Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο

Δεξί, αριστερό κροσέ, δεξί, αριστερό ντιρέκτ και πάλι από την αρχή. Κορ α κορ. Δεξί, αριστερό, δεξί, αριστερό, αριστερό –περιμένοντας το άπερκατ. Με πήγαινε βόλτες ο πούστης. Κορ α κορ. Λίγο ακόμα και θα ξεχνούσα οτι τον πρόσεχα να μη χτυπήσει, λίγο ακόμα και θα απαντούσα αναλόγως –έτσι ήθελα να πιστεύω. Επειδή στην πραγματικότητα δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος οτι είχα απάντηση στα χτυπήματά του. Ο μικρός ήταν σκέτος δυναμίτης.
«Δώθμου κάτι –δεν έχειθ τίποτα;» μούγκριζε μπουκωμένος από το μασελάκι και δεν ακουγόταν ούτε τόσο δα λαχανιασμένος!
«Τ΄αρχίθια μου!» απαντούσα όταν κατάφερνα να πιάσω την αναπνοή μου.
Δεν καταδεχόταν να με χτυπήσει στα πλευρά, έβλεπε κιόλας οτι δεν χρειαζόταν να μου κόψει την ανάσα. Εγώ πάλι, προσπάθησα. Κάτι ύπουλες στην κοιλιά, κάτι πλάγιες, αλλά ο μικρός δεν καταλάβαινε Χριστό. Ένιωθα αμετάκλητα κωλόγερος.
Και όταν είδα το χτύπημά του βαρέθηκα να σκύψω, την έφαγα γεμάτη στην κάσκα και σκοτείνιασα. Γύρισα τα χέρια πίσω, να κρατηθώ από τα σκοινιά. Ο μικρός σταμάτησε.
«Τέλοθ;» ρώτησε.
«Παίκθε ρε!» βόγκηξα και στήθηκα απέναντί του.
Μπλόκαρα το δεξί της προειδοποίησης με το αριστερό μου και του στρέτσαρα ένα κροσέ φερμένο από το τίποτα. Έκανε μισό βήμα πίσω, ξαναχτύπησα. Πονούσα από αγκώνα μέχρι ώμο, αλλά πάντως το προσπάθησα. Ο μικρός καθόταν και τις έτρωγε, όταν κατάλαβα οτι χαμογελούσε μέσα από την κάσκα του ήταν ήδη αργά. Με σφυροκόπησε, στριφογύρισα ανισόρροπα, έπεσα. Έμεινα κάτω.

Με είχε βρει να ροχαλίζω σα γατί ετοιμόγεννο στη γωνιά των αποδυτηρίων, ξύπνησα από το σπρώξιμο του αθλητικού του παπουτσιού στον ώμο μου.
«Το΄ξερα οτι εδώ θα καταλήξεις», είχε πει.
«Ναι, σε είχα κόψει για έξυπνο αγόρι», είχα μουγκρίσει.
Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει γιατί με κυνηγάνε οι μπάτσοι –κυρίως επειδή ήδη το ήξερε. Ο προπονητής του με είχε θυμηθεί τελικά, η πιάτσα είναι μικρή και οι ιστορίες κυκλοφορούν πριν ακόμα γίνουν, ο μικρός είχε ακούσει τον προπονητή του να μιλάει στο τηλέφωνο και να δίνει ραπόρτο κανονικό.
«Δεν μπορείς να μείνεις για πολύ εδώ μέσα», μου είχε πει.
«Προλαβαίνουμε όμως εκείνον τον αγώνα που λέγαμε....» είχα υποθέσει.
Κι έτσι ήταν, μας χρειάστηκε κάποιο κρυφτούλι μέχρι να περάσει η μέρα –αλλά όταν άδειασε το γυμναστήριο ήταν ότι έπρεπε για αγώνα. Μου δάνεισε κάσκα, γάντια κι ένα ξεχειλωμένο σορτσάκι σκέτη καζούρα –όλα εντάξει. Μόνο που για να παίξεις αγώνα έπρεπε πρώτα να έχεις καταβροχθίσει καμιά πρωτεΐνη κι εγώ είχα να δω κρέας από την εποχή που οι ασπιρίνες γιάτρευαν ακόμα τον πονοκέφαλο.

«Τι τον ήθελες τον αγώνα αφού είσαι κομμάτια;» χαζογέλασε ο μικρός.
Έβγαλα αργά την κάσκα, έφτυσα το μασελάκι κατακόκκινο.
«Αν ήμουνα καλά ο αγώνας δεν θα είχε ενδιαφέρον κι εσύ δεν θα είχες ελπίδα», απάντησα.
«Δηλώσεις που θα μείνουν για πάντα δηλώσεις!» κορόιδεψε ο μικρός.
«Πάμε άλλη μία τώρα που ξελαχάνιασα;» τον κάρφωσα.
«Άστο –προτιμώ να βαράω τον σάκο, είναι πιο ευκίνητος», συνέχισε την καζούρα ο μικρός.
Το κατάπια μαζί με σκοτωμένο αίμα.

Μετά πηδήσαμε τα σχοινιά του ρινγκ και κατεβήκαμε στα πλάγια, είχε βάλει ψοφόκρυο στο γυμναστήριο και χρειαζόμουν επειγόντως το δερμάτινο μπουφάν μου. Φορούσα ακόμα τα πανιά στα χέρια και πονούσα. Ακόμα και παντού.
«Πάντως θα πρέπει να σου πω οτι πηγαίνεις σαν τη μύγα στα σκατά, αν παίξεις με κάνα γερό παιδί, θα σε λιανίσει», παρατήρησα.
«Δεν έχω ανάγκη, το πάω 3-1 συνήθως. Για κάθε μια που αρπάζω...»
«Ρίχνεις τρεις –γνωστά είναι αυτά», τον έκοψα. «Δουλεύει επειδή εσύ είσαι ζερβοκουτάλας, αν όμως πέσεις σε μάγκα δεξιόχειρα, θα κλείνει με το χέρι που σε χτύπησε κι άντε μετά να τον βρεις...» τράβηξα ένα τσιγάρο από το πακέτο στη μέσα τσέπη του μπουφάν και κάθισα στον πρώτο τυχόντα πάγκο για να ξεράνω κάπως το στόμα μου.
«Κοίτα –μη με περνάς για άσχετο, εικοσάρης είμαι όχι μαλάκας! Νομίζεις οτι δε σε είδα εκεί πάνω; Αφού κι εσύ τα ίδια με μένα πήγες να παίξεις», γέλασε στραβά ο μικρός.
Σήκωσα το κεφάλι βγάζοντας καπνό απ΄τα ρουθούνια.
«Δίκιο έχεις σ΄αυτό, πες μου τώρα –αφού παίζουμε το ίδιο στυλ, θα έχουμε και την ίδια κατάληξη, έτσι δεν πάει;» είπα σταθερά.
Έξυσε το κεφάλι αμίλητος.
«Οπότε κοίτα ν΄αλλάξεις μπας και τη βγάλεις καθαρή στα ρινγκ, αλλιώς σε βλέπω να σκουπίζεις πατατοσακούλες σαν και του λόγου μου...»
«Έτσι όπως το θέτεις...» είπε σκεφτικά.
«Έτσι όπως το θέτω, έτσι ακριβώς είναι», τον διαβεβαίωσα.
«Εντάξει! Τι σκορ είχες;» ρώτησε τότε με ιλουστρασιόν γκριμάτσα.
«Μικρέ, δεν τρώγεσαι!» απηύδησα.
«Αυτό λέω κι εγώ!» χαμογέλασε αυθάδικα.
Τον γούσταρα το μικρό –θα πήγαινε με τα χίλια καταπάνω στον τοίχο κι όταν έσπαγε τα μούτρα του θα έπεφτε χαμογελαστός. Τι να πεις σε τέτοιους ανθρώπους;

Τον ακολούθησα στα ντους, πετάξαμε τα ρούχα μας και χτυπηθήκαμε από χείμαρρους υγρού πάγου που δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μοιάσει με νερό. Ένιωσα τους πόνους μου να χύνονται στο σιφόνι, έσφιξα τα δόντια για να μην κόψω τη γλώσσα μου από το τρέμουλο και κάθισα κάτω από το βασανιστικό νερό όσο περισσότερο γινόταν. Μετά πήρα να ντύνομαι, ο μικρός είχε ήδη ξεμπερδέψει και χοροπήδαγε για να ζεσταθεί. Εγώ ντύθηκα με κινήσεις ρομπότ, δεν ήθελα να κυκλοφορήσει ακόμα το αίμα γρήγορα μέσα μου, δεν ήθελα να ζεσταθώ τόσο νωρίς. Είχα καιρό μπροστά μου μέχρι να βγει αυτή η νύχτα.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» ρώτησε ο μικρός.
«Εξαρτάται από σένα», του είπα.
«Δηλαδή;»
«Θα βοηθήσεις;»
«Σε τι;»
«Έχω κάποιο σχέδιο...»
«Ελπίζω καλύτερο απ΄αυτό που εφάρμοσες στον αγώνα...»
Τον περίμενα να ξεκαρδιστεί με την ησυχία του.
«Θέλω να βγεις σε στυλ αλλόφρονας μπροστά από κάποιο αμάξι...»
«Και πως είναι ο αλλόφρονας δηλαδή;»
«Όπως ο προπονητής σου όταν σου μαθαίνει τακτική».
«Το ΄πιασα... Και τι αμάξι θα είναι αυτό;»
«Ένα αμάξι....»
«Πότε θα το κάνουμε;»
«Όταν είσαι έτοιμος».
«Φύγαμε».
Ωραίος μαλάκας ο μικρός!

Έξω η βροχή έπεφτε μαρς –κι αυτό με βόλευε. Όσο λιγότερα βλέπανε, τόσο καλύτερα. Ο μικρός σήκωσε την κουκούλα της φόρμας του κι εγώ χώθηκα μέσα στο δερμάτινό μου για προφύλαξη, περπατήσαμε δίπλα-δίπλα, αμίλητοι. Όταν βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο τα αμάξια πήραν να πυκνώνουν, δεν τα κοίταζα καν. Ακούμπησα πλάτη στον τοίχο, να μη βρέχομαι, άφησα τη Βέρα στο απάγκιο, ο μικρός με περίμενε.
«Ποιο απ΄όλα;» ρώτησε.
«Κανένα απ’αυτά», απάντησα.
«Δηλαδή τι ψάχνουμε;»
«Σκεφτόμουν κάτι σε άσπρο-μπλε με σειρήνα...»
«Περιπολικό;»
«Τώρα που το λες, δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα!» έκανα δήθεν ξαφνιασμένος.
«Τελικά τα σχέδιά σου είναι μια απ΄τα ίδια –και πάνω και κάτω από το ρινγκ...» μουρμούρισε.
«Νωρίς το κατάλαβες!» κορόιδεψα.
«Και τι σου λέει πως εγώ γουστάρω να καρφωθώ σταματώντας περιπολικό;» απόρησε.
«Εσύ μου το λες, ή μάλλον, πρόκειται να μου το πεις εντός ολίγου –κάνω λάθος;» χαμογέλασα.
Έφτυσε στο πεζοδρόμιο.
«Που να σταθώ;» ρώτησε.
«Δώσμου 50-60 μέτρα», ζήτησα.
Έκανε να ξεκινήσει, τον σταμάτησα.
«Ευχαριστώ μικρέ», του είπα σιγά.
«Άντε γαμήσου», μου απάντησε στην ίδια ένταση.

Έμεινα να τον κοιτάζω όσο απομακρυνόταν, άναψα κι ένα τσιγάρο, σκεφτόμουν. Γιατί τα κάνει όλα αυτά ο μικρός; Για ποιο λόγο μπλέκεται; Από συμπάθεια, συναδελφική αλληλεγγύη... Μαλακίες –ήξερα τον πραγματικό λόγο. Άνθρωποι σαν κι αυτόν ότι έκαναν, ήταν από υποχρέωση. Είσαι εκεί έξω, συνήθως μόνος, και είσαι εντάξει -επειδή ο κόσμος που σε πλησιάζει, διψάει για το αίμα σου. Εκεί έξω έχεις μόνο τη σιχαμάρα να σε κρατάει ζωντανό, αιχμάλωτος σε σπασμένα πεζοδρόμια κι αν δείξεις λίγος θα σε κομματιάσουν οι αρουραίοι. Γι΄αυτό στέκεται εκεί πέρα, 50 μέτρα πιο μπροστά μου ο μικρός –γι΄αυτό περιμένει με τα χέρια κρεμασμένα, ετοιμάζεται να τρομάξει τους αρουραίους.

Είδα το μπατσικό να εμφανίζεται νωχελικό κι απρόθυμο στο μπάσιμο του κεντρικού δρόμου, έβγαλα το Βάλτερ ευλαβικά και κοίταξα τον μικρό. Τους είχε δει κι αυτός, κούνησε το κεφάλι καθησυχαστικά. Περιμέναμε.
Το μπατσικό πλησίαζε σα βαρυστομαχιασμένη σαύρα, λίγο ακόμα και θα πέρναγε από μπροστά μου. Κόλλησα στον τοίχο ασυναίσθητα. Κράτησα ανάσα.

Τότε ο μικρός πετάχτηκε στη μέση του δρόμου, κανονικός μπεχλιβάνης –κούναγε τα χέρια, χοροπήδαγε τσαλαβουτώντας στις λακκούβες. Το μπατσικό πήρε να φρενάρει κι εγώ ξεκόλλησα επιτέλους από τον τοίχο. Έτρεξα σκυφτός, προσευχήθηκα στον Άγιο Πούστη αυτοπροσώπως να μην έχουν βάλει την κεντρική ασφάλεια στις πόρτες όσο άρπαζα την παγωμένη λαβή. Τράβηξα, η πόρτα άνοιξε –ευχαρίστησα βιαστικά τον προστάτη Άγιό μου. Το μπατσικό δεν είχε σταματήσει, οπότε βούτηξα αγκαλιά με τη Βέρα στο πίσω κάθισμα κάπως άτσαλα, ο μπάτσος που οδηγούσε τα χρειάστηκε. Γύρισε να δει τι γινόταν και μαζί του γύρισε το τιμόνι, κοντέψαμε να ντεραπάρουμε.
«Πρόσεχε ρε φίλε –θα σκοτωθούμε!» διαμαρτυρήθηκα, σηκώνοντας το Βάλτερ.
«Ποιος... τι....» μουρμούρισαν ταυτόχρονα ο οδηγός με τον συνοδηγό.
«Ας μην το κάνουμε θέμα τώρα –ένας πολίτης που θέλει να εξυπηρετηθεί, αυτό είμαι», χαμογέλασα.
«Ρε καργιόλη....» έκανε ο συνοδηγός και στριφογύρισε, αλλά ήμουνα λίγο πιο γρήγορος.
Τον χτύπησα με την κάνη του Βάλτερ ακριβώς πάνω στη μύτη, ο μπάτσος δάκρυσε.
«Τώρα τι καταλαβαίνεις; Να σου τραβήξω καμιά μήνυση για εξύβριση;» φόρτωσα. «Συνέχισε να οδηγείς κανονικά», είπα στον άλλο, «δεν έχω καμιά διάθεση να τρακάρουμε».
Γύρισαν σχεδόν αυτόματα και οι δυο τους, τώρα κοίταζαν τον δρόμο έξω από το παρμπρίζ. Μείναμε για λίγο έτσι, απολαμβάνοντας τη σιωπή.
«Δεν θυμάμαι αν σας το είπα, αλλά θέλω να με πάτε στη μάντρα με τα κατασχεμένα», σφύριξα σκύβοντας το κεφάλι ανάμεσά τους.
«Σε ποια μάντρα;» ρώτησε ο οδηγός.
«Μη μου δυσκολεύεις τη ζωή –να χαρείς!» παρακάλεσα. «Πήραν οι δικοί σας προχτές μια Άλφα από τη γειτονιά εδώ παρακάτω. Που την πήγαν;»
«Κι εμείς που να ξέρουμε;» αναρωτήθηκε ο οδηγός.
«Άμα δεν ξέρει η αστυνομία, ποιος ξέρει δηλαδή; Οι παλιοκλεφταράδες;» αναρωτήθηκα κι όταν ολοκλήρωσα, κοπάνησα μια γερή με τη λαβή του Βάλτερ στα χείλη του συνοδηγού.
Ούρλιαξε και μαζεύτηκε.
«Μη νομίζεις οτι θα τη γλιτώνεις για πολύ ακόμα –όταν σταματήσεις το οδήγημα θα σε περιλάβω κι εσένα», προειδοποίησα τον οδηγό.
Συνέχισε να κοιτάζει έξω σαν υπνωτισμένος.
«Λοιπόν;» ρώτησα ευγενικά.
«Πήγαινέ τον...» μούγκρισε ο συνοδηγός.
«Σωστή απόφαση!» επικρότησα. «Να εξυπηρετείτε και κάνα πολίτη στη χάση και στη φέξη, έτσι για αλλαγή ρε παιδί μου!»
Εκείνη την ώρα έκρωξε ο ασύρματος, κάποιος απαιτητικός από τα Κεντρικά ζητούσε ενημέρωση.
«102 –αναφέρατε θέση και πρόοδο ερευνών».
Ο συνοδηγός γύρισε να με κοιτάξει.
«Μην απαντήσεις. Θα νομίζουν οτι λουφάρετε σε κάνα σαντουιτσάδικο –η πρώτη φορά θα είναι;» είπα.
Σήκωσε τους ώμους αμίλητος.
«102 –αναφέρατε!» ούρλιαξε ο ασύρματος.
«Επιμονή που σου την έχουν κάποιοι άνθρωποι!» θαύμασα.
«102!» συνέχισε ακούραστος ο ασύρματος.
«Έλα άνθρωπέ μου, να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα! Να με ξεφορτωθείτε κι εμένα, επειδή την έχουν δει να σας ξηλώσουν όσο δεν απαντάτε», του είπα καθησυχαστικά.
Άλλαξε ταχύτητα βιαστικά και όρμησε στη μισοάδεια λεωφόρο.
«102 –αναφέρατε!» τσίριξε ο ασύρματος.

Μας πήρε γύρω στο τέταρτο μέχρι να φτάσουμε στη μάντρα, ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και μου έκανε νόημα.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησα.
«Εδώ τα φέρνουν», μου απάντησε.
«Για προχώρα μέχρι τον πορτιέρη –με βάζετε μέσα και μετά φεύγετε», του είπα.
Το μπατσικό έφτασε μέχρι τη μπάρα στη δεξιά πλευρά της μάντρας, εκεί σταμάτησε και περιμέναμε. Τίποτα δεν έγινε.
«Κόρναρε μπας και ξυπνήσει ο μαλάκας», του ζήτησα.
Ο οδηγός κόρναρε, στην αρχή κοφτά, μετά παρατεταμένα.
Ένας βρωμόγερος πετάχτηκε από το κουβούκλιο στην άκρη της μπάρας, κοίταξε προς το μέρος μας, μετά ξαναμπήκε μέσα. Σε λίγο εμφανίστηκε φορώντας κατακίτρινο αδιάβροχο. Μας πλησίασε.
«Τι συμβαίνει γαμώ το φελέκι μου;» βλαστήμησε.
Οι μπάτσοι τον κοιτάζανε σα χάχες.
«Μίλα!» σκούντηξα τον οδηγό.
«Μια κόκκινη Άλφα, εδώ τη φέρανε;» ρώτησε εκείνος απότομα.
«Ε, που θα την πηγαίνανε; Τσάρκα στα μπιφτεκάδικα;» μούγκρισε ο γέρος.
Ήξερα πλέον όσα χρειαζόμουν.
«Ευχαριστώ και τους δυο σας για τη συνεργασία και σας διαβεβαιώνω οτι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας», είπα σταθερά.
Μετά πυροβόλησα τον οδηγό στο σβέρκο και έριξα άλλες δυο στα μούτρα του συνοδηγού την ώρα που στριφογύριζε σα δαιμονισμένος. Πέθαναν ακαριαία έκπληκτοι.
«Τίποτα προσωπικό...» επανέλαβα βιαστικά όσο άνοιγα την πόρτα.
Αλλά δεν ήταν ανάγκη να τρέξω, ο γέρος είχε κοκαλώσει εκεί δίπλα, κανονικός υποψήφιος για έμφραγμα.
«Που είναι η Άλφα;» τον ρώτησα ακουμπώντας το Βάλτερ στο στήθος του.
«Μη με σκοτώσεις...» κλαψούρισε.
«Δεν έχω κανένα λόγο να το κάνω», τον διαβεβαίωσα. «Που είναι η Άλφα;»
«Στο βάθος, δεύτερη σειρά...» τραύλισε.
Τον πυροβόλησα εκεί ακριβώς, στο στήθος –τελικά, έλεγα ψέματα σε όλους τους. Αν δεν τους σκότωνα θα με κάρφωναν κι αυτό ήταν εντελώς άδικο, άμα θες να ξέρεις. Γιατί να μην υπάρχει κάποιος σεβασμός μεταξύ μας; Θα σε αφήσω να ζήσεις, δώσε μου απλώς δυο ώρες –κάτι τέτοιο. Σε όποιον απ΄αυτούς κι αν το ζήταγα, θα συμφωνούσε με μεγάλη προθυμία. Με την ίδια προθυμία που θα ειδοποιούσε τους μπάτσους αμέσως μόλις γύριζα την πλάτη μου. Έτσι ακριβώς –κανένας σεβασμός! Άσε που, κανείς τους δεν θα έκανε δεύτερη σκέψη πάνω από το κουφάρι μου αν τύχαινε να με πυροβολήσει πρώτος. Ίσως να σκεφτόταν πόσα θα κονομήσει, ίσως να υπολόγιζε αν ο θάνατός μου θα του εξασφάλιζε προαγωγή... Έφτυσα τη βροχή και βιάστηκα να ψάξω την Άλφα Τζουλιέτα.

Με περίμενε κατσουφιασμένη, και με το δίκιο της, επειδή την είχα παρατήσει εντελώς άκομψα. Ξάπλωσα τη Βέρα στα πίσω καθίσματα, δεν είχα χρόνο για θηλυκές γκρίνιες. Υπολόγιζα οτι θα βρίσκανε τους πεθαμένους μετά το ξημέρωμα, κοίταξα το ρολόι μου για να υπολογίσω πόσες ώρες μου μένανε και φυσικά δεν είδα τίποτα –αφού δεν είχα ρολόι. Μετά χτύπησα τα δάχτυλα στο τιμόνι και ξεκινήσαμε, περάσαμε δίπλα στο σταματημένο μπατσικό, γύρισα το πρόσωπό μου αλλού. Δεν είχα καμιά όρεξη να δω τους σκοτωμένους –ένα τρέμουλο ζελέδιασε τους ώμους μου, μια κούραση ζεστή σα σπιτικό φαγητό... Ήθελα να κοιμηθώ και να ξεχάσω, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό.

Μας πήρε μισή ώρα μέχρι να φτάσουμε στη νεκροζώντανη πλευρά της πόλης, εκεί που οι πουτάνες ξεγελούσαν την παγωνιά με εφήμερα όνειρα. Ποτέ στη ζωή μου δεν τα κατάφερα να σκεφτώ πολύπλοκα κι αυτό ήταν χρήσιμο, επειδή όλα είναι απλοϊκά εδώ κάτω και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια γεμιστήρα σφαίρες. Ήθελα το Αφεντικό και είχα ακόμα μπόλικες γεμιστήρες για το Βάλτερ, θα τον περίμενα λοιπόν, όσο χρειαζόταν. Αλλά όχι στο επίσημο σπίτι του, εκεί πέρα ο φόβος θα είχε ήδη σηκώσει συρματοπλέγματα –άσε που δεν είχα καμιά διάθεση να μπλέκονται σύζυγοι και παιδιά στα πόδια μας. Θα τον περίμενα εκεί που κι αυτός θα με περίμενε –με μια διαφορά. Το Αφεντικό προετοιμαζόταν για συνάντηση στο δρόμο, εγώ υπολόγιζα να βρεθώ ένα βήμα πιο μπροστά. Ή πιο μέσα –αν θες.

Έκοψα ταχύτητα, το διαμέρισμα του Αφεντικού ήταν σκοτεινό –κανένα αμάξι δεν διακρινόταν να φυλάει από κάτω. Άρα, το Αφεντικό έλειπε –απόψε έπαιζε τον οικογενειάρχη. Καλό αυτό.

Έκανα δυο γύρους για να σιγουρευτώ, τα παρκαρισμένα αμάξια ήταν άδεια. Και τότε τους είδα να ξεκολλάνε από τα λούκια που έσταζαν σκουριά, ανατρίχιασα –σκέτα φαντάσματα οι πούστηδες! Έρχονταν προς την Άλφα με αργό βήμα, έβγαλα το Βάλτερ –ετοιμάστηκα. Αν έγραφε οτι θα πεθάνει κάποιος απόψε, αυτός δεν θα ήμουνα εγώ.

Ήταν δύο, ο πρώτος στήθηκε μπροστά στην Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ο δεύτερος πλησίασε το παράθυρό μου. Η βροχή δε φαινόταν να τους ενοχλεί, ούτε το γεγονός οτι μπορούσα να τους πατήσω με την Άλφα ή να τους πυροβολήσω –δυο γρανιτένιοι άνθρωποι. Άκουσα το χτύπημα στο τζάμι, κατέβασα αργά το παράθυρο της Άλφα.
«Πολύ πρωτότυπο σχέδιο ρε μάγκα!» γέλασε ο άντρας χώνοντας το κεφάλι του μέσα στην Άλφα.
Ένα ξυρισμένο κεφάλι που έσταζε βρόχινο νερό ανακατεμένο με κακία.
«Αυτό μου προέκυψε –μαζί μ’ένα Βάλτερ που σε σημαδεύει σχετικά εγκάρδια», τον πληροφόρησα.
«Μάζεψέ το λοιπόν μην έχουμε κανένα ατύχημα», μου είπε ο φαλακρός. «Δεν κινδυνεύεις από μας....»
«Μόνο οι πεθαμένοι δεν είναι επικίνδυνοι», του απάντησα.
«Κοίτα –δεν έχω όρεξη ν΄αρπάξω καμιά γρίπη, γι΄αυτό θα έρθω να καθίσω στο διπλανό κάθισμα. Εντάξει;» ρώτησε ο φαλακρός.
«Να κάτσεις εκεί που είσαι, το καλό που σου θέλω», τον πάγωσα όσο αλληθώριζα προς τον άλλο άντρα που έμοιαζε να έχει κοκαλώσει μπροστά από την Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα. «Και πες στο μαλάκα να κάνει παραδίπλα –με αγχώνει έτσι που στέκεται», ζήτησα από τον φαλακρό.
«Μην παίζεις με την τύχη σου», με συμβούλεψε ο φαλακρός.
«Καλά, προχώρα τώρα στο παρασύνθημα –επειδή έχω και δουλειές», έκανα εγώ.
«Σε ζητάνε στο τηλέφωνο», μου εξήγησε ο φαλακρός.
«Δεν άκουσα να χτυπάει...» παρατήρησα.
«Κάνεις λάθος», μου είπε και έβγαλε ένα τηλέφωνο από την τσέπη του. Ήταν γρήγορος σα φίδι ο καργιόλης, αν είχε τραβήξει πιστόλι τώρα θα τσέκαρα δωμάτιο στην κόλαση.
Ο φαλακρός πέταξε το τηλέφωνο ακριβώς δίπλα μου.
«Τίποτα άλλο;» ρώτησα.
«Πρέπει να είμαι...» ξεκίνησε να λέει όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του επειδή εγώ ανέβασα γρήγορα το τζάμι του παραθύρου κάνοντας όπισθεν.
Τον είδα να παραπατάει αποφεύγοντας την τούμπα όσο ο φίλος του ο αγαλμάτινος κατέβαζε αργά τα χέρια. Μετά χάθηκαν στις σκιές των πεζοδρομιών για μια ακόμα φορά. Σήκωσα χειρόφρενο και περίμενα. Το τηλέφωνο χτύπησε.
«Πες το», μούγκρισα.
«Τελικά θα την κάνεις τη μαλακία!» ψευτοθαύμασε ο Γλύκας.
«Είχες καμιά αμφιβολία;» απόρησα.
«Πάντα υποθέτω οτι οι αυτόχειρες το ξανασκέφτονται πριν προχωρήσουν...» γέλασε εκείνος.
«Πες το στους αυτόχειρες», τον προέτρεψα.
«Τέλος πάντων –ήθελα να σου μιλήσω για να δεις τι φίλος είμαι!»
«Ο τελευταίος που σε πέρασε για φίλο του κατέληξε με μια σύριγγα να μετράει τ΄αστέρια», του θύμισα.
«Βλακείες!» νευρίασε. «Κι επειδή δεν έχω χρόνο για χάσιμο –άκου προσεκτικά. Αν ξεμπερδέψεις με το Αφεντικό θα φροντίσουμε να ξεμπερδέψεις και γενικότερα».
«Θα φροντίσετε; Ποιοι θα φροντίσετε;»
«Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Κοίτα να τελειώσεις λοιπόν τη δική σου δουλειά κι αμέσως μετά πάρε με τηλέφωνο –κράτα αυτή τη συσκευή και πάρε με. Θα φροντίσουμε να σε ξεμπλέξουμε....»
«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, είσαστε μια παρέα από καλούς Σαμαρείτες που έχετε βάλει σκοπό να βοηθάτε φονιάδες....»
«Τα παραλές!»
«Δεν τελείωσα!» τον έκοψα. «Θέλω να μάθω κάτι ακόμα –τα χωράφια του Αφεντικού θα τα μοιραστείτε ή θα τα βγάλετε σε κλήρο;»
«Κι εσένα τι σε νοιάζει ρε μαλάκα;»
«Δίκιο έχεις –δε με νοιάζει», διαπίστωσα.
Έκλεισα το τηλέφωνο, ξεκίνησα την Άλφα, ρολάραμε παραλιακά στο πεζοδρόμιο, μέχρι να δω τις σκιές που περιμένανε μισοκρυμμένες. Τότε άνοιξα το παράθυρο και πέταξα το τηλέφωνο στα πόδια του φαλακρού. Ξεκίνησα να φύγω όσο η συσκευή γινόταν κομμάτια στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Χρειαζόμουν ένα καλό μέρος να κρύψω την Άλφα πριν ανέβω στο διαμέρισμα του Αφεντικού και χρειαζόμουν φαγητό, ύπνο, συντροφιά –ίσως κι ένα γυναικείο χέρι να μου χαϊδέψει το μέτωπο.

Το μόνο που δεν χρειαζόμουν ήταν η καλοσύνη των αφεντικών. Επειδή τα αφεντικά είναι, από χρόνια, τσακωμένα με την καλοσύνη.

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

ninguaqui είπε...

Οταν αρχίζει με μπουνίδια επί ριγκ κ τελειώνει με σχόλια για τα αφεντικά, εγώ δηλώνω οπαδός εκ προοιμίου. Αυτή η συνέχεια όμως μου άρεσε πραγματικά, δεν περίμενα μόνο τη διέξοδο (βλέπε ξεμπέρδεμα) από τον Γλύκα, ούτε να πάρει περιπολικό για ταρίφα (αν κ πολύ γούσταρα που ήταν πιστός στη Τζουλιέτα) κ να φιλοδωρήσει κουφετάκια στην κεφάλα. Ποια είναι η άποψη της Βέρας για όλα αυτά?
Ή συνέρχεται ακόμα από τον τραυματισμό?

The Motorcycle boy είπε...

Ξέρω 'γω; Κι εγώ περιμένω τη Βέρα να περάσει από δω για να τη ρωτήσω...

Οι διέξοδοι πάντα υπάρχουν για όσους είναι πρόθυμοι να τις ακολουθήσουν, αυτός ο μαλάκας διακατέχεται από μια γενικότερη απροθυμία (άσε που δεν ξέρει πως γράφεται η λέξη "εναλλακτικές")

Σαν τον προηγούμενο στο Συννεφάκι λέει "τα πράγματα με τ΄όνομά τους" κι αν υπάρχει όνομα, υπάρχει και πίστη.

άσωτος είπε...

ετσι μπραβο να αναψουν λιγο τα αιματα γιατι ειχε κουλαρει πολυ ο δικος μας.

Puppet_Master είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Puppet_Master είπε...

cisse 2 balakia

Puppet_Master είπε...

ti tha ginei me sena re exeis katharisei olous tous batsous.
plhsiazoun k mistiries meres...

samson rakas είπε...

πες το ψέματα,
ότι φοβάται η θεωρία το πράττει ο μποξέρ :)

πρτφ

samson rakas είπε...

και ο σισέ ενίοτε

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Άσωτε, φυσικά, όπως κατάλαβες το συγκεκριμένο πιστολίδι είναι αφιερωμένο για πάρτη σου -που δεν είχες δει νεκρό για κάμποσες συνέχειες και ανησυχούσες.

Puppet, υπολογίζω πως, όπως οι περισότεροι άντρες, κι ο Σισέ δύο μπαλάκια πρέπει να έχει -εκτός αν παίζει κάποια γεννετική ανωμαλία!
Το αναμενώμενο πάντως είναι να μας τα ρίξετε -επειδή σαν ομάδα προτιμάμε φέτος τα βουντού αντί των μεταγραφών (ρώτα και τον αποπάνω αν δεν πιστεύεις). Πρόσεξε μόνο μη γίνει καμιά στραβή και χάσετε, επειδή τότε θα γελάσει ο κάθε πικραμένος (όπως γελάγανε μαζί μας στα Γιάννενα).

Για το άλλο που λες με τον κοπρίτη από κάτω (σήμερα άκουγα στο αμάξι εκείνο του Μούτση που λέει "Σαμσών πέντε σφαίρες γράφουν τ΄όνομά σου στη λάσπη" χεχεχε) -τι δουλειά έχει η καθημερινότητα με τα καμπόικα ρε; Αναρωτήθηκε κανένας που βρεθήκανε αυτά τα εκατομμύρια ινδιάνων που έτρωγε ο Τζον Γουέιν, ο Ρούντολφ Σκοτ και οι υπόλοιποι;
Το καμπόικο ρε -είναι ο εμετός της θεωρίας.

Puppet_Master είπε...

sto kaoboiko dld vgazeis afto pou exeis krimeno vathia mesa sou wste na mhn to pragmatopiiseis pote.dekton
padws ama xasete thelw na valeis to cisse panw deksia sto blog xaxaxa

The Motorcycle boy είπε...

Σιγά μη βάλω τον Σισέ στο μπλογκ! Άμα χάσουμε θα βάλω φωτό του Κόκκαλη με λεζάντα "μπράβο μαλάκα!" κι αν κερδίσουμε θα βάλω φωτό του Τεν Κάτε με λεζάντα "η καλύτερη μεταγραφή του Ολυμπιακού!" Αν κάτσει Χ θα βάλω τον Λέτο αγκαλιασμένο με τον Τζόλε και μικρή φωτό της Νικολούλη να τους ψάχνει, χεχεχε.

Καμιά σχέση -δεν έχω κάτι τέτοιο κρυμμένο μέσα μου. Απλά, τα καμπόικα είναι η επιτομή του "στα ψέμματα παίζαμε", όπως είναι και το ποδόσφαιρο ή οι ταινίες με ζόμπι, ή οι ταινίες με σουπερήρωες. Πως βάζεις, ας πούμε Μάνογουορ για χαλάρωση; Κάτι τέτοιο.

razz the feminist είπε...

this i liked. bonus points pou synexizeis thn istoria kiolas, elega pws kapou edw 8a teleiwne, glad i was wrong.

btw gyrisa, kanoniste na ta poume prin mpei o neos etos.

The Motorcycle boy είπε...

Γύρισες; Τέλεια! Εμείς πάμε Λονδόνο =θα τα πούμε σίγουρα λοιπόν! Χαχαχα

Έχει 2-3 κεφάλαια ακόμα η ιστορία -να σεβόμαστε και τη χρονική ροή, ε;

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι