Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

15. Καμένο χαρτί

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο
14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια

Την εποχή που δούλευα πόρτα χρειαζόμουν μερικά ποτά όταν έκλεινε το μαγαζί για να μαλακώσω τα νεύρα μου, πήγαινα λοιπόν εκεί κοντά, σ΄ένα ξενυχτάδικο ήσυχο. Πήγαινα την ώρα που τα γκαρσόνια έκαναν βουντού προσπαθώντας να διώξουν τους ξεχασμένους πελάτες, αυτή ήταν η αγαπημένη μου ώρα. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα κι αυτό ήταν οι ξέμπαρκοι με τα μοτεράκια κάτω απ΄τη γλώσσα. Δες λίγο την κατάσταση, ένα μαγαζί που κλείνει και πελάτες που δε λένε να φύγουν –τι άλλο θα μπορούσε να είναι πέρα από σκουπίδια της νύχτας ξεβρασμένα από τις παρέες για να μη τους χαλάνε άλλο τη διασκέδαση; Έρχονταν δίπλα σου και σε τσάκιζαν με τις καυχησιές τους, έφτιαχναν εκεί πέρα κάτι ιστορίες σχετικά με το πόσο ζόρικοι, μάγκες κι αστεράτοι είναι κι όλα αυτά θα μπορούσαν να ισχύουν σε κάποιον άλλο γαλαξία, όχι σ΄αυτόν εδώ που βρέθηκαν φτυσμένοι πανταχόθεν -ακόμα και τα γκαρσόνια ρίχνανε ροχάλες στα ποτά τους πριν τα σερβίρουν. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μονίμως μετά από το μεγάλο κόλπο, τίγκα στα φράγκα, ενώ ταυτόχρονα μετράγανε τα ψιλά τους για να παραγγείλουν επόμενο ποτό. Είχαν κάνει τα καλύτερα ναρκωτικά, είχαν πηδήξει τις καλύτερες γκόμενες και μισόκλειναν το μάτι για να σου δείξουν οτι είχαν φυτέψει καμιά δεκαριά νοματαίους –έτσι για την πλάκα τους. Σκουπίδια ικανά να μαγαρίσουν το ποτό σου. Προσπαθώντας να τους αποφύγω γνώρισα τον Κουφό. Ποτέ δεν έβγαλα άκρη γιατί του κολλήσανε αυτό το παρατσούκλι -επειδή άκουγε ακόμα και το πέταγμα της μύγας στην καταιγίδα (σαν το ποντίκι που κι αυτό κουφό το λένε) ή λόγω του οτι προσποιούνταν πως δεν είχε ακούσει τις μαλακίες των γύρω του για να μην μπλέκει σε φασαρίες;

Όποιος από τους δυο μας έφτανε πρώτος καπάρωνε το τραπέζι «στο βάθος κήπος» και περίμενε τον άλλο –ήμασταν εκεί κάθε βράδυ. Ο Κουφός είχε πατήσει τα 50 αλλά δεν έκοβα το κεφάλι μου πριν πόσο καιρό είχε συμβεί αυτό. Χαιρετιόμασταν με τα μάτια, πάντα στο τραπέζι υπήρχαν έξτρα καθαρά ποτήρια κι ένα μπουκάλι που είχε ήδη παραγγείλει αυτός που έφτανε πρώτος. Μετά πίναμε στα μουγκά.

Ο Κουφός ήταν Συμβολαιογράφος κι αυτό στην πιάτσα σημαίνει δολοφόνος κατά παραγγελίαν. Δεν υπήρχαν πολλοί σαν και του λόγου του, η πιάτσα βρώμαγε από παλικαράδες, σφίχτες γυμναστηρίων ή ξεπεσμένους αθλητές σαν εμένα –Συμβολαιογράφοι δεν ήταν πάνω από πεντέξι άτομα, κρυμμένα πίσω από τις ομίχλες της φήμης τους. Είχα ακούσει, αλλά πριν τον Κουφό δεν έτυχε να γνωρίσω κανέναν τέτοιο. Κι ο Κουφός δηλαδή, από ατυχία φανερώθηκε. Επειδή μια νύχτα πέρναγε δίπλα μας εκείνη η τσακισμένη γυναίκα, μάλλον πουτάνα απ΄αυτές που χτυπάνε πελάτη μονάχα άμα τον πετύχουν σε αφασία, περνούσε σέρνοντας τις στραβοπατημένες γόβες της και ξαφνικά σταμάτησε μπροστά μας. Γούρλωσε τα μάτια, έψαξε ένα τσαντάκι με πλαστικές πούλιες, βρήκε κάτι χαρτονομίσματα, τα τσαλάκωσε και τα πέταξε κατάμουτρα στον Κουφό.
«Σου φτάνουν αυτά για να καθαρίσεις ένα βρωμόσκυλο που ουρλιάζει έξω από το σπίτι μου; Σου φτάνουν ξεφτιλισμένε άντρα;» έβγαζε αφρούς από το στόμα όσο ούρλιαζε.
Είδα οτι από το μαύρο καλσόν της είχαν φύγει καναδυό πόντοι. Ο Κουφός την κοίταξε κάπως έκπληκτος και μετά μάζεψε τα λεφτά από μπροστά του.
«Να παραγγείλουμε ακόμα ένα μπουκάλι αφού μας κερνάνε», μου πρότεινε αδιάφορα.
Η γυναίκα είχε μείνει να τον κοιτάζει με τα ίδια γουρλωμένα μάτια μέχρι που βαρέθηκε κι έφυγε. Σκέφτηκα οτι έπρεπε να πω κάτι.
«Κάποια ραγισμένη καρδιά που δεν ξανακόλλησε με τα χρόνια;» είπα.
«Κάπως έτσι», έκανε ο Κουφός και δεν έδωσε συνέχεια.
Αλλά είχα την πείρα να καταλάβω οτι ο άνθρωπος δεν ήταν νταβατζής ούτε είχε σχέση με ζιγκολίκια –άσε που η γυναίκα φαινόταν αρκετά μικρότερή του. Σκεφτόμουν λοιπόν οτι κάποια κομπίνα πάνω σε κομπίνα της είχε στήσει, τίποτα ληστεία που της έφαγε το μερίδιο, κανένα λαθρεμπόριο... ποιος ξέρει;

«Καμία σχέση», μου είπε ο Κουφός τρεις μέρες μετά το περιστατικό.
Έβλεπε οτι η συμπεριφορά μου είχε αλλάξει, μίλαγα λιγότερο απ’ότι πριν, που δε μιλάγαμε καθόλου, έπινα γρήγορα όταν ερχόταν κι έφευγα μετά βιαστικός...
«Τι εννοείς;» ρώτησα ξαφνιασμένος, επειδή εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα κάτι δικά μου.
«Όσα σου πέρασαν από το μυαλό.... Νταβατζής, ρίχτης, λουμπίνας... καμία σχέση, δεν είμαι τίποτα απ΄όλα αυτά...»
«Δε μ΄ενδιαφέρει και δε μου πέρασε τίποτα από το μυαλό», απάντησα στα ψέματα.
«Εντάξει τότε», είπε ο Κουφός.
Αλλά ξέραμε κι οι δυο μας τι σήμαινε όλο αυτό –αν ο Κουφός έλεγε αλήθεια οτι τίποτα απ΄όλα αυτά δεν ίσχυε, σήμαινε πως ήταν Συμβολαιογράφος, το παραδεχόταν σιωπηλά. Η συμπεριφορά μου ξανάγινε κανονική απέναντί του, όχι τίποτα δραματικές αλλαγές δηλαδή –ήμασταν δυο άνθρωποι που θέλαμε να κατεβάζουμε ένα μπουκάλι ποτό με την ησυχία μας, όμως σε τέτοιες περιπτώσεις οι μικρολεπτομέρειες είναι πιο θορυβώδεις από εκρήξεις σε ναρκοπέδιο.

Τα λέω όλα αυτά για να εξηγήσω το γιατί περιμένω κουλουριασμένος στη μέση της σκάλας, έναν όροφο πάνω απ΄το διαμέρισμα του Αφεντικού, με το μάτι καρφωμένο στην φρεσκοπαραβιασμένη πόρτα του, εντάξει;

Την εποχή που φάγανε εκείνον τον ψευτόμαγκα με τα νυχτερινά κέντρα στην παραλία και πιάστηκαν οι πιστολάδες καμιά δεκαριά χιλιόμετρα παρακάτω έτυχε να νιώθω ομιλητικός. Τον ρώτησα λοιπόν τη γνώμη μου σχετικά με το θέμα.
«Καλά το παίξανε», μουρμούρισε ο Κουφός και μετά χάθηκε στις σκέψεις του.
«Τι λες τώρα; Αφού τους πιάσανε!» απόρησα εγώ.
«Όταν πας να φας κάποιον το πρώτο που πρέπει να κανονίσεις είναι από που θα φύγεις. Οι μάγκες εκεί πέρα είχαν στρωμένο σχέδιο, μέχρι εναλλακτική είχαν φροντίσει...»
Κοίταξα ασυναίσθητα το μπουκάλι, μπας και το είχε αδειάσει πολύ γρήγορα γι΄αυτό έλεγε τώρα ασυναρτησίες.
«Ποια εναλλακτική; Αφού τους πιάσανε! Θα με τρελάνεις;»
«Η εναλλακτική είναι να σε πιάσουν οι μπάτσοι και όχι οι άνθρωποι αυτουνού που έφαγες», είπε ο Κουφός.
«Δηλαδή, η πιθανότητα να μη σε πιάσει κανείς δεν παίζει;»
«Πως, αμέ! Παίζει και παραπαίζει, απλά εσύ δεν μπορείς να την προσχεδιάσεις. Υπάρχουν τόσα απρόοπτα που μπορεί να σου κάτσουν... -αν έχεις κάνει, περισσότερες από μια, τέτοιες δουλειές ξέρεις πως δεν υπάρχει λόγος να πονοκεφαλιάζεις...»
«Δε γίνεται ρε άνθρωπε να μην υπάρχει τρόπος να αυξήσεις τις πιθανότητες διαφυγής!» ψιλονευρίασα εγώ.
«Είπα εγώ οτι δεν υπάρχει τρόπος;» με κοίταξε παραξενεμένος.
Περίμενα λοιπόν να τον ακούσω.
«Αν θέλεις να αυξήσεις τις πιθανότητές σου πρέπει πρώτα να τις κάψεις», είπε ο Κουφός.
Αυτό ήταν όλο.

Άκουσα το κουβούκλιο του ασανσέρ να ανεβαίνει, μάζεψα ασυναίσθητα τα πόδια μου, περίμενα –αλλά το ασανσέρ δεν σταμάτησε. Χαλάρωσα και πάλι.

Είχα κοντά δυο ώρες που περίμενα, ανέβηκα από τις σκάλες μέχρι τον όροφό του, έφτασα έξω από την πόρτα του, χτύπησα το κουδούνι –κυρία κανονική. Κανένας δεν μου άνοιξε, βεβαιώθηκα. Και μετά διέρρηξα την πόρτα, είχε κάτι γαμωκλειδαριές ασφαλείας αλλά τα κατάφερα. Ετοιμαζόμουν να χωθώ στο σκοτεινό διαμέρισμα όταν θυμήθηκα όσα που έλεγε ο Κουφός. Η τυπική παγίδα θα σήμαινε άραγμα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα μέσα στο διαμέρισμά του, προσευχές στον Άγιο Μαχαιροβγάλτη να τυφλωθούν οι μπράβοι για να μη δουν την παραβιασμένη πόρτα κι όταν μπουν μέσα να πάθουν αγκύλωση, για να βρω εγώ τον χρόνο που χρειάζομαι και να μην υπάρχουν άλλοι παρκαρισμένοι στην είσοδο της πολυκατοικίας... Πολύς σχεδιασμός, καμιά εγγύηση. Αν όμως μηδένιζα από μόνος μου τις πιθανότητες διαφυγής μου; Τότε;

Περίμενα, άναψα κι ένα τσιγάρο κουφωμένο στην παλάμη, τράβαγα μουλωχτές τζούρες.

Είχε πάρει να ξημερώνει όταν το κουβούκλιο του ασανσέρ έδεσε στον όροφό του σα βαρυφορτωμένη μαούνα. Πήρα βαθειά ανάσα. Από το άνοιγμα της πόρτας βγήκε ένας καουμπόης με το ασημένιο Μάγκνουμ του να ρουθουνίζει, από πίσω πετάχτηκε ακόμα ένας ίδιος –χαμογέλασα. Θα μπορούσα να τους φάω μια χαρά από εκεί που ήμουν, θα μπορούσε να μοιάζει όλο αυτό με σχέδιο αυξημένων πιθανοτήτων επιτυχίας. Μαλακίες! Πίσω τους βγήκε το Αφεντικό, περισσότερο σκυφτός απ΄ότι συνήθως, περίεργα αφηρημένος. Δάγκωσα τα χείλη μου.
Ο πρώτος καουμπόης μοστράριζε το Μάγκνουμ ελέγχοντας τον άδειο διάδρομο όσο ο δεύτερος έφτανε στην πόρτα ψάχνοντας τα κλειδιά. Εκεί έμεινε μετέωρος. Κόλλησε στον τοίχο, έκανε νόημα δείχνοντας την παραβιασμένη κλειδαριά. Εγώ ετοιμάστηκα -οι δυο καουμπόηδες μπούκαραν στο διαμέρισμα του Αφεντικού προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο, τους έδωσα λίγο χρόνο να ψάξουν -μετά πετάχτηκα σαν ελατήριο.
«Έλα πάνω ρε πούστη!» σφύριξα στο Αφεντικό που περίμενε μόνος κι έρημος τους πιστολάδες του.
Με είδε και κιτρίνισε.
«Τσακίσου!» είπα δείχνοντάς του το Βάλτερ.
Ανέβηκε τα σκαλιά, με πλησίασε όπως ο ετοιμοθάνατος τη γκιλοτίνα. Τον έβγαλα μπροστά μου και τον έσπρωξα προς τον πάνω όροφο, ανεβαίναμε τη σκάλα αγκομαχώντας. Από κάτω άρχισε ο θόρυβος.
«Προχώρα και μη βγάλεις άχνα γιατί θα ρίξω», τον προειδοποίησα.
Φτάσαμε μέχρι την ταράτσα, δοκίμασα τη σιδερένια πόρτα κι ευχαρίστησα τον Άγιο Ξεκωλιάρη που δεν ήταν κλειδωμένη.
«Έξω!» του φώναξα.
Βγήκαμε, κάναμε το γύρο του κλιμακοστάσιου με τη βροχή να μας λιανίζει τα μούτρα.
«Εδώ!» τον φρέναρα.
«Σε παρακαλώ...» ψέλλισε.
«Παπαριές!» ξεφύσηξα. «Δεν ήρθαμε εδώ πάνω για τέτοια...»
«Έχω λεφτά...» κλάφτηκε.
«Σημαδεμένα σαν τα προηγούμενα ρε καργιόλη;» ούρλιαξα χτυπώντας τον με την κάνη του Βάλτερ.
Κόμπιασε.
«Άκου πως θα γίνει –κανονικά έπρεπε να έχω μαχαίρι. Αλλά ακόμα και χωρίς, κάτι θα καταφέρω... Θα σου τσακίσω τις κλειδώσεις και μετά θ΄ανοίξω την κοιλιά σου, να βλέπεις άντερα όσο πεθαίνεις...» του είπα σταθερά.
«Μη!» παρακάλεσε.
«Σκάσε!» φώναξα. «Επειδή όταν θα είσαι έτσι δεν θα καταλαβαίνω τι μου λες, κάνε τη χάρη στον εαυτό σου και πέστα τώρα –όσο περισσότερα, τόσο αργότερα...»
Το νερό αυλάκωνε στο κρεμασμένο προγούλι του κι έμοιαζε σα λιγούρι κωλόχοντρος σε σουβλατζίδικο. Πιέστηκα να μην τον πυροβολήσω επιτόπου, παρακάλαγα να μου δώσει ένα λόγο να το καθυστερήσω.
«Θέλανε να τελειώσουν εκείνους τους τύπους.... εκείνους που τους πήγες τα λεφτά... Εμένα απλά μου ζήτησαν....» ξεκίνησε τη μουρμούρα το Αφεντικό.
«Ποιοι;» τον έκοψα.
Μπερδεύτηκε.
«Ποιοι -τι;» απόρησε.
«Ποιοι θέλανε, ποιοι σου ζήτησαν -ποιοι;»
Ανάσανε ασθματικά.
«Είχα κάτι παλιές εκκρεμοδικίες... δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά... Εκείνος τις ήξερε...» το Αφεντικό σώπασε κοιτάζοντας τις στέγες των σπιτιών.
«Για το δικαστή μιλάς;» έκανα εγώ.
Το Αφεντικό ένευσε.
«Γι΄αυτό ήρθε στο κωλοχανείο που έτρωγα; Για να με σταμπάρει;» ρώτησα πάλι.
Το Αφεντικό έδειχνε να συμφωνεί.
«Ποιος γαμιόλης έρχεται να σταμπάρει κάποιο παλιοτόμαρο κουβαλώντας και τα παιδιά του μαζί;» ούρλιαξα.
Το Αφεντικό δεν έκανε τίποτα.
«Γιατί εμένα;» τον ρώτησα.
«Ήσουνα ο πιο φτηνός για ξόδεμα», είπε σιγά το Αφεντικό.
Είχε δίκιο.
«Η πιάτσα σ΄έχει ξεγραμμένο», του είπα.
«Το ξέρω –με γάμησες!» παραδέχτηκε. «Δε σου φτάνει;»
Χαμογέλασα.
«Αν ήταν μόνο το στήσιμο, τώρα θα είχαμε πατσίσει», απάντησα.
«Τι άλλο είναι;» ούρλιαξε.
«Ετοιμάσου», του ζήτησα.
«Μην το κάνεις!» στρίγκλισε.
Τον άρπαξα από το λαιμό και τον κόλλησα στο κλιμακοστάσιο. Πήγε να με σπρώξει βάζοντας τα χέρια στο στήθος μου, τον χτύπησα με την κάνη του Βάλτερ στο πρόσωπο, άρχισε να ματώνει.
«Κάτσε σε μια μεριά, μην το ζορίζεις», τον παρακάλεσα.
«Άσε με!» φώναξε, τα μάτια του πήραν να γυρίζουν κατά μέσα.
Τον πίεσα πιο δυνατά κόντρα στον τοίχο και τότε εκείνος άρχισε να βήχει, τρανταζόταν παγιδευμένος στη λαβή μου, έμοιαζε λες και ήθελε να ξεράσει.
«Κάτσε γαμώ το στανιό σου!» φώναξα.
Αλλά εκείνος συνέχιζε το ίδιο βιολί, τιναζόταν μέχρι που βάρυνε το σώμα του, ο καρπός μου άρχισε να τρέμει όσο σωριαζόταν. Έβαλα δύναμη να τον κρατήσω.
«Τι έγινε τώρα!» μούγκρισα.
Μάταιος κόπος –το Αφεντικό κατέρρεε πανηγυρικά. Έκανα δυο βήματα πίσω, ελευθέρωσα το χέρι μου κι εκείνος σωριάστηκε άτσαλα, γδέρνοντας τους σοβάδες στον τοίχο του κλιμακοστασίου.
«Τι μαλακίες είναι αυτές ρε γαμώτο!» φώναξα κοιτάζοντας τις ανοιχτές βρύσες του ουρανού.
Μετά τον κλώτσησα με τη μύτη της μπότας, αλλά δεν έδειξε διάθεση να κουνηθεί. Τον ξανακλώτσησα. Έσκυψα πάνω του, αναγκάστηκα να γονατίσω κιόλας, το νερό είχε λιμνάσει, περόνιασε μέχρι το σώβρακό μου ακαριαία. Έπεισα τη σκατόφατσά του ανάμεσα στα δάχτυλά μου, τον γύρισα προς το μέρος μου, τον κοίταξα. Μάτια γυάλινα φτιαγμένα από φόβο, στόμα στραβωμένο, η γλώσσα του να κρέμεται στο πλάι. Έμεινα να τον κοιτάζω και δεν το πίστευα. Η βροχή κουρτίνιαζε τα μαλλιά μπροστά απ΄τα μάτια μου.
«Ξύπνα ρε πούστη, ξύπνα να σε ξεσκίσω!» ούρλιαξα και άρχισα να τον τραντάζω μέχρι που βαρέθηκα –του χτύπησα το κεφάλι στο τσιμέντο κάμποσες φορές, μετά σηκώθηκα παρατώντας τον. Τι άνθρωπος ήταν αυτός που είχε πεθάνει από τον φόβο του; Αφεντικό –αυτό ήταν. Ένας χέστης που γαμούσε με δανεικά αρχίδια, τον έφτυσα και τον άφησα εκεί κάτω.

Μόνο όταν πάτησα το κεφαλόσκαλο θυμήθηκα να ψάξω μήπως είχαν ξεμείνει τίποτα μπράβοι του. Άρχισα λοιπόν να κατεβαίνω αργά -ευτυχώς οι μπότες μου δεν είχαν μπάσει νερό, αλλά δεν ήμουνα όσο αθόρυβος θα ήθελα. Η πόρτα του διαμερίσματός του έχασε ορθάνοιχτη όμως δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα. Κατέβηκα έναν όροφο, πίεσα το κουμπί του ασανσέρ και είδα στον πίνακα οτι αυτό ξεκίναγε ν΄ανέβει από το ισόγειο. Οι μαλάκες μάλλον μας ψάχνανε στους γύρω δρόμους. Συνέχισα να κατεβαίνω.

Η είσοδος της πολυκατοικίας ήταν θλιβερά έρημη, αναγκάστηκα να φτάσω μέχρι την εξώπορτα κάνοντας ημικύκλιο, για να αποφύγω τη τζαμαρία. Άνοιξα σαν αργοπορημένος μαθητής και βγήκα έξω, το πεζοδρόμιο είχε μόνο ρυάκια της βροχής, αλλά 5 μέτρα παρακάτω ήταν σταματημένο ένα κτηνώδες τζιπ. Όπλισα το Βάλτερ πριν προλάβω να σκεφτώ και πλησίασα από τα πλάγια. Μόνο ο οδηγός φαινόταν μέσα στο τζιπ, κοίταζε αλαφιασμένος μπροστά στον μισοσκότεινο δρόμο.

Του άνοιξα απότομα την πόρτα σημαδεύοντας κατάμουτρα. Πετάχτηκε.
«Δεν είναι ανάγκη», είπε ήσυχα.
«Δε θα μου πεις εσύ...» ξεκίνησα, αλλά έκοψα απότομα επειδή ήταν γνωστός μου ο οδηγός.
Δούλευε χρόνια στο Αφεντικό, σαραντάρης, οικογενειάρχης –κοίταζε πάντα τη δουλειά του.
«Μην κάνεις μαλακίες, έτσι κι αλλιώς, για τα μάτια σε ψάχνουν», μου είπε.
«Γεγονός;» θέλησα να μάθω.
«Έχει βγει βρώμα οτι ήταν ξεγραμμένος... Απλά οι υπόλοιποι προσέχανε μη φάνε καμιά αδέσποτη», μου εξήγησε.
«Για να το λες...» έκανα, αλλά δεν κατέβασα το Βάλτερ.
«Φύγε τώρα –κοπάνα την», είπε εκείνος.
«Μπέσα;» αναρωτήθηκα.
«Για τι μας πέρασες; Για πρόσκοπους;» γέλασε.
«Κάποτε όμως θα πρέπει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο –δε βγαίνει διαφορετικά...» ψιθύρισα.
«Εντάξει, εσύ είσαι γκράντε μαλάκας!» θαύμασε.
Του γύρισα την πλάτη, δεν είχα όρεξη.
«Άκου!» με φρέναρε. «Κουβεντιάζεται οτι δούλεψες για λογαριασμό σου και κάτι τέτοια δεν τα γουστάρουν στην πιάτσα. Θα βολέψεις πάρα πολλούς αν βρεθείς με μια σφαίρα στο κεφάλι....»
«Τότε γιατί δεν το κάνεις εσύ –να σου χρωστάνε και χάρη;» απόρησα.
«Περιμένω να βγει το νούμερό σου, γι΄αυτό», γέλασε εκείνος.
«Πες τους ν΄ανέβουν στην ταράτσα να τον μαζέψουν», μούγκρισα εγώ πριν χαθώ στη γωνία.

Πήγα μέχρι την Άλφα περπατώντας μετρημένα, ήθελα να ηρεμήσω λίγο το κεφάλι μου, ήθελα να ξαλαφρώσω. Αλλά δεν ήταν έτσι.

Κάθισα πίσω απ΄το τιμόνι, ξεκινήσαμε αμίλητοι. Δεν τολμούσα να κοιτάξω τη Βέρα στο πίσω κάθισμα, δεν είχα κουράγιο, διάθεση...

Βγήκαμε ξανά στη λεωφόρο, έπρεπε να μαζέψω τ΄απομεινάρια μου πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι. Ένα οικογενειακό αυτοκίνητο πετάχτηκε από το πουθενά του δεξιού παρακαμπτήριου, δε φάνηκε καν να με βλέπει, φρέναρα ξαφνιασμένος. Από πίσω άκουσα ένα γδούπο, η Βέρα είχε φύγει από τη θέση της και κοπανήθηκε σφηνώνοντας ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα. Γύρισα να τη δω.
«Τι θες;» ούρλιαξα. «Τι θες, ανάθεμά σε; Άντε γαμηθείτε όλοι σας –αφήστε με ήσυχο!»
Η Βέρα δεν είπε τίποτα.

Όλοι είχαν γαμηθεί ασύστολα και τώρα ήταν η δικιά μου σειρά –αυτό συνέβαινε τελικά.

16 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Πασκαλ είπε...

Τι, αυτό ήτανε;
Πάπαλα;

Δεν έχει άλλο δλδ;

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, όχι ρε! Ειδες να πέφτουν τα κρέντιτς; Είδες να γράφει ΣΟΛΕΤ; Έχει ακόμα 1 ή 2 -δεν είμαι σίγουρος.

Πασκαλ είπε...

Μα έτσι όπως το έφαγε λάχανο το αφεντικό χωρίς καν να τον αγγίξει, έτσι όπως ένιωσε το κενό μέσα του μετά από όλο αυτά που έχει κάνει, έτσι όπως έφτασε στα πρόθυρα καταθλιψάρας, λέω πάει, έτσι θα μας αφήσει....

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, έχεις τα δίκια σου. Αν ήμουνα σύγχρονος έλληνας διανοούμενος λογοτέχνης εδώ θα το έκλεινα -για να προσδώσω μια έλλειψη, ένα μούχρωμα ρε παιδί μου! Αλλά δεν είμαι τέτοιος -εγώ ένα καμπόικο γράφω. Έχεις δει καμπόικο να τελειώνει χωρίς τον ήρωα να φεύγει στο ηλιοβασίλεμα; Ε, άμα δεις ηλιοβασίλεμα -τότε να περιμένεις να πέσουν οι τίτλοι.

Πασκαλ είπε...

Οπότε θα περιμένουμε κανα 'ξάμηνο σα να λέμε μέχρι να σκάσει μύτη ο ήλιος.
Γιατί εδώ και 10 κεφάλαια μας έχεις στο φθινόπωρο και μας πας από ψιχάλα σε μπόρα και πάλι πίσω.
Κι ο καουμπόης σου στην άλφα να τραγουδάει:
"..λάσπες, στο δρόμο λάσπες και βροχη, δεν ξέρω γιατί τρέχω..."

-δεν ήθελα να στον προσβάλω,ε. Ξέρω ότι κανένας φυσιολογικός καουμπόης δε θα άκουγε τέτοια πράματα... -

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα, όχι δα -ο πούστης ο ήλιος σκάει από κει που δεν τον περιμένεις!

Δεν το ξέρω το άσμα, ξέρω το "σκόνη πέτρες λάσπη/ όλη μέρα στο γιαπί" -πιάνεται;

άσωτος είπε...

ωραια συνεχεια αυτη, μου θυμισε κατι απο sin city....

The Motorcycle boy είπε...

E, όλοι από τα κλασσικά καμπόικα κλέβουμε -γι΄αυτό. Μπουτς Κάσσιντι και Σάντανς Κιντ, κι έτσι, να πούμε.

Ανώνυμος είπε...

Ασχετο:

Μ.Β. ξέρεις αν έχει κυκλοφορήσει στο ελλάντα, το GETTING EVEN του Γούντι Άλλεν κι αν ναι με ποιο τίτλο?

υ.γ. νταξ,χαλαρά χθες Σάββατο.Ταχουν αυτά οι μεγάλo1

G7

The Motorcycle boy είπε...

Το είχα προ αμνημονεύτων, λεγόταν "Πάτσι" νομίζω -από εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Είναι εκείνο που έχει και τα θεατρικά του τα μονόπρακτα μέσα; Αν ναι -ήταν ζόρικο βιβλίο.

Και συνεχίζω το άσχετο -πήρα χτες το The Gonzo Papers Anthology του Hunder S Thomson και έχω μείνει μαλάκας με το τι γράφει το άτομο και πως τα γράφει. Κι επειδή τυγχάνω τσίπης -έμεινα μαλάκας και με την τιμή, 16 λίρες έγραφε, 14 ευρώ το αγόρασα! Πολλά; Χμμμ, το βιβλίο είναι 1.200 σελίδες -τι σου λέει αυτό;

Υ.Γ.: Άσπρισε μια τούφα που μου είχε απομείνει το Σάββατο, με το τελευταίο 20λεπτό που αρχίσανε τις μαλακίες οι δικοί μας και τους έσπρωχνε τους άλλους λιγάκι ο διαιτητής στη μικρή μας περιοχή -μπήκε κι αυτό το μουνί ο Λουτσιάνο που μας έχει ξεσκίσει από τότε που τον διώξαμε... Τέλος πάντων, μου φαίνεται οτι φέτος τα εκτός έδρας τα έχουμε πιο χαλαρά από άλλες χρονιές -αλλά στα εντός... γάμησέ τα! Αν δε δουν ντέρμπι οι λεβέντες δεν παίζουν. Τώρα, να δούμε τι θα γίνει με Άρσεναλ -μπας και πάρει κάνα παίκτη ο Σώκος και δεν τον πάθω τον καρκίνο αυτή τη σεζόν.

sjors είπε...

πως το είχε πεί ο άρης;
"στο τέλος δε θα γλυτώσει κανείς"
σε'κείνη την ιστορία και σε'τούτη και στις προηγούμενες και στις επόμενες και γενικότερα

μου αρέσει αυτή η αίσθηση δικαιοσύνης. με ηρεμεί αφάνταστα.

σπέρνει ο thomson, θυμήθηκα προχτές κάπου περι ανέμων και υδάτων πως είχε χαρακτηρίσει το las vegas στο fear and loathing: a society of armed masturbators
με πιάνει ένα νευρικό γέλιο όποτε θυμάμαι αυτό το σχόλιο για κάποιο λόγο.

είναι καλή τιμή για το gonzo papers, εδώ το βρίσκω 23 ευρω

καλημέρες

The Motorcycle boy είπε...

Χεχε, η αρχική φράση πάντως είναι "έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν θα γλιτώσει" και ανήκει στον Νικολαϊδη. Ντουέτο πάει με την άλλη αγαπημένη μου από τον Νικολαϊδη, που την είχε πει στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, νομίζω για το Ζέρο γίαρς (ή για την Κόλαση): "Δεν ξέρω αν θα πεθάνετε από τα γέλια -όμως, σίγουρα θα πεθάνετε". (Βαθειά υπόκλιση εδώ).

Έχει γράψει 5-6 fear and loathing το άτομο -από την καμπάνια του Νίξον μέχρι το Σούπερ Μπολ και είναι όλα τους αχτύπητα!
Στο Φνακ το βρήκα 14 ευρώ -φαίνεται υπάρχει κάποιος κολλημένος εκεί μέσα που τα παραγγέλνει και μετά μένουν απούλητα και τα βγάζουν "πάρε κόσμε".

Καλημέρα βεβαίως.

ninguaqui είπε...

Αμάν αδερφάκι μου, έγραψες πάλι!
Το κολπέτο του να ψοφήσει ο άλλος από το φόβο του ήταν αναπάντεχο αλλά με ένα μαγικό τρόπο θηκάρωσε μια χαρά στην αφήγηση κ επίσης θέλω να υποβάλλω τα σέβη μου για τη χρήση της υπέρτατης (νοηματικά όσο κ ηχητικά) ατάκας "Όλοι είχαν γαμηθεί ασύστολα". Με ψόφησες!

The Motorcycle boy είπε...

Είναι κάπως μόνιμη κατάσταση να γαμιέται το σύμπαν ασύστολα πάντως, θα πρέπει να το παραδεχτείς! Μέχρι κι ο Κοέλιο έχει πει κάτι σχετικό, φαντάσου! Χαχαχα

Μια σελιδούλα μου μένει ακόμα κι ένα τσεκάρισμα για να σηκώσω και το καταληκτικό κεφάλαιο.

ninguaqui είπε...

Εννοείται πως είναι μόνιμη κατάσταση.
Παντού κ πάντα. Ακόμα κ ετυμολογικά να το πάρεις το ζήτημα για το σύμπαν συγκεκριμένα, η λέξη ασύστολα υποδηλώνει την αντίθεση της συστολής (Τι είπε ο μάστορας! Νταξ μη βαράτε, προφανές είναι, χεχε) κ ως γνωστόν σε όλους, το σύμπαν διαστέλλεται. Οπότε είναι επόμενο να γαμιέται υπακούωντας τη φυσική του τάση!
Αρκετά όμως, ορμάω στο 16!

The Motorcycle boy είπε...

Κοίτα το άτομο -που βρήκε να φιλοσοφήσει σε καμπόικο, χαχαχαχα!

Διαστέλλεται το σύμπαν; Γεγονός αυτό; Κι έλεγα γιατί παίρνω κιλά ο πούστης, αφού δεν τρώω! Χαχαχαχα

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι