόζη κ’ έριχνε τίς κλωτσιές του σά μπουνιές καί τίς μπουνιές κλωτσιές κ’ έτσι τούς μπέρδευε μόνο ό Μπογκομόλετς χτύπαγε σωστά καθότι καί μποξέρ αλλά βαρέθηκε γρήγορα γιατί οί άλλοι δυό τού τήν πέφτανε στά γιούργια κι άτσαλα καί δέν τού ’βγαινε ή προπόνηση. Ό Μάνος χοροπηδούσε σά κατσίκι ανάμεσά τους κουφάλες θά πεθάνετε τούς άδειαζε μέ κουτουλιές τούς έβγαινε στήν πλάτη καί άνετος από κεί σβούριζε τίς γροθιές του στά νεφρά τους.
Ό Μπογκομόλετς έστειλε έναν πάνω στίς λαμαρίνες κ’ έσυρε έναν τύπο γονατιστό δίπλα μου μακριά απ’ τούς άλλους καί τού ’ριχνε τούς μπουλκουμέδες ρυθμικά στή μάπα κάτι ανάμεσα μπουνιά σφαλιάρα κι ό τύπος μέ κοίταξε καθώς τίς άρπαζε καί μού ’πε μέ παράπονο—εμείς ρέ φίλε πλακωνόμαστε γιά πάρτη σου καί σύ κάθεσαι καί κοιτάζεις καί γύρισε απότομα νά ξεφύγει καί κεί τού ξέφυγε καί τού Μπογκομόλετς μιά ξεγυρισμένη που βρήκε σβέρκο καί τόν άφησε σέκο. Αμέσως μετά ακούστηκε μιά πόρτα νά κλείνει τό κοκοράκι άναψε τή μηχανή κ’ ήρθανε δύο στραπατσαρισμένοι μές στά αίματα νά μαζέψουνε τόν σέκο που τόν πετάξανε στό πίσω κάθισμα καί πέσαν από πάνω του νά φύγουν. Τό παιδοβούβαλο έσπασε μέ κλωτσιές τά πισινά φανάρια τους κι αυτοί σπινιάραν τήν ξεφτίλα τους πάνω στά λάστιχα καί φύγανε μέ χίλια πρός τά κάτω καί πόρτες ανοιχτές νά κοπανάνε.
Τό όλο σκηνικό δέν κράτησε ούτε λεπτό. Γίνανε όλα τόσο γρήγορα που εγώ στεκόμουνα ακόμα μέ τό μανίκι μου νά κρέμεται μισοβγαλμένο ψιλοχεσμένος κιόλας γιατί σ’ ό,τι καβγάδες είχα μπλέξει μέχρι τώρα ήτανε—κράτα μή τόν πλακώσω τόν πούστη καί σού γαμώ τό μουνί που σέ πέταγε καί τό μπουγαδοκόφινο τήν αδελφή σου καί τέτοια μέ τό στόμα δηλαδή καί τσαμπουκιές τής πλάκας.

Μετά έπεσε στά μεγάφωνα καί ή Γκλεντόρα.
Δέ γουστάρω εδώ μέσα πάμε κανά σινεμά είπε βαριανασαίνοντας ακόμα ό Μάνος καί σηκώθηκε—μέ σένα θά τά πούμε αύριο είπε στή Στέλλα που ετοιμαζότανε ν’ ακολουθήσει κι αυτή συμμαζεύτηκε μετά γύρισε καί μέ κοίταξε σέ στύλ φίδι—τί γουστάρει τώρα τό μουνί της;
Έξω απ’ τήν πόρτα τού Τόπ-Χάτ μέ ρώτησε—παίζει κανά καλό ρέ Σπόρε έπαιζε στόν Έσπερο τή Λάουρα—τί ’ναι αυτό ρώτησε τό παιδοβούβαλο—αστυνομικό θρίλλερ καί πρός τό ερωτικό λιγάκι καί είπε ό Μπογκομόλετς γουστάρω φύγαμε.
Μπήκαμε σ’ ένα ταξί Σεβρολέττα ρεφενέ νά μήν αργήσουμε καί σ’ ένα τέταρτο αράζαμε κέντρο πλατεία μές στόν Έσπερο μακριά απ’ τόν κρυστάλλινο πολυέλαιο τής οροφής που όπου νά ’ταν θά ’πεφτε.
Σέ δυό λεπτά βάρεσε ή καμπάνα κι ανοίξανε αργά οί βυσσινιές κουρτίνες στήν άσπρη οθόνη νά δούμε τή Λάουρα.

Από το κεφάλαιο 36:
(…) —βασίλεψα πάω γιά ύπνο τού είπα σηκώθηκα πήγα τρικλίζοντας γιά τό κρεββάτι έφτασα κ’ έριξα βουτιά πάνω στά μαλακά σκεπάσματα. Μετά ένοιωσα τόν Μιχάλη νά μού βγάζει τά παπούτσια μετά τά ρούχα πουλόβερ πουκάμισο παντελόνι καί μέ χίλια βάσανα μέ έχωσε κάτω απ’ τό πάπλωμα.—Είσαι γιά τό τελευταίο τσιγάρο; ρώτησε—είμαι γιά σάπισμα φίλε μέ πλάκωσε τό πατέ καί τό κρασί δέν ξέρεις τί τράβηξα νά φτάσω μέχρι εδώ άντε καληνύχτα—είπε κι αυτός καληνύχτα πήγε κ’ έριξε ένα ξύλο στή φωτιά καί έβαλε τή σίτα μπροστά στό τζάκι γύρισα μπρούμυτα καί τόν άκουσα ν’ ανεβαίνει τά ξύλινα σκαλιά γιά τό πατάρι μετά τού φώναξα—δέν ξέρω μαλάκα μου αλλά αύριο θά μέ πάς στόν παλιό σταθμό—ποιό σταθμό;—εκεί που γύρισε ο Όρσον Ουέλλες τή Δίκη—έχασες φίλε μου τόν έχουνε κλείσει γιά συντήρηση—μή σού γαμήσω μέσα ήρθα μέχρι τίς Βρυξέλλες καί δέ θά δώ τόν σταθμό;…—Θά δείς όμως τόν Μιχάλη τόν Βιθέντε μού απάντησε κι αυτά ήταν τά τελευταία του λόγια έτσι απλά χωρίς τυμπανοκρουσίες καί υπερβολές χωρίς κορώνες καί μαντήλια ν’ ανεμίζουνε στήν αποβάθρα γιατί όταν τήν άλλη μέρα τό πρωΐ σηκώθηκα νά πάω γιά κατούρημα έπεσα πάνω στά παπούτσια του γιά τήν ακρίβεια δέν έπεσα κουτούλησα γιατί τά παπούτσια του σαλεύανε στό ύψος τών ματιών μου στό ένα μάλιστα ήταν λυμένο τό κορδόνι κι από πάνω συνέχιζε τό κορμί του μέ τόν λαιμό αρπαγμένο μέσα σέ μιά σφιχτή θηλειά που ανέβαινε ζορισμένη κι άρπαζε πάνω σ’ ένα χοντρό δοκάρι.
—Βιθέντε άσε τίς μαλακίες καί κατέβα από κεί πάνω αλλά τό πρόσωπό του σκούρο μελανί μέ στόμα ανοιχτό πρησμένη γυρισμένη γλώσσα σά νά ’κρυβε πίσω της ένα βραστό αυγό που τόν έπνιγε κ’ ετοιμαζόταν νά μού τό φτύσει κατάμουτρα.
Τόν παράτησα καί πήγα γιά κατούρημα θά ’χε κρύψει κανένα κρίκο στήν πλάτη του καί κρέμεται από κεί καί ή θηλειά μουσαντένια νά μού κόψει τή χολή πρωινιάτικα ό λούστρος.
—μέ τό τρία βγαίνω κατεβαίνεις καί μού φτιάχνεις καφέ κωλόπαιδο…αλλά όταν βγήκα ήταν ακόμα εκεί….

Τελικά μάς τήν έκανε ό Βιθέντε ψυχραιμία τώρα νά τόν κατεβάσω κ’ είδα δίπλα μου μιά πεσμένη καρέκλα κ’ ένα τραπέζι σάν κλωτσημένο παραπέρα—αποκλείεται νά σκαρφαλώσω εκεί πάνω—καλά είσαι ρέ μαλάκα; τού φώναξα μετά κοίταξα τό ρολόι μου σέ μιά ώρα θά ερχότανε ό Τάκης. Πήγα καί κάθησα στό κρεββάτι καί ντύθηκα άναψα ένα τσιγάρο πρέπει νά μαζέψω τ’ αποτσίγαρα καί τά ποτήρια κι άν γίνεται νά μήν κοιτάζω πρός Βιθέντε μεριά. Δίπλα μου ξεκίναγε ένα μακρύ έπιπλο γεμάτο δίσκους κ’ έφτανε μέχρι τό πίκ-άπ καί τό Ρέβοξ σηκώθηκα πήγα καί πάτησα τό πλαίη κι άρχισε νά γυρίζει ή μπομπίνα μετά από δύο-τρείς στροφές άκουσα τή φωνή του απ’ τά μεγάφωνα κι ανατρίχιασα.—Κάρλ Μαρία φόν Βέμπερ κονσερτίνο φύρ κλάρινεττε ούντ ορκέστερ όπους 26 αντάτζιο μά νόν τρόππο.
—δέν τό ’χω ακούσει αυτό ρέ Βιθέντε καί οί βολβοί του σά θολό αλάβαστρο είχαν πεταχτεί έξω καί γυάλιζαν όπου νά ’ναι θά τού πέσουν κάτω θά γκελάρουνε καί θά τούς ψάχνω κάτω απ’ τά έπιπλα έφυγα σφυρί γιά τό μπάνιο κ’ ίσα που πρόλαβα κ’ έριξα μιά ρουκέττα στήν μπανιέρα μετά ξεπατώθηκα στό ξέρασμα—μόλις τελείωσα πήρα βαθειές ανάσες κρατούσα ακόμα τό τσιγάρο μου τό πέταξα στήν μπανιέρα τήν ξέβγαλα απ’ τά ξερατά έριξα νερό στή μούρη μου ξέπλυνα τό στόμα μου άρπαξα μιά πετσέτα που μύριζε Βιθέντε σκουπίστηκα νά δείς τώρα που θά βγώ έξω θά τήν έχει αράξει στήν πολυθρόνα καί θά γελάει ή κουφαλίτσα….

Υ.Γ.: Αν τώρα έχεις όρεξη να διαβάσεις τη γνώμη μου για το βιβλίο, ρίξε μια ματιά εδώ.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι