Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ανθρωποφοβική κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ανθρωποφοβική κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2012

6. «Αυτή η χώρα είναι ένα ανώμαλο ρήμα»


Έχεις απορίες;

Στα προηγούμενα κεφάλαια έγινε προσπάθεια να επισημανθεί ο κυρίαρχος παραλογισμός στις καθοριστικές συνιστώσες του ελληνικού κοινωνικού μορφώματος. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε επιγραμματικά τις ενδείξεις παραλογισμού (ξεκαθαρίζοντας βέβαια οτι ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά και όχι «ιατρικά» -σαν παραλογισμό χαρακτηρίζω μια παγιωμένη στάση η οποία αντιτίθεται στην «κοινωνική λογική») θα μπορούσαμε να υπενθυμίσουμε οτι:

-Υποστηρίχτηκε πως η εθνική ταυτότητα της σύγχρονης Ελλάδας είναι αυτό το σύνδρομο ρατσισμού το οποίο αντλεί τις προσλαμβάνουσές του από την παρελθοντολαγνεία, ωθώντας στην προδιάθεση ποδηγέτισης, την αποθέωση της άγνοιας και τελικά την κοινωνιοφοβία ενδυναμωμένη από την έντονη τάση παραποίησης της πραγματικότητας προς όφελος του ατομικού ετεροκαθορισμού.

-Επισημάνθηκε η κυρίαρχη αντίληψη του ελληνικού φιλότεχνου κοινού οτι αυτό γνωρίζει καλύτερα το καλλιτεχνικό δημιούργημα ακόμα κι από τον ίδιο του τον δημιουργό.

-Αναφέρθηκε οτι η πλήρης αποτυχία στην υλοποίηση κάποιων οικονομικών ενεργειών θεωρείται ένδειξη εφευρετικότητας σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη η οποία επικρατεί στη χώρα.

-Υποστηρίχτηκε τέλος οτι ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα θεμελιώθηκε στρεβλά σε σχέση με τον δηλωμένο του σκοπό και τελικά ανεξαρτητοποιήθηκε τόσο από την εξουσία όσο κι από την κοινωνία των πολιτών.

Πού έγκειται ο παραλογισμός στα παραπάνω συμπεράσματα;

Στην περίπτωση διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας το συγκρουσιακό πεδίο (το οποίο σε ατομικό επίπεδο θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει στην σχιζοφρένεια) εδράζεται στην άρνηση του υποκειμένου να λειτουργήσει με όρους ομάδας ενώ ταυτόχρονα έχει καθορίσει την ομάδα αντιπαράθεσής του. Με απλά λόγια, ο ρατσισμός (και ο παρελθοντολάγνος ετεροκαθορισμός) αντλούν τα κοινωνικά τους οφέλη από τη συσπείρωση –η ύπαρξη των «άλλων» συσπειρώνει «εμάς» που τους αντιπαρατεθόμαστε προκειμένου «να μη μολύνουν». Στην ελληνική περίπτωση οι «άλλοι» είναι τόσο πολλοί και η σύσταση της συγκεκριμένης κατηγορίας μεταβάλλεται τόσο συχνά ώστε ακόμα και η καταγραφή τους διαχρονικά θα ήταν χαώδης. Για παράδειγμα:
-Ήμασταν εναντίον των Γερμανών κατακτητών στους Παγκοσμίους Πολέμους αλλά γίναμε λάτρεις της Γερμανικής φυλής λόγω της ένταξής μας στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) καθώς και λόγω τουρισμού, καταλήγοντας τελικά να ξαναποδώσουμε χαρακτηριστικά κατακτητών στην ίδια φυλή λίαν προσφάτως με την οικονομική κρίση.
-Λατρέψαμε τους Αμερικάνους, μιμηθήκαμε τον τρόπο ζωής τους, εντρυφήσαμε στη φιλοσοφία τους για να καταλήξουμε να τους θεωρούμε σήμερα «βαρβάρους». Μισήσαμε τους Ρώσους και όσα αντιπροσώπευαν, απαξιώσαμε τα επιτεύγματά τους και καταγγείλαμε τις εγκληματικές τους, «κομμουνιστικές» πρακτικές για να καταλήξουμε σήμερα να τους θεωρούμε «αδέρφια μας».
-Διατυμπανίζουμε την εθνική μας συνάφεια με τους «αλύτρωτους Έλληνες» της «Βορείου Ηπείρου», της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ή της Τουρκίας όσο αυτοί ζουν εκτός Ελλάδας αλλά στην περίπτωση που μετοικούν στη χώρα μας τους θεωρούμε «κατώτερα όντα»: Αλβανούς, Ρωσοπόντιους, Τούρκους.

Πέρα απ΄αυτό το αέναο «μπες-βγες» στην αντίπαλη ομάδα των «άλλων» (το οποίο χαλαρώνει την ιδεατή σύσταση της ομάδας, άρα αποδυναμώνει την απειλητική της προοπτική) έχουμε και την έλλειψη ουσιαστικών συνεκτικών δεσμών στην ομάδα τού «εμείς». Σε αυτή την ομάδα, το ατομικό συμφέρον υπερισχύει του ομαδικού σκοπού. Βέβαια, σε κάθε ναζιστικού τύπου ομαδοποίηση (ναζί –ναζισμός: ο όρος προέρχεται από τη λέξη έθνος) το ατομικό συμφέρον ωθεί στην συμμετοχή στην ομάδα, αλλά πρόκειται για ένα ατομικό συμφέρον το οποίο συνειδητά εξυπηρετείται από την ομαδική επιδίωξη με την οποία συνταυτίζεται τυφλά.. Για παράδειγμα, εκτοπίζουμε τους Εβραίους επειδή θεωρούμε οτι αυτοί κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου και θέλουμε αυτό να περάσει στα χέρια μας.
Στην ελληνική περίπτωση, το ατομικό συμφέρον δείχνει να εξυπηρετείται μέσω της εξαπάτησης (και εκμετάλλευσης) του μέλους της δικής μας ομάδας και όχι μέσα από την επικράτηση επί των αντιπάλων. Αυτοί (οι αντίπαλοι) υπάρχουν απέναντί μας μονάχα για λόγους θεάματος και μας χαζεύουν όσο αλληλοκλεβόμαστε.

Στην περίπτωση της αποδοχής (και απήχησης) της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο παραλογισμός φωλιάζει στην νοητή αντικατάσταση του δημιουργού (πομπού) από τον θεατή-αναγνώστη-ακροατή (δέκτη). Η καφενειακή ρήση: «με κάνεις εμένα πρωθυπουργό για μια μέρα;» βρίσκεται σε πλήρη ισχύ παραλλαγμένη σε «με κάνεις εμένα σκηνοθέτη, συνθέτη, συγγραφέα για μια μέρα;» Το κοινό αποφασίζει περί του τι σκόπευε να δείξει ο καλλιτέχνης με το έργο του (αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος ένα έργο τέχνης) και μάλιστα, συνήθως, έχει πρόταση περί του τρόπου με τον οποίο θα αναδείκνυε «σωστότερα» το θέμα του ο καλλιτέχνης (χωρίς, συνήθως, να έχει τις γνώσεις προκειμένου να δημιουργήσει καλλιτέχνημα). Έτσι όμως η καλλιτεχνική δημιουργία ακυρώνεται, ο καλλιτέχνης εκδιώκεται κλωτσηδόν από το βήμα έκφρασης. Ακόμα κι αυτό θα ήταν μια λογική στάση αντιμετώπισης της τέχνης –ας μην ξεχνάμε οτι όταν οι ποιητές διαμαρτύρονταν επειδή δεν έπαιρναν άδεια να τυπώσουν τα ποιήματά τους, ο Στάλιν πέταγε τα ποιήματα στη φωτιά χαρακτηρίζοντάς τους απαξιωτικά: «μπουρζουάδες» Υπάρχει σε αυτό μια «κοινωνική λογική».
Στην Ελλάδα όμως δεν εφαρμόζεται ούτε καν ενός τέτοιους είδους άκρατος ωφελιμισμός. Οι καλλιτέχνες αποκαθηλώνονται σε επίπεδο κοινωνικού ρόλου αλλά θεοποιούνται σε ατομικό επίπεδο και περιπτωσιακά. Γενικώς οι σκηνοθέτες είναι «ψώνια» αλλά ο σκηνοθέτης Χ είναι «μετρ», γενικώς οι ηθοποιοί είναι «ελευθερίων ηθών» αλλά ο ηθοποιός Ζ είναι «εκφραστής του λαού», γενικώς οι συγγραφείς είναι «παπαρολόγοι» αλλά ο συγγραφέας Ω, «μα. πώς τα σκέφτεται ο άνθρωπος!»
Με αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης της τέχνης το κοινό αποποιείται του δικαιώματός του να κατευθύνει την καλλιτεχνική δημιουργία, δεν κωδικοποιεί τις προτιμήσεις του, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνει το μήνυμα ο καλλιτέχνης και, άρα, να μην γνωρίζει προς τα που θα πρέπει να κατευθυνθεί αν θέλει να έχει αποδοχή. Μοιάζει το κοινό της Ελλάδας με πελάτη εστιατορίου ο οποίος εξαντλείται σε παρατηρήσεις προς τα γκαρσόνια σχετικά με το πώς πρέπει να μαγειρεύεται σωστά το τάδε ή το δείνα φαγητό, χωρίς όμως να παραγγέλνει με αποτέλεσμα στο τέλος να βολεύεται με ότι έχει απομείνει στην κουζίνα, το οποίο το αποθεώνει κιόλας από πάνω!

Ο παραλογισμός που κυριαρχεί στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας αποσυνδέοντάς την από οποιαδήποτε έννοια παραγωγικότητας είναι, νομίζω, εμφανής. Και με δεδομένο το οτι η παραγωγή και διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών αποτελεί τη βασική κατευθυντήρια συνιστώσα του οικονομικού τομέα, δικαιούμαστε να υποθέσουμε οτι η ελληνική αντιπαραγωγικότητα ακυρώνει την ίδια την ύπαρξη της ελληνικής οικονομίας. 

Τέλος, η αυτοκαταστροφικότητα του δημόσιου τομέα έγκειται στην λειτουργική αποκοπή από κάθε κοινωνικό νομιμοποιητικό έρεισμα και στην εν παραλλήλω αντιπαράθεση με το εκάστοτε κυβερνητικό μόρφωμα. Τέτοιου είδους τακτική θα είχε νόημα αν επρόκειτο για έναν δημόσιο τομέα ιδιαίτερα δυνατό, θεσμοθετημένο διαμέσου της ιστορικής συνέχειας –πράγμα το οποίο ίσχυε, για παράδειγμα, με τον βρετανικό δημόσιο τομέα (πριν την κατεδάφιση που υπέστη αυτός από την Θάτσερ). Αλλά στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρξε ποτέ ο γραφειοκρατικός μηχανισμός διαχείρισης ο οποίος θα καθιστούσε τους χειριστές του παντοδύναμους, στην Ελλάδα ο δημόσιος τομέας λειτούργησε σαν τον κακό μαθητή που γίνεται απουσιολόγος επειδή απλώς τυγχάνει συγγενής της δασκάλας –σπασμωδικά, νευρωτικά και υπερφίαλα, σε πλήρη συνάρτηση δηλαδή με την ουσιαστική και τυπική του ανεπάρκεια.

Θα μπορούσε κανείς μετά από τα παραπάνω να επικαλεστεί τη ρήση του «εθνάρχη της αντιπαροχής» Κ. Καραμανλή σχετικά με το ότι «η Ελλάδα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο» κι έτσι να ξεμπερδέψει με το ελληνικό φαινόμενο έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του σε κάθε λογής επικείμενες δικτατορικές εκτροπές. Ή θα μπορούσε να ξαναθυμηθεί τη φράση του Οργισμένου Βαλκάνιου, του Νίκου Νικολαϊδη: «αυτή η χώρα είναι ένα ανώμαλο ρήμα» και να προβληματιστεί αναζητώντας τους «κανόνες της ανωμαλίας». Επειδή, όπως θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, υπάρχουν τελικά κάποιοι κανόνες που ορίζουν την «ανώμαλη» κλήση των ρημάτων –απλώς οι κανόνες αυτοί δεν εντάσσονται στην ισχύουσα γραμματική. Είναι, είτε κατάλοιπα μιας ξεχασμένης αρχαίας γλώσσας, είτε δάνεια εκτός του ισχύοντος κοινωνικού μορφώματος.

Μήπως λοιπόν ο παραλογισμός της ελληνικής περίπτωσης έγκειται στην ύπαρξη κατάλοιπων από προηγούμενα κοινωνικά μορφώματα ή σε εν γένει «δάνειες πρακτικές»; Μήπως τελικά αυτό το ανώμαλο ρήμα λειτουργεί στη βάση κανόνων;

Ας δοκιμάσουμε να διερευνήσουμε κι αυτές τις πιθανότητες, ας δοκιμάσουμε να βρούμε τις διασυνδέσεις οι οποίες μέχρι τώρα μας διέφευγαν, εφόσον ήμασταν αυστηρά προσανατολισμένοι στα ισχύοντα. Θα δώσω ένα απλουστευτικό παράδειγμα: στην απέναντι πολυκατοικία ζει ένα ζευγάρι γερόντων οι οποίοι έχουν στοιβάσει στο μπαλκόνι τους σπασμένες καρέκλες, τραπέζια και κάθε λογής έπιπλο που μπόρεσαν να βρουν στα σκουπίδια. Παρατηρώντας τους μπορούμε χωρίς δεύτερη σκέψη να συμπεράνουμε οτι «δεν στέκουν καλά στα μυαλά τους». Αν όμως κάνουμε τον κόπο να τους επισκεφτούμε το πιο πιθανό είναι ν΄ανακαλύψουμε την ξυλόσομπα να δεσπόζει στη μέση του σαλονιού γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στα καλοριφέρ. Τότε πλέον ο «παραλογισμός» τους θα ειδωθεί από άλλη οπτική γωνία.

Αυτό θα επιχειρηθεί στη συνέχεια, η «επίσκεψη στο σπίτι των γερόντων», η διεύρυνση του οπτικού πεδίου προκειμένου να καλυφθούν κι αυτά που θεωρούνται «σκουπίδια» από ερευνητικής απόψεως. Με κίνδυνο βέβαια να χαθεί εντελώς το ερευνητικό αντικείμενο –άλλωστε, τα σκουπίδια θεωρούνται τέτοια για κάποιο λόγο!

Ξαναδιαβάζω αυτό το κεφάλαιο και μοιάζει σαν ένας πρόλογος ο οποίος ξεπετάχτηκε αργοπορημένα –ίσως και σαν ένας πρόλογος ο οποίος έπρεπε να προλογιστεί εκτεταμένα προκειμένου να τεκμηριωθεί. Ας είναι λοιπόν...

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2012

5. Ο Δημόσιος τομέας: ένα τέρας με αυτοκτονικές τάσεις


Έχεις απορίες;

Αν επιχειρούσε κανένας να αναζητήσει το πλέον παγιωμένο στερεότυπο, το μπετόν αρμέ των στερεοτυπικών αντιλήψεων, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το: «οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δουλεύουν». Και μια τέτοια αντίληψη, λόγω τής τόσο ισχυρής παγίωσής της δεν μπορεί παρά να επαληθευτεί μακροπρόθεσμα –ακόμα κι αν οι δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονταν πιο μεθοδικά από τα ελβετικά ρολόγια και πιο αποτελεσματικά από τα εμφράγματα μυοκαρδίου, θα ήταν απλώς θέμα χρόνου να παρεισφρήσουν στη συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα τόσοι θιασώτες της άποψης περί ανενεργών δημοσίων υπαλλήλων (λόγω ακριβώς αυτής της άποψης) κι έτσι να την επαληθεύσουν φροντίζοντας να μην εργαστούν ούτε μια στιγμή από τον εργασιακό τους βίο. Βέβαια, για να δημιουργηθεί μια στερεοτυπική αντίληψη είναι αναγκαία η ύπαρξη δυο συνθηκών: α) της εξυπηρέτησης κάποιου σκοπού, β) της συνάφειας (έστω και σε επιφανειακό επίπεδο) της συγκεκριμένης αντίληψης με μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα.

Αν θέλουμε όμως να εξετάσουμε συνοπτικά τον δημόσιο τομέα της Ελλάδας σε μια διαχρονικότητα που εγκαινιάζεται με τη ρήση του Κωλέτη περί του οτι «το ρουσφέτι λειτουργεί ως αντίδοτο στην αργοπορία του κράτους» μέχρι τις σημερινές ιστορίες επιστημονικής φαντασίας περί «ευρωπαίων ειδικών οι οποίοι καλούνται να αναδιαμορφώσουν τη δημόσια διοίκηση», εύκολα θα διακρίνουμε «το βέλος που κυνηγάει την ουρά του» ξεχνώντας να κατευθυνθεί προς το στόχο. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Υπάρχει δηλαδή ένας κυρίαρχος αυτιστικός παραλογισμός στην πορεία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης;

Η εδραίωση της δημοσιοϋπαλληλικής τάξης (με τη Βεμπεριανή έννοια του όρου) ξεκίνησε στην Ελλάδα το 1911, μετά τον νόμο Βενιζέλου περί μονιμοποίησης. Βέβαια, θα πρέπει να παρατηρήσουμε οτι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν υπήρξε ποτέ πλήρης και άνευ όρων –περισσότερο επρόκειτο για την κατοχύρωση του δικαιώματος του υπαλλήλου στην διατήρηση της εργασιακής του θέσης εφόσον δεν συνέτρεχαν λόγοι απόλυσης. Αυτό δηλαδή που επιτεύχθηκε, σε πρώτη φάση, με την θεσμοθέτηση της μονιμότητας ήταν η προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από τις αυθαιρεσίες των κυβερνήσεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των μαζικών απολύσεων των υπαλλήλων που είχε διορίσει η προηγούμενη κυβέρνηση από την επόμενη (φαινόμενο το οποίο μετονόμασε την πλατεία μπροστά στο τότε Υπουργείο Εσωτερικών σε πλατεία Κλαυθμώνος). Ήδη, από τις αρχές θεσμοθέτησής της, η μονιμότητα εξαρτιόταν από τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφόσον, όταν το ΣτΕ ήταν ανενεργό δεν υπήρχε κανένας να γνωμοδοτήσει υπέρ του υπαλλήλου). Στη συνέχεια η μονιμότητα συνδέθηκε με τα «κοινωνικά φρονήματα» επειδή, προφανώς, δεν ήταν δυνατή η απασχόληση στον κρατικό μηχανισμό ατόμων οι οποίοι θεωρούνταν «εχθροί του πολιτεύματος». Ο τελευταίος καθορισμός του πλαισίου της μονιμότητας εμφανίστηκε στο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης (και στις σχετικές αναθεωρήσεις του) και προέβλεπε συνοπτικά οτι η μονιμότητα του υπαλλήλου ήταν σε ισχύ όσο: α) παρέμενε η θέση για την οποία ο υπάλληλος είχε προσληφθεί κι εφόσον β) το Υπηρεσιακό Συμβούλιο δεν είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της απόλυσης του υπαλλήλου αλλά και γ) ο υπάλληλος δεν είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο προέβλεπε την ποινή της απόλυσης καθώς και σε οποιασδήποτε φύσης ποινικό παράπτωμα.

Ας κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις στο σημείο αυτό:
1.Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων ποτέ δεν εξυπηρέτησε τον (δηλωμένο έστω) σκοπό θεσμοθέτησής της –την ανεξαρτητοποίηση δηλαδή των υπαλλήλων από την εκάστοτε εξουσιαστική, εξωθεσμική, βούληση –επειδή από τις απαρχές της εμφάνισής της αντισταθμίστηκε με την προοπτική της δυσμενούς μετάθεσης η οποία (σε συνδυασμό με τους, τότε, πενιχρούς μισθούς) μετέτρεπε τους υπαλλήλους σε πειθήνια όργανα, υπό την απειλή της δραματικής υποβάθμισης του βιοτικού τους επιπέδου.
2.Οι τελικές, τυπικές προϋποθέσεις κατοχύρωσης της μονιμότητας δεν διέφεραν ουσιαστικά από τις προϋποθέσεις κατοχύρωσης μιας εργασιακής θέσης στον ιδιωτικό τομέα –θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς οτι ενώ στον ιδιωτικό τομέα προβλεπόταν αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης, κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στον δημόσιο τομέα καθώς επίσης και να εκφραστεί η απορία της παρανοϊκής, άνευ όρων, σύνδεσης της απόλυσης με οποιασδήποτε φύσης ποινικό αδίκημα –εφόσον, για παράδειγμα, θα αρκούσε η δικαστική καταδίκη ενός δημοσίου υπαλλήλου για την εμπλοκή του σε σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα για να απολυθεί ο υπάλληλος!
3.Όσο οι τυπικές προϋποθέσεις απόλυσης έμοιαζαν να κατοχυρώνουν το προφανές της αιτιολογημένης απόλυσης του υπαλλήλου τόσο η ουσιαστική εφαρμογή τους θεσμοποίησε μια άνευ όρων και ορίων μονιμότητα. Αυτό συνέβη κυρίως επειδή τα Υπηρεσιακά Συμβούλια υιοθέτησαν την πάγια τακτική της μη γνωμοδότησης υπέρ της απόλυσης υπαλλήλου κι επειδή οι εκάστοτε κυβερνήσεις, συνυπολογίζοντας το πολιτικό κόστος, προτιμούσαν να μετατάσσουν τους υπαλλήλους (ή να τους συνταξιοδοτούν με ευνοϊκούς όρους) κάθε φορά που καταργούταν μια οργανική θέση, παρά να τους απολύουν.

Από τη συνοπτική παρουσίαση του φαινομένου της δημοσιοϋπαλληλικής μονιμότητας προκύπτει ένα σημαντικό στοιχείο αναφορικά με την ανάλυση της λειτουργίας του δημόσιου τομέα: η νομοθετική ρύθμιση (θεσμοθέτηση) ενός θέματος για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και η παράλληλη εμφάνιση θεσμοποιημένων διαδικασιών στην εφαρμογή της ρύθμισης οι οποίες αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση εντελώς διαφορετικών (και συχνά αντικρουόμενων με τον αρχικό) σκοπών.

Το θέμα που προκύπτει από τα παραπάνω σχετίζεται με τη συνολική λειτουργία του δημόσιου τομέα αν αυτός ειδωθεί δομολειτουργικά. Με απλά λόγια θα μπορούσαμε να πούμε οτι συνυφασμένη με τις κοινωνίες είναι η εμφάνιση κοινωνικών οργανισμών οι οποίοι αποτελούνται από ανθρώπινες ομαδώσεις και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών – άλλωστε, και οι ίδιες οι κοινωνίες είναι τέτοιου είδους οργανισμοί. Η αντιμετώπιση των ανθρώπινων ομαδώσεων ως οργανισμών δανείζεται μεν κάποια σχηματικά στοιχεία από την βιολογία αλλά δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μια βιολογικοποίηση της κοινωνικής δυναμικής, δεδομένου ότι στους κοινωνικούς οργανισμούς οι «φυσικοί κανόνες» έχουν αντικατασταθεί από τους κοινωνικούς κι ακόμα περισσότερο επειδή δεν υπάρχει το απόλυτα παγιωμένο δίπολο του θετικού-αρνητικού, υπάρχει το «θετικό σε σχέση με...» και το «αρνητικό αναφορικά με...»
Μετά από αυτή τη διευκρίνηση θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε οτι ένας κοινωνικός οργανισμός δημιουργείται (συστήνεται) για την εξυπηρέτηση κάποιου κοινού συμφέροντος (κατ΄ελάχιστο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτόν) αλλά πολλές φορές λειτουργεί για την εξυπηρέτηση διαφορετικών συμφερόντων (ακόμα και συγκρουόμενων με το αρχικό συμφέρον δημιουργίας του οργανισμού).

Ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα (όπως και σε κάθε άλλη χώρα του κόσμου) δημιουργήθηκε προκειμένου να εξυπηρετεί τους πολίτες στα πλαίσια της κοινωνικής συμβίωσης και να υλοποιεί την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Αυτός λοιπόν, μπορούμε να πούμε οτι, είναι ο βασικός σκοπός του συγκεκριμένου οργανισμού, όπως έχει καταγραφεί και στο Σύνταγμα της χώρας: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν τον Λαό».
Δεν χρειάζεται βέβαια να είναι κανένας πολιτικός επιστήμονας για να αποφανθεί οτι, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ιδεολογικός χαρακτήρας του δημόσιου τομέα μιας χώρας προσδιορίζεται από το πολίτευμά της –δηλαδή, οι υπάλληλοι ενός δικτατορικού καθεστώτος εξυπηρετούν τα συμφέροντα των δικτατόρων, ενώ οι υπάλληλοι ενός καπιταλιστικού κράτους εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Αυτό, σε πρώτη φάση, μας δείχνει οτι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα (στα όρια της βεβαιότητας) η θέληση του Κράτους να εμποδίζει τους υπάλληλους να υπηρετήσουν τον Λαό. Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση όπου ο λαός κατέχει την κρατική εξουσία; Σε αυτή την περίπτωση, προφανώς, όλοι οι πολίτες είναι δημόσιοι υπάλληλοι, άρα ο προσδιορισμός του δημοσίου υπαλλήλου αχρηστεύεται εφόσον δεν σημαίνει τίποτα απολύτως (θα ήταν σα να λέγαμε οτι στο συγκεκριμένο μέρος όλοι οι άνθρωποι αναπνέουν). Να ξεκαθαρίσω βέβαια οτι αναφερόμενος σε περιπτώσεις όπου ο λαός κατέχει την κρατική εξουσία δεν εννοώ τις περιπτώσεις του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όπου ένα μέρος των πολιτών κατέχει την κρατική εξουσία στο όνομα του Λαού. Εκεί έχουμε να κάνουμε με ένα πολίτευμα παρόμοιο με αυτά που περιγράφηκαν παραπάνω –με μόνη διαφοροποίηση την εξυπηρέτηση των συμφερόντων. Όταν στις δυο προηγούμενες περιπτώσεις εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα των δικτατόρων ή των καπιταλιστών (κοινά, εν πολλοίς, συμφέροντα) σ΄αυτή την περίπτωση εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της επανάστασης (με όποια έννοια κι αν της έχει δοθεί).

Αφού προσδιορίστηκε ο καταγεγραμμένος (ας πούμε, ο «επίσημος») σκοπός δημιουργίας και ύπαρξης του συγκεκριμένου οργανισμού, μπορούμε να διερευνήσουμε:

1.Το κατά πόσο επιτυγχάνεται αυτός ο σκοπός από τον Ελληνικό Δημόσιο τομέα και,
2.Το κατά πόσο υπάρχουν κάποιοι επιπλέον σκοποί οι οποίοι εξυπηρετούνται από τη λειτουργία του συγκεκριμένου οργανισμού.

Αναφορικά με την πρώτη παράμετρο θα πρέπει να διαχωρίσουμε την εφαρμογή της κρατικής βούλησης από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πολιτών.
Στην Ελλάδα η κρατική βούληση συμπίπτει με την κυβερνητική βούληση κι αν αυτό θεωρείται προφανές, κάθε άλλο παρά είναι. Για παράδειγμα, στη γειτονική Τουρκία, η κρατική βούληση σχετίζεται (εκτός των άλλων) με την υπεράσπιση του κοσμικού κράτους απέναντι στο θεοκρατικό μοντέλο, πράγμα που ώθησε τους διαχειριστές της εξουσίας μέχρι και στην ανοιχτή αντιπαράθεση με κάποιες κυβερνήσεις. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε οτι η συνέχεια του άρθρου του Ελληνικού Συντάγματος το οποίο προσδιορίζει τους δημοσίους υπαλλήλους είναι: «οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα». Σε πρώτη φάση λοιπόν υπάρχει αλλοίωση της κρατικής βούλησης εφόσον αυτή συμπίπτει με την κυβερνητική βούληση.
Αν εξετάσουμε, έστω, την κυβερνητική βούληση, θα διαπιστώσουμε οτι αυτή εξυπηρετείται σε συγκεκριμένο βαθμό από την ελληνική δημόσια διοίκηση. Πράγματι –το τμήμα εκείνο της κυβερνητικής βούλησης που αφορά την μακροημέρευση ενός κόμματος στην κυβέρνηση για την αποκόμιση των μέγιστων δυνατών οφελών, καθώς και το «ρουσφετολογικό» μέρος της κυβερνητικής δραστηριότητας εξυπηρετούνται από τον δημόσιο τομέα με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Αυτό που δεν εξυπηρετείται από την δημόσια διοίκηση είναι τυχόν σχεδιασμός της εκάστοτε κυβέρνησης ο οποίος αποσκοπεί στην καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην απομείωση του δημόσιου τομέα, είτε αριθμητικά, είτε σε επίπεδο αρμοδιοτήτων.

Το παραπάνω μάς επιτρέπει να προσεγγίσουμε την δεύτερη παράμετρο, η οποία σχετίζεται με τους επιπλέον σκοπούς τους οποίους εξυπηρετεί η δημόσια διοίκηση σαν οργανισμός. Από την ίδια τη διατύπωση προκύπτει και η πρώτη ένδειξη αυτενέργειας του οργανισμού –για να γίνει όλο αυτό πιο σχηματικό ας θυμηθούμε το Τέρας του Φρανκεστάιν, το ον δηλαδή που ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια «δημιουργίας του Υπερανθρώπου» και κατέληξε σε μια αυτιστική καρικατούρα η οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβιώσει. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε οτι κάτι τέτοιο συνέβη και με τον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα.
Όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ο δημόσιος τομέας εξελίχθηκε στα πρότυπα της Βεμπεριανής γραφειοκρατικής οργάνωσης, φτάνοντας βέβαια μέχρι και στην αυτονόμηση από το κράτος σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στην προΘατσερική Βρετανία) αλλά παραμένοντας ένας «ρομποτικός» μηχανισμός εξυπηρέτησης των πολιτών (και σαφούς περιχαράκωσης των δικών του δικαιωμάτων και προνομίων), στην Ελλάδα είχαμε τη συνομοταξία των μεθυσμένων απογόνων του Δόκτορα Φρανκεστάιν.
Έτσι ο ελληνικός δημόσιος τομέας εξελίχθηκε στην κατεύθυνση της αυτοσυντήρησης αλλά και της συνεχούς γιγάντωσης, κινήθηκε με προοπτική τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια για το μεγαλύτερο δυνατό τίμημα και σ΄αυτά τα πλαίσια δημιούργησε ο ίδιος τις συνθήκες κατάρρευσής του.
Η πλήρης αυτονόμηση του συγκεκριμένου οργανισμού από την εκάστοτε κυβερνητική βούληση τού αποστέρησε κάτι περισσότερο από την (στρεβλή, ούτως ή άλλως) συνταγματική νομιμοποίηση –η εξέλιξη του δημόσιου τομέα σε ξεχωριστό κρατικό διαχειριστή, σε κράτος εν κράτει, του στέρησε τη συνεργασία με την κυβερνητική αλλά και την νομοθετική, μηχανή. Οι τελευταίες κυβερνήσεις είδαν έναν αντίπαλο στον δημόσιο τομέα κι έτσι προσπάθησαν να τον αποδυναμώσουν. Με δεδομένη τη δυσχέρεια σωρηδόν πραγματοποίησης προσλήψεων με αδιαφανείς διαδικασίες η οποία επήλθε λόγω, κυρίως, των περιορισμών που τέθηκαν την τελευταία 15ετία από την Ευρωπαϊκή Ένωση (και αντιμετωπίστηκε από τις κυβερνήσεις με εφευρήματα όπως οι συμβασιούχοι έργου ή χρόνου και οι καταρτιζόμενοι –με το σχηματισμό μιας υπο-ομάδας πληβείων εντός του δημοσίου δηλαδή) οι ελληνικές κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν οτι ο δημόσιος τομέας δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τις εκλογοθηρικές τους βλέψεις στον βαθμό που αυτό συνέβαινε παλαιότερα. Αρκέστηκαν έτσι σε πρόσκαιρες συμμαχίες (που εξασφαλίζονταν μέσω επιδοματικών πολιτικών κυρίως) –αυτού του είδους οι συμμαχίες εκτός από πρόσκαιρες αποδείχθηκαν και ιδιαίτερα εύθραυστες στην περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης.
Έχοντας πλέον «αποκολληθεί» από τις κυβερνήσεις ο δημόσιος τομέας δεν μπόρεσε βέβαια να στηριχτεί στην λαϊκή ευαρέσκεια την οποία ποτέ δεν διεκδίκησε και, φυσικά, ποτέ δεν κέρδισε. Άλλωστε η εχθρική προδιάθεση των πολιτών προς τον δημόσιο τομέα είναι τόσο παγιωμένη ώστε παρατηρείται ακόμα και αρνητική προδιάθεση των ίδιων των δημοσίων υπαλλήλων όταν πρέπει να συνεργαστούν με άλλες δημόσιες υπηρεσίες, πέραν της δικής τους, ως πολίτες.

Καταλήγουμε στο οτι ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα θεμελιώθηκε στρεβλά σε σχέση με τον δηλωμένο του σκοπό και τελικά ανεξαρτητοποιήθηκε τόσο από την εξουσία όσο κι από την κοινωνία των πολιτών. Η αυτόνομη πορεία ενός οργανισμού (όσο αυτόνομη μπορεί να είναι βέβαια αυτή –εφόσον ο οργανισμός δέχεται τις επιδράσεις του κοινωνικού είναι και γίγνεσθαι) δεν αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο. Η αυτοκαταστροφική πορεία όμως ενός οργανισμού, η επιλογή συγκεκριμένων κινήσεων οι οποίες στην αρχή ακυρώνουν τις θεσμικές αιτίες ύπαρξής του και στη συνέχεια οδηγούν τον ίδιο τον οργανισμό στην κατάρρευση –αυτά όλα συνιστούν κοινωνική παράνοια. Και συνάμα αποδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου οργανισμού, όποιος και θεωρηθεί οτι είναι ο σκοπός του (με δεδομένο βέβαια οτι ο σκοπός του είναι άλλος από την αυτοκτονία).

Αν περάσουμε τώρα στο καθαρά διαχειριστικό επίπεδο, αφήνοντας τη διευκρίνηση των σκοπών έξω από το ερευνητικό πλαίσιο (δεχόμενοι δηλαδή οτι ο δημόσιος τομέας προσπαθεί να επιτύχει κάποιους σκοπούς οι οποίοι συνδέονται με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων και με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων) θα διακρίνουμε ευκολότερα το οικοδόμημα το οποίο τρέφει και τρέφεται από τον παραλογισμό που προαναφέραμε. Επειδή:

-Η λειτουργία του δημόσιου τομέα καθορίζεται από την νομολογία η οποία τον διέπει. Στην Ελλάδα όμως, η έλλειψη κωδικοποίησης της νομολογίας σε συνδυασμό με τον κυκεώνα κατάθεσης τροπολογιών σε άσχετα (με τον νόμο που τροποποιούν) νομοσχέδια οδηγεί στην άγνοια περί του τι ισχύει κατά περίπτωση –άρα και στην αδρανοποίηση των υπαλλήλων αναφορικά με την εφαρμογή του νόμου.
-Η παραγωγή έργου κάθε υπηρεσίας, επιχείρησης, εργοστασίου, σουβλατζίδικου βασίζεται στο λεγόμενο «οργανόγραμμα» -στην καταγραφή δηλαδή των διαδικασιών παραγωγής και στην αντίστοιχη στελέχωση των θέσεων παραγωγής. Τα οργανογράμματα (οι λεγόμενοι «Οργανισμοί») των Δημοσίων Υπηρεσιών θα μπορούσαν να θεωρηθούν πεπαλαιωμένα εφόσον το τελευταίο από αυτά πρέπει να συντάχθηκε πριν 20 χρόνια. Έτσι, όχι μόνο δεν υπάρχει καμιά αντιστοίχιση μεταξύ διαδικασιών και θέσεων αλλά δεν υπάρχει και η παραμικρή συνάφεια με την σύγχρονη πραγματικότητα, με τραγελαφικά αποτελέσματα (όπως π.χ. οτι προβλέπονται θέσεις διατρητών καρτελών ηλεκτρονικών υπολογιστών αλλά όχι θέσεις συντηρητών δικτύων).
-Μια βασική αρχή της διαχείρισης αφορά την κοστολόγηση του παραγόμενου προϊόντος προκειμένου να διαπιστωθεί αν το κόστος του μπορεί να μειωθεί κι αν τελικά το προϊόν αξίζει να παράγεται ή όχι. Στον ιδιωτικό τομέα αυτού του είδους η κοστολόγηση είναι, σχετικά, εύκολη. Στον δημόσιο τομέα όμως η κοστολόγηση είναι από τρομερά δύσκολη έως αδύνατη. Αυτό συμβαίνει επειδή: α) ο ορισμός καθεαυτού του προϊόντος είναι δύσκολος –για παράδειγμα, ποιο το αιτούμενο προϊόν μιας Δ.Ο.Υ. –η είσπραξη όσο το δυνατό περισσότερων φόρων ή η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας; β) το όφελος από τη διάθεση του προϊόντος δεν μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί εφόσον πρόκειται για κοινωνικό αγαθό –η πώληση ενός παντελονιού μπορούμε να προσδοκάμε οτι θα μας αποφέρει 50 ευρώ, αλλά τι θα μας αποφέρει η διάσωση της ζωής ενός ανθρώπου; Αυτό συνεπάγεται οτι ενώ στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να υπολογίσουμε πως η παραγωγή και διάθεση του παντελονιού δεν θα πρέπει να ξεπερνάει σε κόστος τα 40 ευρώ, ώστε να έχουμε και κάποιο κέρδος, στην δεύτερη περίπτωση είμαστε παντελώς ανίκανοι να αξιολογήσουμε τις υπηρεσίες υγείας σε θέματα κόστους και γ) η παραγωγή κάποιων δημοσίων υπηρεσιών δεν είναι εύκολο να ανατεθεί σε εναλλακτικούς παρόχους –αν, ας πούμε, δε με συμφέρει η παραγωγή γραναζιών στο εργοστάσιο κατασκευής αυτοκινήτων, αγοράζω τα γρανάζια από άλλη εταιρεία, αν όμως δεν με συμφέρει η παραγωγή δικαστικού έργου με τις συνθήκες που γίνεται στη χώρα δεν έχω τη δυνατότητα να «αγοράσω δικαιοσύνη» από μια άλλη χώρα ή εταιρεία.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενα μελετών στον ελληνικό δημόσιο τομέα και να εξαχθούν κάποια, χρήσιμα (εφαρμόσιμα, επεξηγητικά έστω) συμπεράσματα. Όμως η τελευταία μελέτη που έγινε σχετικά με τον δημόσιο τομέα αφορούσε την καταγραφή των εργαζομένων σε αυτόν και μάλιστα απέτυχε! Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε οτι υπάρχουν σχετικοί φορείς (ινστιτούτα, επιτροπές, ομάδες εργασίας κι ότι άλλο μπορεί να σκεφτεί το ανθρώπινο μυαλό) οι οποίοι ασχολούνται με την διερεύνηση του δημόσιου τομέα. Το γεγονός οτι το έργο τους είναι από μηδαμινό έως και προκλητικά αστείο μάλλον έχει να κάνει με την αυτοκτονική τάση του οργανισμού του δημόσιου τομέα που λέγαμε παραπάνω.
Όντως, πόσο συνεργάσιμος μπορεί να είναι ένας οργανισμός ο οποίος βαδίζει με κλειστά τα μάτια και τ΄αυτιά προς το γκρεμό, όταν πας να τον ρωτήσεις για τα όνειρά του και τις προσδοκίες του από τη ζωή;
Το πολύ να σου κοπανήσει μια στα μούτρα ή να σου δώσει ψεύτικα στοιχεία καταγγέλλοντας τη μεταξύ σας συνεργασία σαν μια προσπάθεια εξευτελισμού και απαξίωσής του. Κι νομίζεις οτι όλα αυτά είναι τολμηρές εικασίες, μπορείς κάλλιστα να περιηγηθείς στις κατά καιρούς ανακοινώσεις της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

4. Ελληνική οικονομία: το φαινόμενο της αποικίας χωρίς μητρόπολη

Έχεις απορίες;

Είναι (σ΄αυτό το υπερβατικό σύμπαν των ανεκδότων) ένας Γερμανός, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας οι οποίοι συμμετέχουν σε διαγωνισμό για το ποιος μπορεί να τελειώσει σε μικρότερο χρόνο κάποια, συγκεκριμένα, πράγματα. Ο χρόνος είναι δυο λεπτά και πρέπει μέσα σ΄αυτόν να συναρμολογήσουν ένα καρμπυρατέρ, να φάνε μια μακαρονάδα και να κάνουν σεξ με μια γυναίκα. Ξεκινάει πρώτος ο Γερμανός, συναρμολογεί το καρμπυρατέρ κι εκεί τελειώνουν τα δυο λεπτά. «Εμείς στη Γερμανία, πιστεύουμε οτι η δουλειά είναι πάνω απ΄ όλα», λέει παραδεχόμενος την  ήττα του. Έρχεται η σειρά του Ιταλού, πλακώνεται στη μακαρονάδα, τελειώνει ο χρόνος. «Εμείς στην Ιταλία πιστεύουμε οτι το φαγητό είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει παραδεχόμενος την ήττα του κι αυτός. Έρχεται ο Γάλλος, βουτάει τη γυναίκα, τελειώνει κι ο δικός του χρόνος. «Εμείς στη Γαλλία πιστεύουμε οτι ο έρωτας είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει. Τελευταίος ο Έλληνας, ο οποίος βάζει τη γυναίκα να συναρμολογεί το καρμπυρατέρ όσο αυτός κάνει σεξ μαζί της και ταυτόχρονα τρώει τη μακαρονάδα από το πιάτο που έχει ακουμπισμένο στην πλάτη της. Μέσα σε δυο λεπτά τα έχει τελειώσει όλα! Το πλήθος επευφημεί, οι συναγωνιζόμενοι θαυμάζουν την εφευρετικότητά του, «μα πώς τα καταφέρατε, πώς το σκεφτήκατε!» τέτοια πράγματα. «Εμείς στην Ελλάδα», λέει κορδωμένος, «πιστεύουμε οτι άμα δεν γαμήσεις τον εργαζόμενο ψωμί δεν τρως».

Το παραπάνω ανέκδοτο παρουσιάζει την στρεβλή απεικόνιση της πραγματικότητας η οποία κυριάρχησε στην δόμηση της ελληνικής οικονομίας –αυτό που θεωρείται ως απαύγασμα της καπατσοσύνης (της ικανότητας δηλαδή να φέρνεις σε πέρας οτιδήποτε με τον μικρότερο δυνατό κόπο και με τα ελάχιστα δυνατά εφόδια) δεν είναι παρά η απεικόνιση ενός στουρθοκαμηλισμού. Γιατί αυτό που θα έπρεπε να είναι η λογική κατάληξη του ανεκδότου αποκρύπτεται –το οτι δηλαδή οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι συμμετέχοντες θα πλάκωναν τον Έλληνα στις σφαλιάρες γιατί, ούτε το καρμπυρατέρ έδεσε σωστά (αναθέτοντας την εργασία στη γυναίκα-αντικείμενο του σεξ και άρα άσχετη με μηχανολογία), ούτε το φαγητό ευχαριστήθηκε, ούτε από το σεξ αποκόμισε τίποτα περισσότερο πέραν της αυνανιστικής ικανοποίησης. Το οτι η πλήρης αποτυχία στην υλοποίηση κάποιων οικονομικών ενεργειών θεωρείται ένδειξη εφευρετικότητας σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη η οποία επικρατεί στη χώρα, θα πρέπει να ειδωθεί σαν αποτέλεσμα «αγιοποίησης» της ελληνικής αβελτηρίας.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός οτι η καρκινική ανάπτυξη του ελληνικού οικονομικού μορφώματος ξεκινάει εξίσου ανεκδοτολογικά και συγκεκριμένα με την ιστορία για την καλλιέργεια της πατάτας την οποία προσπάθησε να προωθήσει στον ελλαδικό χώρο ο Ιωάννης Καποδίστριας, αλλά για να τα καταφέρει, αναγκάστηκε να βάλει φρουρούς στην αποθήκη με τους σπόρους, ωθώντας έτσι τους κατοίκους στο να κλέψουν τους σπόρους (που δεν καταδέχονταν να πάρουν όσο μοιράζονταν δωρεάν) επειδή πίστεψαν οτι (λόγω φρούρησης) ήταν πολύτιμοι.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους μετά την ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν μια διαδικασία η οποία προήλθε σαν ευθύ αποτέλεσμα κοινωνικής επανάστασης, επειδή:
1. Η επανάσταση του ’21 είχε μεν κοινωνικές εκφάνσεις οι οποίες όμως καταπνίγηκαν (τις περισσότερες φορές από τους ίδιους τους ηγέτες της), δίνοντας τη θέση τους σε έναν αγώνα αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιοπροσόδων και εξάλειψης των φόρων που πλήρωναν οι γαιοκτήμονες. Αυτό ήταν άλλωστε και το νόημα της αρχηγικής εμπλοκής των αρματολών στην εξέγερση και γι΄αυτό οι, όποιες, πολυπολιτισμικές φωνές (π.χ. Ρήγας Φεραίος) βγήκαν από τη μέση νωρίς και οι, τυχόν, κολλεκτιβικές μορφές διαχείρισης των πόρων (π.χ. Αμπελάκια) αφέθηκαν να παρακμάσουν.
2. Ακόμα κι αυτός ο φεουδαρχικός χαρακτήρας της επανάστασης του ’21 δεν στάθηκε δυνατό να οδηγήσει σε επικράτηση, αδυνατώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον τοπικισμό, τον φυλετισμό, τη θρησκευτική επικυριαρχία και την έλλειψη σύμπνοιας μεταξύ των κοτζαμπάσηδων. Αποτέλεσμα ήταν να ηττηθούν οι επαναστατικές δυνάμεις και να χρειαστεί η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους.

Εφόσον όμως δεν ευδοκίμησε κάποια κοινωνική επανάσταση προκειμένου να ανατραπούν οι όροι ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων, αλλά και δεν έγινε μια ομαλή μετάβαση από ένα καθεστώς σε άλλο, ήταν φυσικό επακόλουθο να επικρατήσει οικονομικό, ιδιοκτησιακό και φορολογικό χάος στο νεοσύστατο κράτος. Στον τομέα της γεωργίας, όχι μόνο δεν έγινε αναδιανομή εδαφών αλλά οι συνθήκες εργασίας έγιναν σκληρότερες για τους ακτήμονες (κολίγους) απ΄αυτές που επικρατούσαν επί οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση εξελίχθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και στα εδάφη που προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια στη συνέχεια. Αγροτικές εξεγέρσεις καταπνίγηκαν με βίαιες μεθόδους, παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν στην επαιτεία ενώ το σώμα της Χωροφυλακής εξελίχθηκε σε κανονικό στρατό κατοχής. Την εποχή της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης στην Ελλάδα εφαρμοζόταν το οικονομικό καθεστώς του «τσαρισμού άνευ Τσάρου» και, στις περιπτώσεις προσάρτησης εδαφών με κάποια δομημένη βιομηχανική γραμμή παραγωγής η στάση του ελληνικού κράτους ήταν τόσο αποτελεσματικά άκαμπτη που η ερήμωση της βιομηχανικής περιοχής αποτελούσε απλώς θέμα χρόνου. Όλα αυτά δεν θα δημιουργούσαν ιδιαίτερα μεγάλα προβλήματα αν η Ελλάδα κατέληγε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη «φυσική» της θέση –δηλαδή στο λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ» μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Από τη στιγμή όμως που αποφασίστηκε οτι η Ελλάδα θα ανήκει στο «δυτικό μπλοκ» (υποθέτω για λόγους διευκόλυνσης των εμπορικών και στρατιωτικών μετακινήσεων –πάντως σίγουρα όχι για λόγους ομοιογένειας με τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες) ξεκίνησε μια αγωνιώδης προσπάθεια απόκρυψης των δομικών διαφορών κάτω από ένα χαλί κεντημένο με «καπατσοσύνη».

Ας δούμε το χαλί από πιο κοντά...

Υπενθυμίζοντας, σε πρώτη φάση, ότι από την εποχή σύστασης του ελληνικού κράτους κυριάρχησαν δυο, αλληλένδετες, οικονομικές τακτικές:
-Η υπερφορολόγηση όσων στερούνται περιουσίας (ως περιουσία νοείται η κατοχή αγαθών ή/και μέσων παραγωγής τα οποία προσκομίζουν κέρδος).
-Η διευκόλυνση όσων κατέχουν περιουσία να χρησιμοποιήσουν τα κέρδη που προσπορίζουν από αυτή καθώς και την όποια ρευστοποίησή της σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (τουλάχιστον εντός των κρατικών ορίων).

Από την εποχή της εξέγερσης του Κιλελέρ (λόγω της επέκτασης και στις κοινόχρηστες γαίες της απαίτησης προσόδου –άρα λόγω αύξησης της φορολόγησης) μέχρι την σημερινή εποχή της υπέρμετρης αύξησης (τόσο της έμμεσης όσο και) της άμεσης φορολόγησης σε ποσοστό που ίσως ξεπερνάει το 40% του μισθού, τα στρώματα των μισθωτών είναι αυτά που πληρώνουν αναγκαστικά. Πράγμα που, με τη σειρά του, σημαίνει οτι η έννοια του φόρου είναι παντελώς αποκομμένη από την οποιαδήποτε κοινωνική αναγκαιότητα (που ίσως εξυπηρετεί), άρα και η ίδια η φοροαπόδοση προσδιορίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την δυνατότητα του φορολογικού υποκειμένου να την αποφύγει.
Από την εποχή ακόμα της Τουρκοκρατίας και της ανάπτυξης των μεγάλων οικογενειών πλοιοκτητών εκτός ελλαδικού χώρου μέχρι τη σημερινή οργασμική ανάπτυξη των off shore εταιρειών στις οποίες μεταφέρονται τα εγχώρια κεφάλαια, η «αποικειοκρατική στρατηγική» εφαρμόστηκε με αξιοζήλευτη ευλάβεια στην Ελλάδα, με τη μόνη διαφορά βέβαια οτι οι «αποικειοκράτες» που απογύμνωναν τη χώρα από πόρους και έσοδα ήταν οι ιθαγενείς κάτοικοι της ίδιας της χώρας!

Σα να μην έφτανε η καταστροφική πορεία της χώρας (με οικονομικούς όρους) ήρθαν οι εμπλοκές σε Παγκόσμιους, Βαλκανικούς και κάθε λογής πολέμους για να αφαιρέσουν εργατικό δυναμικό και να καταστρέψουν τις όποιες υποδομές, προσθέτοντας παράλληλα στρατούς ανειδίκευτων ανέργων (γυναίκες και παιδιά), προσφύγων, αναπήρων πολέμου κ.λ.π. Για μια, υπό ανάπτυξη, οικονομία ο στρατός των εξαθλιωμένων είναι μάννα εξ ουρανού –εφόσον αυτοί μπορούν να αποτελέσουν πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Η μεταπολεμική Ελλάδα όμως, βγαίνοντας από μια 45ετία σχεδόν συνεχόμενων πολέμων, δεν διέθετε την παραμικρή προϋπόθεση οικονομικής ανάκαμψης. Αυτό γιατί:

1.Το παραγωγικό εργατικό δυναμικό της ήταν σημαντικά απομειωμένο (λόγω των πολέμων), σχεδόν εξ ολοκλήρου ανειδίκευτο και παράλληλα επεδείκνυε τρομερή σπουδή να φύγει από τη χώρα, αναζητώντας την τύχη του στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία κυρίως.
2.Οι οδικοί άξονες είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί και το ίδιο ίσχυε, εν πολλοίς, για τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα (ελάχιστα πάντως) εργοστάσια της χώρας.
3.Οι γεωργικές εκτάσεις υποκαλλιεργούνταν για χρόνια, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ενταχθούν σε διαδικασίες μαζικής παραγωγής.
4.Η χώρα είχε λεηλατηθεί με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο.

Ακόμα και αν η εξωτερική βοήθεια για την ανοικοδόμηση της χώρας αξιοποιούταν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, η ανοικοδόμηση θα ήταν άθλος. Είναι κατανοητό λοιπόν το τι συνέβη όταν αυτή η εξωτερική βοήθεια μοιράστηκε στους «ημέτερους» οι οποίοι, αφού αγόρασαν οτι ακόμα έστεκε όρθιο, φρόντισαν να βγάλουν εκτός χώρας μεγάλα οικονομικά ποσά που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση της χώρας! Αν σε αυτό προστεθεί και ο χωρισμός των κατοίκων σε νικητές και ηττημένους (οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα, όχι πρόσβασης στα κεφάλαια ανοικοδόμησης, αλλά ούτε καν έμμεσης βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής τους από την εξωτερική εκείνη βοήθεια) καταλαβαίνει κανείς οτι η μετέπειτα «ανάπτυξη» της χώρας η οποία διαφημίστηκε από τις πρώτες συντηρητικές κυβερνήσεις (και αποθεώθηκε από τη χούντα των συνταγματαρχών) ήταν στην πραγματικότητα ο πλουτισμός κάποιων μακρόβιων συμμοριών και η δημιουργία μιας εύθραυστης ιλουστρασιόν βιτρίνας η οποία κάλυπτε την οικονομική εξαθλίωση. Ήταν δηλαδή, ότι ακριβώς περιγράφει το ανέκδοτο του προλόγου: η ασύστολη εκμετάλλευση του εργαζόμενου ο οποίος δεν ήταν καν ικανός να φέρει σε πέρας την εργασία για την οποία κακοπληρωνόταν, προκειμένου ο συμμορίτης-εργοδότης να μπουκωθεί στα κλεφτά με όσο περισσότερο φαγητό μπορούσε.

Τα οικονομικά χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν είχαν να επιδείξουν κάποια σημαντική βελτίωση –απλώς ένα κατασταλαγμένο μεταπρατικό μοντέλο στο οποίο η παραγωγική διαδικασία κινήθηκε σπασμωδικά (ανάμεσα στα ελάχιστα εργοστάσια που λειτουργούσαν ζημιογόνα, στις αγροτικές καλλιέργειες που πέρασαν από την κατά τύχη εκμετάλλευση στην ένταξη σε ένα ευρωπαϊκό πλάνο ανισότητας και ενός αχρείαστα τεράστιου τριτογενή τομέα). Σε εκείνη τη χρονική περίοδο θα πρέπει να αναζητηθεί και η σχιζοφρενική (για καπιταλιστικό κράτος) μετατροπή του βαθμού κοινωνικής καταξίωσης που συνεπάγεται το επάγγελμα. Πράγματι, θα πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η κοινωνική καταξίωση που απολαμβάνει η εργασία στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα (και δεν έχει να κάνει καθόλου με συσχετισμούς περί κοινωνικής προσφοράς των δημοσίων υπαλλήλων). Οι υπόλοιπες κοινωνικά καταξιωμένες θέσεις εργασίας αφορούν είτε όσους έχουν την τυπική δυνατότητα να διαλεχθούν με την εξουσία (π.χ. δικηγόροι, συμβολαιογράφοι), είτε όσους «συνδιαλέγονται με τον θάνατο» (γιατρούς, φαρμακοποιούς) –αυτό είναι ένα σαφές δείγμα φοβικής κοινωνίας σε βαθμό μάλιστα τον οποίο δεν επέδειξαν ούτε καν υπόδουλοι λαοί ενώ βρίσκονταν υπό την απειλή της γενοκτονίας.

Αν θελήσει κανείς να εξετάσει τους παραγωγικούς τομείς της σύγχρονης Ελλάδας θα παρατηρήσει οτι:

-Ο πρωτογενής τομέας (γεωργία) πέρασε σε ένα καθεστώς επιδότησης χάνοντας την επαφή του με την οικονομία της αγοράς και στερώντας την, ελάχιστη έστω, δυνατότητα αυτοσυντήρησης της χώρας.
-Ο δευτερογενής τομέας (βιομηχανία, βιοτεχνία) λειτούργησε σε δυο άξονες: α) ως παράρτημα κάποιων πολυεθνικών και β) ως εγχώρια μικρομεσαία μονάδα παραγωγής. Στην πρώτη περίπτωση επήλθε μεταφορά των εργοστασίων με την πτώση του «ανατολικού μπλοκ» και την μείωση του εργασιακού κόστους στις χώρες αυτές. Στη δεύτερη περίπτωση, μέσω της απαξίωσης της εργοστασιακής παραγωγής λόγω απροθυμίας εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού και των μεθόδων και λόγω της απροθυμίας των βιομηχάνων να επενδύσουν στις δικές τους μονάδες επήλθε σταδιακός μαρασμός.
-Ο τριτογενής τομέας διογκώθηκε υπέρμετρα και λειτούργησε απομυζώντας παραγωγικές δυνάμεις, προϊόντα και κεφάλαια.

Σ΄αυτόν τον τριτογενή τομέα αξίζει να σταθεί κανείς περισσότερο. Όχι τόσο (και μόνο) λόγω του γεγονότος οτι αναπτύχθηκε υπέρμετρα, όσο και γιατί ο συγκεκριμένος τομέας θα μπορούσε να είναι η σημαντικότερη πηγή ανάπτυξης σε μια χώρα η οποία δεν έχει κανένα παραγωγικό πλεονέκτημα πέραν της γεωγραφικής της θέσης (τόσο αναφορικά με τον τομέα των μεταφορών, όσο και με αυτόν της αναψυχής). Ο τριτογενής στην Ελλάδα θα μπορούσε (με αρκετή διάθεση απλούστευσης) να χωριστεί σε μεταπρατικό εμπόριο και παροχή υπηρεσιών.

Στον τομέα του εμπορίου η κατάρρευση ήρθε ως αναγκαία συνθήκη για τις εγχώριες εταιρείες, από τη στιγμή που άρχισαν να κλείνουν οι βιομηχανικές (και οι βιοτεχνικές) παραγωγικές μονάδες. Αυτό στέρησε στους ντόπιους εμπόρους το πλεονέκτημα του μειωμένου κόστους χοντρικής αγοράς των προϊόντων και, σε συνάφεια, με την είσοδο παραρτημάτων πολυεθνικών, τους αφαίρεσε κάθε προοπτική ανταγωνιστικότητας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις, η παράδοση κάποιων εμπορικών καταστημάτων και άλλοι σχετικοί παράγοντες εξασφάλισαν στα εμπορικά καταστήματα τον απαραίτητο χρόνο για να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους εκτός επιχείρησης ή να διαπραγματευτούν την πώλησή τους σε κάποια πολυεθνική. Φυσικά, για ανασυγκρότηση και επαναδιεκδίκηση του κομματιού της αγοράς το οποίο κάποτε τούς αναλογούσε –ούτε λόγος!
Συνεπώς, τα παραρτήματα των πολυεθνικών εταιρειών (και οι εγχώριες συνεργασίες τους) δεν αντιμετώπισαν κανενός είδους ανταγωνισμό που (σύμφωνα με τις φρούδες ελπίδες των θεωρητικών της ελεύθερης αγοράς) θα τους οδηγούσε σε κάποια προσαρμογή τιμών. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα σημερινά εμπορικά καταστήματα της Ελλάδας να συγκαταλέγονται στα ακριβότερα της Ευρώπης.

Αναφορικά με τον τομέα της παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να συνυπολογιστεί οτι, όπως το εμπόριο χρειάζεται τροφοδότηση από τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία έτσι και οι υπηρεσίες χρειάζονται τροφοδότηση από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις σχολές κατάρτισης. Αν, για παράδειγμα, η επιστήμη της πληροφορικής (καθώς και οι εφαρμογές της) δεν διδάσκονται πουθενά σε μια χώρα, η πιθανότητα να παρέχει αυτή η χώρα υπηρεσίες πληροφορικής είναι μηδαμινή. Στην περίπτωση που εμφανίζονται παρεχόμενες υπηρεσίες από μια τέτοια χώρα, ή στην περίπτωση όπου οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν αντιστοιχούν στο εκπαιδευτικό επίπεδο της χώρας τότε πρόκειται για μια ακόμα εφαρμογή του ανεκδότου του προλόγου –με τους εργαζομένους στο ρόλο της γυναίκας που δένει το καρμπυρατέρ.
Μια ακόμα αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών είναι η ύπαρξη των απαραίτητων υποδομών. Αν, ας πούμε, ένας υπάλληλος γραφείου δεν έχει στυλό να γράψει δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει τη δουλειά του. Και στην Ελλάδα, οι υποδομές για την παροχή υπηρεσιών είναι φτωχές. Από το αναξιόπιστο δίκτυο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στο απελπιστικά ανεπαρκές (αργό, αναξιόπιστο, ακριβό) δίκτυο μεταφοράς δεδομένων κι από τα ακατάλληλα τουριστικά καταλύματα μέχρι τους εξωφρενικά επικίνδυνους δρόμους του οδικού δικτύου της χώρας –η λέξη «υποδομές» μοιάζει με κακό ανέκδοτο για την Ελλάδα.
Όλα αυτά έχουν σα συνέπεια την παροχή υπηρεσιών του χειρίστου είδους και σε (συγκριτικά με τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης) τρομερά υψηλές τιμές.

Κοντολογίς, η διαχρονική πορεία της ελληνικής οικονομίας μοιάζει με λεηλασία ξεραμένης μηλιάς το χειμώνα –όχι μόνο δεν υπάρχουν μήλα για φάγωμα, αλλά αφαιρείται κι από το δέντρο κάθε προοπτική να κάνει κάποτε μήλα. Αντί να γίνει μια προσπάθεια θεραπείας του άρρωστου δέντρου, οι Έλληνες οικονομικοί παράγοντες προτιμούν να ονομάσουν «μήλο» το ξερόκλαδο και να το μασουλήσουν δείχνοντας ευχαριστημένοι σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αυθυποβολής.

Ολοκληρώνοντας αυτή την επιγραμματική (σχεδόν) παρουσίαση των οικονομικών δομών της Ελλάδας πιστεύω οτι μπορούμε πλέον να δούμε το ανέκδοτο του προλόγου στην πραγματική του υπόσταση. Η οποία δεν είναι άλλη από το «ουδείς ηλιθιοδέστερος του κομπορρήμονα».

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2011

3. Όψεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην Ελλάδα: «Ντελόγκ' αφέντη, ούλοι πάμε γιαμά»


Έχεις απορίες;

Παλιότερα παιζόταν αυτό το σήριαλ στην τηλεόραση που περιέγραφε τις περιπέτειες μιας δημοσιογράφου με το όνομα «Μέρφυ Μπράουν». Η οποία Μέρφυ συγκατοικούσε με έναν φίλο της καλλιτέχνη –ένα επεισόδιο σχετικό με αυτόν μου έμεινε αξέχαστο: Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης έφτιαχνε αποκλειστικά τοιχογραφίες (και για την ακρίβεια ταβανογραφίες). Κάποια στιγμή (όπως συμβαίνει πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες των Ευκαιριών) το ταλέντο του καλλιτέχνη αναγνωρίστηκε και του δόθηκε μια αίθουσα σε γκαλερί προκειμένου να επιδείξει το έργο του. Πήγε ο άνθρωπος, ξεμεσιάστηκε να ζωγραφίζει το ταβάνι και στήθηκε τη μέρα των εγκαινίων, όλο αγωνία για την ανταπόκριση του φιλοθεάμονος κοινού. Η αίθουσα άνοιξε –το κοινό μπήκε. Έπεσε μια αρχική παγωμάρα επειδή η αίθουσα ήταν άδεια και κανένας δεν σκέφτηκε να κοιτάξει το ταβάνι. Στη συνέχεια η αμηχανία έσπασε από το πρώτο σχόλιο: «Καταπληκτικό!» Ο σχολιαστής πλησίασε το καλάθι των αχρήστων που υπήρχε στην άκρη της αίθουσας: «Με τι λιτότητα απεικονίζεται η σκουπιδοκουλτούρα του δυτικού πολιτισμού!» αναφώνησε. «Κι αυτό εδώ!» πανηγύρισε άλλος σχολιαστής δείχνοντας την κόκκινη βελούδινη κορδέλα που σηματοδοτούσε περιμετρικά τη διαδρομή εντός της αίθουσας. «Πόσο παραστατικά δείχνει τα όρια που μας επιβάλλει η πολυτέλεια!» Το υπόλοιπο κοινό βιάστηκε να επικροτήσει τις απόψεις των πρώτων σχολιαστών, επιφωνήματα θαυμασμού ακούστηκαν, χειροκροτήματα, ειλικρινή συγχαρητήρια δόθηκαν στον άμοιρο καλλιτέχνη που στεκόταν σαν αποβλακωμένος και το κοινό αποχώρησε από την αίθουσα. Χωρίς να ρίξει ούτε μισή ματιά στην ταβανογραφία.

Προτίμησα να χρησιμοποιήσω το απόσπασμα από το συγκεκριμένο σήριαλ παρά να αναφέρω τις σχετικές απόψεις του Αντόρνο από το Minima Moralia για λόγους συντομίας, όποιος θέλει να μελετήσει το φαινόμενο σε βάθος μπορεί να αναζητήσει τα σημαντικά γραπτά της Σχολής της Φραγκφούρτης. Για την ώρα, μού αρκεί η εντύπωση που δημιουργεί το απόσπασμα του σήριαλ οτι δηλαδή υπάρχει σημαντικό πρόβλημα κατανόησης της τέχνης, κυρίως λόγω της απροθυμίας των θεατών να ξεβολευτούν από τις παγιωμένες θέσεις τους αλλά ταυτόχρονα παρατηρείται η φοβία του κοινού να παραδεχτεί την αδυναμία του, με αποτέλεσμα να εκφράζεται με θαυμασμό για ότι δεν καταλαβαίνει.

Το παραπάνω συμπέρασμα θα είχε μικρή αξία αν, μέσω της τέχνης, δεν εκφραζόταν η πνευματική καλλιέργεια (κουλτούρα) κάθε κοινωνίας. Όμως η τέχνη είναι η αέναη ατομική έκφραση του κοινωνικού φαντασιακού και ο τρόπος πρόσληψης των μηνυμάτων της από το κοινό σηματοδοτεί την κοινωνική συνέχεια. Αν ήθελα να το περιγράψω με ένα παράδειγμα θα έλεγα το εξής: ας υποθέσουμε οτι έχουμε έναν άνθρωπο ο οποίος κάθεται στην παραλία κι άλλον ένα μέσα στη θάλασσα. Ο δεύτερος δίνει πληροφορίες στον πρώτο σχετικά με το πόσο κρύα είναι η θάλασσα, πόσο βρώμικη, ή πόσο βαθιά. Ανάλογα με αυτές τις πληροφορίες, ο πρώτος άνθρωπος του παραδείγματος επιλέγει αν θα κολυμπήσει στη συγκεκριμένη θάλασσα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή αν θα περιμένει να ανέβει ο ήλιος πριν μπει μέσα (ή ακόμα κι αν θα πάει σε άλλη παραλία), επιλέγει επίσης αν θα μπει στη θάλασσα με εξάρτηση κατάδυσης ή με το μαγιό του μόνο κλπ. Αν οι πληροφορίες που δίνει ο άνθρωπος της θάλασσας στον άνθρωπο της παραλίας δεν ακούγονται καλά (επειδή ο άνθρωπος της παραλίας αρνείται να πάει πιο κοντά για να ακούσει, ή επειδή ο άνθρωπος της θάλασσας ηθελημένα μπερδεύει τα λόγια του), ή αν ο άνθρωπος της παραλίας έχει προαποφασίσει οτι ο άνθρωπος της θάλασσας είναι (a priori) αναξιόπιστος τότε το πιο πιθανό είναι να δημιουργηθεί παρεξήγηση. Ο άνθρωπος της παραλίας θα μπει με στολή δύτη σε παραλία βάθους είκοσι πόντων, ή θα ξεπαγιάσει νομίζοντας οτι η θάλασσα είναι ζεστή. Κι αντίστοιχα ο άνθρωπος της θάλασσας θα βαρεθεί να μουλιάζει μόνος του μεσοπέλαγα και θα βγει κι αυτός έξω για λόγους κοινωνικής επιβίωσης (το μπάνιο καταντάει βαρετό όταν δεν έχεις παρέα). Μπορεί βέβαια ο άνθρωπος της θάλασσας να επιλέξει την παραμονή του μέσα στο νερό αδιαφορώντας για την κοινωνική αποδοχή της πράξης του, αλλά τότε, με τη σειρά της και η κοινωνία θα αδιαφορήσει για την ίδια την πράξη. Εμφανώς, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η παραλία είναι ο κοινωνικός χώρος, θάλασσα είναι το κοινωνικό φαντασιακό, άνθρωπος στη θάλασσα είναι ο καλλιτέχνης και άνθρωπος της παραλίας είναι ο καθένας από εμάς (που μπορεί να μπαίνει στη θάλασσα και άρα να τείνει προς τη δημιουργία καλλιτεχνικού έργου ή να κάθεται στην παραλία και άρα να αποτελεί το κοινό).

Έχοντας συνοψίσει τη σημασία της τέχνης και της πνευματικής καλλιέργειας (κουλτούρας) γενικότερα, μπορούμε να εξετάσουμε κάποιες όψεις της ελληνικής περίπτωσης. Για να γίνει αυτό θα χρειαστεί να συνυπολογίσουμε την ιδιαίτερα σημαντική, για την ελληνική περίπτωση, μεταβλητή της γλώσσας.

Η γλώσσα (σε γραπτή και άγραφη μορφή) αποτελεί το βασικό εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, όπως γνωρίζει ακόμα κι ένα πεντάχρονο παιδί. Η διαμόρφωση των λέξεων που μια γλώσσα χρησιμοποιεί, είναι αντικείμενο του επιστημονικού κλάδου που ονομάζεται Σημειολογία (Σημειωτική)σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε οτι κάθε σημείο (στη συγκεκριμένο περίπτωση κάθε λέξη) περιέχει το σημαίνον (αυτό που θέλει ο πομπός σημαίνει δηλαδή) και το σημαινόμενο (αυτό που γίνεται αντιληπτό από τον δέκτη ως το νόημα που το σημείο εκφράζει). Για παράδειγμα, όταν λέμε σε κάποιον να μάς δώσει ένα μήλο, απλώς χρησιμοποιούμε ένα αρχετυπικό σχήμα (την έννοια του μήλου η οποία είναι αποτυπωμένη στο κοινό συνειδησιακό) –χρησιμοποιούμε δηλαδή το σημαίνον της έννοιας. Αυτός στον οποίο απευθυνόμαστε μπορεί να εκλάβει το αίτημά μας με διάφορους τρόπους. Μπορεί απλώς να μας δώσει ένα μήλο (άρα να συμπέσει το σημαίνον με το σημαινόμενο εννοιακά), ή μπορεί να γελάσει με την ειρωνεία του πράγματος αν ζητήσουμε ένα μήλο καταμεσής της Σαχάρας, ή μπορεί να μας επιπλήξει για την ασέβεια που δείχνουμε προς τα θεία, αν ασκεί τα καθήκοντα του χριστιανού ιερέα. Η Σημειολογία, από την πλευρά της, εξετάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εξής:
-Γιατί αποκαλούμε «μήλο» αυτό το φρούτο κι όχι «μπανάνα» ή «στραγάλι».
-Τι έννοια θέλουμε να προσδώσουμε στη λέξη «μήλο» και τι αντιλαμβάνεται ο «συνομιλητής» μας.
-Τι σημαινόμενα περιλαμβάνει τελικά η συγκεκριμένη λέξη.

Η ελληνική γλωσσική περίπτωση είναι από τις χαρακτηριστικότερες, διαχρονικά, στον τομέα βιασμού μιας γλώσσας. Μέσα από τις ιστορικές περιόδους, το κράμα που καταχρηστικά ονομάζεται «ελληνική γλώσσα» δέχτηκε τρομερές εξωγενείς πιέσεις και διαμορφώθηκε σχεδόν in vitro. Ένα από τα πιο εμφανή αποτελέσματα της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι η ύπαρξη δύο γλωσσών, μιας καθομιλουμένης και μιας γραπτής. Κι εδώ δεν αναφέρομαι στα διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα, όπου πολλές φορές η γλώσσα λούμπεν πληθυσμών απαγορεύεται (όπως ας πούμε η γλώσσα των Ρομά, ή η γλώσσα των ιθαγενών του Μεξικού). Αναφέρομαι αποκλειστικά στην επίσημη ελληνική γλώσσα. Η οποία έλκει τις γενεσιουργές της αιτίες στα χρόνια της Αντιβασιλείας που ακολούθησαν τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια.
Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο επιβλήθηκε με νομοθετικό διάταγμα η χρήση του κατασκευάσματος που ονομάστηκε «καθαρεύουσα» (η καθαρότερη των καθαρών δηλαδή) και ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η χρήση της καθομιλουμένης, η οποία αργότερα προσδιορίστηκε σαν «δημοτική». Βέβαια, το συγκεκριμένο διάταγμα βρήκε εφαρμογή κυρίως σε επίπεδο κρατικών διαδικασιών (δημόσιος τομέας, σχολεία, πανεπιστήμια, δικαστήρια κλπ) και δευτερευόντως σε επίπεδο κοινωνικών συναναστροφών μιας νόθας μικροαστικής τάξης που θεωρούσε οτι είναι μεγαλοαστική. Παράλληλα, το κράμα ιδιωμάτων και γλωσσών που επικρατούσε στην τότε Ελλάδα συνέχισε να ομιλείται με τραγικά ή και τραγελαφικά αποτελέσματα (χαρακτηριστικό παράδειγμα, το έργο «Βαβυλωνία» του Δ. Βυζάντιου).

Επειδή όμως η εξέλιξη μιας γλώσσας περνάει μέσα από τον γραπτό λόγο (προκειμένου οι εκάστοτε μετατροπές να παγιώνονται και άρα να γίνεται δυνατή η οικοδόμηση καινούργιων εννοιών πάνω τους) η ελληνική γλώσσα εξελίχθηκε παθολογικά. Παράμετροι διαμόρφωσής της υπήρξαν οι εξής:

-Η «καθαρεύουσα», μια γλώσσα-δημιούργημα κάποιου κλειστού κύκλου (Φαναριωτών κυρίως). Το τερατούργημα αυτό αποσκοπούσε στην επανασύνδεση με την αρχαία ελληνική γλώσσα. Δεν λάμβανε υπόψη του όμως (για να μην πω οτι απέκρυπτε, αμελούσε, ή διαστρέβλωνε) τα εξής δεδομένα: α) η αρχαία ελληνική ήταν πλέον μια νεκρή γλώσσα χωρίς χρηστικές δυνατότητες αναφορικά με τις σύγχρονες κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις, β) αυτό που ο συγκεκριμένος κύκλος ονόμαζε «αρχαία ελληνική γλώσσα» ήταν ένα μείγμα βυζαντινισμών και μεταφρασμένων αρχαίων ελληνικών κειμένων (όχι από Έλληνες, αλλά από Δυτικούς μοναχούς της Αναγέννησης!) Αποτέλεσμα ήταν να επιβληθεί μια γλώσσα-τοτέμ, με μηδαμινές δυνατότητες εξέλιξης κι ακόμα λιγότερες δυνατότητες καλλιτεχνικής (συναισθηματικής, αναραπαστατικής) έκφρασης. Επρόκειτο τελικά για μια γλώσσα που δεν ήταν γλώσσα –με την έννοια οτι δεν μιλιόταν. Τα όρια της γελοιότητας της συγκεκριμένης «γλώσσας» έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη –χαρακτηριστικό παράδειγμα η «ελληνοποίηση» ονομάτων (ο Ιωάννης Κητς κι ακόμα χειρότερα ο Λόρδος Βύρωνας), την επικόλληση καταλήξεων σε ξενικές λέξεις (παράδειγμα το αρκεβούζιον, η εντράς κλπ).

-Η «δημοτική», μια γλώσσα διαμορφωμένη στο Κέντρο Υποδοχής των λαών που υπήρξε ο ελληνικός χώρος από τον 17ο αιώνα και μετά, χωρίς γραπτά στηρίγματα πελαγοδρόμησε ανάμεσα στους τοπικιστικούς ιδιωματισμούς και εκφυλίστηκε λόγω έλλειψης κεντρικής κατεύθυνσης. Έμεινε στους λογοτέχνες το έργο της υπεράσπισης της συγκεκριμένης γλώσσας, όμως κάτι τέτοιο έμοιαζε αδύνατο όσο η γλώσσα δεν είχε σταθερές συντεταγμένες. Έτσι έχουμε τη «δημοτική» του Μακρυγιάννη, τη «δημοτική» του Παλαμά αλλά και τη «δημοτική» του Καζαντζάκη (για να αναφέρω τρία μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα). Βέβαια πρόκειται για γλωσσικά ιδιώματα στα οποία οι λογοτέχνες παρενέβησαν λογοπλαστικά –καμιά σχέση δηλαδή με τους κανόνες που ορίζουν την ύπαρξη μιας κυρίαρχης γλώσσας.

-Η κυριαρχία της μιας ή της άλλης «γλώσσας» μέσω νομοθετικών διαταγμάτων κάθε άλλο παρά συνέβαλλε στην κοινωνική τους αποδοχή. Ακόμα και στα χρόνιας της Μεταπολίτευσης, όταν η «δημοτική» επισημοποιήθηκε, υπήρξε μεγάλο μέρος του πληθυσμού που αντέδρασε, κυρίως για λόγους αδράνειας.

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν να επικρατήσει μια γλώσσα-κουρελού, με ανακατεμένα τα «δημοτικά» και τα «καθαρευουσιάνικα» στοιχεία. Η έλλειψη συνάφειας ανάμεσα στον γραπτό λόγο (ειδικά τον κρατικοδιοικητικό) και τον προφορικό παραμένει μέχρις τις μέρες μας. Η αδυναμία αφομοίωσης στοιχείων από τον διεθνή περίγυρο έχει οδηγήσει είτε στον κανιβαλισμό των λέξεων (π.χ. παρκάρισμα, κουλάρισμα, κέρσορας), είτε στην Μανταμσουσουδίστικη απαγγελία ξενικών ιδιωματισμών (π.χ. γουτουφού, άι ρεστ μάι κέις) ή λέξεων (π.χ, πρότζεκτ, γουίκεντ).

Σε αυτό τον εννοιολογογικό βούρκο κλήθηκε να κολυμπήσει η «ελληνική διανόηση» -ήταν θαύμα λοιπόν το οτι κάποιοι κατάφεραν να μην πνιγούν. Κι επειδή στις χώρες που δεν διαθέτουν ισχυρό καλλιτεχνικό υπόβαθρο οι τέχνες του λόγου κυριαρχούν των υπολοίπων, η γλωσσική απροσδιοριστία σημάδεψε ολοκληρωτικά την καλλιτεχνική δημιουργία της Ελλάδας. Συγκεκριμένα:

-Η μουσική δημιουργία στην Ελλάδα κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην επεξεργασία δυτικοευρωπαϊκών (και αμερικάνικων) ή ασιατικών προτύπων, ανεξίτηλα σημαδεμένη από μια δημοτική παράδοση που καταναλώνεται σαν το μουρουνόλαδο. Το λαϊκό τραγούδι βασίστηκε στις αντιγραφές ινδικών ρυθμών και αναζωογονήθηκε πρόσκαιρα από την επιρροή του ανατολίτικου ρεμπέτικου (μέχρι να το αφομοιώσει και να το απονευρώσει). Η λεγόμενη «ελαφρά μουσική» του Μεσοπολέμου, αντέγραψε σωρηδόν τα δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα. Οι σημαντικοί Έλληνες συνθέτες είτε ακολούθησαν τις ευρωπαϊκές κλασσικές φόρμες με επιμέλεια απουσιολόγου (π.χ. Σκαλκώτας), είτε αναζήτησαν την ανύπαρκτη χρυσή τομή μεταξύ κλασικισμού και βυζαντινισμού (Καλομοίρης), είτε, τέλος επέλεξαν να εκμεταλλευτούν (αξιοποιήσουν) τις δημοφιλέστερες εκδοχές όλων των μουσικών ειδών (κλασσική, ελαφρολαϊκό, τζαζ, δημοτικά, εμβατήρια) όπως ο Θεοδωράκης κι ο Χατζιδάκις. Δεν είναι αμελητέες βέβαια οι περιπτώσεις συνθετών οι οποίοι προσπάθησαν να εξελίξουν κάποια μουσικά είδη, αλλά η αγωνία τους για «ελληνικότητα» (ή η προσκόλλησή τους σε αυτή), εν πολλοίς, οδήγησε τις προσπάθειές τους σε αποτυχία (ή περιορισμένη επιτυχία). Τέτοιοι συνθέτες υπήρξαν ο Δήμος Μούτσης, ο Λουκιανός Κηλαϊδόνης, ο Μίμης Πλέσας, ο Γιώργος Χατζηνάσιος αλλά ακόμα κι ο Γιάννης Μαρκόπουλος κλπ. Η έλευση των δυτικών ροκ και ποπ προτύπων στον ελλαδικό χώρο υπήρξε μια (στιγμιαία έστω) όαση στην μουσική βαρεμάρα, όσο τουλάχιστον οι καλλιτέχνες που ασχολούνταν με το είδος έμεναν σταθεροί στην επιλογή τους για απόρριψη της «ελληνικότητας». Πράγματι, μοιάζει πολύ πιο πιθανό να εκφραστείς μέσα από διεθνείς μουσικές φόρμες όπως κάνει το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου κόσμου, παρά να προσαρμόσεις τις συγκεκριμένες φόρμες σε κάποια νεφελώδη (και τελικά ανύπαρκτη) «ελληνική μοναδικότητα». Όσο αναγνωρίζεις οτι σε παρόμοιες συνθήκες τα ερεθίσματα είναι παρόμοια, διεκδικείς τη δυνατότητά σου να εκφραστείς οικουμενικά. Όταν όμως θεωρείς οτι η χωροταξική θέση σου και η πολιτιστική σου κληρονομιά σε τοποθετούν σε διαφορετικό επίπεδο από τον υπόλοιπο κόσμο, τότε, μάλλον φλερτάρεις με τη γελοιότητα.

-Η ζωγραφική αγκομάχησε μέχρι να ξεφορτωθεί παλαιομοδίτικα ρεύματα, όπως ο ιμπρεσιονισμός του 19ου αιώνα και, εξίσου ετεροχρονισμένα, εισήγαγε ρεύματα όπως ο εξπρεσιονισμός. Σε γενικές γραμμές δεν εμφανίστηκε κανενός είδους πρωτοποριακό κίνημα στην Ελλάδα (προφανώς αναφέρομαι στον κανόνα και όχι σε μεμονωμένες εξαιρέσεις καλλιτεχνών) και δεν ακολουθήθηκε κανένα τέτοιο ευρωπαϊκό κίνημα όταν όντως ήταν πρωτοπορία. Αποτέλεσμα ήταν πολλοί Έλληνες ζωγράφοι να απολαμβάνουν σχετικής (ή και μεγαλύτερης) αναγνώρισης όσο ήταν ζωντανοί –το ακριβώς αντίθετο απ΄αυτό που αποτελούσε τον κανόνα στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η σύγχρονη δημιουργία σε όλες της τις σχετικές μορφές (πίνακες, κόμιξ, πολυμέσα) δεν έχει να επιδείξει κάτι ιδιαίτερο –με την έννοια οτι δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη μιας, κάποιας, «ελληνικής σχολής». Όπως και με τη μουσική, όσο απομακρύνεται από τον ελληνοκεντρισμό της, τόσο γίνεται πιο ενδιαφέρουσα δημιουργικά.

-Διαχρονικά, η οποιαδήποτε προσπάθεια αφομοίωσης τεχνοτροπιών στην αρχιτεκτονική κατακρεουργήθηκε στο βωμό της δήθεν εξέλιξης των αρχαίων ελληνικών τεχνοτροπιών. Το κακό ξεκίνησε με τα λεγόμενα «νεοκλασικά» κτίρια, όπου οι εξωτερικοί κίονες και τα ακροκέραμα οδηγούσαν σε εσωτερικούς χώρους «βαυαρικής μεγαλοπρέπειας» -ένα χαρμάνι αταίριαστο με το περιβάλλον και ιδεολογικά αποπνικτικό. Παράλληλα εφαρμόστηκε η βυζαντινή νοοτροπία κυρίως στην κατασκευή ναών, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει ένα βαρύγδουπο και, κατά συνέπεια, κίβδηλο στυλ στα «δημόσια κτίρια». Στη συνέχεια ξανανακαλύφθηκε η «κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική» -ένα ακόμα παράταιρο στυλ δημιουργήθηκε δηλαδή, εφόσον επιχειρήθηκε η κατασκευή πολυτελών κατοικιών στα πρότυπα των ταπεινών οικημάτων του προηγούμενου αιώνα. Με δυο λόγια, η εφαρμογή των αρχιτεκτονικών προτύπων στην Ελλάδα δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πιστή απεικόνιση της νόθας ελληνοκεντρικής νοοτροπίας που κυριάρχησε στη νεώτερη και σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Κατασκευές οι οποίες είχαν συνάφεια με τις ιστορικές περιόδους στις οποίες δημιουργήθηκαν, είτε ισοπεδώθηκαν από τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την μετέπειτα Καραμανλική λαίλαπα (που κληροδότησε το όργιο των πολυκατοικιών –ειδικά στην Αθήνα), είτε αφέθηκαν να ερειπωθούν γιατί η χρηστική τους αξία «μόλυνε» την επίπλαστη καθαρότητα την οποία επιδίωκε η κυρίαρχη μικροαστική τάξη (για παράδειγμα τα παλιά εργοστάσια ή τα σπίτια «οθωμανικής» τεχνοτροπίας με τις εσωτερικές αυλές και τα χαγιάτια).

γλυπτική ακολούθησε μια, σχετικά, συνεπή εξελικτική (αλλά όχι και προοδευτική) πορεία στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να ενσωματώσει τις ευρωπαϊκές επιρροές στην εγχώρια θεματογραφία. Χωρίς να επιτύχει θαύματα, παραμένει ένας κλάδος τέχνης ο οποίος απέφυγε (εν πολλοίς) τη γελοιοποίηση.

χορός απλώς δεν υπάρχει σαν είδος τέχνης στην Ελλάδα. Πέρα από τις κακόγουστες αναπαραστάσεις δημοτικών χορών (οι οποίες ελάχιστα διέφεραν από τα μουμιοποιημένα πτώματα άρτι αγιοποιηθέντων επισκόπων που περιφέρονταν ανά την επικράτεια) η τέχνη του μπαλέτου χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για την εκγύμναση των μικρών κοριτσιών (ακόμα μια κακή απομίμηση του δυτικοευρωπαϊού τρόπου ζωής).

-Ο ελληνικός κινηματογράφος και γενικότερα οι τέχνες που σχετίζονται με την απεικόνιση (φωτογραφία, βίντεο αρτ, κλπ) ανθούν στον ελληνικό χώρο υπακούοντας σχεδόν αποκλειστικά στα πλαίσια της επιθυμίας. Με απλά λόγια, επιθυμούμε να είμαστε σημαντικοί κινηματογραφιστές και, ως εκ τούτου, είμαστε! Επιθυμούμε να παράγουμε έργα υψηλής καλλιτεχνικής αξίας και, ως εκ τούτου, τα παράγουμε! Ειδικότερα ο ελληνικός κινηματογράφος πέρασε ένα στιγμιαίο στάδιο πειραματισμού (για παράδειγμα, Δάφνης και Χλόη, Προμηθέας Δεσμώτης) πριν πέσει με τα μούτρα στην εμπορευματοποίηση η οποία συνεπαγόταν την (καρέ-καρέ) αντιγραφή των δακρύβρεχτων ινδικών ταινιών και την αξιοθρήνητη αναπαράσταση κάποιων μεγάλων χολυγουντιανών επιτυχιών. Η καταραμένη προσκόλληση στην «ελληνικότητα» φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης και για την ιλαροτραγική κατάντια του ελληνικού κινηματογράφου, καθορίζοντας τις δυο ειδών κυρίαρχες θεματολογικές μπαλαφάρες: α)τα «ποιμενικά δράματα», τα «γουέστερν φουστανέλα» και τις «πολεμικές υπερπαραγωγές» -δείγματα, στην πλειονότητά τους, αντιδραστικού κινηματογράφου τον οποίο θα περιγελούσαν ακόμα και οι απλοϊκότεροι διαμορφωτές γνώμης των ναζί και β)τα «πάθη της ελληνικής αριστεράς» -επρόκειτο για επαναλαμβανόμενο κινηματογραφικό μοτίβο παρεμφερές της περιφοράς του Επιταφίου –αργό, ανούσιο και βαρετό. Ακόμα και προικισμένοι σκηνοθέτες (π.χ. Κούνδουρος, Βούλγαρης αλλά και Κακογιάννης) εγκλωβίστηκαν σ΄αυτού του είδους τις «δεσμεύσεις». Βέβαια υπήρξαν εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλέξη Δαμιανού –αλλά ο τομέας της «πολύπαθης αριστεράς» σηματοδοτήθηκε από ανύπαρκτες σεναριακές δομές, μακρόσυρτα δήθεν υποβλητικά πλάνα και εν γένει αστειότητες που επιθυμούσαν να ειδωθούν μέσα από φιλοσοφικό πρίσμα (βλέπε Αγγελόπουλος). Όπως και στη μουσική, όταν οι Έλληνες δημιουργοί αδιαφόρησαν για την «ιδιαιτερότητα της ελληνικότητας» παρουσίασαν αξιόλογα έργα (περίπτωση Γιάνναρη) ή και αριστουργήματα (περίπτωση Νικολαϊδη).  Προφανώς οι μεμονωμένες περιπτώσεις δεν αρκούν για να σηματοδοτήσουν τα πράγματα αναφορικά με την κινηματογραφική δημιουργία στην Ελλάδα. Ένα ακόμα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του ελληνικού κινηματογράφου είναι η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του σκηνοθέτη ο οποίος ενίοτε γράφει και το σενάριο (ακόμα κι όταν είναι ανίκανος να το πράξει) με τραγελαφικά, συνήθως, αποτελέσματα.

-Αυτή η επιγραμματική παρουσίαση της πορείας των καλών τεχνών στην Ελλάδα ξεκίνησε με αναφορά στην λογοτεχνία, νομίζω λοιπόν πώς έτσι θα πρέπει και να ολοκληρωθεί. Σαν χώρα η Ελλάδα έχει να επιδείξει σημαντικούς ποιητές διεθνούς βεληνεκούς και λιγότερο σημαντικούς μυθιστοριογράφους. Πράγματι, η ποίηση μπόρεσε να αφομοιώσει τις διεθνείς επιρροές και να ενσωματώσει ελληνικά χαρακτηριστικά χωρίς να χάσει τίποτα από τη δυναμική της. Αυτό οφειλόταν, μάλλον, σε δυο παράγοντες: α)σε χώρες με μειωμένη πνευματική καλλιέργεια η ποίηση ανθεί σε βάρος της μυθιστοριογραφίας (όπως, ας πούμε, για ένα παιδί του δημοτικού είναι πιο πιθανή η ποιητική έκφραση από την διηγηματική) και β)στο γεγονός οτι η ποίηση κατόρθωσε να λειτουργήσει συγχρονικά (ή έστω σε ευθεία αναπαράσταση) με τα εκάστοτε κοινωνικά συμβάντα. Από την άλλη πλευρά, η λογοτεχνική δημιουργία έχοντας μονίμως να υπερκεράσει τον βραχνά της έκδοσης (και ενίοτε της λογοκρισίας η οποία ήταν αυστηρότερη απ΄ότι στην «ακατανόητη» ποίηση) αναγκάστηκε να ακολουθήσει πλάγιες οδούς και, πολλές φορές, να χαθεί εντός τους. Η «σχολή του ‘30» δημιούργησε προσδοκίες οι οποίες στη συνέχεια διαψεύστηκαν, μεγάλοι συγγραφείς εξαφανίστηκαν μη γνωρίζοντας αποδοχή, κοσμικοί σαχλαμάρες και επιφυλλιδογράφοι γυναικείων περιοδικών αναγορεύτηκαν σε γίγαντες της λογοτεχνίας όσο η ελληνική ανορθογραφία απογείωνε, για παράδειγμα τον Τσιφόρο και απέκλειε τον Πικρό (δυο συγγραφείς που είχαν ίδια θεματική αλλά διαφορετική «διακόσμηση»). Η σύγχρονη λογοτεχνία βρίθει αυτοαναγορευόμενων διανοιών σε επίπεδο προβολής χωρίς παράλληλα να παρουσιάζει την παραμικρή καινοτομία, τόσο θεματικά, όσο και στυλιστικά. Τον δυναστικό ρόλο των εκδοτικών οίκων τείνουν να υποκαταστήσουν τα πολυβιβλιοπωλεία ενώ η προοπτική εμφάνισης ενδιαφερουσών προσπαθειών δείχνει εμφανώς περιορισμένη.

Κλείνοντας την προσπάθεια συνοπτικής απεικόνισης των, κυρίαρχων έστω, δειγμάτων της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας θα πρέπει να παραδεχτούμε οτι σαν χώρα η Ελλάδα δεν μπορεί να καυχηθεί για τα επιτεύγματά της στους συγκεκριμένους τομείς. Αναλογικά, το κοινό στο οποίο απευθύνεται η καλλιτεχνική δημιουργία (ή, αυτό που καταναλώνει το καλλιτεχνικό έργο) χαρακτηρίζεται από έναν επαρχιώτικο μεγαλοϊδεατισμό που το εμποδίζει να διακρίνει την καλλιτεχνική του άγνοια (άρα και να την καταπολεμήσει). Τα χαρακτηριστικά του κοινού που αποδόθηκαν με βάση το παράδειγμα του σήριαλ «Μέρφι Μπράουν» ταιριάζουν και στο ελληνικό κοινό –με μια μικρή (πιθανολογικά) διαφοροποίηση. Αν ο καλλιτέχνης έλεγε «κοιτάξτε στο ταβάνι ηλίθιοι» το πιθανότερο είναι οτι το ελληνικό κοινό θα τον λιντσάριζε επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει το γούστο του. Επειδή είναι κυρίαρχη η αντίληψη του ελληνικού φιλότεχνου κοινού οτι γνωρίζει καλύτερα το καλλιτεχνικό δημιούργημα ακόμα κι από τον ίδιο του τον δημιουργό.

Θα ήθελα τέλος να υπενθυμίσω στους θιασώτες της «ελληνικής καθαρότητας» και στους λάτρεις της ελληνικής παράδοσης οτι η φράση του τίτλου προέρχεται από το θεατρικό έργο «Βαβυλωνία» -από την εποχή δηλαδή που τα πάντα ήταν αμιγώς ελληνικά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011

2. Εθνική ταυτότητα: «ο κρετίνος του διπλανού θρανίου»


Έχεις απορίες;

Θα επικαλεστώ μια ανάμνηση από τα μαθητικά μας χρόνια. Την ανάμνηση εκείνου του ενοχλητικού συμμαθητή που διέκοπτε μονίμως όλους τους υπόλοιπους για να πει την άποψή του, που δεν ησύχαζε αν η άποψή του δεν γινόταν πλήρως αποδεκτή (ακόμα και με τη βία), δεν άκουγε τους άλλους (απλώς τους υπέμενε), ήξερε τα πάντα καλύτερα από τους πάντες, ισχυριζόταν οτι ήταν ο καλύτερος μαθητής χωρίς ποτέ να διαβάζει αλλά οι καθηγητές συνωμοτούσαν εναντίον του προκειμένου να τον μειώσουν. Εκείνου του συμμαθητή μας που έκανε ενοχλητικές πλάκες σε βάρος των υπολοίπων απαιτώντας να απολαμβάνει την συντροφική ασυλία ενώ, όταν ο ίδιος γινόταν αντικείμενο πλάκας, έτρεχε να το καταγγείλει στον διευθυντή του σχολείου. Ποιος δεν θυμάται τον συγκεκριμένο συμμαθητή του;

Αυτός ο συμμαθητής δεν ήταν απλώς ένα περαστικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με το στρεβλό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας –αυτός ο συμμαθητής ήταν (και παραμένει) ο εκπρόσωπος της κυρίαρχης κοινωνικής αντίληψης όσον αφορά τη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν θελήσουμε να εξετάσουμε τη δόμηση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας θα χρειαστεί να ρίξουμε μια ματιά στα υλικά από τα οποία αυτή συστάθηκε –πιστεύω πως η κυρίαρχη εθνική αντίληψη είναι ένα από αυτά. Γι΄αυτό θα επιχειρήσω μια ανάγνωση του παράγοντα ο οποίος ονομάζεται εθνική ταυτότητα.

Είναι ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη οτι η εθνική ταυτότητα προϋπήρχε της ίδρυσης του ελληνικού κράτους (πρωτόκολλο του Λονδίνου –ή αλλιώς της Ανεξαρτησίας –το 1830). Υποστηρίζεται οτι η εθνική ταυτότητα διατηρήθηκε αναλλοίωτη (αναφορικά με τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της) από την εποχή των Περσικών πολέμων (κάποιοι τερατολόγοι εντοπίζουν την πρώτη εμφάνιση τής εθνικής ταυτότητας στα Ομηρικά έπη) μέχρι τις ημέρες μας. Αυτό, εάν ίσχυε, θα σήμαινε τα παρακάτω:

-Για μια και μοναδική φορά στην παγκόσμια ιστορία, διαφορετικές εθνότητες (Αχαιοί, Δωριείς, Μακεδόνες κλπ) απέκτησαν κοινή ταυτότητα όντας αυστηρά φυλετικά περιχαρακωμένοι. Αυτή δε η κοινή εθνική ταυτότητα θα πρέπει να αποκτήθηκε δι΄ επιφοιτήσεως και όχι μέσα από την κοινωνική συμβίωση.

-Η εθνική ταυτότητα του θεωρούμενου ως ελλαδικού χώρου παρέμεινε μεν αναλλοίωτη αλλά τροποποιήθηκε τόσες φορές, περιλαμβάνοντας τόσες αλληλοσυγκρουόμενες πτυχές, ώστε είναι αδύνατο να την ορίσουμε. Πράγματι, η εθνική ταυτότητα περιελάμβανε τόσο την αθηναϊκή δημοκρατία όσο και την σπαρτιατική τυραννία αλλά ταυτόχρονα και την μακεδονική μοναρχία. Η εθνική ταυτότητα περιελάμβανε τόσο τον μικρασιατικό στωικισμό, όσο και τον αθηναϊκό «ηθικό λόγο» αλλά και τον μετέπειτα αριστοτελικό σχολαστικισμό. Αυτή η εθνική ταυτότητα λοιπόν, διαμορφώθηκε τους προ Χριστού αιώνες περιλαμβάνοντας σχεδόν τα πάντα και ταυτόχρονα αποκλείοντάς τα.

-Η εθνική ταυτότητα (αν παρ΄όλα αυτά δεχτούμε την ύπαρξή της) παρέμεινε αναλλοίωτη (ας πούμε καλύτερα αναγνωρίσιμη) κατά τη μακεδονική κατοχή όπως και κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής του θεωρούμενου ως ελλαδικού χώρου. Αυτό ήταν συνέπεια της διοικητικής πρακτικής των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Όταν όμως η Βυζαντινή αυτοκρατορία διαδέχτηκε την Ρωμαϊκή, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Η (ας την δεχτούμε ως) ενιαία εθνική ταυτότητα βρέθηκε στο στόχαστρο του βίαιου εκχριστιανισμού που αποτέλεσε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα. Το κυνήγι των «εθνικών» υπήρχε λυσσαλέο με αποτέλεσμα να καταστραφεί η πλειονότητα των γραπτών πηγών, να γκρεμιστούν ναοί, με μια κουβέντα να «ισοπεδωθεί ο παλιός κόσμος». Ακόμα κι αν δεχτούμε λοιπόν οτι αυτή η εξ αποκαλύψεως οντότητα η οποία ονομάζεται «εθνική ταυτότητα» επιβίωσε δια μέσου των αιώνων «εκπολιτίζοντας» τους βαρβάρους (Μακεδόνες, Ρωμαίους) δεν μπορούμε να παραβλέψουμε οτι δέχτηκε μοιραίο πλήγμα στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

-Η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση συνέπεσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον ελλαδικό χώρο. Η, ήδη αποκτηθείσα βυζαντινή (μεσαιωνική) ταυτότητα μεταβλήθηκε για μια ακόμα φορά υπό την επιρροή των Οθωμανών αλλά και με βάση την «παλινόρθωση» των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων όπως αυτή έγινε μέσω, κυρίως, καθολικών μοναχών.

Συμπερασματικά δικαιούμαστε να υποστηρίξουμε οτι: το συνονθύλευμα διαφορετικών και αντιτιθέμενων αντιλήψεων σε κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο που ξεκίνησε από τα αρχαϊκά χρόνια για να καταργηθεί κατά τον Βυζαντινό Μεσαίωνα και να επανέλθει, στην κυριολεξία αγνώριστο, μέσω των δραστικών παρεμβάσεων των μοναχών της Αναγέννησης, σαφώς επηρεασμένο από την Βυζαντινή και την Οθωμανική κοσμοθεωρία, διαμόρφωσε την κυρίαρχη εθνική ταυτότητα της Ελλάδας.

Αν έτσι διαμορφώθηκε η εθνική ταυτότητα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, η ιστορική του πορεία προς την «εδαφική ολοκλήρωση» ήταν ακόμα πιο συγκεχυμένη. Το ελληνικό κράτος οριοθετήθηκε μέσα από αλλεπάλληλες πολεμικές ήττες (παραθέτω ενδεικτικά):

-Την ήττα του επαναστατικού κινήματος του 1821 η οποία κατέληξε σε επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και, τελικά, ίδρυση του ελληνικού κράτους.
-Την ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.
-Την συμμετοχή με τις νικήτριες δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η οποία κατέληξε στην Μικρασιατική Καταστροφή.
-Την συμμετοχή με τις νικήτριες δυνάμεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η οποία οδήγησε, μέσα από την ήττα και τη γερμανική κατοχή, στον Εμφύλιο πόλεμο.

Η εθνική ταυτότητα (αλλιώς και εθνική συνείδηση) χρησιμοποίησε όλες αυτές τις «πρώτες ύλες» για να παγιωθεί, ιδιαίτερα τις τελευταίες, μεταπολεμικές, δεκαετίες. Συγκεκριμένα:

-Στη δεκαετία του ’50 το κλίμα κρατικής τρομοκρατίας διαμόρφωσε ένα ελληνοχριστιανικό ιδεώδες στα ίχνη των σκοτεινότερων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το «αντίπαλο δέος», ο κομουνιστικός παράγοντας, προσπαθούσε να εκπληρώσει τον ακροβατικό του ρόλο (να μην αυξήσει δηλαδή την επιρροή του σε επίπεδα πέραν του διεθνώς επιτρεπτού, αλλά και να παραμείνει εν δυνάμει απειλή) μετά από μια κεφαλαιώδη ήττα και εν μέσω ανηλεών διώξεων.

-Στη δεκαετία του ’60 έγινε μια πρώτη προσπάθεια «εξευρωπαϊσμού» της εθνικής ταυτότητας –η κρατική διαχείριση έκανε απόπειρες εκδημοκρατισμού (μέσα και από την άνοδο των ανεκτικότερων «κεντρώων» στην εξουσία). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παρεισφρήσουν ιδέες από το παγκόσμιο αντιπολεμικό καθώς και το φεμινιστικό κίνημα στη διαμόρφωση των νεανικών διεκδικήσεων –για πρώτη φορά διακρίνεται λοιπόν η ύπαρξη αιτημάτων με ισχύ η οποία υπερβαίνει τα στενά όρια της χώρας (και δεν αφορά αλυτρωτικές τάσεις). Συνέπεια αυτού είναι η δημιουργία εναλλακτικών αριστερών κινημάτων και η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας του ΚΚΕ στους κοινωνικούς αγώνες. Το κατεστημένο επεμβαίνει, βέβαια, σ΄αυτή την προοπτική δημιουργίας αστάθμητων κοινωνικών παραγόντων με την εγκαθίδρυση της χούντας.

-Στη δεκαετία του ’70 έχουμε για μια ακόμα φορά τη βίαια επιβολή του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους από την χούντα η οποία μεταλλάσσεται μέσα από τη φυγόκεντρο κυριαρχία μιας αριστερίζουσας (αλλά σπανίως αριστερής) ιδεολογικής κατεύθυνσης μετά την κατάρρευση της χούντας. Πρόκειται για τη δεκαετία όπου οι ιδεολογικές τοποθετήσεις χαρακτηρίζονται από την ακραία όξυνση και την (συνεπώς επακόλουθη) αλληλο-ακύρωσή τους.

-Στη δεκαετία του ’80 φαίνεται να κυριαρχεί ένα εξάμβλωμα πατριωτικής αριστερίστικης ιδεοληψίας διάτρητο από εφαρμοστικούς αστερίσκους. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο παραμένει «το όπιο του λαού» (σε μια βολική παράφραση του σχετικού μαρξιστικού αποφθέγματος, κατάλοιπο της προηγούμενης δεκαετίας) αλλά «το μπάσκετ είναι διαφορετική υπόθεση, άλλωστε και λίγη μπαλίτσα δεν βλάπτει, αρκεί να μην την πάρεις στα σοβαρά». Οι Αμερικάνοι παραμένουν «φονιάδες των λαών», αλλά η εκδίωξή τους αναβάλλεται για «όταν θα σταθούμε στα πόδια μας». Η ΕΟΚ παραμένει «των μονοπωλίων» αλλά «αν δεν υποστηρίξουμε την ένταξή μας θα οδηγηθούμε σε διεθνή απομόνωση». Ο Καντάφι, ο Αραφάτ, ο Τσαουσέσκου μπορεί να είναι ηγέτες ολοκληρωτικού τύπου αλλά είναι «οι δικοί μας άνθρωποι που αγωνίζονται απέναντι στον κοινό εχθρό».

-Στη δεκαετία του ’90, με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ συμπαρασύρεται το σύνολο σχεδόν της αριστερής θεώρησης του κοινωνικού γίγνεσθαι. Το, όποιο, αριστερό πρόθεμα αφαιρείται από την εθνική ταυτότητα και κυριαρχεί μια μεγαλοϊδεάτικη «επιστροφή στις ρίζες», μια πιο «ελαφριά» προσέγγιση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους ενδυναμωμένη από ακατάσχετη παρελθοντολαγνεία.

-Στη δεκαετία του ’00 παρακολουθούμε την προσπάθεια εξάλειψης οποιουδήποτε ίχνους διεθνισμού ο οποίος πλέον αναγορεύεται σε εχθρική λαίλαπα και ονομάζεται «παγκοσμιοποίηση». Έτσι, το «πλανητικό χωριό» (ανέκαθεν επιδίωξη της ακηδεμόνευτης αριστεράς) δαιμονοποιείται στα πλαίσια της κυρίαρχης εθνικής ιδεολογίας και η χρησιμοποίησή του εκ μέρους αντιεξουσιαστικών ομάδων καταγγέλλεται σαν «εξυπηρέτηση σκοτεινών συμφερόντων». Το εθνικό ιδεολογικό πεδίο είναι πλέον πρόσφορο για την καλλιέργεια ελληνοχριστιανικών τάσεων επαυξημένης σκοταδιστικής δυναμικής, πράγμα που σημαίνει οτι ο «βυζαντινισμός» πέραν του καθορισμού της ιδεολογικής γραμμής επεκτείνεται και στο πεδίο της διαχείρισης των κοινών, το πεδίο της πολιτικής πρακτικής δηλαδή.

Δυο ακόμα μεταβλητές οι οποίες προσδιορίζουν την σύγχρονη εθνική ταυτότητα είναι:

1.Η οικονομική κρίση η οποία δημιουργεί συνθήκες πολέμου «όλων εναντίον όλων» κονιορτοποιώντας την οποιαδήποτε πρόθεση συλλογικών διεκδικήσεων.
2.Τα μεταναστευτικά ρεύματα που εισρέουν στη χώρα αφυπνίζοντας τον ανανεργό (αλλά πάντα υπάρχοντα) ρατσισμό των Ελλήνων. Εδώ αξίζει να γίνει μια επιγραμματική αναφορά στον ελληνικό ρατσισμό ο οποίος αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της εθνικής ταυτότητας: για λόγους που θα αναλυθούν στη συνέχεια, οι Έλληνες διέπονταν από ακραίες ρατσιστικές αντιλήψεις τουλάχιστον τα τελευταία 50 χρόνια –συγκεκριμένα η πάγια θεώρηση αντιμετώπιζε ως υπανθρώπους τους Τούρκους, βρώμικους τους μαύρους, απατεώνες τους Βαλκάνιους και διανοητικά υποδεέστερους τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους.

Νομίζω οτι μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα αφού ορίσαμε τις ιστορικά διαμορφωμένες συντεταγμένες της. Ας καταγράψουμε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα:

1.Παρελθοντολαγνεία. Οτιδήποτε προέρχεται από το παρελθόν είναι καθαγιασμένο. Οι προηγούμενες δεκαετίες ήταν «υπέροχες, συναρπαστικές, αληθινές» σε σχέση με τη σημερινή «ψεύτικη, μίζερη, καταθλιπτική» εποχή μας. Η μουσική χειροτερεύει με το πέρασμα των χρόνων. Οι κοινωνικοί αγώνες χάνουν το νόημά τους, επίσης.. Οι άνθρωποι απανθρωποποιούνται όσο περνάνε τα χρόνια. Μέσα από την παρελθοντολαγνεία επιτυγχάνεται η απάλειψη των ευθυνών του σύγχρονου ανθρώπου. Αφού όλα είναι χάλια δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσπαθήσει κανείς να κάνει το οτιδήποτε.

2.Φυλετική ανωτερότητα. Η γεωδυναμική θέση της χώρας προσέδωσε στους κατοίκους μνημειώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία καμιά άλλη χώρα δεν μπορεί να προσδώσει (εφόσον μόνο η Ελλάδα εδρεύει στον γεωδυναμικό χώρο της Ελλάδας!!!) Η φιλοσοφία γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα (αναληθές βεβαίως –εφόσον τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα εισήχθησαν στον ελλαδικό χώρο από την Ανατολή), η φιλοξενία εφευρέθηκε εδώ (μόνο σαν αστείο μπορεί να εκληφθεί αυτό), η πολεμική ανδρεία είναι ίδιον των Ελλήνων (αν εξαιρέσουμε το γεγονός οτι ο ελλαδικός χώρος υπήρξε από τους περισσότερο κατακτημένους), οι Έλληνες υπήρξαν ανέκαθεν αδούλωτοι (αν ξεχάσουμε την αγαστή τους συνεργασία με Μακεδόνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Οθωμανούς και Γερμανούς κατακτητές), το «ελληνικό δαιμόνιο» μεγαλούργησε παγκοσμίως (σε εφοπλιστικές βυθίσεις πλοίων για την είσπραξη ασφαλειών, στο πεδίο της μαύρης αγοράς κλπ) και γενικότερα η ελληνική φυλή είναι μοναδική (απολύτως αναληθές εφόσον μοναδική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια αμιγής φυλή όπως των Μάο Μάο ή των Ιροκέζε για παράδειγμα). Η φυλετική ανωτερότητα χρησιμεύει στην παράβαση των κανόνων εκ μέρους μας ενόσω, ταυτοχρόνως, απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων των άλλων στους κανόνες αυτούς.

3. Προδιάθεση υπακοής σε φωτισμένους ηγέτες. Στα πλαίσια μιας αξιακής ταξινόμησης η οποία προκύπτει «έξωθεν» της κοινωνίας η προσδοκία ύπαρξης «ανώτερων όντων» είναι φυσικό επακόλουθο. Αν το υποκείμενο τοποθετεί τον εαυτό του στο επίπεδο των «εκλεκτών», σίγουρα θα υπάρχει κι ο «εκλεκτός των εκλεκτών», ο «πρώτος μεταξύ ίσων», ο «φωτισμένος». Ο ηγέτης έτσι γεννιέται (δεν γίνεται) με το χάρισμα, προκύπτει σαν, πέραν των κοινωνικών κανόνων, «δώρο των θεών». Οι «εκλεκτοί» είναι λοιπόν ένας «στρατός σε αναμονή», έτοιμοι να μπουν κάτω από τη σημαία του ηγέτη και να αποδείξουν τη μοναδικότητά τους.

4. Άγνοια και επακόλουθη εχθρότητα προς κάθε είδους γνωστική εμπειρία. Όσο κι αν η άγνοια, η έλλειψη κοινωνικοποίησης και πνευματικής καλλιέργειας είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων κοινωνικών δομών, η μη παραδοχή τους αποτελεί χαρακτηριστικό κόμπλεξ των πολιτών σε παθογενείς κοινωνίες. Η άγνοια στερεί το δικαίωμα στην παντογνωσία –δικαίωμα το οποίο κατέχεται λόγω φυλετικής ανωτερότητας. Η τυχόν απόδειξη της άγνοιας αυτομάτως δημιουργεί υποχρέωση προσπορισμού γνώσης η οποία όμως ενέχει την αυξημένη επικινδυνότητα να ανατραπεί το προσωπικό αξιακό σύμπαν του καθενός.

5. Κοινωνιοφοβία. Η κοινωνία είναι ένας εχθρικός χώρος, ένας στίβος μάχης ανάλογος της στρεβλής ιδέας η οποία έχει καλλιεργηθεί για την ζούγκλα. Σε αυτόν τον στίβο βγαίνουμε για να επικρατήσουμε συντρίβοντας όλους όσους δεν παραδέχονται την ανωτερότητά μας. Και η επικράτησή μας θα πρέπει να είναι πλήρης –από τη δουλειά όπου θα υπερκεράσουμε τους συναδέλφους μας προκειμένου να εξελιχθούμε, στο σπίτι όπου θα πρέπει να διαμορφώσουμε τα παιδιά μας σύμφωνα με τα σωστά πρότυπα (τα δικά μας πρότυπα δηλαδή), μέχρι την άσφαλτο η οποία ανήκει σε εμάς και το αυτοκίνητό μας, τις υπηρεσίες οι οποίες υπάρχουν για να εξυπηρετούν αποκλειστικά εμάς κλπ.

6. Ανάγκη παραποίησης της πραγματικότητας. Η επίπλαστη ανωτερότητά μας έχει την ανάγκη ενός παράλληλου σύμπαντος προκειμένου να υπάρξει. Τα γεγονότα έχουν πολύ μικρή αξία –ότι ταιριάζει με την ψευδαίσθησή μας είναι αποδεκτό, οτι προσπαθεί να την διαλύσει θα πρέπει να καταγγέλλεται. Η ανάγκη παραποίησης της πραγματικότητας ενδυναμώνεται ανάλογα με την ιδιότητα της πραγματικότητας να είναι αδιάψευστη. Ένας χαμένος ποδοσφαιρικός αγώνας είναι αποτέλεσμα «πουλημένης» διαιτησίας. Μια χαμένη προαγωγή είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας. Μια απόρριψη στον ερωτικό τομέα είναι αποτέλεσμα του ανήθικου χαρακτήρα αυτού που μας απέρριψε. Τίποτα δεν είναι δικό μας λάθος.

7. Νόθος μεγαλοαστισμός. Η ανάγκη να αποδείξουμε οτι ανήκουμε στην παραπάνω τάξη σαν σύμπτωμα της αδυναμίας μας να ανέλθουμε κοινωνικά σε αυτή. Η ανάγκη επιδεικτικής κατανάλωσης και κατοχής αγαθών τα οποία δηλώνουν πλούτο.

8. Τάση για ετεροκαθορισμό. Δεν είμαστε αφ΄εαυτού μας –είμαστε δια μέσου των περιουσιακών μας στοιχείων και σε αντιπαράθεση με κάποιους «άλλους». Είμαστε το επάγγελμά μας, η μεζονέτα και το εξοχικό μας, το θηριώδες μας τζιπ, ο ακριβός μας ρουχισμός, οι φωτογραφίες και τα βίντεο από τα ανούσια ταξίδια «αναψυχής» μας, η αγορασμένη συντροφιά με την οποία ξεφαντώνουμε «πρώτο τραπέζι πίστα», τα χόμπι τα οποία πληρώνουμε ακριβά και δεν τα εξασκούμε σχεδόν ποτέ. Είμαστε επίσης «αυτοί που δεν είναι». «Αυτοί που δεν είναι γύφτοι, πακιστανοί, αραπάδες, Αλβανοί, βλάχοι, πούστηδες, άπλυτοι....»

Ας καταλήξουμε λοιπόν οτι η εθνική ταυτότητα της σύγχρονης Ελλάδας είναι αυτό το σύνδρομο ρατσισμού το οποίο αντλεί τις προσλαμβάνουσές του από την παρελθοντολαγνεία, ωθώντας στην προδιάθεση ποδηγέτισης, την αποθέωση της άγνοιας και τελικά την κοινωνιοφοβία ενδυναμωμένη από την έντονη τάση παραποίησης της πραγματικότητας προς όφελος του ατομικού ετεροκαθορισμού.

Ξαναβλέποντας τον ορισμό αναγνωρίζω με φρίκη, όχι μονάχα τον ενοχλητικό συμμαθητή από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά και πολλούς ακόμα της αυτής κατηγορίας με τους οποίους δεν είχα την ατυχία να πηγαίνω στο ίδιο σχολείο. Η οικειότητα που νιώθω με τα παραπάνω αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μού δημιουργεί την αίσθηση οτι δεν έπεσα εντελώς έξω.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

1. Εισαγωγικά: «κι όμως κινείται!»

Φαντάσου ένα αυτοκίνητο του οποίου η λειτουργία δεν υπακούει στις αρχές της μετατροπής ενέργειας και γενικότερα της μηχανικής. Σκέψου οτι αυτό το όχημα (όχι απαραίτητα αυτοκίνητο) δεν μετατρέπει τη θερμική ενέργεια σε κινητική κι ακόμα περισσότερο έχει τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης, τα δε αμορτισέρ του ενισχύουν τους κραδασμούς αντί να τους απορροφούν. Θα υπέθετες κάτι διαφορετικό από το προφανές –οτι δηλαδή το συγκεκριμένο όχημα αποκλείεται να κινηθεί; Κι αν σου έλεγαν οτι αυτό το πράγμα κινείται;


Αρκεί στην παραπάνω μεταφορά ν’ αντικαταστήσεις τη λέξη «όχημα» με τη λέξη «κοινωνία» για να στείλεις δεκάδες δομολειτουργιστές στην πλησιέστερη ψυχιατρική κλινική –ευτυχώς λοιπόν που εδώ, στην Ελλάδα, δεν ευδοκίμησε το συγκεκριμένο θεωρητικό ρεύμα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μοιάζει να μην εφαρμόζεται σχεδόν κανένας κανόνας κοινωνικής συμβίωσης αλλά, παρ΄όλα αυτά, η κοινωνία παραμένει ζώσα (με δεδομένο οτι ακόμα και τα παράσιτα είναι ζωντανοί οργανισμοί).

Εγκαταλείποντας τις μεταφορές και τους συμβολισμούς θα πρέπει να παραδεχτούμε οτι οι κανόνες είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας. Κι όταν λέμε κοινωνικός κανόνας, εννοούμε την κωδικοποιημένη πιθανότητα επανάληψης τυποποιημένης αντίδρασης από συγκεκριμένο ερέθισμα. Ας το απλουστεύσω με κάποια παραδείγματα:
-Αναμένουμε την ανταπόδοση της ευχής για «καλημέρα» από τον γείτονά μας (κανόνας της ευγένειας).
-Αναμένουμε την απόθεση των σκουπιδιών στον ειδικό κάδο και όχι τον διασκορπισμό τους έξω από το σπίτι μας (κανόνας της συμβίωσης).
-Αναμένουμε την τιμωρία του δολοφόνου ο οποίος έχει συλληφθεί από τις αρχές (νομικός κανόνας)
Αν ο γείτονας μάς εύχεται να πάμε στον διάολο κάθε φορά που τον καλημερίζουμε και σκορπίζει τα σκουπίδια του έξω από την πόρτα μας αυτομάτως κατατάσσεται στους «κακούς» γείτονες –πράγμα που σημαίνει οτι δεν εκπληρώνει τον ρόλο του σύμφωνα με τα αναμενόμενα, όπως ακριβώς ο «κακός» ηθοποιός που καλείται να παίξει τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, αλλά στην κορύφωση του έργου αναφωνεί «μα τους θεούς, εγώ βλέπω πεντακάθαρα!»
Αν ο δολοφόνος συλλαμβάνεται, αποδεικνύεται η ενοχή του και αθωώνεται, αυτομάτως ο ρόλος του κράτους–εγγυητή της εφαρμογής των νόμων αμφισβητείται κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό από την «κακή» απόκριση σε ένα ρόλο σε ατομικό επίπεδο.

Ο προσεκτικός αναγνώστης (πρόσωπο ιδιαιτέρως χρηστικό για τον εκάστοτε γράφοντα, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτο) θα παρατήρησε ήδη την διαφοροποίηση μεταξύ άγραφων και γραπτών κανόνων (νόμων) στο παραπάνω παράδειγμα. Αυτή η διαφοροποίηση είναι σημαντική, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, για τις κοινωνίες. Υπάρχουν λοιπόν:
-Κανόνες οι οποίοι έχουν καθιερωθεί μέσω της διαχρονικής επαναληπτικής εφαρμογής τους (θεσμοθέτηση) και ονομάζονται έθιμα ή πιο γλαφυρά: άγραφοι νόμοι.
-Κανόνες οι οποίοι αντλούν την άμεση ισχύ τους την στιγμή της γραπτής εμφάνισής τους  από τα, έστω και τυπικά, αναγνωρισμένα όργανα του κράτους (θεσμοποίηση) και ονομάζονται νόμοι.
Πολλές φορές ένα έθιμο γίνεται νόμος του κράτους αλλά είναι αδύνατο ένας νόμος να μετακυλήσει σε έθιμο.

Έρχομαι στην αρχική παραδοχή περί κανόνων οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας για να ξεκαθαρίσω κάποια (λίγο ως πολύ) προφανή:
-Δεν υπάρχει κοινωνική θεωρία η οποία να αρνείται ολοκληρωτικά την εφαρμογή κανόνων κι όποιος πιστεύει οτι (για παράδειγμα) ο αναρχισμός αποσκοπεί στην κατάργηση των υπαρχόντων κανόνων και στη μη αντικατάστασή τους από άλλους, απλώς δεν γνωρίζει τι πρεσβεύει ο αναρχισμός.
-Η ύπαρξη κανόνων αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκαία για την κοινωνική συνύπαρξη –πράγματι, τα μέλη μιας κοινωνίας δεν θα μπορούσαν να κάνουν ούτε βήμα σε μια κοινωνία στην οποία τίποτα δεν θα ήταν σε ισχύ. Απλό παράδειγμα: χωρίς κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία θα ήταν αδύνατη η κίνηση των οχημάτων μέσα στις πόλεις.
-Η τήρηση των κανόνων από τα μέλη μιας κοινωνίας (τόσο του γραπτού όσο και του άγραφου δικαίου) εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από τη λειτουργικότητα του κάθε κανόνα. Αυτό σημαίνει οτι αν ένας κανόνας δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών πέφτει σε αχρηστία ή επιβάλλεται με τη βία (προφανές παράδειγμα οι θρησκευτικοί κανόνες).

Οι κοινωνικοί κανόνες δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν το βασικό μειονέκτημα κάθε είδους κωδικοποίησης το οποίο είναι η έλλειψη αντοχής στο χρόνο. Κι επειδή πρόκειται για φαντασιακά δημιουργήματα (φαντασιακό είναι οποιοδήποτε παράγωγο της ανθρώπινης διάνοιας το οποίο δεν απαντάει αποκλειστικά σε μια άμεση ανάγκη αλλά αποσκοπεί και στη διαχείριση μιας κατάστασης σε βάθος χρόνου) χρειάζονται αδιάκοπη αναπροσαρμογή προκειμένου να ανταποκρίνονται στις συνεχώς εξελισσόμενες κοινωνικές καταστάσεις. Απλό παράδειγμα ο ορισμός του φόνου. Ενώ στις παλαιότερες κοινωνίες ο φόνος αφορούσε την αφαίρεση ζωής με πρόθεση κι εφόσον ο θύτης δεν μπορούσε να προσδώσει νομιμοποίηση στην πράξη του (νόμιμος ήταν ο φόνος για λόγους αυτοάμυνας ας πούμε, ή ακόμα και ο φόνος κάποιου δούλου) στις σύγχρονες κοινωνίες η πρόθεση δεν αποτελεί κριτήριο (φόνος εξ αμελείας) ενώ δεν υπάρχει κανενός είδους νομιμοποίηση της πράξης -το πολύ να συνυπολογιστούν οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσής της σαν ελαφρυντικά αναφορικά με την επιβαλλόμενη ποινή.

Έγραψα παραπάνω οτι ο άνθρωπος ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τα αναμενόμενα στον ρόλο που καλείται να εκπληρώσει αντιμετωπίζεται αρνητικά από την κοινωνική του ομάδα –εδώ όμως παρεμβάλλονται δυο ισχυρές και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές:
1.Η κατανόηση του ρόλου από το υποκείμενό του (τον άνθρωπο δηλαδή).
2.Οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι τους οποίους καλείται να εκπληρώσει ο ίδιος άνθρωπος.
Στο παράδειγμα του ηθοποιού που χρησιμοποίησα παραπάνω, η παρεμβολή των συγκεκριμένων μεταβλητών θα μπορούσε να σημαίνει οτι αναμένουμε από αυτόν, όχι μόνο να παίξει τον ρόλο του Οιδίποδα χωρίς να έχει διαβάσει το κείμενο αλλά να παίζει ταυτοχρόνως και τον ρόλο του Κρέοντα! Κι αν αυτό δεν οδηγήσει στη σχιζοφρένεια έναν ηθοποιό, λόγω του περιορισμένου χρόνου της παράστασης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τον άνθρωπο που καλείται να το υποστεί σε καθημερινή βάση.

Ισχυρίζομαι οτι το ποσοστό κατανόησης του ρόλου από το υποκείμενό του εξαρτάται από το ποσοστό της επικρατούσας κοινωνικής ανομίας όσο οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι αποτελούν παθογένεια του εκάστοτε υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.

Αναφορικά με την κοινωνική ανομία χρήσιμος είναι ο προσδιορισμός της όπως αποδόθηκε από τον Εμίλ Ντυρκάιμ. Σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο, σε καταστάσεις ανομίας εκλείπουν οι σαφείς ρυθμίσεις, οι κανόνες και τα πρότυπα που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Οι πολίτες δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με κανόνες τους οποίους κρίνουν ανίσχυρους και ως συνέπεια αυτού αισθάνονται αποπροσανατολισμένοι και διακατέχονται από άγχος. Το φαινόμενο της ανομίας -δηλαδή της μη εφαρμογής των νόμων- αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ενός λαού, εφόσον πιθανόν είναι να επιφέρει τον κοινωνικό κατακερματισμό και τη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης. Καταστάσεις ανομίας βιώνει η ανθρωπότητα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, διαπίστωνε ο Ντιρκάιμ. Όμως, φαινόμενα ανομίας παρουσιάζονται και σε εποχές ευδαιμονίας, όταν η επαναστατικότητα τείνει να ταυτιστεί με την καταπάτησή των κανόνων και των νόμων. Ο Ντιρκάιμ συνέδεσε την ανομία με τον καπιταλισμό και είχε, φυσικά, δίκιο. Ως χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, η ανομία που καταλήγει στην περιφρόνηση του κοινωνικού συνόλου και στην πλήρη απορρύθμιση θίγει τελικά τους αδυνάτους.

Το φαινόμενο της ανομίας αιτιολογεί μια χαρά την απαξίωση του κράτους την οποία υπαινίχθηκα παραπάνω αλλά αδυνατεί να εξηγήσει την, παρ΄όλα αυτά, επιβίωση του συγκεκριμένου κοινωνικού μορφώματος. Με απλά λόγια, κατανοούμε την ύπαρξη του οχήματος της πρώτης παραγράφου (αυτού με τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης και με τα αμορτισέρ που ενισχύουν τους κραδασμούς) αλλά εξακολουθεί να παραμένει ανεξήγητη η δυνατότητα κίνησής του. Πώς τα καταφέρνει το όχημα να κινείται ακόμα; Πώς τα καταφέρνει να επιβιώνει ακόμα αυτό το κοινωνικό καρκίνωμα που ονομάζεται «σύγχρονη ελληνική κοινωνία»; Για μια ακόμα φορά η ίδια η ερώτηση περιέχει την απάντησή της.

«Η κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί το κενό. Για να μπορέσει η ζωή να συνεχίσει, πρέπει να επιβληθεί μια οποιαδήποτε ‘τάξη’», έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσω να δείξω, στη συνέχεια.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε από συγκεκριμένες συνθήκες και η τωρινή της μορφή είναι αποτέλεσμα επίδρασης αντίρροπων δυναμικών. Θα γίνει λοιπόν μια προσπάθεια, συνοπτικής έστω, παρουσίασής τους προκειμένου να ορίσω την παράδοξη ύπαρξη ενός κοινωνικού μορφώματος που μισεί τη γενεσιουργό του αιτία –αυτό το μόρφωμα επιλέγω (αυθαίρετα για την ώρα) να το ονομάσω: ανθρωποφοβική κοινωνία.

Νομίζω οτι δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο σ΄αυτόν τον πρόλογο πέρα από την έκκληση για κάθε δυνατή βοήθεια (η ανάδραση μέσω των σχολίων είναι, εδώ, απαραίτητη) την οποία ο αναγνώστης θα ήθελε να προσφέρει.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι