Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

13. Αέρας του θανάτου

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο

11. Ο Άρης ανεβαίνει το βουνό ψάχνοντας την οικογένειά του.


12. Ο Άρης συναντάει την οικογένειά του αλλά και τον Στέφανο.

Την κρατούσα αγκαλιά και ψηλάφιζα το χώμα με τις λιωμένες μου μπότες –πατούσα απαλά τις ετοιμόρροπες πέτρες που περίμεναν να ξεκολλήσουν από την ξεραμένη λάσπη και να κατρακυλήσουν στην κατηφόρα του μονοπατιού –η μικρή είχε από ώρα αποκοιμηθεί και τίποτα δεν θα άφηνα να της ταράξει τον ύπνο.

Ξεκινήσαμε όταν ο ήλιος μας κορόιδευε αποχαιρετώντας το καθρέφτισμά του στους βράχους –μια φορά τον χρειαστήκαμε κι αυτός βιάστηκε να φύγει. Αλλά προλάβαμε να βρούμε το μονοπάτι, ένα κοπάδι αξιολύπητων που φρόντιζαν να γεμίσουν τον αέρα με βογκητά και κατάρες στο πέρασμά τους. Η μικρή στην αρχή κελαηδούσε με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο μου, μετά κουράστηκε. Η γυναίκα μου ερχόταν πίσω μας, έτοιμη να βοηθήσει αν χρειαζόταν. Δεν μιλούσαμε, μόνο φεύγαμε.
«Έρχονται», ούρλιαξε μια γυναίκα κάπου μπροστά μας, στο στρίψιμο του μονοπατιού.
Δεν κατάλαβα στην αρχή, αλλά μετά άκουσα το βουητό, κοίταξα ψηλά. Δυο αεροπλάνα πέρασαν από πάνω μας, σε λίγο ακούσαμε εκρήξεις κοντά στην κορυφή του βουνού.
«Τυχεροί είμαστε», μουρμούρισε ένας γέρος προσπερνώντας μας.
«’Νάθεμα τη φύτρα τους!» βλαστήμησε κάποιος άλλος, μόνο που δεν κατάλαβα σε ποιους αναφερόταν.
Πίσω μας άνοιγαν τα στόματα της κόλασης, επιταχύναμε ασυναίσθητα το βήμα μας -σε λίγο έφτασε τις μύτες μας ο καπνός και η κάψα μας χτύπησε την πλάτη. Κουτρουβαλούσαμε πλέον παρά κατεβαίναμε. Και το μονοπάτι ατέλειωτο –σκόνταψα αλλά εκείνη με κράτησε από τη μέση. Δεν σωριαστήκαμε.

«Να κάτσουμε λίγο εδώ μέχρι να ξημερώσει», φώναξε κάποιος.
Οι υπόλοιποι βιάστηκαν να σωριαστούν στο πλάτωμα που μόλις είχε ανοίξει αριστερά μας –σωστό ή λάθος δεν μας ένοιαζε. Ήμασταν εξαντλημένοι.
«Οι άντρες απέξω, οι γυναίκες και τα παιδιά στη μέση», διέταξε ο γνωστός μου γέρος.
Άφησα τη μικρή στην αγκαλιά της, μετά τις φίλησα και τις δυο και έτρεξα να πιάσω θέση. Οι γέροι κάνανε κύκλο για να προσέχουν τα γυναικόπαιδα από τα ζώα του βουνού.
«Ν΄ανάβαμε φωτιά;» αναρωτήθηκε ο διπλανός μου αλλά αμέσως κατάλαβε τη βλακεία του και δεν επέμεινε.
Διπλώθηκα με το πιστόλι ανάμεσα στα γόνατα, ένας ιδρώτας ήρθε να παγώσει την πλάτη μου –λούφαξα σαν κυνηγόσκυλο που έχασε το σκοτωμένο ορτύκι.
«Εσένα κρατάνε ακόμα τα κότσια σου, πρόσεχε λοιπόν και για μας τους γεροντότερους», μου ψιθύρισε ο γέρος από δίπλα και μετά έριξε το κεφάλι στο στήθος.

Στην αρχή προσπαθούσα να τρυπήσω τη νύχτα, να εστιάσω σε οτιδήποτε άσπριζε μέσα στο σκοτάδι –μετά παραιτήθηκα. Ότι κι αν ερχόταν θα το βλέπαμε όταν θα ήταν ήδη αργά. Και τότε, με το μυαλό μισοκοιμισμένο, τα μάτια βαριά –τότε ήρθε να με βρει ο λόγος για τον οποίο πήγα στο ξενοδοχείο. Δεν πήγα μόνος μου εκεί, είχαμε πάει να τελειώσουμε οτι ξεκινήσαμε στο δρόμο. Επειδή οι αθώοι πεθαίνουν εύκολα, διαμελίζονται για καθαρά στατιστικούς λόγους σε παγιδευμένες διαδρομές. Αλλά οι πραγματικοί ένοχοι... Είχαμε μάθει αυτή την εποχή οτι έπρεπε να γίνεις το ίδιο ένοχος αν ήθελες να ξεφορτωθείς τους πραγματικούς ενόχους και μετά... Λοιπόν μετά, αν σκόπευες να προσφέρεις υπηρεσίες στους συνανθρώπους σου το καλύτερο που θα είχες να κάνεις ήταν να αυτοκτονήσεις –μπας και διακόψεις τη γραμμή των ενόχων. Το είχαμε μάθει αυτό κι έτσι πηγαίναμε στο ξενοδοχείο να βρούμε έναν φονιά και μια μαριονέτα. Έπρεπε και οι δυο τους να βγουν από το παιχνίδι. Ένα αγριόσκυλο ούρλιαξε πανηγυρίζοντας την επιστροφή μου στον κόσμο των καταραμένων. Προσπάθησα να χαμογελάσω αλλά τα χείλη μου κρέμασαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε έτσι, ποτέ δεν ξέρεις αν σε πήρε ο ύπνος ή αν απλώς ο χρόνος πάγωσε αρνούμενος να κυλήσει, πάντως άκουσα τα βήματά τους να θρυμματίζουν την ξεραμένη λάσπη –υπολόγισα 20 μέτρα απόσταση. Μπορεί και λιγότερο. Πετάχτηκα μη μπορώντας να ξεχωρίσω τίποτα. Και πυροβόλησα στον αέρα πριν σκεφτώ.
Οι υπόλοιποι αναστατώθηκαν, ένας πανικός ξεκίνησε τσακίζοντας τον προστατευτικό μας κύκλο. Προχώρησα λίγο, αυτοί που έρχονταν με νοιάζανε περισσότερο αυτή τη στιγμή.
«Την επόμενη φορά θα ρίξω χαμηλότερα», φώναξα καθώς οι ίσκιοι απέναντί μου άρχισαν να πληθαίνουν.
Άκουσα γέλια.
«Ποιος είναι;» με ρώτησε ο γέρος δίπλα μου.
«Όποιος και νάναι...» μουρμούρισα. «Πάω να δω, περιμένετε», αυτό το φώναξα.

Και μετά κάλυψα βιαστικά τα μέτρα που μας χώριζαν –απεχθάνομαι τους μυστηριώδεις ίσκιους. Πριν τους δω, πλησιάζοντάς τους απλώς, κατάλαβα ποιοι ήταν. Θα έπρεπε να χαμογελάσω ησυχασμένος αλλά δεν το έκανα.
«Μας ακολουθείτε ή μας κυνηγάτε;» ρώτησα.
«Να σας κυνηγήσουμε;» απόρησε μια φωνή απέναντί μου.
Μετά η φωνή ξεκόλλησε από τους ίσκιους πλησιάζοντάς με.
«Είμαι ο επικεφαλής της ομάδας –χαίρομαι που σε συναντάω», χαμογέλασε.
Ήταν λίγο μεγαλύτερός μου αλλά πολύ πιο κουρασμένος. Φορούσε ένα κουρελιασμένο πουκάμισο και στον ώμου του είχε περασμένη κάποια θήκη στρατιωτικού όπλου, κάτι ογκώδες σαν Κολτ, με φυσιγγιοθήκη.
«Καλά, δεν έχουμε καιρό για φιλοφρονήσεις. Που είναι ο Στέφανος;» ζήτησα να μάθω.
Ο Στέφανος βρέθηκε κοντά μας σαν την καλή νεράιδα που εμφανίζεται όταν κάποιος προφέρει το όνομά της.
«Αφού σου είπα να περιμένεις, γιατί εξαφανίστηκες;» γκρίνιαξε ανάλαφρα.
«Σωστά, έπρεπε να σε περιμένω –και να φάω τις βόμβες στο κεφάλι», νευρίασα.
«Τι δηλαδή; Το ήξερες οτι θα ρίξουν και γι΄αυτό έφυγες;» απόρησε.
«Μη γίνεσαι ηλίθιος», μουρμούρισα.
«Καθίστε κοντά στους ανθρώπους εκεί πέρα και προσέξτέ τους», είπε ο Στέφανος στον επικεφαλής κι αυτό έμοιαζε με προστασία αλλά και αιχμαλωσία ταυτόχρονα. Αλλά μήπως μαζί δεν πάνε πάντα αυτά;

Τον άφησα λίγο να κανονίζει εκεί πέρα κι επέστρεψα να καθησυχάσω τους γέρους.
«Δηλαδή λες οτι θα μας φυλάνε;» ρώτησε ένας απ΄αυτούς.
«Ναι. Μην ανησυχείτε», είπα.
«Είναι από το χωριό μας;»
«Δεν ξέρω».
«Πολλοί από το χωριό έχουν προηγούμενα μαζί μας».
«Δεν είναι ώρα για τέτοια», είπα χωρίς να το πιστεύω. «Θα είσαστε ασφαλείς μαζί τους».
Έφυγα πριν συνεχίσουν τις ερωτήσεις, πρόλαβα μόνο να την δω να αγκαλιάζει την κόρη μας και να τη νανουρίζει. Προσπαθούσε να λειάνει τις κοφτερές άκρες του μέλλοντος που τους έφερνα.

«Τι σκατά θέλεις από μένα;» φώναξα στον Στέφανο, αλλά ήξερα ήδη την απάντηση.
«Πρέπει να τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε», μου υπενθύμισε.
«Για ποιο λόγο; Για να ζήσουν οι άνθρωποι σε έναν καλύτερο κόσμο; Για να διορθωθούν οι αδικίες, να σταματήσει η καταπίεση; Πάνε πια αυτά ρε Στέφανε –βρωμιστήκαμε. Κάπου στην διαδρομή δεχτήκαμε να παίξουμε με τους δικούς τους όρους κι έτσι χάσαμε! Πως μπορείς να νικήσεις παίζοντας με φτιαγμένους όρους; Τους περάσαμε για μικρόμυαλους και πέσαμε στη λούμπα όλο προθυμία. Ξύπνα Στέφανε, παράτα τα!»
Με κοίταξε λυπημένα.
«Κανονικά έπρεπε να σε σκοτώσω πριν τελειώσεις την κουβέντα σου», διαπίστωσε.
«Ναι, έπρεπε», συμφώνησα. Ήταν ο καιρός του φανατισμού για όλους μας –η αμφιβολία ρήμαρε με την προδοσία.
«Δεν θα το κάνω όμως για την ώρα...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Δικό σου θέμα αυτό», απάντησα.
«Άκουσέ με για λίγο», είπε αόριστα καθώς σωριαζόταν σε μια πέτρα αναγκάζοντάς με να καθίσω δίπλα του. «Το χωριό το χάσαμε, έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πολλές δυνάμεις εκεί πέρα. Ξέρεις τι θα πάθουν αυτοί που πιάστηκαν; Αν πρόλαβαν να σκοτώσουν τον αστυνόμο, ίσως έχουν κάποια ελπίδα –αλλά τους περισσότερους θα τους στήσουν στα 3 μέτρα, τα ξέρεις όλα αυτά. Και μετά θα έρθουν στο βουνό, θα μας ψάξουν να μας τελειώσουν. Θα μπορούσαμε να κρατήσουμε λίγες μέρες εδώ πάνω, το βουνό είναι δύσβατο –αλλά κανείς δεν μας εξασφαλίζει από τα αεροπλάνα τους. Υπάρχει λοιπόν και η από δω πλευρά, αυτή που κατεβαίνετε εσείς –οδηγεί σε δικά μας χωριά, δεν το ήξερες αυτό, έτσι; Εκεί έχουμε καλύτερη οργάνωση απ΄οτι μου είπαν, είμαστε έτοιμοι για μάχη σπίτι με σπίτι. Κι αυτό το γνωρίζει ο στρατός, άρα δεν θα επιτεθεί αμέσως στα χωριά –θα περιμένουν να κουραστούμε, να πεινάσουμε...»
«Τι γίνεται στις πόλεις;» ζήτησα να μάθω.
«Τις κρατάμε ακόμα. Δεν ξέρω για πόσο, οι άνθρωποι κουράζονται. Όμως...»
Τον περίμενα να συνεχίσει.
«Όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων Άρη. Χρειαζόμαστε τον κόσμο μαζί μας κι ο κόσμος άρχισε πάλι να κλείνεται στα σπίτια του. Οι ομάδες μας στις πόλεις κοντεύουν να σφαχτούν μεταξύ τους, η έλλειψη κεντρικού συντονισμού ήταν πάντα πρόβλημα όπως θυμάσαι», σταμάτησε απότομα. «Θυμάσαι -έτσι;» ζήτησε να μάθει.
«Θυμάμαι», τον καθησύχασα.
«Γι΄αυτό πρέπει να πεθάνει το κάθαρμα και μαζί του ο τζουτζές που θέλουν να κατεβάσουν για Πρόεδρο. Να αλλάξουμε λίγο το κλίμα, να κερδίσουμε χρόνο...»
«Και μετά;»
Έξυσε το κεφάλι του.
«Μετά, βλέπουμε», είπε.
«Δυο εκτελέσεις για χάρη της πολυτέλειας του ‘βλέπουμε’...» διαπίστωσα.
«Σταμάτα μ΄αυτές τις μαλακίες!» φούντωσε ο Στέφανος. «Εσύ μας τα έμαθες, τώρα δηλαδή τι ακριβώς κάνεις;»
«Αν αφήσεις να σε πάρει το ρέμα κάποια στιγμή θα τσακιστείς στα βράχια –είναι η φυσική κατάληξη», είπα.
«Σαχλαμάρες! Απλά αποφάσισες ν’ αφήσεις τις μικροαστικές σου τύψεις αχαλίνωτες», σχολίασε ο Στέφανος.
«Ναι, έτσι ακριβώς. Κομματιασμένοι αθώοι στον κεντρικό δρόμο που θα δικαιωθούν με δυο ακόμα φόνους –για το καλό των ανθρώπων πάντα! Μικροαστικές τύψεις!» γέλασα.
«Δεν έχω χρόνο για όλα αυτά», απηύδησε ο Στέφανος. «Μια μέρα θα μπορέσουμε να τα κουβεντιάσουμε πάλι στα καπνισμένα ερείπια του παλιού κόσμου –αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...»
Σηκώθηκε τινάζοντας τη σκόνη από το παντελόνι του.
«Η γυναίκα σου και το παιδί σου θα πάνε στα χωριά μας –μαζί με όλους τους υπόλοιπους φυσικά. Θα είναι ασφαλείς εκεί, ακόμα κι αν έρθει ο στρατός θα τους φυγαδεύσουμε μέχρι την κοντινότερη πόλη. Όταν τελειώσουμε τη δουλειά θα πας εκεί –να τους βρεις. Και μετά κάντε οτι σας φωτίσει. Αυτό είναι η μια προοπτική...»
«Και η άλλη;» ρώτησα λες και δεν ήξερα.
«Σας σκοτώνουμε εδώ που είσαστε και μετά προσπαθούμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο. Μάλλον θα μας βρει ο στρατός στο δρόμο ή θα μας περιμένει στο ξενοδοχείο... Πάντως, θα προσπαθήσουμε όπως και νάχει».
Τον κοίταξα. Τα εννοούσε όλα αυτά.
«Γιατί νομίζεις οτι θα καταφέρω εγώ να φτάσω στο ξενοδοχείο αφού είναι έτσι;» τον ρώτησα.
«Επειδή εσένα διάλεξαν να το κάνεις –κάποιος λόγος θα υπάρχει», χαμογέλασε. «Άλλωστε θα είμαι κι εγώ μαζί σου».
«Για να με προστατεύεις;» γέλασα.
«Για να βεβαιωθώ», είπε σιγά.
«Και μετά;»
«Μετά, βλέπουμε».
Τα σκέφτηκα όλα αυτά και ήξερα οτι το πρόβλημα ήμουν αποκλειστικά εγώ. Δεν είχα καμιά διάθεση να αφήσω την οικογένειά μου και δεν είχα καμιά όρεξη να ξανασκοτώσω. Κουρασμένος –αυτό ήμουν. Κι ένα σπίτι με κήπο για να τρέχει η μικρή όσο εγώ θα την κοιτάζω από το ανοιχτό παράθυρο –την ώρα που η γυναίκα μου θα φωνάζει να έρθουμε στην κουζίνα για να μην κρυώσει το φαγητό... Χαμογέλασα.
«Άσε μου λίγο χρόνο να τους χαιρετήσω», είπα.

Η μικρή κοιμόταν ακόμα, χρειάστηκε να την ξυπνήσουμε και τότε έβαλε τα κλάματα –τρομαγμένη από την παγωνιά του βουνού. Έτσι το δύσκολο έμοιασε ακατόρθωτο.
«Θα γυρίσω γρήγορα κοντά σας», της είπα.
«Δεν θέλω να φύγεις καθόλου –μόλις ήρθες!» διαμαρτυρήθηκε.
«Πρέπει όμως. Είναι για το καλό σας».
«Δε με νοιάζει!»
«Αγαπούλα μου δεν γίνεται διαφορετικά».
Παραιτήθηκε λυπημένα, ήξερα οτι θα περίμενε μέχρι να φύγω για να ξανακλάψει. Κοίταξα τη γυναίκα μου.
«Δεν σου αξίζουν όλα αυτά», της είπα.
«Ας πρόσεχα τότε», χαμογέλασε εκείνη.
«Σου υπόσχομαι...»
Με σταμάτησε.
«Φύγε τώρα. Δε χρειάζονται άλλα ψέματα».
Σηκώθηκα. Ήθελα να τις αγκαλιάσω, να τις αποχαιρετήσω –αλλά δεν γινόταν. Έπρεπε να εκμεταλλευτώ τη στιγμή, να το σκάσω όσο ακόμα αυτό ήταν δυνατό.

«Πάμε», του είπα.
«Γρήγορα ξεμπέρδεψες», διαπίστωσε.
«Άντε γαμήσου», απάντησα.

Πριν φύγουμε φώναξε κοντά μας τον επικεφαλής και του έδωσε οδηγίες για να τις ακούσω.
«Τη γυναίκα και το παιδί του θα φυλάτε –για τους άλλους δε μας νοιάζει. Θα τις πάτε στο χωριό και θα τις προσέχετε, θα τις φυγαδεύσετε στην πρώτη φήμη για στρατιώτες που πλησιάζουν. Πες στους δικούς σου οτι πρώτα θα πεθάνουν και μετά θα σταματήσουν να τις προσέχουν».
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Με κοίταξε.
«Μην ανησυχείς», είπε. «Είχα κι εγώ οικογένεια εκεί πίσω».
«Και τώρα που είναι;» ρώτησα.
«Σκοτώθηκαν στην έκρηξη του δρόμου. Ήταν με τους όμηρους».
Λύθηκαν τα γόνατά μου.
«Πάμε να φύγουμε», είπα στον Στέφανο.
«Καλή τύχη», ευχήθηκε ο επικεφαλής.
«Δεν τη χρειαζόμαστε», τον διαβεβαίωσε ο Στέφανος.
Κι έτσι φύγαμε στο σκοτάδι.

Κάναμε τον κύκλο στις παρυφές του βουνού, βιαζόμασταν τόσο που πιέζαμε τους εαυτούς μας να μην τρέξουν. Γιατί νιώθαμε οτι θα λιποθυμούσαμε από την κούραση.
«Την προηγούμενη φορά που ήμασταν στο ξενοδοχείο... Ήξεραν οτι το έχεις χάσει, γι΄αυτό και δεν έκαναν τίποτα», είπε ο Στέφανος.
«Δεν έκαναν τίποτα επειδή περίμεναν να διαπραγματευτούμε», του εξήγησα.
«Λες;» απόρησε γλιστρώντας σε ένα ξεραμένο ρέμα.
Από πάνω μας έβρεχε στάχτη όσο οι ναπάλμ σκελέτωναν τα δέντρα του βουνού, κοίταξα κατά την ανατολή και σκέφτηκα οτι σήμερα ο ήλιος δεν θα κατάφερνε να βγει. Αυτό ήταν καλό. Μετά έσκυψα το κεφάλι και βάδισα με τα μάτια μισόκλειστα.

Είχαμε μπροστά μας δρόμο.

Αναγκαζόμασταν όμως να αλλάζουμε συνέχεια κατεύθυνση –σκίουροι, βουνίσιοι ποντικοί, αλεπούδες και αγριόσκυλα έφευγαν από τον φλεγόμενο όγκο, τρέχανε μπροστά μας αδιαφορώντας για τα διπλανά τους θηράματα. Ήταν η ώρα που η καταστροφή στομώνει την πείνα.
«Ελπίζω να μην πέσουν τίποτα αγέλες πάνω στους άλλους», έδειξα πίσω –εκεί που είχαμε αφήσει την ομάδα των δικών μας.
«Μη φοβάσαι, είναι οπλισμένοι», μου θύμισε ο Στέφανος.
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι», του είπα. «Αν αρχίσουν τους πυροβολισμούς θα τους πάρει χαμπάρι ο στρατός».
Ανασήκωσε τους ώμους προσπαθώντας να κρύψει την αδιαφορία του. Ήταν ένας άνθρωπος που αισθανόταν οικειότητα μονάχα με το μέλλον –οι ζωντανοί του παρόντος ελάχιστα τον απασχολούσαν. Κάποτε ήμουν κι εγώ έτσι.
Περπατήσαμε.

«Είσαι κουρασμένος;» με ρώτησε.
«Αντέχω ακόμα», απάντησα.
«Δεν έχουμε χρόνο να σταματήσουμε. Όπου νάναι ο στρατός θα μάθει για το ξενοδοχείο και πρέπει να φτάσουμε πριν απ΄αυτούς. Αλλιώς...» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και σωριάστηκε σε κάτι πικροδάφνες.
Σταμάτησα, θα μπορούσα να το έχω πάθει κι εγώ –απλά στάθηκα τυχερός. Έσκυψα πάνω του, έβγαλα το πιστόλι.
Με κοίταξε με τα μάτια μισόκλειστα. Ζύγισα το πιστόλι στην παλάμη μου πριν το γυρίσω ανάποδα, τώρα η κάνη σφήνωσε στη χούφτα μου. Τον χτύπησα στα πλευρά, μια, δυο, τρεις φορές –όχι πολύ δυνατά. Βόγκηξε.
«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω, κανένας δε θα μάθαινε τίποτα. Και να γυρίσω πίσω στους δικούς μου», μούγκρισα κοιτάζοντάς τον.
«Δεν θα το κάνεις όμως...» ψέλλισε.
«Αν δεν σηκωθείς τώρα, αμέσως...» απείλησα.
Έκανε μια προσπάθεια αλλά δεν φαινόταν να τον κρατάνε τα πόδια του. Γι΄αυτό τον ξαναχτύπησα στους αγκώνες, τινάχτηκε σαν ελατήριο στον αέρα. Αντανακλαστικά.
«Την άλλη φορά που θα πέσεις στο χώμα φρόντισε να είσαι ήδη πεθαμένος», του είπα.
Ξεκίνησε να περπατάει –κουτσαίνοντας λίγο.

Κι εγώ προχωρούσα δίπλα του ξέροντας οτι πούλησα για μια ακόμα φορά την οικογένειά μου, έβαλα τις ζωές τους σε κίνδυνο –αλλά μήπως έτσι δεν έκανα πάντα;

Μόνο που τώρα δεν είχα ούτε λόγο ούτε καν δικαιολογία –δεν πίστευα σε τίποτα πια και γι΄αυτό μάλλον έτρεχα αντί να περπατάω, η κούραση, η πείνα, η αϋπνία δεν μπορούσαν να με εμποδίσουν.

Δεν πίστευα σε τίποτα πια –ήμουν απλά, ένα πανί που φούσκωνε στον αέρα του θανάτου.

10 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

ClouD είπε...

Κάπου στην διαδρομή δεχτήκαμε να παίξουμε με τους δικούς τους όρους κι έτσι χάσαμε! Πως μπορείς να νικήσεις παίζοντας με φτιαγμένους όρους; Τους περάσαμε για μικρόμυαλους και πέσαμε στη λούμπα όλο προθυμία.

Καλα τα λεει ο δικος σου. Σημειωνω.

Αναρωτιεμαι μετα, γινεται να μη παιξεις με φτιαγμενους ορους; Ξεκινα ανθρωπος απο το μηδεν;

ναι ναι,

ώρα να χαμογελάσεις

θυμαμαι, μπερδευομαι, επιμενω.

Καλημερες.

The Motorcycle boy είπε...

Με κίνδυνο να γίνω τετριμμένος, θα απαντήσω οτι το να παίζεις με τους δικούς τους όρους σημαίνει οτι "περπατάς λάθος στον σωστό δρόμο". Υπάρχει όμως κι εκείνο το "να περπατάμε σωστά στον λάθος δρόμο", αν θυμάσαι.

Επειδή όλα τα έχουν πει κάποιοι πριν από μας.

Καλημέρες.

Ανώνυμος είπε...

γάντι: http://www.youtube.com/watch?v=J1MhSpZs67I

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Πανκεψάμεν αδερφε;

Ανώνυμος είπε...

σσσσσσστττ!

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Μίλησα; Δε μίλησα! Χαχαχα

ClouD είπε...

Αν θυμαμαι λεει...

Τετριμμενος φοβαμαι πως γινομαι εγω, αλλα για καποιο λογο εχω κολησει σε αυτη τη φραση του Νικολαϊδη.

Βλεπω την προκυρυξη, βλεπω τον κεντρικο χαρακτηρα και υποθετω πως εχει το νου του στο να περπατα σωστα το λαθος δρομο.

Μετα μου τον παρουσιαζεις να λεει αυτο που σημειωσα πιο πανω και σκαλωνω. Πως διαολο εγινε αυτο;

The Motorcycle boy είπε...

Από τη στιγμή που σκότωσε ομήρους ουσιαστικά περπάτησε λάθος στον σωστό δρόμο. Το κλασσικό πρόβλημα του επαναστάτη δηλαδή.

Κι αυτό πληρώνει.

άσωτος είπε...

αντε να δουμε τι θα γινει. παντως αυτη η συνεχεια "ισιωσε" την ιστορια...

The Motorcycle boy είπε...

Την ίσιωσε λες; Άρα, ώρα να την τελειώνω -είχα αποφασίσει να κάνω αυτή την ιστορία βαρετή και να χάσκει από παντού, σε στυλ "νέα ελληνική λογοτεχνία" ας πούμε. Χαχαχα

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι