Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

39. «Το τραγούδι του μάρτυρα»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση

Ξέρεις, μου έχει κολλήσει αυτό το τραγούδι. Από τη μέρα που με ξέβρασε το καράβι, είχε σύννεφα στο λιμάνι κι αυτό –κάπως ασυνήθιστο, όσο να πεις! Καλοκαίρι ακόμα –ποιος βιάζεται να φέρει το φθινόπωρο; Εγώ βιάζομαι. Έτσι –χωρίς λόγο. Εσύ κάνε ότι θέλεις.

Δεν πήγα στο αεροδρόμιο να τον χαιρετήσω, κοντεύει βδομάδα που έφυγε –πέρασαν είκοσι μέρες από τότε που τραβήξαμε διαφορετικούς δρόμους, έτσι έπρεπε να γίνει. Με πήρε τηλέφωνο, έλειπα. Ψέματα –εκεί ήμουν αλλά δεν το σήκωσα. Δε σηκώνω τα τηλέφωνα, τώρα τελευταία, δεν θέλω να μάθω ποιος περιμένει στην απέναντι άκρη –οι προσχεδιασμένες εκπλήξεις μοιάζουν ανυπόφορες. Μου έχει κολλήσει κι αυτό το τραγούδι.
«Ψάξε στις πράσινες λίμνες/ και στην ηλιθιότητα των ρολογιών/ Κάποιος πυροβόλησε τη νοσταλγία πισώπλατα/ κάποιος πυροβόλησε την αθωότητά μας.»

Διαβάζω ένα βιβλίο αλλά δεν θυμάμαι τον τίτλο, αρνούμαι να τσακίσω τη σελίδα όταν το κλείνω, αρνούμαι να αφήσω ίχνη πίσω μου. Ξέρεις κάτι; Θα έπινα ευχαρίστως ένα μπουκάλι βότκα αλλά ποτέ μου δεν κατάφερα να κάνω καριέρα στο αλκοολίκι –μου λείπουν φαίνεται τα επίμονα συναισθήματα. Και με το μαύρο, ίδια κατάσταση –μη νομίσεις. Καταχρήσεις αποκλειστικά με παρέα, ποτέ μόνος –όλα με παρέα, ακόμα και τα γκομενιλίκια, είμαι ο τύπος της παρέας. Εγώ είμαι –αυτοί που είναι;
«Ένα σπασμένο βέλος σε μια ματωμένη πισίνα/ το τραύμα στο πρόσωπο/ των νυχτερινών προτάσεων/ Κάποιος πυροβόλησε τη νοσταλγία πισώπλατα/ κάποιος πυροβόλησε την αθωότητά μας.»

«Στη σκιά ενός χαμόγελου/ στη σκιά ενός χαμόγελου».
Έμαθα κάτι σήμερα, το άκουσα στο ραδιόφωνο δηλαδή –ο Αρχηγός έρχεται για συναυλία. Στο λόφο! Αυτό είναι κάπως ενθαρρυντικό, αν και δεν καταλαβαίνω ως προς τι. Εντάξει, μια συναυλία του Αρχηγού είναι πάντα μια μεγάλη συναυλία, σημαντική. Επειδή νομίζω οτι τώρα χρειάζομαι ανασύνταξη, χρειάζομαι να επιστρατεύσω τις εφεδρείες που λέει κι ο Φον Πολεμοκάβλοβιτς, χρειάζομαι ... κι επειδή, σε συνθήκες οπισθοχώρησης, μια κοφτή διαταγή του Αρχηγού μόνο σε καλό μπορεί να βγει. «Καλύτερα να τρέξεις», ή «δεν φοβάμαι να πεθάνω και τέλος πάντων δεν πρόκειται να πω ψέματα». Άρα, πρέπει να κατέβω κέντρο για εισιτήριο.


Στο Χάπενινγκ έχουν κεσάτια –η κοπελίτσα του ταμείου βάφει τα νύχια της, κάτι τυφλοπόντικες του βινυλίου σκαλίζουν τα Ανεξάρτητα στον από πάνω όροφο, δράμα η κατάσταση. Μαγκώνω τον Κερασιώτη.
«Ένα για Κέιβ», του λέω.
«Λίγο αν αργούσες θα ‘παιρνες τ’ αρχίδια μου», γελάει.
«Μην ξηγιέσαι –έχει μια βδομάδα ακόμα μέχρι τη συναυλία!» απορώ.
«Δεν πα’ να έχει; Τελευταίο μπλοκάκι», απαντάει.
«Πες μας τώρα οτι θα γεμίσει ο Κέιβ το Λυκαβηττό, να πέσουμε ανάσκελα!» κοροϊδεύω.
«Στο λέω και να το δέσεις».
Περίεργα πράγματα –ποιος ακούει Νικ Κέιβ; Ποιος μπλέκεται στα πόδια μας;
Πληρώνω και ρίχνω μια ματιά στα βινύλια. Μίντουμ Μίντιουμ που έχω ακούσει οτι λένε πολύ, κάτι συλλογές σαϊκομπίλι, καινούργιοι Φαζτόουνς...
«Αυτό εδώ είναι φοβερό!» ακούω τον Ηλία από τους Ντε Σπελ να σχολιάζει.
«Βάλτο να τσουλήσει», τον προτρέπει ένας φιλαράκος.
Σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, το πορτοφόλι μου έχει λιγότερο μαλλί ακόμα κι από τον Κότζακ –την κάνω λοιπόν, επιτόπου. Δεν είναι καιρός να ανακαλύπτεις φοβερούς δίσκους –η αφραγκία σκοτώνει τη μουσική.

Στο δρόμο της επιστροφής χαζεύω τα τυροπιτάδικα, νομίζω οτι η κατάθλιψη δεν διαφέρει σε τίποτα από τις μικροσκοπικές βρωμερές τους βιτρίνες, με το αρρωστημένο εσωτερικό προβολάκι –συν κάτι μύγες απ΄έξω. Κόβω ταχύτητα περνώντας το συνοικιακό νεκροταφείο, ακριβώς απέναντι από το παλιό μου γυμνάσιο. Δεν είναι θέμα νοσταλγίας, δεν με απασχολούν οι θαμμένοι στο γυμνάσιο ή οι παραχωμένοι στο νεκροταφείο –καμιά σχέση. Απλά νομίζω οτι διακρίνω κάποια γνωστή φάτσα στο πεζοδρόμιο εκεί πέρα, κοιτάζω καλύτερα. Αυτός είναι! Καβαλάω το πεζοδρόμιο, τον στριμώχνω.
«Τι κάνεις εδώ ρε μουνί;» του χώνομαι στα ίσα.
Ο Βαγγέλης σπρώχνει ένα άτακτο τσουλούφι από τα μάτια του και χαμογελάει. Ο Βαγγέλης ο Μαύρος. Δευτέρα Γυμνασίου, αλλάζω φροντιστήριο Αγγλικών –εκεί γνωρίζω τους δυο Βαγγέληδες. Τον Μαύρο και τον Άλλο. Μαζί έρχονται, μαζί κάθονται, μαζί φεύγουν και χάνονται. Το φροντιστήριο το έχει κάποιο αντρόγυνο –ένας ανθρωπάκος σκέτη μισοριξιά και μια μέγαιρα βαρέων βαρών. Λέει η μέγαιρα στον Μαύρο να διαβάσει την ιστορία του «Ευτυχισμένου Πρίγκιπα».
«Όχι», λέει ο Μαύρος.
«Γουάι νοτ;» ρωτάει σε άπταιστο Αγγλικό η μέγαιρα.
«Γιατί δε διαβάζω πουστριλίκια», μουγκρίζει ο Μαύρος.
«Γιου αρ ε ταφ νατ ε; Γουί γουίλ φιξ δατ», λέει η μέγαιρα.
Ωραίος ο Βαγγέλης ο Μαύρος, αλλά παρέα δεν έκανα μαζί του μέχρι το βράδυ που μας την πέσανε οι βουτυρομαλάκες από τον Άγιο Παύλο –κάποια προηγούμενα από αγώνα μπάσκετ στο μαθητικό. Τα βρήκαμε σκούρα, επειδή τα κωλόπαιδα ήτανε πολλά, όμως σκάσανε οι Βαγγέληδες άσχετοι και τους πήραν αμπάριζα. Ειδικά ο Μαύρος ήταν πολύ δυνατό παιδί –αρχίσαμε να κάνουμε παρέα στο φροντιστήριο και έξω γενικότερα. Όταν τέλειωσε το Λύκειο, ένα χρόνο πριν από μένα –ούτε συζήτηση για κάποια σχολή, αναβολή στράτευσης κι άλλα τέτοια γραφικά. Με το φαντάρικο έξω από την πόρτα, έφυγε νύχτα -σκαστός. Από τον Άλλο Βαγγέλη, τον κολλητό του μαθαίναμε νέα –ο Μαύρος κατάφερε να φτάσει μέχρι Αγγλία. Οχτώ χρόνια είχα να τον δω.
«Καλώς τ΄αρχίδια μου τα δυο!» γελάει ο Μαύρος.
«Άστα αυτά ρε! Πως σε αφήνουν και κυκλοφορείς; Δεν είσαι λιποτάκτης;» απορώ.
«Πάμε κάπου να τα πούμε –και θα τα πούμε», χαμογελάει ο Μαύρος.
Του κάνω χώρο, ανεβαίνει στη μηχανή, περνάμε έξω από του Μπιλ, δεν δείχνει απορία που προσπερνάμε –άρα ξέρει. Επιλέγω ένα κωλοχανείο παρακάτω –μπιλιαρδάδικο κι έτσι. Καθόμαστε έξω να γλιτώσουμε το θόρυβο, παραγγέλνουμε καφέδες.
«Πες ρε αδερφέ –τι κάνεις εδώ πέρα;» ρωτάω.
«Πέθανε η μάνα μου», μουρμουρίζει.
«Δεν έμαθα τίποτα –κρίμα!»
«Τέλος πάντων, όλοι πεθαίνουν... Πήγα, που λες στο προξενείο μας εκεί πέρα, τους ξηγήθηκα. Μου σπάσανε τον πούτσο αλλά τελικά μου δώσανε άδεια να έρθω στην κηδεία».
«Καλοί άνθρωποι!»
«Οι καλύτεροι! Απλά μου φάγανε μια βδομάδα στις διατυπώσεις και δεν πρόλαβα την κηδεία –σωστοί; Οι σωστότεροι! Πήγα και σήμερα στον τάφο της... κάποια λουλούδια...»
«Λυπάμαι φιλαράκο».
Με χτυπάει στον ώμο.
«Τι λυπάσαι ρε; Αυτή ξεμπέρδεψε, εμείς να δούμε πως θα γλιτώσουμε».
«Πες τώρα για Αγγλία –τι κάνεις εκεί πέρα;»
«Όλα καλά, 'τσιμπούκια ο Τίγρης’ κι έτσι...»
«Δηλαδή;»
Ανάβει ένα Μάρλμπορο, ρουφάει λίγο καφέ.
«Όταν έφτασα εκεί, έφαγα μεγάλο λούκι. Δεν έκατσα Λονδίνο γιατί το έκοψα για πολύ μπατσοκρατούμενο –πήγα Μάντσεστερ λοιπόν... Είχα κάτι ψίχουλα να τραβηχτώ μέχρι να βρω δουλειά, έπιασα μια ποντικότρυπα... Άκου τώρα. Αρχές ’80, θυμάσαι πως μας φαινόταν η Αγγλία; Παράδεισος, πάνκηδες, μουσικές φοβερές, εναλλακτικά κινήματα –πούτσες μπλε. Πάω ένα βράδυ στο παμπ απέναντι από την πανσιόν που έμενα. Μπαίνω μέσα, γυρνάνε όλα τα κεφάλια μαζί προς το μέρος μου, όλοι ξυρισμένοι, Όιδες. Σκατόψυχοι. Αρβύλα, σταυροκούμπωτο και στρενθ θρου τζόιν –μου την πέσανε στο δεκάλεπτο. ‘Τι θες εδώ μαύρε; Θα σε λιώσουμε βρομιάρη’ –τέτοια. Ήτανε και κωλόβλαχοι, δεν καταλάβαινα ούτε τα μισά από όσα λέγανε», γελάει, σταματάει για να σκεφτεί. «Τελικά έπρεπε να τον είχα διαβάσει εκείνο τον σκατιάρη τον ‘Ευτυχισμένο Πρίγκιπα’... τέλος πάντων. Τους έκοψα οτι ήτανε λιάδα –έβγαλα το σκασμό και τους άφησα να βαράνε, οι περισσότερες φεύγανε στον αέρα. Μετά με πέταξαν έξω, καροτσάκι».
Σταματάει, χαζεύει μια πιτσιρίκα που μπαίνει στο μαγαζί, μου κάνει νόημα.
«Μη δίνεις σημασία», λέω. «Γεράσαμε πολύ».
«Κι απότομα», προσθέτει. «Είμαι, που λες, πεταμένος στα βρομόνερα και πονάω υποφερτά. Σκέφτομαι. Αν πρόκειται να μείνω σ΄αυτή την πόλη πρέπει να καθαρίσω –αλλιώς θα τρέχω συνέχεια. Σηκώνομαι λοιπόν και περιμένω στο βρωμόκρυο. Οι καράφλες κάποτε βαριούνται να πίνουν το καταπέτασμα και ξεκουμπίζονται, ένας –ένας. Διαλέγω κάποιον από τους τελευταίους και του γίνομαι κακό σπυρί στο σβέρκο. Σε κάτι στενά δρομάκια τον στριμώχνω, τον κοπανάω σα χταπόδι μέχρι που τον παίρνουν τα ζουμιά. Ψάχνω, βρίσκω πάνω του σουγιά. ‘Στη φάτσα ή στον κώλο;’ τον ρωτάω. Δεν καταλαβαίνει ο πούστης, οπότε του χαράζω τη φάτσα. ‘Πες στους δικούς σου οτι θα παίρνω έναν κάθε μέρα, για τρεις μέρες. Μετά θα ξανάρθω στην παμπ, κοιτάτε να με σκοτώσετε αλλιώς θα σας γαμήσω τις μανάδες και τις αδερφές’, του λέω. Τον αφήνω έτσι. Τρώω το επόμενο πρωί ψάχνοντας για κονέ –βρίσκω αμφεταμίνες, κουμπιά διάφορα. Το βράδυ είμαι απίκος. Στήνομαι στο ξεροβόρι, τους παρακολουθώ που έρχονται, πίνουν, φεύγουν. Πιάνω έναν ακόμα στην ξόβεργα. ‘Στη φάτσα ή στον κώλο;’ Μόνο ο τρίτος μου είπε ‘στον κώλο’ –ωραίο παιδί, δεν ήθελε να του χαλάσω τη μόστρα. Τέλος πάντων, την τέταρτη νύχτα ξαναμπαίνω στο παμπ –χεσμένος στα χάπια. Σκέφτομαι οτι θα πεθάνω εκεί μέσα και είναι μια χαρά –να ξεμπερδεύω ρε αδερφέ. Αλλά έρχεται ο κουμανταδόρος τους, με κερνάει μπύρα, κάθεται μέσα στο χαμόγελο. ‘Από που είσαι;’ ‘Ελλάδα’. ‘Τι λες αδερφέ! Εμείς αγαπάμε τους Έλληνες! Γιατί δεν το είπες νωρίτερα;’ ‘Γιατί θα σας γαμήσω όλους σας εδώ πέρα. Χέστηκα ποιους αγαπάτε και ποιους μισείτε, εγώ δεν αγαπάω ούτε τ΄άντερά μου’. Με κόβει ο καργιόλης οτι είμαι αυτοκτονικός και μαζεύεται περισσότερο. ‘Τρεις μου χαράκωσες, να το σταματήσουμε για το καλό όλων μας. Εμείς θα κάνουμε ειρήνη, δε μας συμφέρει να σε σφάξουμε και να μπλέκουμε με μπάτσους’, λέει ο τύπος. ‘Στ΄αρχίδια μου τι σας συμφέρει, θα έρχομαι όποτε γουστάρω κι άμα γουστάρω θα σας γαμάω –αυτός είναι ο δικός μου κανόνας. Τον δέχεσαι ή ξεκοιλιαζόμαστε επιτόπου’, του λέω. ‘Εντάξει άνθρωπε, ηρέμησε!’ πετάγεται ο καργιόλης και φεύγει. Να μη στα πολυλογώ, άρχισαν να αραιώνουν από το μαγαζί –επειδή, βλέπεις, αυτοί είχαν να χάσουν, εγώ δεν είχα τίποτα. Είναι τώρα εκεί πέρα μια γκαρσόνα, κοκκινομάλλα, με κάτι μάτια ήσυχες λίμνες, φακιδούλες, κορμάκι σούπερ... Με έχει προσέξει από τη φασαρία και με κερνάει συνέχεια επειδή της κάθονταν στο λαιμό οι φασίστες. Ιρλανδέζα. Ερωτευόμαστε σφόδρα, μου βρίσκει να κάνω και μεροκάματα σε ένα θειό της –κουβαλάμε βαρέλια μπύρας στα μαγαζιά. Στο μήνα πάνω μετακομίζω από την πανσιόν, σπίτι της. Στο δίμηνο γκαστρώνεται. ‘Δεν έπαιρνες μωρή φάκα προφυλάξεις;’ απορώ. ‘Όχι απαγορεύεται από τη θρησκεία μου’, λέει. ‘Εντάξει –σάλτα να το ρίξεις τώρα’. ‘Κι αυτό απαγορεύεται!’ Καθολική, κατάλαβες; Γαμώ τη φανατίλα τους μέσα! Τη στεφανώθηκα λοιπόν με δόξα και τιμή –έχουμε ήδη δυο παιδιά και κάθε φορά που την πηδάω κάνω τον σταυρό μου μην ξαναπιάσει. Τελικά έπρεπε να ακούσω τους καραφλούς και να φύγω τρέχοντας από την παμπ, από την πρώτη μέρα... αλλά άνθρωποι σαν εμένα δεν γλιτώνουν με καμιά δύναμη. Όπου παγίδα, τρέχουν από τους πρώτους».
Τον αφήνω να σβήσει τσιγάρο, θυμάμαι ακόμα εκείνο το τραγούδι.
«Όλα μας τα όνειρα έλιωσαν/ κι εμείς κρυμμένοι στους θάμνους/ από νεκρούς άντρες/ που μαϊμουδίζανε τον Ντάγκλας Φέρμπανκς.»

«Τι κάνετε εσείς εδώ πέρα;» ρωτάει μετά.
«Περιμένουμε να μας βαρεθεί η γη, ν΄ανοίξει και να μας καταπιεί», μουρμουρίζω.
«Έτσι είναι, παντού τα ίδια», μονολογεί.
«Ο Άλλος ο Βαγγέλης;» ρωτάω.
«Τον είδα, έχει λαλήσει. Δουλειές του ποδαριού, άσε που μαθαίνει και φλάουτο!»
«Ο Βαγγέλης;»
«Ναι!»
«Καλό κι αυτό!»
«Ψάχνει κάποιον τρόπο να ξεφύγει απ΄όλα, έτσι μου είπε».
«Να ξεφύγει; Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, κανένας μας δεν θα γλιτώσει στο τέλος».
«Ναι το ξέρω –άντε πες του τα! Γιατί τη βλέπω τη δουλειά, χριστιανός θα μου καταντήσει, σαν τους λαλημένους τους χίπηδες...»
«Όλες μας οι ιστορίες κάηκαν/ οι ταινίες μας χάθηκαν μέσα στον πανικό/ δεν μπορούμε πια να ζωγραφίσουμε/ επειδή το φεγγάρι έκλεψε τα πινέλα μας»
Μου δείχνει μετά φωτογραφίες της γυναίκας του (σα σκούπα είναι), των παιδιών του (μαλακισμένα), γελάει ο Βαγγέλης ο Μαύρος –κυρίως με τα χάλια του. Που την κοπάνησε από τη χώρα για να μην τον ζέψουν στα χακί κι έπεσε από μόνος του στην παγίδα, ζεμένος γαϊδουρινά φορ λάιφ!
«Πήγα χτες και είδα τον Σπέις...»
Τον κοιτάζω έκπληκτος.
«Πως αυτό;»
«Κάναμε παρέα ένα φεγγάρι...»
«Εσύ κι ο Σπέις;»
«Κάπως έτσι... Τέλος πάντων, είναι περίεργα τα πράγματα εκεί πέρα. Στο σπίτι του εννοώ...»
«Δηλαδή;»
«Κάποιο πτώμα....»
«Πτώμα;»
«Ναι».
«Στο σπίτι του Σπέις;»
«Εντάξει, αν δεν ξέρεις, άστο».
Ξύνω το κεφάλι μου.
«Κάτι ξέρω...»
«Ότι ξέρει κανείς για καλό του είναι. Ήθελα να σου πω όμως... φεύγω μεθαύριο...»
«Τα φιλιά μου στη σύζυγο».
«Ευχαριστώ και τσίμπα ένα αρχίδι. Ήθελα να σου ζητήσω να έχεις το νου σου στον Σπέις. Γίνεται;»
«Σε τι στυλ;»
Δεν ξέρω τι έχει κάνει εκεί μέσα, αλλά τα πτώματα βρωμάνε μπάτσους... δεν είναι πλέον για τέτοια ο Σπέις...»
Κουνάω το κεφάλι, καταλαβαίνω τι εννοεί. Κι εκείνος σηκώνεται, πετάει κάτι τσαλακωμένα στο τραπέζι.
«Θα τα ξαναπούμε», λέει.
«Σε μια άλλη ζωή», υποθέτω.
«Έτσι ακριβώς!» ξεκαρδίζεται.
Μένω πίσω να τον χαζεύω όσο η βαριά του πλάτη χάνεται στη λεωφόρο.
«Κρατάμε τις σφίγγες από το κεντρί και πετάμε/ Ποιος σκότωσε τον κύριο Σεληνόφως;/ Στη σκιά ενός χαμόγελου/ ποιος σκότωσε τον κύριο Σεληνόφως;»

Πέρασα αρκετές φορές την επόμενη βδομάδα από το σπίτι του Σπέις, δεν τόλμησα να χτυπήσω κουδούνι, σαν το παλιόσκυλο περπάτησα την περίφραξη μόνο που δεν μου ήρθε να κατουρήσω, να ορίσω τον χώρο για δικό μου. Πτώμα, ποιο πτώμα; Δυο γενιές πτώματα ήμασταν –άσε μας κάτω ρε Μαύρε!

Κι έτσι έφτασε η μέρα της συναυλίας.

Πλύθηκα, αρωματίστηκα, ντύθηκα με τα καλύτερά μου ρούχα –ετοιμάστηκα για πόλεμο. Μέχρι και τηλέφωνο καταδέχτηκα να σηκώσω.
«Ναι;»
«Ναίξης και ξερός! Που είσαι ρε μαλάκα;»
«Ξέρω ΄γω που είμαι; Εδώ είμαι...»
«Και γιατί δε σηκώνεις το τηλέφωνο;»
«Επειδή έχω δουλειές, δεν αδειάζω...»
«Τι δουλειές;»
«Σπρώχνω τους όρθιους στην Ομόνοια...»
«Εντάξει, χέσε μας τώρα κι άκου...»
«Ακούω».
«Ξεκίνησε πάλι εμφανίσεις ο Παυλάκης, πότε θα περάσουμε;»
«Ποτέ»
«Τι έχεις ρε μαλάκα;»
«Τίποτα ρε Πέτρο –όλα καλά....»
«Σε έπαιρνε τηλέφωνο κι ο άλλος πριν φύγει...»
«Το ξέρω».
«Λοιπόν, πότε είσαι για Παυλάκη;»
«Θα δούμε....»
«Σε ακούω κάπως περίεργα....»
«Θα φταίει η γραμμή μάλλον...»
«Ναι, η γραμμή.... Έχω να σου πω...»
«Οτι έχει κανείς, για καλό του ...»
«Πότε θα βρεθούμε;»
«Σήμερα δε γίνεται, πάω σε συναυλία».
«Ποια;»
«Κέιβ».
«Γιατί δεν ειδοποίησες να πάμε μαζί;»
«Έλα ντε; Γιατί δεν ειδοποίησα;»
«Καλά –γαμιέσαι. Θα περάσω από το σπίτι σου αύριο».
«Πέρνα».
«Ναι είσαι εκεί».
«Μπα, δε νομίζω».
«Έχω νέα ρε!»
«Εντάξει –έχεις νέα. Κι εγώ δεν έχω. Τι να γίνει τώρα;»
«Αύριο».
«Όποτε θέλεις».
«Αύριο θέλω».
Κατεβάζω το ακουστικό. Έχουμε κοντά χρόνο να πάμε στον Παυλάκη –αλλά κι εκείνος δεν ήταν στα καλύτερά του το τελευταίο διάστημα. Ακούστηκαν διάφορα, οτι ξαναρρώστησε άσχημα, οτι παρέλυσε το ένα του χέρι –τρέχα γύρευε...
Βρίσκω ένα ξεχασμένο Μεταξά εφτάρι και γεμίζω το μεταλλικό φλασκί μου –για τις δύσκολες ώρες. Είμαι έτοιμος και πλήρως προετοιμασμένος.

Τα παιδιά ανεβαίνουν το λόφο, χαρούμενοι προσκυνητές, τους περνάω οδηγώντας τη μηχανή με πρώτη μπουκωμένη. Φοβάμαι κιόλας, μην σκαρφιστεί κανείς τους τίποτα ξαφνικά ζογκλεριλίκια και μας μαζεύουν όλους από τα πευκάκια. Με νευριάζουν απίστευτα οι πεζοί σε τέτοιες φάσεις –επειδή είναι μπούγιο κάνουν οτι γουστάρουν. Λες και είναι πεζοδρόμιο η άσφαλτος.

Έχει πάρει να σκοτεινιάζει όταν βρίσκω μέρος για να δέσω τη μηχανή μαζί με τα συμπράγκαλα –τραμπαλίζομαι στα πάνινα αθλητικά μου να ξεμουδιάσω. Μετά προσπερνάω τους τζαμπατζήδες και μπαίνω κύριος, ανάμεσα στους μπράβους.
«Θα στο κόψω λίγο το εισιτήριο, εδώ στην άκρη», με πληροφορεί ένας απ΄αυτούς.
«Γάμα του τη μάνα αδερφέ –δεν κρατάω ενθύμια», τον καθησυχάζω.
Ο κόσμος δεν είναι πολύς ακόμα –αλλά ξέρω οτι σύντομα θα γίνει «πάτα με να σε πατώ» εδώ μέσα. Φροντίζω λοιπόν ν΄ αρχίσω την προώθηση.
«Ρε συ!» ακούω ένα γκάρισμα.
Γυρνάω και πέφτω στο μαλάκα τον Λάκη.
«Τι έγινε; Κι εσύ εδώ;» χαμογελάω τυπικά.
«Μόνο εγώ! Όλος ο κόσμος!» πανηγυρίζει ο ηλίθιος.
«Άντε –καλή τύχη τότε», του γυρίζω πλάτη βιαστικός.
Όπου πέφτω πάνω στον Άκη από τους Αρχιτέκτονες. Λογικό είναι, αυτός δεν χάνει συναυλία.
«Πως πάει;» ρωτάω.
«Φίνα! Είδες Λόρι Άντερσον;» ενθουσιάζεται.
«Μπα».
«Σούζαν Βέγκα;»
«Τι έγινε ρε; Έχει κι άλλες γκόμενες το μπλοκάκι;»
Ξεκαρδίζεται.
«Τσακωμένος με τις συναυλίες είσαι μάγκα μου;»
«Εγώ όχι –τα λεφτά τσακώθηκαν με το πορτοφόλι μου κι ούτε να το βλέπουν δε θέλουν», απαντάω.
«Α, τόσο καλά!»
«Προσεχώς χειρότερα».
Με χτυπάει στην πλάτη, χάνεται σε μια παράδοξη παρέα πάνκηδων και κουστουμάτων. Περίεργα πράγματα. Κοιτάζω καλύτερα, βγάζω κάποια άκρη. Ριγέ ψαροκόκαλο, στενό παντελόνι, μυτερές μπότες και κορδόνι για γραβάτα –τα παιδιά ντύθηκαν σαν τον Αρχηγό.
Προχωράω παραμέσα –για να πιάσω στασίδι κάτω από τη σκηνή.

Και με βουτάμε δυο, από τις πάντες, με σέρνουν πίσω, κοιτάζω –ο Βαγγέλης από τη σχολή μαζί με τον Πέρη τον Αρτινό.
«Κι εσείς εδώ ρε ψυχάκηδες;» γελάω.
«Μόνο εμείς! Όλη η σχολή», με ταρακουνάει ο Βαγγέλης δείχνοντας παραδίπλα. Όντως, διακρίνω τον Παπ, τον Άκη με τον Παντελή και τέλος την Αναστασία με τη Σόνια που τις λέγαμε «νεόνυμφους» αλλά όχι μπροστά τους. Μόνο ο Κύπριος λείπει –πάει αυτός, μας τελείωσε.
Βρισκόμαστε ακριβώς κάτω από τη σκηνή και γινόμαστε ένα κουβάρι. Πόσο καιρό έχουμε να συναντηθούμε; Όχι πολύ –δεν είναι εκεί το θέμα. Αλλά ξέρουμε οτι θα αποχωριστούμε σύντομα, κάπως μαγκωμένοι νιώθουμε όσο χοντραίνουμε τα πειράγματα για να κρυφτούμε. Σε λίγο μας πλευρίζουν τρεις από τους ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ, μονίμως αλεξιπτωτιστές και εκτός θέματος.
«Είναι θεός!» θαυμάζει ένας από αυτούς.
«Και λίγα λες», παραδέχεται ο Άκης.
«Άντε να βγάλει το δίσκο, να τον προσκυνήσουμε!» συμπληρώνει ο άλλος ΜΑΝΑ.
«Ποιο δίσκο ρε; Τον έχει βγάλει εδώ και κάτι μήνες!» απορώ.
«Ο Τιλέ;»
«Ποιος Τιλέ;»
«Αυτός που θα παίξει σήμερα!»
«Τι λε ρε; Τι εστί Τιλέ;»
«Λούι Τιλέ!»
«Ρε ζώα, πάλι σε λάθος συναυλία ήρθατε;»
«Ζώο είσαι –αλλά γι΄αυτό φταίει η μάνα σου που δεν έπαιρνε προφυλάξεις!»
«Ο Λούι Τιλέ ανοίγει τον Αρχηγό, δικέ μου».
Ξύνω το κεφάλι μου.
«Και τι μας κόφτει εμάς; Δεν πάει να του πηδάει και τη γυναίκα; Εμείς τον Αρχηγό ήρθαμε να δούμε!»
«Ο Λούι είναι πρώτη μούρη κορόιδο. Ο Νικολάκης δεν πιάνει μία μπροστά του».
«Νικολάκης ο Αρχηγός; Οικειότητες; Τον ξέραμε κι από χτες;» απορώ αγανακτισμένος δήθεν.
«Ναι μωρέ –μετά τον Πρωτότοκο έγινε θικ αζ α μπρικ!»
Βάζω τα χέρια στις πίσω τσέπες του τζιν, τους κόβω από πάνω ως κάτω.
«Δίκιο έχετε λεβέντες μου! Τέτοια να λέτε και σας βλέπω ακόμα μια πενταετία να μην ξέρετε ούτε τα μέλη της μπάντας σας!»
«Είμαστε κοινόβιο ρε βλάκα, γι΄αυτό!»
«Τι κοινόβιο; Αφού ο καθένας ζει σπίτι του!»
«Κοινόβιο εξαπλωμένο σε όλη την έκταση της πόλης!»
«Αααα!»
«Να πάρουμε λες και κανέναν Άγγλο, να επεκταθούμε στην ευρωπαϊκή αγορά;»
«Και γιατί όχι Αμερικάνο; Γιατί να περιοριζόμαστε στα στενά και μίζερα πλαίσια της ηπείρου μας;»
«Τι ωραία που τα λέτε! Δεν παίρνετε κι έναν Αφρικάνο να πιάσετε τις ρίζες της μουσικής;»
«Και δεν παίρνουμε;»
«Σωστά –πάρτε. Μήπως και θα το μάθει ποτέ κανένας από αυτούς οτι είναι μέλος της μπάντας;»
«Αααα, αυτά είναι τρομακτικά μυστικά –δεν μπορούν να κυκλοφορούν έτσι χύμα!»
«Όποιος μαθαίνει, πεθαίνει!»
Τους αφήνω εκεί πέρα επειδή κόβω γνωστές μούρες να σουλατσάρουν στις κερκίδες. Τρέχω λοιπόν, δεν υπάρχει περίπτωση να τους χάσω. Δρασκελίζω τις πλαστικές θέσεις, τον αρπάζω από τα κρόσσια του δερμάτινου.
«Μίλα μας κι ας μη μας αγαπάς», σφυρίζω.
Ο Μανώλης γυρίζει προς το μέρος μου και κάνει νόημα στη Σόνια να περιμένει.
«Τώρα, δέσαμε!» σχολιάζει.
«Πως από δω ρε ινδιάνε;» χαμογελάω.
«Γιατί δηλαδή; Μόνο οι διανοούμενοι ακούνε Κέιβ;» το παίζει δήθεν.
«Όχι εντάξει, αλλά εσύ πολύ μεταλλικός για τις παρούσες συνθήκες....» παρατηρώ.
Γελάει.
«Έφερα τη Σόνια, εγώ δεν τις ακούω αυτές τις ψυχανωμαλίες», ψιθυρίζει.
«Έφερε τη Σόνια –ρίξτε τρία ζήτω κολλητά στον τσέτλεμαν!» προτρέπω το ανύπαρκτο πλήθος γύρω μου.
«Καλά εσύ μια ζωή...» χαχανίζει ο Μανώλης.
«’Μια ζωή’, όπως το ΄πες. Και μακάρι να ‘φτανε...» υπολογίζω. «Αλλά γιατί εσύ καβαλιέρος της Σόνιας; Ο Αργύρης που βόσκει;»
«Δεν τα ΄μαθες;»
«Τα ποια;»
«Τον πιάσανε πριν κάνα μήνα...»
Σκύβω πάνω του.
«Τι παίχτηκε;»
«Καρφωτή –τι άλλο;»
«Για προχώρα στο παρασύνθημα».
Ο Μανώλης γυρίζει το κεφάλι ψάχνοντας τη Σόνια, βλέπει όμως οτι η κοπέλα έχει καθίσει και γυρίζει πάλι προς το μέρος μου.
«Άστα τώρα –μην την ψάχνεις».
«Λέγε ρε!»
Αλλά μου έχει ήδη γυρίσει την πλάτη, ακολουθώ και προλαβαίνω να καθίσω ανάμεσά τους. Η Σόνια δείχνει να χαίρεται σε πολύ μαζεμένο στυλάκι.
«Λοιπόν; Πως πάει; Όλα καλά;» χαμογελάω.
«Ξεκουβάλα ρε μάγκα –τι γλίτωσες μια φορά, μην το παραχέζεις», σφυρίζει ο Μανώλης.
Βγάζω τσιγάρο κοιτάζω προς τη σκηνή, ένας χοντρός κάθεται στο πιάνο.
«Λέγε ρε άνθρωπε –μη με σκας», ψιθυρίζω.
«Πες του», κουμπώνει απότομα η Σόνια.
«Να του πω -τι να του πω; Οτι πιάσανε τη μαλακοπαρέα της γκόμενάς του και τα φλωράκια ξέρασαν; Οτι δέσανε τον Αργύρη για να καθαρίσουν οι βουτυρομαλάκες;» ο Μανώλης κοπανάει μια με την ανάποδη του χεριού του στην μπροστινή θέση και μένει να μουρμουρίζει.
Τον περιμένω να ησυχάσει.
«Ήταν μαλακία μας που ανοίξαμε νταραβέρια μαζί τους», λέει η Σόνια. «Του το είχα πει, αλλά δεν άκουγε...»
«Δεν θα τους βρω; Ειδικά εκείνον τον πούστη τον Άλκη...»
«Με γιώτα, όχι με ήτα», τον διορθώνω.
«Ρε άντε πηδήξου κι εσύ», μουγκρίζει.
«Και η Άλεξ;» ρωτάω τελικά.
Με κοιτάει κάπως χάνος.
«Τι τρέχει μ΄αυτή;» απορεί. «Ξαναγύρισε;»
«Γιατί –που είχε πάει;» ξεφουσκώνω.
«Εξωτερικό, κάποια κλινική... έτσι έχω ακούσει...»
«Ελβετία πάλι;» ψάχνομαι.
«Όχι, κάπου αλλού... Μας το είχε πει εκείνη η φίλη της, η.... τέλος πάντων. Έπαθε νευρική κρίση, παράκρουση, κάτι τέτοιο...οι γέροι της τη βρήκανε στη μπανιέρα με τις φλέβες ανοιχτές...» ψιθυρίζει η Σόνια.
«Την τσουβαλιάσανε στο αερόπλανο και βουρ για τρελάδικο πολυτελείας», γελάει ο Μανώλης.
Σηκώνομαι αμίλητος.
«Τι έπαθες ρε; Σου πέσανε τ΄αυτιά; Αλί από μας που θα πεθάνουμε στην κουρελού, τη γκόμενα μην την κλαις...» φωνάζει πίσω μου ο Μανώλης.
Δεν έχω και πολύ κουράγιο να του απαντήσω –πρέπει να ψάξω άμεσα, να βρω την κουρελού μου. Παρατράβηξε αυτό το πράγμα.

Χώνομαι ανάμεσα στις σειρές, ο χοντρός παίζει ακόμα –καλός είναι, αλλά δεν έχω αυτιά διαθέσιμα για πάρτη του. Βγάζω το πλακέ μεταλλικό φλασκί, τραβάω μια ξεγυρισμένη. Ένα από τα παιδιά του Αρχηγού με κοιτάζει πλάγια, του δίνω το μπουκάλι, πίνει με τη σειρά του. Ανάβω τσιγάρο για να καθαρίσει η ομίχλη μπροστά μου –για να την πάρει μακριά ο καπνός. Πίνω λίγο ακόμα όταν το φλασκί επιστρέφει, γελάω κι όλας, επειδή βλέπω ίχνη κραγιόν πάνω του.

Τα φώτα σβήνουν.

Εκείνοι βγαίνουν τρέχοντας, σα να τους κυνηγάει ο διάβολος και ξεκινάνε έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό στο σκοτάδι. Τα παιδιά γύρω μου ουρλιάζουν. Αφήνομαι να με παρασύρουν μπροστά, έχω σχέδιο. Θα πάω μέχρι εκεί που πάνε, δε θα σπαταλήσω τζάμπα δυνάμεις και μετά θα προχωρήσω μόνος μου. Όταν σταματήσουν θα τους αφήσω πίσω, θα πάω μέχρι εκεί που πάει κι ακόμα περισσότερο. Η φωνή στο σκοτάδι.
«Ναι, λοιπόν, λοιπόν –βγήκα μια βόλτα στο λιμάνι/ εκεί που οι ξένοι συναντιούνται και κάνουν τα νταραβέρια τους/ στραβωμένοι από τον πόθο/ και μια χειμωνιάτικη ομίχλη έπεσε πυκνή/ μια χειμωνιάτικη ομίχλη έπεσε πυκνή».

Τα φώτα ανάβουν προβολικά.

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που δε βλέπεις μπροστά σου;»

Τα παιδιά σταμάτησαν να σπρώχνουν για λίγο μόνο, τώρα γίνονται πιο ορμητικά. Κι εκείνος σκύβει πάνω στον κόσμο, κοιτάζει απορημένος, κάπως αυστηρός. Δείχνει κάπου πέρα μακριά.
«Και τότε είδα μια φίλη δίπλα στον τοίχο/ τα χέρια της υψωμένα σε ικεσία/ αλλά το πρόσωπό της δεν διακρινόταν/ και σήκωσα τα χέρια μου οργισμένος».
Είναι σκελετωμένος και νευρικός σαν πρεζάκι σε στέρηση, στρώνει συνέχεια τα μαλλιά του προς τα πίσω.
«Αλλά τα ξανακατέβασα αμέσως/ και μπήκαμε από την ανατολική πόρτα/ μπήκαμε από την ανατολική πόρτα/ μπήκα από την ανατολική πόρτα/ κι αυτή μπήκε από την ανατολική πόρτα».
Σταματάει, μας κοιτάζει σαστισμένος.
«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν είσαστε τόσο τυφλοί όλοι σας;»
Κάνει δυο βήματα πίσω, το σκέφτεται καλύτερα, δε βγάζει άκρη –αποφασίζει λοιπόν να συνεχίσει εκμεταλλευόμενος την ακινησία μας.
«Κι ο χρόνος κάπως μπερδεύτηκε εκεί πέρα/ αλλά δεν έχει σημασία, δεν έχει σημασία/ γιατί τα γεγονότα ήρθαν από μόνα τους».

Βολτάρει πιο γρήγορα, αγχωμένος, κάτι ψάχνει για να συνεχίσει –στις άκρες της σκηνής.
«Τώρα -πίσω από τον τοίχο ήταν ένας καταπληκτικός κήπος/ εκεί βρεθήκαμε εγώ και η φίλη μου/ το μέρος είχε οργιώδη βλάστηση/ και στη μέση του έστεκε ένα καταπληκτικό σιντριβάνι».
Μας κοιτάζει, να σιγουρευτεί οτι καταλάβαμε πριν πάει παρακάτω.
«Ένα σιντριβάνι με θαυματουργό νερό/ ναι, ένα σιντριβάνι με θαυματουργό νερό/ κι εμείς γονατίσαμε στην άκρη του/ και εγώ βούτηξα το χέρι μου στο νερό κι εκείνη βούτηξε το χέρι της στο νερό».
Βγαίνει στην άκρη της σκηνής, κοιτάζει κατάματα και δεν βλέπει τίποτα απολύτως.
«Και εγώ είπα ‘θεραπεύτηκες;’/ κι εκείνη είπε ‘λοιπόν θεραπεύτηκες;’/ και είπα ‘ναι, θεραπεύτηκα’/ κι εκείνη είπε ‘ε ναι, κι εγώ θεραπεύτηκα λοιπόν».
Καρφώνει πεισματικά τα τακούνια από τις μπότες του στην άκρη της σκηνής.
«Και εγώ είπα ‘μωρό μου είσαι ψεύτρα’/ ‘ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΨΕΥΤΡΑ’/ ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΨΕΥΤΡΑ’/ ‘ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ ΨΕΥΤΗΣ ΕΠΙΣΗΣ’».

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν είσαστε όλοι σας τόσο θεραπευμένοι;»

Αρχίζει να χορεύει δαιμονισμένα, τα παιδιά δεν μπορούν να προχωρήσουν άλλο, εγώ όμως ορμάω μπροστά, ανάμεσα σε κόσμο που κουνιέται και κόσμο που διαμαρτύρεται και κόσμο που κοντράρει για να μείνει στη θέση του και κόσμο που... τέλος πάντων, δε με νοιάζει ο κόσμος τώρα.

«Και τη φίλησα μια φορά, τη φίλησα δυο φορές/ και ξεκίνησα να φεύγω/ κι εκείνη σήκωσε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό της/ και το κατέβασε πάλι κάτω».
Έχω φτάσει στο τέρμα τη σωστή ώρα γιατί εκείνος κρέμεται είκοσι πόντους πάνω μας.
«Και είπα ‘αυτή η χειρονομία θα με στοιχειώσει’/ ΑΥΤΗ Η ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΘΑ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕΙ/ κι έφυγα από την ανατολική πόρτα/ κι εκείνη έφυγε από τη δυτική πόρτα».

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ μωρό μου/ όταν όλοι σας είσαστε τόσο καθαροί για να δείτε/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας;»

Αρχίζουμε να τιναζόμαστε στον αέρα επειδή δεν έχει που αλλού να πάμε κι εκείνος τινάζεται στον αέρα επίσης και όλοι γινόμαστε μια πληγή που κακοφόρμισε –τιναζόμαστε ανυπόμονοι, ανίκανοι, ανυπάκουοι.

«Ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ μωρό μου/ όταν οι φίλοι σου είναι παντού τριγύρω/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ πέρα;/ Και οι εχθροί σου σταμάτησαν να νοιάζονται».

Χάνομαι ανάμεσα σε κινούμενους ώμους, σπρώχνομαι και κλωτσάω διπλανά σώματα, παραπατάω, κάπου, σε κάτι μυτερό, βρίσκει το κεφάλι μου αλλά δεν έχει σημασία, ξαναστήνομαι στα πόδια μου όσο τα πάντα αναβοσβήνουν εκτυφλωτικά.
«Έλα πιο δω ρε πούστη! Θα σκοτωθείς!» ουρλιάζει ο Παπ τραβώντας με από το μανίκι.
Αφήνω να με παρασύρει, φτάνω κοντά του, τον σωριάζω με το βάρος μου και ξαναγυρίζω μέσα στο χαμό.
«Σκοτώθηκα ήδη ρε κορόιδο», καγχάζω με το στόμα μισάνοιχτο. «Σκοτώθηκα –δεν το πήρες χαμπάρι;»

«Ποιος θα είναι ο μάρτυρας;»

Επειδή δεν κλήθηκαν μάρτυρες από την πλευρά της υπεράσπισης. Η υπόθεση έκλεισε, η ετυμηγορία ήταν εκ των προτέρων έτοιμη. Τι να τους κάνεις τους μάρτυρες τώρα πια;

7 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

lkrory21 είπε...

Έτσι όπως μάζεψες όλους τους χαρακτήρες στην συναυλία του "αρχηγού" νομίζε κανείς ότι θα έχουμε κάτι σε big showdown!

That's it ή θα στρογγυλέψουμε με το #40?

The Motorcycle boy είπε...

41 συν ένα επίμετρο (έτσι δεν τα λένε αυτά τα σκατολοϊδια;) Νομίζω τουλάχιστον, επειδή δεν τα έχω γράψει ακόμα.

Χωρίς εισαγωγικά ο Αρχηγός ρε φίλε! Αφού έχει πει τα πάντα.

Mr.Fixit είπε...

And I cried "mercy"..."have mercy upon me"...

δεν υπαρχει κατι για το οποιο τιθεται θεμα είπε...

// good morning

The Motorcycle boy είπε...

"Ήμουνα στην άγρια φύση/ ο αέρας, κύριε, ήταν πρόστυχος/ ήμουνα τόσο μόνος/ όσο ακριβώς είχα προβλέψει/ όσοι με ακολουθούσαν είχαν φύγει", σωστά φιλαράκο;
Πάντως, αφού βρήκες αυτά -πήγαινε και λίγο πιο πίσω στους Birthday Party, μάλλον θα γουστάρεις. Ειδικά εκείνο το ΕΡ τους που λέγεται Bad Seed.

Καλημέρα κι ας μην υπάρχει θέμα.

Ανώνυμος είπε...

ο σπεις ειναι με τη γκομενα το ζακι; πρωην ζακι τωρα ποια.... ακομα γεμιζει το λυκαβητο ο δικο σου.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, αυτή που έχει Έιτζς, περί αυτής πρόκειται.

Τότε, το '90, ήταν η πρώτη φορά που έπαιξε ο Αρχηγός σε κάτι μεγαλύτερο από το ΡΟΔΟΝ και είχε γίνει λαϊκό προσκύνημα. Από τότε εορτάζεται η χάρη του, τουλάχιστον μια φορά κατ΄έτος στη χώρα μας.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι