Δευτέρα, Ιανουάριος 31, 2011

"Να κεράσω ποτό;"

Μητέρα: «Και τώρα, Λάουρα πες μου... (Μου ‘χεις γαμήσει το χέρι...) τους δυο βασικούς νόμους της υπηρετικής».
Κόρη: «Πρώτον: Απαγορεύεται στον υπηρέτη να βλάψει τον Κύριο ή να επιτρέψει να πάθει κακό. Δεύτερον: ο υπηρέτης προστατεύει τον εαυτό του... χωρίς να παραβαίνει τον πρώτο νόμο».


Κόρη:
«Παλιά, δεν είχαμε τέτοια προβλήματα. Τότε, τους υπηρέτες τους σκότωνε ο πατέρας. Εμείς, απλώς φυτεύαμε πάνω στους τάφους... πελαργκόνια, πανσέδες και......λουίζες... Ο πατέρας ήταν περήφανος για τον κήπο μας. Έλεγε ότι τα πτώματα είναι το καλύτερο λίπασμα».


Κόρη: «‘Τι κτηνωδία, πατέρα! Ο ουρανός θα μας τιμωρήσει!'... του φώναζα καθώς με είχε γονατιστή ...και μ’ έπαιρνε από πίσω. ‘Μικρή αγαπημένη’, μου είπε... ‘ο ουρανός είναι το τελευταίο πράγμα που μας ενδιαφέρει’. Όλοι νομίζουν ότι ο πατέρας έχει πεθάνει. Δεν είναι αλήθεια.. Μια μέρα θα γυρίσει.. και θα κάνει φοβερά πράματα που θα θυμούνται για πάντα!"



Μητέρα: «Η Λάουρα που ψάχνεις είναι μια οπτασία... Ένα πρόσωπο στο θολό φως της φαντασίας σου... Τα βήματα που πλησιάζουν...Το γέλιο που άκουσες μια καλοκαιρινή νύχτα...μα χάθηκε. Θα την δεις σ’ ένα τρένο που σε προσπερνάει... Και τα μάτια της τα τόσο γνώριμα και το πρώτο φιλί που σου χάρισε... Αυτή είναι η Λάουρα... ένα όνειρο... Γι’ αυτό ξέχασέ την Σίνγκαπουρ Σλινγκ».

Μητέρα: "Λέπια... παντού λέπια... Έχει γεμίσει ο τόπος απ’ τις βρωμιές του... Αρχίζουν απ’ τη σοφίτα και φτάνουν μέχρι εδώ. Αυτό σημαίνει ότι δεν με φοβάται πια... Και τα βράδια που κοιμάμαι... με τη βοήθεια της τσούλας της κόρης μου... γυρνάει ελεύθερος μέσα στο σπίτι κι αφήνει τα λέπια του παντού...»



Μητέρα: «Πριν από χρόνια δολοφονήθηκε μια κοπέλα (Σου είπα πως θα τον κάνω να μιλήσει) κι όλοι πίστεψαν ότι ήταν η Λάουρα. Αυτός ανέλαβε την υπόθεση... Και μόλις είδε το πορτρέτο της, την αγάπησε... Η Λάουρα όμως εμφανίστηκε ζωντανή. Έμεινε λίγο καιρό μαζί του... Και μετά έφυγε με κάποιον άλλο... Αυτός κατάντησε αλκοολικός κι έχασε τη δουλειά του. Αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να την ψάχνει. Κι όπως λέει και το τραγούδι... ‘Θα δεις τη Λάουρα σ’ ένα τρένο που σε προσπερνάει/ Τα μάτια της, τα τόσο γνώριμα/ Και το πρώτο φιλί που σου χάρισε/ Αλλά δεν είναι παρά ένα όνειρο’ Γι’ αυτό, ξέχασέ την, Σίνγκαπουρ Σλινγκ».


Κόρη: «Μόλις τελειώσαμε με τη μητέρα και τώρα μιλάω γι’ αυτήν... τον πατέρα και την παλιά μας ζωή... Ήταν πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμουν γιατί της ανοίξαμε την κοιλιά τόσο αδέξια... που γέμισε όλο το σπίτι μ’ ένα σωρό σκατά. Καπνίζω τώρα. Γεμίσαμε την κοιλιά της με πέτρες και την πετάξαμε στον λάκκο... Δεν βρήκαμε πουθενά το χαμένο μαχαίρι... Παλιά, πριν χάσουμε τον πατέρα, δεν είχαμε τέτοια προβλήματα. Τότε σκότωνε αυτός... κι εμείς φυτεύαμε στους τάφους. Πελαργκόνια, πανσέδες και λουίζες. Πρώτη φορά που σκοτώσαμε ήταν πριν τρία χρόνια. Ήταν μια μικρή που είχαμε για γραμματέα... Την έλεγαν Λάουρα...
Η μαμά κι εγώ παίζαμε συχνά το παιχνίδι της Λάουρας...που αρχίζει πάντα όταν αυτή μπαίνει στο σπίτι μας.


Εμφανίζομαι σαν μικρή γραμματέας... κρατώντας μια βαλιτσούλα. Προχωράω στον σκοτεινό διάδρομο... Τα γόνατά μου τρέμουν... Θα με προσλάβουν άραγε; Φοβάμαι κάτι και ίσως μπορώ να κρυφτώ εδώ μέσα. Η κυρία με δέχεται στο σαλόνι... Κι όταν με ρωτάει τ' όνομά μου, εγώ της λέω Λάουρα. Λάουρα, αν δεν σας πειράζει. Και τώρα έρχεται η στιγμή που θα σηκώσει τη φούστα της...»


Σίνγκαπουρ Σλινγκ: «Ηταν αργά το βράδυ κι ακουμπισμένος στο πλάι ενός αυτοκινήτου είχα πιάσει κουβέντα με τα υπολείμματα μιας μπουκάλας...Ημουνα από εκείνους τους τύπους χωρίς λεφτά, ρούχα και φίλους που κυνηγάνε χαμένες υποθέσεις με γυναικεία ονόματα και μπλέκονται σε ιστορίες που δεν βγάζουν πουθενά...»


Μητέρα: «Έχεις είκοσι τέσσερις ώρες για ν’ αποτύχεις».

Υ.Γ.: Φυσικά πρόκειται για διαλόγους από το Singapore Sling του Νίκου Νικολαϊδη.

Τετάρτη, Ιανουάριος 26, 2011

17. Η αμοιβή του ήρωα

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός
15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία
16. Θάλαμος Ανάνηψης

Λοιπόν, πώς μπορεί να περιγραφεί η ευτυχία; Με αναφορά σε στιγμιότυπα από παλιές ταινίες, ένα ζευγάρι να περπατάει αγκαλιασμένο στην ακροθαλασσιά και να φιλιούνται και μετά άλλο ζευγάρι, να μιλάνε κάτω απ΄τα φώτα και να κρέμονται ο ένας από τα χείλια του άλλου, έτσι κάπως θα μπορούσε να περιγραφεί η ευτυχία; Κάτι μου λέει η τέτοια περιγραφή της ευτυχίας με στιγμιότυπα από παλιές ταινίες είναι, κι αυτή, στιγμιότυπο από παλιά ταινία. Μια ταινία που ήθελε να περιγράψει ένα συναίσθημα κι έτσι δανείστηκε το συναίσθημα όπως περιγραφόταν σε άλλες ταινίες. Όμως τη δική σου ευτυχία πώς μπορείς να την περιγράψεις;
Κουλουριάστηκε σφιχτά στο αριστερό μου μπράτσο, είχα ξυπνήσει εδώ και ώρα αλλά δεν κουνιόμουν μην την ενοχλήσω.
Ο ήλιος έμπαινε από τις μισόκλειστες κουρτίνες του παραθύρου, ίδια κι απαράλλαχτα δυο βδομάδες τώρα. Μπορεί και περισσότερο, σίγουρα πάντως δυο βδομάδες, κάποιον, κάπου άκουσα...
«Πώς νιώθεις; Καλύτερα έτσι; Ε, έχουν περάσει και δυο βδομάδες...»
Ποιον; Πού; Σε μένα το έλεγε. Για μένα. Μετά εξέτασε την Κάσσι. Την έβαλε στα μηχανήματα.
«Μεγαλώνει μια χαρά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας».
Είχε αποθηκεύσει τις τρισδιάστατες εικόνες του εμβρύου και μας τις άφησε πριν φύγει –απέφευγα να τις πιάσω στα χέρια μου, σιχαινόμουν λίγο. Είναι κάπως ανατριχιαστικά τα έμβρυα, εντάξει, ήξερα οτι εσύ θα ήσουν αλλιώτικη ή οτι θα γινόσουν αλλιώτικη όταν γεννιόσουν, για να είμαι ακριβής. Όμορφη και σημαντική, κάθε σου κίνηση... Αλλά όπως και να το κάνεις... Τι σχέση είχες εσύ μ΄αυτό το υδροκέφαλο πλάσμα που συστρεφόταν στην ολογραφική του απεικόνιση ακουμπισμένο στο κομοδίνο;
«Δεν είναι όμορφη;» με είχε ρωτήσει η Κάσσι.
Είχα αποφύγει την απάντηση μ΄ένα χαμόγελο.
Προσπάθησα να ομαλύνω τον ρυθμό της αναπνοής μου, να μην την ξυπνήσω, όσο προχωρούσε η εγκυμοσύνη, τόσο πιο δύσκολος θα της γινόταν ο ύπνος. Καθόμουν λοιπόν εκεί, δίπλα της, μ΄εκείνη κουλουριασμένη στο αριστερό μου μπράτσο κι αναρωτιόμουν πώς μπορεί να περιγραφεί η ευτυχία.
Και πόσους να είχαν εκτελέσει αυτές τις δυο βδομάδες –αν ήταν μόνο δύο, αν ήταν ακόμα δύο... Πόσους; Δεν είχα δει άλλους από εκείνη τη μέρα που κατάπινα τα χάπια χαζεύοντας από το παράθυρο, μήπως τελικά κι αυτοί που είχα δει οφείλονταν σε παραισθήσεις από τα χάπια; Αλλιώς γιατί δεν είχα ξαναδεί ανθρώπους να τους πηγαίνουν για εκτέλεση; Παραισθήσεις το δίχως άλλο... Αφού δεν ξαναείδα –επειδή από τότε δεν ξαναπήγα βράδυ στο παράθυρο, πώς να ξαναδώ; Παραισθήσεις...
Άλλαξε πλευρό, άφησε το μπάτσο μου όσο απότομα είχε κουλουριαστεί πάνω του. Αναστέναξε. Σήκωσα το κεφάλι, την κοίταξα, ονειρευόταν μάλλον.
«Τι κοιτάζεις;» με ρώτησε χαμογελώντας.
«Εσένα», της είπα. «Έβλεπες όνειρο;»
«Δεν θυμάμαι», σκέφτηκε.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι, είχα πιαστεί ολόκληρος αλλά δεν μπορούσα να την παρατήσω μόνη της χτες βράδυ, όχι αφότου κάναμε έρωτα. Πονούσαν όλα μου τα κόκαλα, χρειαζόμουν καινούργιο κουτί με χάπια.
Το παγωμένο νερό με συνέφερε αλλά δεν κατάφερε να διώξει τον πονοκέφαλο που φώλιαζε πάνω από τον σβέρκο μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, δεν χρειαζόμουν ακόμα ξύρισμα, αλλά η φάτσα μου ήταν αξιολύπητη.
«Αργείς; Θέλω να μπω στο μπάνιο», μου φώναξε ανυπόμονα.
«Τελείωσα», της είπα αλλά, βγαίνοντας, θυμήθηκα οτι δεν είχα προλάβει να κατουρήσω.
Αναστέναξα –πήρα να ντύνομαι σιγά. Πόσες μέρες, πόσος καιρός; Μέχρι τώρα και πόσο ακόμα;
«Αυτά φόρεσες;» γκρίνιαξε.
«Γιατί; Τι έχουν;» απόρησα.
«Είναι τόσο καθημερινά....»
«Καθημερινά για κάθε μέρα...» μουρμούρισα χωρίς να την πολυκαταλαβαίνω.
«Σήμερα δεν είναι κάθε μέρα....»
Το θυμήθηκε –πώς κατάφερα εγώ να το ξεχάσω; Επειδή φοβόμουν και ανησυχούσα και ήθελα να μην είναι σήμερα αυτή η μέρα, ούτε αύριο... Κανένα σήμερα και κανένα αύριο...
«Να φορέσω κάτι άλλο λοιπόν;» λέω χωρίς να την κοιτάξω.
«Ναι, περίμενε, θα σου φέρω...»
Εξαφανίζεται από το δωμάτιο τρέχοντας –υπάρχει κάπου γκαρνταρόμπα σ΄αυτόν τον όροφο; Με επίσημα ενδύματα και τα λοιπά; Τελειώνω το ντύσιμό μου, εξετάζω προσεκτικά τα ρούχα μου για τίποτα λεκέδες από φαγητό –λόγω του οτι σήμερα δεν είναι κάθε μέρα. Σήμερα θα έρθουν οι επίσημοι να με τιμήσουν.
Βγαίνω στο διάδρομο την ώρα που η Κάσσι πετάγεται τρέχοντας από μια μισάνοιχτη πόρτα, κουβαλάει ένα μαύρο κουβάρι ρούχων, φτάνει μπροστά μου λαχανιασμένη.
«Φόρα αυτά», με παρακαλάει.
«Τι με πέρασες –για Ειδικό Συνεργάτη;» γελάω.
«Για –τι;» απορεί.
«Τίποτα».
Της παίρνω τα ρούχα από τα χέρια και τα ακουμπάω σ΄ένα πάγκο του διαδρόμου μετά την πιάνω αγκαλιά αδιαφορώντας για την απογοήτευση στο πρόσωπό της.
«Πάμε να πάρουμε λίγο αέρα πριν το πρωινό», της ζήτησα.
Είχε πλέον δυναμώσει κι εγώ είχα συμφιλιωθεί με την κατάσταση –έτσι μπορούσαμε να βολτάρουμε για περισσότερο από μισή ώρα στον κήπο του νοσοκομείου, χωρίς στάση. Ήταν βέβαια λίγο αποπνικτικά τα πρωινά στον κήπο, με την υγραμένη ανάσα του χώματος να μας πνίγει, αλλά τη χρειαζόμασταν έστω κι αυτή τη λίγη άσκηση. Περπάτημα στο πίσω προαύλιο. Των φυλακών.
«Όταν βγούμε από δω...» ξεκίνησε να λέει.
Επιβράδυνα το βήμα μου.
«Όταν βγούμε θέλω να φτιάξουμε το παιδικό δωμάτιο, όσο πιο σύντομα....»
«Παιδικό δωμάτιο;» απόρησα. «Νόμιζα οτι τα παιδιά μεγαλώνουν στα Ιδρύματα Ανατροφής...»
«Όχι, όχι –αυτά θ’αλλάξουν... Τώρα όλα τα παιδιά θα τα μεγαλώνουν οι γονείς τους, όλοι οι γονείς, όχι μόνο οι πλούσιοι...»
«Όλα τα παιδιά;»
«Ναι»
«Και θα επιτραπεί η συμβίωση με προοπτική αναπαραγωγής;» ρώτησα.
«Εεεε, δεν έχουν πει τίποτα γι΄αυτό ακόμα...»
Χαμογέλασα. Είχα ακούσει οτι σε περίπτωση επιστροφής στο παλιό πυρηνικό οικογενειακό μοντέλο η παραγωγή θα έπεφτε σε επίπεδα παγκόσμιου λιμού –ήταν μια έρευνα, κάποιοι την ανέφεραν στους διαδρόμους της Υπηρεσίας. Παλιότερα.
«Αλλά όπως θυμάσαι, σε εμάς δεν πιάνανε αυτά....»
«Εσάς;»
«Εμάς».
Κοιταχτήκαμε, κατάλαβα οτι εννοούσε κι εμένα μαζί και κάποια ζωή που είχαμε, κάπου....
Μετά τη βόλτα στον κήπο έφαγα πρωινό με βουλιμία, λες και θα έκανα μέρες μέχρι να ξαναφάω κάτι. Έκοβα τα φαγώσιμα, είχα μάθει πάλι ν΄αδιαφορώ για τη γεύση πλαστικού, και μάσαγα σε μικρές μπουκιές. Κατέβασα και μερικά χάπια με χυμό κοκτέιλ ανοιξιάτικων φρούτων, λίγο ακόμα και θα άρχιζα να σφυρίζω ανέμελα. Αυτό αν είχα μάθει ποτέ να σφυρίζω.
Αλλά συνέχισα να τρώω με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθεί το στομάχι μου, στην αρχή δειλά, μετά έντονα –σταμάτησα λίγο πριν κάνω εμετό.
«Έχεις αποκτήσει φοβερή όρεξη εδώ μέσα», σχολίασε ο Γιάν.
Περίμενα πρώτα να τελειώσω ένα γεμιστό κρουασάν, να το μασήσω, να το καταπιώ, πριν σηκώσω το κεφάλι να τον δω.
«Η όρεξη είναι από τα λίγα πράγματα που επιτρέπονται εδώ μέσα», του είπα.
«Περίεργο να το λέει αυτό κάποιος που ακόμα νοσηλεύεται», παρατήρησε ο Γιάν.
«Έτσι φαίνεται πώς κάνουν οι επαναστάσεις –το πρώτο πράγμα που καταργούν είναι τα διαιτητικά μενού», του εξήγησα.
«Πάντα απίθανος», ξεκαρδίστηκε στα γέλια ο Γιάν.
Ανασήκωσα τους ώμους αποτινάζοντας τον εκνευρισμό μου.
«Λοιπόν, σε βλέπω πολύ καλύτερα», είπε ο Γιάν. «Κι εσύ ομόρφυνες. Έχεις αρχίσει ήδη να φουσκώνεις....» στράφηκε προς την Κάσσι.
«Καιρός δεν ήταν;» αναρωτήθηκε η Κάσσι.
Σήκωσα τα μάτια –περίμενα μπας κι αναφερθούν περισσότερο στον καιρό, στο χρόνο που έχει περάσει αλλά απελπίστηκα, όχι μόνο επειδή τίποτα περισσότερο δεν είπαν αλλά και γιατί είχα πλέον χάσει τα σημεία αναφοράς. Δηλαδή ας πούμε οτι μάθαινα πόσος ακριβώς χρόνος είχε περάσει από τη μέρα που μπήκα στο νοσοκομείο –και τι μ΄αυτό; Θα εξακολουθούσα να μη θυμάμαι πόσο χρόνο ήμουν έξω στους δρόμους και πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που το είχα σκάσει απ΄το προηγούμενο νοσοκομείο και πιο πριν... Το κεφάλι μου κόντεψε να εκραγεί, έκλεισα τα μάτια.
«Λοιπόν ήρωα; Έχεις ετοιμάσει την ομιλία σου; Θα βγεις σε πανεθνικό δίκτυο», με χτύπησε στην πλάτη ο Γιάν και με συνέφερε.
«Τι;» πετάχτηκα.
«Μάζεψε λίγο το μυαλό σου γιατί μου φαίνεται οτι η παραμονή στο νοσοκομείο σε έκανε αφηρημένο. Πρόγραμμα εκδήλωσης –πρώτα η άφιξη της Προέδρου και των μονοψήφιων...»
«Ώστε η επανάσταση δεν άγγιξε τους αριθμητικούς προσδιορισμούς», συμπέρανα τελικά.
«Σε πρώτη φάση μόνο. Για να μην προκληθεί σύγχυση μεταξύ των πολιτών... Όμως οι αρμοδιότητές τους...»
«Είναι πλέον εντελώς διαφορετικές, καμιά σχέση με προηγουμένως», τον πρόλαβα.
«Εσύ και το χιούμορ σου» μούγκρισε μέσα από τα δόντια του.
«Παρακάτω», είπα.
Με κοίταξε απορημένος.
«Το πρόγραμμα....» του θύμισα.
«Α ναι –λοιπόν μετά τις αφίξεις θα μιλήσει ο Διευθυντής του νοσοκομείου, ένα απλό καλωσόρισμα... Μετά θα μιλήσει η Πρόεδρος, θα γίνει η απονομή και οι λοιπές ανακοινώσεις...»
«Δηλαδή;» απόρησα.
«Θα στα αφήσω για έκπληξη», χαμογέλασε ο Γιάν.
Η Κάσσι κακάρισε πονηρά –τους κοίταξα κάπως απορημένος.
«Και τέλος θα πρέπει να πεις μερικά πράγματα...»
«Σχετικά με τι;»
«Ω, μα άστα πλέον αυτά –ξεχνάς οτι εσύ έσωσες την Πρόεδρο;» απηύδησε ο Γιάν. «Κι όχι μόνο αυτό....»
«Ναι; Τι άλλο;» τον περίμενα χαμογελαστός.
«Είσαι φοβερός», μουρμούρισε ο Γιάν βάζοντας καφέ σε μια κούπα.
«Τι καλά που ήρθες –μας θύμισες τις παλιές μέρες...» νοστάλγησε η Κάσσι κι αυτό μου φάνηκε πολύ ψεύτικο.
Σηκώθηκα.
«Πείτε τα εσείς –θα πάω να ντυθώ λίγο καλύτερα», τους ανακοίνωσα.
«Επιτέλους», πανηγύρισε η Κάσσι.
Έφυγα σχεδόν τρέχοντας τους διαδρόμους αν και δεν ήξερα τι ακριβώς με κυνηγούσε. Τουλάχιστον αν έβγαιναν χέρια από το σκοτάδι και νύχια κοφτερά και στόματα γεμάτα δόντια... Αλλά ο διάδρομος ήταν πιο φωτεινός από καταμεσήμερο και κανένας δεν κυκλοφορούσε τριγύρω και τότε έδωσα μια, με δύναμη, να χωθώ σ΄ένα τυφλό βαθούλωμα του διαδρόμου, σίγουρος οτι είχα βρει κενό στην ΑΔΙ.
Το μόνο που κατάφερα ήταν ένα καρούμπαλο στο μέτωπο.
Έτσι κάθισα στο γκρι πάτωμα με τις κίτρινες γραμμές, στην αρχή θυμωμένος από τον πόνο, μετά γελώντας σιγανά. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να ξεφύγω, αυτό το επίπεδο γινόταν απροσπέλαστο. Πίεσα τους τοίχους κι οι τοίχοι με πίεσαν στριμώχνοντας με στον ευρύχωρο διάδρομο. Ξεκίνησα πάλι, όχι να τρέχω, μόνο να περπατάω αργά –δεν υπήρχε λόγος, ούτε τρόπος διαφυγής.
Στο δωμάτιό μου, ακουμπισμένα πάνω στο κρεβάτι μου, περίμεναν τα επίσημα ρούχα. Μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο, μαύρη δερμάτινη καμπαρτίνα και ένα ζευγάρι γυαλισμένες αρβύλες που, πήγαινα στοίχημα οτι θα ήταν ακριβώς στο νούμερό μου.
Ντύθηκα.
Έψαξα το ντουλάπι του μπάνιου για χάπια αλλά δεν είχε μείνει τίποτα εκεί μέσα, προσπάθησα να στρώσω λίγο τα μαλλιά μου καταβρέχοντάς τα. Η καμπαρτίνα έτριζε μυρίζοντας κάτι σαν βερνίκι παπουτσιών. Σκέφτηκα οτι αν έσκυβα στις αρβύλες θα μύριζαν μαλακό δέρμα –κι αυτό με διασκέδασε. Τόσο πού αποφάσισα να σφυρίξω ένα τραγούδι, μετά θυμήθηκα οτι δεν ήξερα να σφυρίζω κι αποφάσισα να τραγουδήσω ένα τραγούδι, τότε ακριβώς θυμήθηκα οτι δεν θυμόμουν κανένα τραγούδι πια.
Οι αρβύλες μου τσίριζαν κάθε φορά που ακουμπούσαν το πλαστικό πάτωμα. Η καμπαρτίνα κρεμόταν κάπως στραβά, την είχαν, φαίνεται, υπολογίσει στις διαστάσεις μου πριν μπω σε όλη αυτή την περιπέτεια. Παρ’όλα αυτά προχώρησα τον διάδρομο, ανυποψίαστος.
Τρεις άντρες με μαύρες δερμάτινες καμπαρτίνες –σαν και τη δικιά μου –πετάχτηκαν από το πουθενά, δεν πρόλαβα να σταματήσω κι έτσι βρέθηκα ανάμεσά τους.
«Είμαστε οι συνοδοί σας», είπε ο ένας άντρας. «Παρακαλούμε ακολουθήστε μας».
«Εγώ....» μουρμούρισα.
«Μην καθυστερούμε, έχουμε αργήσει», είπε ο ίδιος άντρας.
Οι άλλοι δύο ήταν βουβοί.
«Ειδικοί Συνεργάτες», φώναξα.
«Φύλακες της Επανάστασης», με διόρθωσε ο άντρας.
«Δεν πάω πουθενά», είπα.
Αλλά ο Γιάν είχε δίκιο –η παραμονή στο νοσοκομείο με είχε κάνει αφηρημένο. Αλλιώς δεν θα άφηνα τον έναν από τους τρεις να βρεθεί πίσω μου, πρώτα ένιωσα το τσίμπημα στο λαιμό και μετά συνειδητοποίησα οτι όλα είχαν τελειώσει.
Αυτή η μυτερή κάνη της ένεσης, αυτή η σφραγίδα της ψεύτικης αίσθησης...
«Ελάτε μαζί μας», ήχησε ένα μεγάφωνο.
«Θα με εκτελέσετε –έτσι;» πρόλαβα να ψελλίσω.
Γέλια από πολλά μεγάφωνα.
«Δεν έχουμε χρόνο», πολυφωνικός ήχος, που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω –έμπαινε στο κεφάλι μου ή έβγαινε απ΄αυτό;
Ο διάδρομος έφευγε πίσω μου κι εγώ πατούσα στα βαμβάκια διασχίζοντάς τον. Γύρω μου οι ανάσες τους βαριές, δεν τολμούσα να κοιτάξω επειδή τη μια φορά που γύρισα προς τα δεξιά ανακάλυψα οτι αυτός που με συνόδευε είχε κεφάλι κροκόδειλου και μάτια μαύρα κατάβαθα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω για να μη με κοιτάξουν.
Ξαφνικά το φως ξεχύθηκε από το άνοιγμα μιας πόρτας και μ΄έπνιξε. Ορμητικό φως μπήκε στα μάτια μου, το τσούξιμο ήταν ανυπόφορο, φως στο στόμα μου, στα ρουθούνια –δεν μπορούσα ούτε ν’αναπνεύσω καλά.
«Προχωρήστε», φώναξαν τα μεγάφωνα πίσω από τις πλάτες μου.
Πού;
Προσπάθησα να επιπλεύσω στο φως αλλά έμοιαζε αδύνατο μ΄όλη αυτή την πλημμύρα και ξαφνικά το φως χάθηκε, μάλλον χύθηκε πίσω μου, εξαφανίστηκε –τι να πω;
Και τότε ήρθε κοντά μου η Άννα, μόνο που έμοιαζε ξανανιωμένη, τα άσπρα της μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και χαμογελούσε κοιτάζοντάς με. Κι εγώ είπα –
«Μητέρα, πόσο μου έλειψες».
Κι εκείνη απάντησε-
«Έλα κοντά μου, τώρα όλα πέρασαν»
Αλλά εγώ πριν την πλησιάσω τράβηξα μαζί μου την Κάσσι και είπα-
«Μητέρα αυτή είναι η γυναίκα μου, κουβαλάει την κόρη μου μέσα της».
Κι εκείνη είπε-
«Το ξέρω γιε μου, ο πατέρας σου θα ήταν περήφανος».
Εγώ τότε θέλησα να κλάψω επειδή δεν ήταν πια μαζί μας ο πατέρας κι ακόμα χειρότερα, όσο αν προσπαθούσα, δεν θυμόμουν καθόλου το πρόσωπό του.
Τότε με πλησίασε ο Γιάν, μα δεν φορούσε πλέον εκείνα τα δερμάτινα μαύρα ρούχα και τα μάγουλά του είχαν γεμίσει –δεν έμοιαζε πια τόσο αόρατος. Με κοίταξε με γελαστά μάτια.
«Έλα να σου δείξω», με τράβηξε.
Πήγα να μου δείξει κι εκείνος με πήγε στην άκρη του μπαλκονιού, άνοιξε τα χέρια του κι εγώ κοίταξα μέσα στο άνοιγμά τους, είδα τότε κόσμο να σηκώνει τα κεφάλια προς το μέρος μας, εκείνοι ήταν χαμηλά κι εμείς ψηλά σ΄αυτό το μπαλκόνι και ο κόσμος ζητωκραύγασε όταν μας είδε και πανηγύρισε και φώναξε δυνατά προς το μέρος μας.
Κι εγώ είπα-
«Τι θέλουν όλοι αυτοί;»
Και εκείνος είπε-
«Να σου δείξουν την ευγνωμοσύνη τους»
Κι εγώ δε μίλησα άλλο, παρά έκανα πίσω βιαστικά.
Και όλοι πάνω στο μπαλκόνι χαμογελούσαμε, αγκαλιαζόμασταν, τόσο ευτυχισμένοι.
«Θέλω να σας πω, θέλω να το ακούσετε όλοι αυτό. Οι καλύτερες μέρες σταμάτησαν να είναι η ελπίδα που οδηγούσε τον αγώνα μας. Οι καλύτερες μέρες δεν είναι πλέον μια παρήγορη σκέψη όσο θάβουμε τους νεκρούς μας. Οι καλύτερες μέρες δεν είναι το ξημέρωμα που περιμένουμε. Οι καλύτερες μέρες είναι εδώ».
Το μανίκι μου ακουμπούσε το μανίκι του πουκαμίσου της Άννας κι από εκεί ερχόταν μια ζέστη μεθυστική. Έμεινα ακίνητος όσο την άκουγα να μιλάει, έμεινα ακίνητος όσο το πλήθος την ζητωκραύγαζε, ήθελα κι εγώ να ζητωκραυγάσω αλλά έμενα ακίνητος –ήμουν σε κοινή θέα, βλέπεις.
«Οι καλύτερες μέρες είναι εδώ και δεν πρόκειται να ξαναφύγουν».
Δάκρυσα χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να το εμποδίσω. Άνθρωποι ευτυχισμένοι σε καθαρούς δρόμους, χαιρετούσαν κάθε φορά που διασταυρώνονταν, άνθρωποι που δεν πεινούσαν πια και δεν φοβόντουσαν πλέον.
«Εγώ δεν θα ήμουν σήμερα εδώ, μαζί σας, αν αυτός ο άνθρωπος δεν υπερασπιζόταν τη ζωή μου. Αν αυτός δεν έμενε πίσω για να μου δώσει χρόνο να διαφύγω...»
Ο κόσμος από κάτω είχε βουβαθεί όσο η Άννα διηγούνταν την ιστορία κι εγώ την έβλεπα μπροστά στα μάτια μου να περνάει σαν ρεπορτάζ δελτίου ειδήσεων, έβλεπα μέχρι εμένα να πολεμάω θαρραλέα απέναντι σε αόρατους, απειλητικούς, εχθρούς. Δεν τα θυμόμουν να έχουν γίνει έτσι, αλλά τώρα που τα ξανάβλεπα, συνειδητοποιούσα....
«Τέτοιους ανθρώπους δεν μπορείς να τους ξεχρεώσεις όσο ζεις, επειδή τους χρωστάς τη ζωή σου. Αναγκάζεσαι λοιπόν να συμβιβαστείς με τετριμμένες ευχαριστίες, όπως αυτή εδώ η τιμητική διάκριση....»
Όλα τα μάτια πάνω μου, εκατοντάδες μάτια, ένα χαλί από μάτια που αναδευόταν κοιτάζοντάς με. Αυτό μόνο.
«Ο λαός μας σε ευχαριστεί μέσα από μένα, Α7».
Με κοίταζε στα μάτια κι εγώ δεν την έβλεπα αλλά ήξερα οτι με κοίταζε, όμως έπρεπε να της εξηγήσω-
«Α777»
Τα χείλη της ξερά στα μάγουλά μου, αριστερό –δεξί, κροσέ.
«Α7. Εσύ θα είσαι πλέον ο Α7, συγχαρητήρια».
Και διαμαρτυρήθηκα χαμηλόφωνα-
«Α777»
«Πήγαινε να μιλήσεις στον κόσμο, θέλουν να σ΄ακούσουν».
Χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο κι αυτό γέμισε ανθρώπους που με περίμεναν. Εκείνη τη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ανακάλυψα τι σημαίνει η έκφραση «κρέμονται από το στόμα σου». Το σαγόνι μου κρεμάστηκε από το βάρος τους.
«Εγώ...»
Είπα.
«Δεν ήταν τίποτα σημαντικό, ο καθένας....»
Ρούφηξα αέρα.
«Επειδή το σημαντικό δεν είναι τι κάνεις τη στιγμή της μάχης, εκεί ο άνθρωπος ενεργεί με το ένστικτο. Αλλά τι κάνεις μετά, πώς διαχειρίζεσαι τη ζωή σου, πώς βοηθάς τους συνανθρώπους σου....»
Με κοίταζαν επίμονα.
«Κι εγώ εκεί θέλω να τα καταφέρω, να βοηθήσω αποτελεσματικά....»
Μια μικρή κίνηση στο πλήθος, κάποιοι άλλαξαν θέσεις, μπερδεύτηκα.
«Και θα το προσπαθήσω....»
Περισσότερο.
«Να τα καταφέρω...»
Δεν υπήρχε πλέον ειρμός.
«Σας υπόσχομαι...»
«Σας ευχαριστώ...»
Ο Γιάν έφερε τα χειροκροτήματα και η Κάσσι με τράβηξε πίσω. Ένιωσα ευγνωμοσύνη.
«Θέλω να φύγω από εδώ», ζήτησα. «Μητέρα, πάρε με από δω....»
Παρακάλεσα.
Κι έτσι το σκηνικό μεταβλήθηκε, το φως ξαναήρθε ορμητικό και μετά ξανάφυγε, χέρια με τράβηξαν από τις μασχάλες, αρχίσαμε να πηγαίνουμε γρήγορα και δεν πατούσα πλέον το πάτωμα, μόνο σερνόμουν.
«Κάσσι», φώναξα.
Το πάτωμα κυμάτισε, ασυναίσθητα στηρίχτηκα σ΄αυτούς που με έσερναν, ήθελα να δείξω αξιοπρέπεια αλλά αυτό δεν είναι εύκολο όταν δεν σε κρατάνε τα πόδια σου, αφέθηκα καταφέρνοντας τουλάχιστον να μην κλαψουρίζω.
Οι λεμονιές μού τρύπησαν τη μύτη και μετά ένιωσα πολύ όμορφα με τα αρώματα του κήπου, αν σταματούσαν τουλάχιστον να με σέρνουν...
«Μπορώ να περπατήσω και μόνος μου», είπα.
Γέλια.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Μέχρι που με πέταξαν σε μια καρέκλα.
Έκλεισα τα μάτια, τα ξανάνοιξα, ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει.
Ένας ψηλός άντρας με μαύρη καμπαρτίνα μού έκρυψε το φως.
«Ήσουν υπάλληλος της Φορολογικής Δικαιοσύνης;» με ρώτησε.
«Κι ακόμα είμαι», του απάντησα.
«Η Φορολογική Δικαιοσύνη βαρύνεται με αποτρόπαια εγκλήματα κατά των πολιτών», μου είπε.
«Δεν μας αγγίζει τίποτα άλλο εκτός από την παράβαση καθήκοντος –έχεις να με κατηγορήσεις για κάτι τέτοιο;» ρώτησα.
«Άλλαξαν τα πράγματα, τώρα είσαστε ατομικά υπόλογοι για τις πράξεις σας», είπε ο άντρας.
«Μπορεί τα πράγματα να άλλαξαν για σένα αλλά όχι και για μένα», απάντησα.
«Κατά την περίοδο που υπηρετούσες στην Φορολογική Δικαιοσύνη εγκλημάτησες και συγκεκριμένα....» ο άντρας έβγαλε από την τσέπη της καμπαρτίνας του μια μικρή οθόνη.
«Δεν χρειάζεται», είπα. «Τα αποδέχομαι από πριν».
«Η ποινή είναι θάνατος», μου εξήγησε.
Τέντωσα τα πόδια μου επειδή τόση ώρα είχαν μουδιάσει μαζεμένα κάτω από την καρέκλα.
«Έχεις να πεις κάτι;» με ρώτησε ο άντρας.
«Οι τελευταίες μου λέξεις;» αναρωτήθηκα.
Δεν μίλησε.
«Τέλειωνε –μη μας πάρει ολόκληρη τη μέρα», τον διέταξα απότομα.
Τραβήχτηκε πίσω, τα μάτια μου θόλωναν και ξεθόλωναν απροειδοποίητα, είδα όμως τους δυο άλλους άντρες να οπλίζουν τα αυτόματά τους.
Σκέφτηκα –ο θάνατος πονάει περισσότερο όταν τον περιμένεις;
«Πυρ», διέταξε ο επικεφαλής.
Οι δυο άντρες (αλήθεια το ένιωσα όταν) πάτησαν τη σκανδάλη ταυτόχρονα.
Δυο λάμψεις από τις κάνες των αυτόματων.
Καθόμουν ακόμα στην καρέκλα και περίμενα.
Τα μάτια μου είχαν ξεθολώσει εντελώς, μάλλον από το σοκ. Το πρώτο πράγμα που ήθελα να ελέγξω ήταν μήπως είχα κατουρηθεί, κοίταξα διακριτικά τον καβάλο μου –κανένας λεκές.
«Με εντυπωσίασες για μια ακόμα φορά», είπε ο Γιάν.
Άκουσα τα βήματά του πίσω από την πλάτη μου αλλά δεν γύρισα να τον κοιτάξω.
«Θέλω να κοιμηθώ», είπα.
«Βεβαίως», συμφώνησε ο Γιάν.
«Δεν ζήτησα την έγκριση σου», είπα.
Μετά σηκώθηκα –το έδαφος είχε σταθεροποιηθεί –κι έφυγα μετρώντας τα βήματά μου.
«Ένα, δυο, τρία, πιο σιγά, τέσσερα, πέντε, ηρέμησε, έξι, μην τρέχεις, εφτά....»
Έφτασα στο δωμάτιο μου, έπεσα στο κρεβάτι με τα ρούχα. Αποκοιμήθηκα πριν το κεφάλι μου ακουμπήσει στο μαξιλάρι.

Παρασκευή, Ιανουάριος 21, 2011

"Εκάμαμεν επανάστασιν!"

Ρε συ, εδώ πρόκειται περί «θα τρελαθούμε εντελώς» δηλαδή! Να τα διαβάζεις και να κλείνεις ραντεβού με τον γκαβίατρο για καινούργια συνταγή γυαλιά. Να τ΄ακούς και να μην ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις (για να μη φανείς χαζός) ή να κουνήσεις συγκαταβατικά την κεφάλα (για να μη δείξεις χοντρόπετσος).

Ρε κοίτα που τελικά θα βγει σωστός και διορατικός ο φιλαράκος ο Μαρλαφέκας! «Τι ειναι ανησυχητικο εδω? Να σου πω. Αν η κυβερνηση ειναι χουντα και το ποπολο δεν θελει εκλογες, τοτε οντως ισχυει το "πουσαι Παπαδοπουλε" (οχι ο Αβρααμ) ή το all times classic "ο Ελληνας θελει βουρδουλα". Τουτεστιν, "βαρεθηκα να αποφασιζω ας ερθει καποιος να κανει οτι τον φωτισει ο Γιαραμπης”», αυτά μου είχε γράψει σχόλιο σε προηγούμενο ποστ και κοίτα να δεις που θα πέσει μέσα ο μπαγάσας!

Να καταγράψω ολίγα σκόρπια γεγονότα των τελευταίων ημερών (κάντο μήνα για να΄σαι μέσα) μπας και μου πεις εσύ τι να κάνω –να γελάσω ή να κατανοήσω συγκαταβατικώς;

Γεγονότο 1: Ο χοντρός και οι χοντράδες
Αχός πολύς έχει ακουστεί τον τελευταίο καιρό μετά τις διάφορες δηλώσεις Πάγκαλου. Ο οποίος Πάγκαλος δεν ξέρω τι ακριβώς δουλειά κάνει, αλλά είναι Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και μπράβο του –άμα έχει ειδικό βάρος ο άνθρωπος πόσο ν΄αντέξουν χωρίς αυτόν οι κυβερνήσεις; Έλεγα για τις δηλώσεις –λοιπόν, συμφωνώ απολύτως με τις δηλώσεις του Πάγκαλου για τις οποίες έγινε ντόρος στα κανάλια. Κι όχι μόνο συμφωνώ, αλλά τις θεωρώ τόσο προφανείς και χιλιοειπωμένες ώστε να ονομάζω όποιον διαφωνεί ή εκπλήσσεται στο άκουσμά τους «κάλπη του κερατά». Εξηγούμαι:
-Είπε ο Πάγκαλος οτι «μαζί τα φάγαμε τα λεφτά επειδή σας διορίζαμε στο Δημόσιο». Δίκιο βουνό (και συγνώμη για τον ατυχή ογκομετρικό παραλληλισμό σχετικά με τον άνδρα). Φάγανε λεφτά οι πολιτικοί και φαγώθηκαν λεφτά με τη διόγκωση του δημοσίου τομέα και με τις έξτρα αμοιβές που τσέπωναν κατά καιρούς οι κομματικοί ημέτεροι –αυτό το ξέρουν μέχρι και οι τουρίστες στα ρεπορτάζ του Alter. Μιλάμε για τα λεφτά του Δημόσιου Προϋπολογισμού –έτσι; Τώρα αν εσύ διαμαρτύρεσαι επειδή όντας δημόσιος έφαγες 10 ευρώ, την ώρα που ο υπουργέας έφαγε 10.000.000 -μην το κάνεις. Απλώς αποδεικνύεις το πόσο τσίπης υπήρξες που έκανες πλάτη στον υπουργέα για ένα δεκαρικάκι.
-Είπε ο Πάγκαλος οτι «τον κοπρίτη που διόριζαν με ρουσφέτι οι πολιτικοί στο δημόσιο τον φορτωνόταν τελικά το δημόσιο, επειδή ο κοπρίτης θα παραμείνει κοπρίτης». Διαφωνεί κανείς με αυτό; Κι αν ναι, γιατί υπάρχει η γενικευμένη άποψη οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι τα ξύνουμε μέχρι να ματώσουν; Και μη μου πεις –δεν είναι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι κοπρίτες (άλλωστε, πρώτος εγώ το έχω χιλιοπεί). Είπε ο Πάγκαλος οτι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι κοπρίτες; Δεν το είπε. Ποιος το είπε; Περίμενε λίγο και θα δεις.
-Είπε ο Πάγκαλος οτι «οι αγωνιστές του ’21 που απελευθέρωσαν τη χώρα ήταν αγράμματοι άνθρωποι, αμόρφωτοι, πολλοί από τους οποίους δεν γνωίρζαν καν ελληνικά, μιλούσαν κάποια ιδιώματα». Αν διαφωνείς με αυτό και μου αποδείξεις οτι ο Κολοκοτρώνης ήταν απόφοιτος του Γουέστ Πόιντ, ο Καραϊσκάκης είχε διατελέσει ΣΕΟ στην Μπάλκαν Μπανκ κι ο Νικηταράς έπινε τσάγια με τον Μπαμπινιώτη πριν αφαλοκόψει τους εχθρούς –τι να πω; Κι εγώ μαζί σου.

Παίξανε κι άλλη μια δήλωση Παγκάλου περί «φασιστών διαδηλωτών» αλλά δεν θέλω να τη σχολιάσω επειδή δεν κατάλαβα σε τι αναφερόταν. Αν εννοούσε τίποτα «αγανακτισμένους του Αγ. Παντελεήμονα» είχε δίκιο, αν εννοούσε όσους (λέγεται οτι) φωνάζανε έξω από τη ΜΑΡΦΙΝ «αφήστε τους να καούν τους απεργοσπάστες» θεωρώ οτι ο χαρακτηρισμός ήταν μετριοπαθής. Τουτέστιν εξαρτάται από την περίπτωση.
Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Επειδή, θείο, τα όσα είπε ο Πάγκαλος –Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ –διαστρεβλώθηκαν από τα κανάλια! Βγήκε και τα αποκάλυψε παύλα διαστρέβλωσε ένας διευθυντής του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΤΥΠΟΥ (ο οποίος μετά έπιασε δουλειά στη ΝΔ!) έγινε ο σχετικός ντόρος και τελικά; Ο κόσμος έμεινε με την εντύπωση οτι ο Πάγκαλος έχει δηλώσει «μαζί φάγαμε τα λεφτά στα ίσα, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι κοπρίτες και οι αγωνιστές του ’21 ήτανε στούρνοι». Ερωτώ: αν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δεν μπορεί να περάσει τη θέση του στα κανάλια ακόμα κι όταν κάνει μπαμ οτι ο τύπος που τον διαστρέβλωσε ήταν στημένος –τότε τι γίνεται με τους υπόλοιπους απλούς πολίτες; Σε λίγο θα έρχεται ο ρεπόρτερ σπίτι σου και θα σου ξηγιέται: «βγες στις κάμερες και πες ότι σου’γραψα στο χαρτάκι αλλιώς θα πω οτι είσαι παιδεραστής, ανώμαλος κι ο δράκος του πάρκου –πακέτο 3 σε 1». Αυτά είναι λοιπόν τα ιδιωτικά ΜΜΕ που θα σπάγανε την κρατική προπαγάνδα; Συγνώμη, αλλά αν είναι έτσι, θα φάω μόνο τις πατάτες.

Γεγονότο 2: Η τρομοκρατία και η μυωπία είναι κληρονομικές παθήσεις.
Πιάσανε τις προάλλες μια κοπελίτσα οι μπάτσοι –της φορτώσανε κάτι κατηγορίες περί συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση (δεν κατάλαβα και καλά, η συγκεκριμένη τρομοκρατική οργάνωση είχε κάνει τίποτα ή τους πιάσανε πάνω που σχεδιάζανε την προκήρυξη; επειδή δεν θυμάμαι να προβλέπει νόμος οτι είναι παράνομο να γράφεις οτι θες να σκοτώσεις τον πάσα ένα ή να υπάρχει νόμος που απαγορεύει την καταγραφή διευθύνσεων δικαστών –αν ήταν έτσι ο Μπορίς Βιάν θα είχε φάει πολλάκις ισόβια και οι διαφημιστικές εταιρείες θα ήταν όλες γιάφκες). Είπε λοιπόν κάποιος μπάτσος στους δημοσιογράφους οτι η κοπελίτσα είχε μάνα στη RAF (όχι την αεροπορία –την οργάνωση) και πατέρα σκοτωμένο αντάρτη πόλεων, το πήρανε οι δημοσιογράφοι και το κάνανε Χόλυγουντ, μόνο αναπαράσταση με πραγματικούς ηθοποιούς δεν πρόλαβαν να στήσουν. Βγαίνει την άλλη μέρα η μούφα στη φόρα –ούτε μέλος οργάνωσης η μαμά, ούτε σκοτωμένος ο μπαμπάς. Αγανάκτησαν οι δημοσιογράφοι! «Δε ντρέπεται η αστυνομία να λέει τέτοια πράγματα και να μάς παραπλανεί; Αν το ξανακάνει αυτό το πράμα η αστυνομία θα φωνάξουμε την αστυνομία να τη συλλάβει!» Αναρωτιέμαι τώρα εγώ ο φίλος του Μαρλαφέκα: αν ρε λεβέντες έβγαιναν οι μπάτσοι και σας λέγανε οτι συνέλαβαν Γερμανό επιστήμονα ο οποίος τους δήλωσε οτι η ελληνική οικονομία πετάει στ΄αστέρια και εντός των ημερών θα αγοράσει τον κόσμο ολόκληρο, θα το γράφατε; Όχι δηλαδή αν είναι έτσι, τζάμπα μαλακίζεται ο Υπουργός Οικονομικών και δίνει συνεντεύξεις. Θα αρκούσε να στείλει το κείμενο στη ΓΑΔΑ με την εντολή «να βγει σαν διαρροή» -κι όλα πρίμα.

Γεγονότο 3: Το διάβασμα βλάπτει
Μεταδόθηκε από τα κανάλια και μάλιστα ασχολίαστο –πράγμα που με παραξένεψε. Βλέπεις, τα κανάλια σχολιάζουν μέχρι τιράντα ας πούμε, αυτό πώς το αφήσανε άνευ; Βρήκανε, λέει, στο σπίτι της παραπάνω Γερμανίδας κοπελίτσας κάτι προκηρύξεις τρομοκρατικών οργανώσεων. Όταν την πήγανε ανακριτή και εισαγγελέα –αν και δεν κατάλαβα ποιος ο ρόλος του εισαγγελέα στην προανάκριση –της είπαν περί προκηρύξεων. «Κυκλοφορούν παντού, στο ίντερνετ, στις εφημερίδες, δεν είναι μυστικές», απάντησε πολύ λογικά η κοπέλα. «Κι εσύ τι τις ήθελες;» ρωτάει η εξουσία. «Να τις διαβάσω», απαντάει (υποθέτω) η κοπελίτσα. «Δεν ξέρεις οτι απαγορεύεται να διαβάζεις τέτοια πράγματα;» ξηγιέται η εξουσία. Ε; Πώς; Πότε; Και γιατί; Έχω διαβάσει κι εγώ διάφορες προκηρύξεις και μάλιστα έχω αποθηκεύσει μία τώρα που μιλάμε επειδή θέλω να την σχολιάσω αμέσως παρακάτω. Είμαι παράνομος; Πες μου γιατρέ μου –να χαρείς! Και τι λέει περί αυτού ο Πάνος Σόμπολος που βιάστηκε να της κληροδοτήσει τη μισή ευρωπαϊκή τρομοκρατία; Τίποτα δε λέει -περιμένει να επιβεβαιώσει την είδηση, υποθέτω.

Γεγονότο 4: Μπόμπα χαρακίρι με διπλό πιπίνι
Η προκήρυξη που ανέφερα παραπάνω. Με υπογραφή «Αντάρτικος Σχηματισμός Λάμπρος Φούντας». Βάλανε, λέει, μια βόμβα έξω από το σπίτι της Καλλιόπης Σπανού, πάω παρακάτω να διαβάσω το περί τίνος πρόκειται γιατί δεν είχα την τιμή να γνωρίζω την κυρία:
«Η Καλλιόπη Σπανού είναι η διάδοχος του Γιώργου Καμίνη στη θέση του συνήγορου του πολίτη.Μιας διορισμένης "ανεξάρτητης" αρχής που έχει σαν αποστολή της την ελαχιστοποίηση των τριβών μεταξύ καθεστώτος και κοινωνίας,δεν είναι τίποτε άλλο δηλαδή από το λάδι ανάμεσα στα γρανάζια της κρατικής μηχανής.
Να γνώριζετε κάλα όλοι εσείς οι ευυπόληπτοι "κύριοι"και "κύριες" ,την ώρα που χτίζετε καριέρες ως μίζεροι στυλοβάτες και υπαλλιλίσκοι,την ίδια ώρα στήνονται πολιτικά στρατοδκεία,σύντροφοί μας βασανίζονται,διώκονται,φυλακίζονται,οι φιλικές σχέσεις ποινικοποιούνται και η σφραγίδα των αντιτρομοκρατικών διατάξεων πέφτει πάνω σε κάθε κόμματι που αντιστέκεται και δρα».
Μά΄στα κύριος! Της βάλανε μπόμπα επειδή έγινε Συνήγορος του Πολίτη και χτίζει καριέρα! Επειδή δουλεύει σε μια «ανεξάρτητη» διορισμένη Αρχή η οποία έχει σαν αποστολή της την ελαχιστοποίηση των τριβών μεταξύ καθεστώτος και κοινωνίας! Και στα δημόσια νοσοκομεία πάντως –μη νομίζεις. Η περίθαλψη των απόρων εκεί αποσκοπεί, στην ελαχιστοποίηση των τριβών. Και το επίδομα ανεργίας, γι΄αυτό το δίνουν. Και τα βιβλιάρια υγείας και όλα! Άρα; Επόμενη βόμβα σε σπίτι γιατρού και μετά σε υπάλληλο του ΟΑΕΔ ή του ΙΚΑ; Εντάξει –κάντο διευθυντής το υπάλληλος, για να χτυπηθεί στην καρδιά του το σάπιο σύστημα.

Γεγονότο 5: Χάιλ Λεωνάιντας!
Χαιρέτησε, είδα, φασιστικά ο Μιχαλολιάκος ο Χρυσαυγίτης στο Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων. Και μετά ξαναχαιρέτησαν κάτι άλλοι Χρυσαυγίτες –σιγά το νέο, θα πεις. Μη βιάζεσαι, θα σου συστήσω. Διότι το θέμα δεν είναι οτι οι Χρυσαυγίτες είναι φασίστες, το θέμα είναι πώς άρχισε να κυκλοφορεί η άποψη: δεν είναι ναζιστικός ο χαιρετισμός, οι Ναζί τον είχαν κλέψει από τους Σπαρτιάτες!!! Μη γελάς ρε μαλάκα –αλήθεια κάποιοι το ισχυρίζονται.
Εγώ λοιπόν, ο καλόβολος άνθρωπος, να παραβλέψω οτι δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία περί σπαρτιάτικου χαιρετισμού αυτού του τύπου και η μόνη «απεικόνιση» που έχουμε είναι ένας αναγεννησιακός πίνακας (τότε που η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ξαναχαρασσόταν ή παραχαρασσόταν, διαλέγεις και παίρνεις). Ας υποθέσω λοιπόν οτι τον ναζιστικό χαιρετισμό τον είχανε ψωμοτύρι στη Σπάρτη: «Χάιλ Λεωνάιντας», «Ζιγκ Χάιλ χίντιους Νάιτμεαρ», κάπως έτσι. Αυτό τι θα συνεπαγόταν δηλαδή;
Οι Αρχαίοι Σπαρτιάτες κυκλοφορούσαν με χλαμύδες μίνι σαν την Έλενα Ναθαναήλ τη δεκαετία του ’70, αυτό σημαίνει οτι αν αρχίσει να κυκλοφορεί έτσι αεράτος αύριο ο Ελληνολάτρης δεν θα τον κλείσουν τσιφ στο Δαφνί; Ή να στο πάω αλλιώς –οι Σπαρτιάτες για να σκληραγωγούνται καθόντουσαν και έτρωγαν βρωμόξυλο, άρα να πηγαίνουν οι Χρυσαυγίτες στην πλατεία στα Εξάρχεια και να στήνονται καταμεσής φωνάζοντας: «βαρούτε να σκληραγωγηθώ»;
Διάβασα κι έναν μαλάκα σχολιαστή να παραλληλίζει: «αν είναι προσβλητικός ο ναζιστικός χαιρετισμός, τότε το ίδιο προσβλητικός είναι κι ο χαρακτηρισμός ‘σύντροφε’ μεταξύ των αριστερών». Σωστός; Υπέροχος! Επίσης να προσθέσω οτι «Η συντροφιά του Δαχτυλιδιού» ήταν τελικά κρυφοκομμουνιστική ταινία, τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια που χρησιμοποιούν ευρέως τον όρο «σύντροφος» είναι απευθείας απόγονοι του Στάλιν και πάει λέγοντας!

Γεγονότο 6: Η απερίφρακτη βλακεία
Έγινε, λέει, κάποιο γκάλοπ όπου το 80% των ερωτώμενων συμφωνεί με τον φράχτη στον Έβρο! Δηλαδή ως κοινωνία γουστάρουμε τη συγκεκριμένη ενέργεια! Ένα φράχτη που στήνεται για να δηλώσουμε σα χώρα: «εμείς τα φυλάμε τα σύνορά μας» (χωρίς ουσιαστικά να λαμβάνουμε άλλο μέτρο φύλαξης) και να ανεβάσουμε έτσι τις αμοιβές των τύπων που περνάνε κόσμο εντός Ελλάδας! Δεν με ενδιαφέρει η μέθοδος με την οποία έγινε η συγκεκριμένη έρευνα, αλλά αν έχει έστω και την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα....

Τότε έφτασε ο καιρός να βγει η σχετική προκήρυξη στο e-government: «Αποστείλατε βιογραφικά για την κάλυψη θέσης δικτάτορα, απαραίτητα προσόντα: χαμηλό ύψος –υψηλό κόμπλεξ, άριστη γνώση της καθαρεύουσας και σκοροφαγωμένος μύσταξ. Αμοιβές υψηλές, συνταξιοδότηση εγγυημένη». Όχι τίποτα άλλο, να υπάρξει επιτέλους αξιοκρατία και σ΄αυτόν τον τομέα ρε παιδί μου –να μη μας καβαλήσει ο πρώτος τυχαίος ίλαρχος!

Τετάρτη, Ιανουάριος 19, 2011

16. Θάλαμος Ανάνηψης

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός
15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία


Ο ήλιος μπλεγμένος στα μακριά της μαλλιά αφόπλιζε τα κοφτερά του νύχια, καθόμουν και τη χάζευα από το άνοιγμα της πόρτας έτσι όπως άστραφταν μελένια τα μαλλιά της. Και θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα, να γεράσω, να πεθάνω ακίνητος –μόνο χαζεύοντάς την. Αλλά γύρισε μετά από λίγο προς το μέρος μου κι έπειτα έτρεξε με λαχτάρα να κρεμαστεί από το λαιμό μου. Την έστριψα λίγο στο πλάι, την εμπόδισα έτσι να με φιλήσει γιατί βρωμοκοπούσα.
«Ανησύχησα», μου είπε. «Όταν δεν ανέβηκες...»
«Στο τέλος θα σε έβρισκα, όπως και να’χε», της απάντησα.
Με τράβηξε μετά από το χέρι μέσα στο δωμάτιο –άσπρο δωμάτιο, γυμνό, νοσοκομείου –με κάθισε στο ένα από τα δυο κρεβάτια που υπήρχαν.
«Τώρα όλα πέρασαν», είπε.
«Κι άλλα αρχίζουν», μουρμούρισα. Ακούστηκα πολύ ανήσυχος, δεν το είχα σκοπό.
Κοίταξα τριγύρω, το παράθυρο με τα εσωτερικά στόρια, τον μεγάλο δέκτη στον τοίχο απέναντι από τα κρεβάτια, ο δέκτης ήταν ανοιχτός κι έδειχνε ανθρώπους να τρώνε πρωινό. Καλοβαλμένοι όλοι τους, με κόκκινα μάγουλα και ξανθά μαλλιά, σταματούσαν τα χαμόγελα μονάχα για να μασήσουν, μιλούσαν αλλά δεν μπορούσα να τους ακούσω.
«Θέλεις πρωινό;» με ρώτησε.
Ήθελα.
Τράβηξε λοιπόν μπροστά μου ένα τραπεζάκι με ρόδες γεμάτο κλειστά μεταλλικά σκεύη, ανατρίχιασα στην ιδέα οτι θα έτρωγα από εκεί μέσα. Με είδε διστακτικό και άρχισε να ξεσκεπάζει τα σκεύη, τα φαγώσιμα έδειχναν λαχταριστά σαν διαφημίσεις αλλά δεν μπορούσα εύκολα να καταπολεμήσω την αίσθηση του γυμνού μέταλλου που χτυπάει στα δόντια. Ευτυχώς ο καφές ήταν σε χάρτινο πλαστικοποιημένο ποτήρι. Με ζέστανε.
«Έχεις ακούσει τίποτα για το πόσο θα μας κρατήσουν εδώ μέσα;» ρώτησα.
«Μέχρι να νιώσουμε καλύτερα», απάντησε.
«Και ποιος θα το πει αυτό;»
Με κοίταξε λίγο μπερδεμένη.
«Εμείς. Θα το καταλάβουμε όταν νιώσουμε καλύτερα, δεν θα το καταλάβουμε;»
«Εγώ νιώθω μια χαρά πάντως».
«Άμα είσαι σίγουρος πες τους να φύγεις. Αλλά εμένα θα μ΄αφήσεις μόνη;»
«Δε μοιάζεις και τόσο άρρωστη».
«Είμαι όμως. Εξάντληση και ατονία. Δεν νομίζω οτι θα κατάφερνα να περπατήσω πάνω από 100 μέτρα, θα έπεφτα μετά, ίσως και να λιποθυμούσα....»
«Τα παραλές».
«Γιατί το πιστεύεις αυτό; Αν δεν ήμουν άρρωστη τι λόγο θα είχα να μένω εδώ μέσα; Ή μήπως νομίζεις οτι μου αρέσει; Πρέπει να δω τι θα κάνω με σπίτι και σύντομα μάλιστα. Όταν έρθει το παιδί θα χρειαστεί να έχω βρει κάπου να μένω».
«Να μένεις; Νόμιζα οτι το παιδί θα είναι και δικό μου».
«Είναι και δικό σου».
«Άρα θα μένουμε μαζί»
«Θες κάτι τέτοιο;»
«Εσύ δε θες;»
Με κοίταξε μ΄εκείνα τα πελώρια μάτια της.
«Το θέλω πάρα πολύ αλλά δεν θα στο ζητούσα ποτέ. Αν είχα σπίτι, όλα θα ήταν μια χαρά, θα σου πρότεινα να έρχεσαι, να μένεις... όσο... όποτε... Αλλά το σπίτι μου κάηκε....»
«Έχω σπίτι στην πόλη».
«Εδώ;»
«Ξέρω ‘γω; Εδώ είναι η πόλη;»
«Εδώ είναι».
«Εδώ λοιπόν».
«Και...»
«Όταν βγούμε από δω μέσα θα πάμε να μείνουμε εκεί. Δεν είναι τόσο μεγάλο όσο εκείνο που κάηκε...»
«Δεν πειράζει. Άλλωστε τώρα που άλλαξαν τα πράγματα ίσως να σου δώσουν μεγαλύτερο σπίτι».
«Ίσως...»
«Θα έχουμε και το παιδί....»
«Ναι κι αυτό....»
Άρχισα να μασουλάω ένα ακαθόριστο έδεσμα για να σταματήσω την κουβέντα. Προσπαθούσα κιόλας να προσδιορίσω από που έβγαινε η μυρωδιά του αντισηπτικού, από το δωμάτιο τριγύρω ή απ΄αυτό που έτρωγα. Ο ήλιος ανεμπόδιστος από εκείνη ήρθε και με τύφλωσε όσο την έψαχνα στο δωμάτιο.
«Έχει ήλιο έξω, θέλεις να πάμε μια βόλτα;» τη ρώτησα.
«Εντάξει, αλλά όχι πολύ μακριά».
«Γιατί; Φυλακισμένοι είμαστε;»
«Όχι, αλλά δεν αντέχω. Στο είπα και πριν...»
«Μου το είπες».
Σηκώθηκα αδειάζοντας το ποτήρι του καφέ, εκείνη έριξε κάτι λεπτό και μάλλινο στην πλάτη της, εγώ δεν κρύωνα. Κατεβήκαμε τις σκάλες προσεκτικοί κι αμίλητοι.
Στο ισόγειο έκανα να πάω προς τις γυάλινες πόρτες, ήθελα να δοκιμάσω τις βεβαιότητές της. Με έπιασε από το χέρι, χαμογέλασα ήδη δικαιωμένος.
«Πού πας;» με ρώτησε.
«Να βγω έξω –για βόλτα», απάντησα.
«Πού έξω; Στο δρόμο; Γιατί δεν πάμε στην αυλή;»
«Γιατί όχι στο δρόμο;»
«Μα τι βόλτα θα κάνουμε στο δρόμο; Μόνο τσιμέντο υπάρχει. Ενώ στην αυλή έχουν δέντρα και κήπο και παγκάκια αν κουραστούμε...»
Την κοίταξα –εννοούσε αυτά που έλεγε. Τα πίστευε κιόλας.
«Κι αν, παρ΄όλα αυτά, εγώ θέλω να κάνω βόλτα στο δρόμο;»
«Να την κάνεις μόνος σου, εγώ δεν έχω καμιά όρεξη».
Μου γύρισε την πλάτη, μια κυρτωμένη πλάτη που ανεβοκατέβαινε από θυμό ή πείσμα ή επειδή δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά μου. Στεναχωρήθηκα.
«Εντάξει, πήγαινε στον κήπο και περίμενέ με. Θα έρθω σε λίγο», της είπα.
Ήμουν αποφασισμένος, θα έβγαινα έξω.
«Δεν θα πάω στον κήπο, θα γυρίσω στο δωμάτιο. Δεν έχω πολύ όρεξη για βόλτα», ψιθύρισε.
Ήμουν αποφασισμένος, θα έμενα μαζί της αυτή τη φορά.
«Εντάξει, εντάξει», μουρμούρισα. «Πάμε στον κήπο».
Μια άλλη φορά θα επιχειρούσα να βγω έξω. Μια άλλη φορά...
Ο κήπος άξιζε πραγματικά τον κόπο. Η διπλή σειρά από βαρυφορτωμένες λεμονιές όριζε το χαλικόστρωτο μονοπάτι, πιο πίσω πολύχρωμα λουλούδια –κάποιες τριανταφυλλιές ανάμεσά τους αν θυμόμουν ακόμα καλά το άρωμα –χώθηκα ανάμεσα στις λεμονιές για να ανακαλύψω οτι πέρα από τα λουλούδια υπήρχαν αναρριχητικά φυτά που κάλυπταν επιμελώς τον μαντρότοιχο. Μέτρησα τον τόπο με το μάτι και γέλασα χαιρέκακα. Κανονικό προαύλιο φυλακής ήταν εδώ πέρα, από τις λεμονιές μέχρι τον μαντρότοιχο θα πρέπει να μεσολαβούσαν γύρω στα 100 μέτρα σπαρμένα με λουλούδια, 100 μέτρα που θα έπρεπε να τα διανύσει κανείς ακάλυπτος. Κοίταξα ψηλά, στριφογύρισα αργά –πού ήταν άραγε τα παρατηρητήρια;
«Μην τρέχεις, δεν μπορώ να σε φτάσω», την άκουσα ν΄αγκομαχάει πίσω μου.
Σταμάτησα.
«Συγνώμη», είπα.
Κάμερες, μέτρησα πέντε ψηλά στον τοίχο του νοσοκομείου που σκοπεύανε τον ακάλυπτο χώρο. Κι ήμουν σίγουρος οτι οι λεμονιές θα ήταν γεμάτες αισθητήρες –ότι πέρναγε ανάμεσά τους θα σήμαινε συναγερμό σε κάποιο μισοφωτισμένο δωμάτιο ελέγχου. Φυλακή.
«Δεν είναι όμορφα εδώ πέρα;» με ρώτησε.
«Ναι, είναι», είπα και το εννοούσα. Το άρωμα από τις λεμονιές λειτουργούσε αναζωογονητικά όσο το άρωμα των λουλουδιών πεταγόταν απροειδοποίητα, σαν όνειρο μισοκοιμισμένου, και σου θύμιζε... Μητέρα, πατρικό σπίτι, παππούς που σκαλίζει τις βραγιές, θάνατος. Σου θύμιζε το άρωμα των λουλουδιών. Κι όχι μόνο αυτό. Ήμουν πάντοτε θαυμαστής των καλών συστημάτων ασφαλείας, μου άρεσε να ψάχνω το τρωτό τους σημείο κι όσο πιο πολύ δυσκολευόμουν τόσο με συνέπαιρναν –αυτό το σύστημα εδώ πέρα, λόγου χάρη, πρέπει να είχε τυφλά σημεία, δεν τέμνονταν οι ακτίνες των καμερών του τοίχου, δεν τους ένοιαζε επειδή βασίζονταν στους αισθητήρες. Βλακεία τους.
«Τι ψάχνεις;» με τράβηξε από το μανίκι και καλά έκανε –ήμουν τόσο αφηρημένος.
«Τίποτα, χαζεύω...»
«Θέλεις να καθίσουμε;»
Τα παγκάκια ήταν (φυσικά) δίπλα στις λεμονιές.
«Όχι, ας περπατήσουμε λίγο ακόμα».
Ανασήκωσε τους ώμους, ντράπηκα που αδιαφορούσα για την κατάστασή της. Αλλά προχώρησα.
«Είσαι κάπως παράξενος...»
«Συμβαίνει αυτό όταν νιώθεις να σε παρακολουθούν».
«Ποιος σε παρακολουθεί;»
«Μας παρακολουθεί».
«Ποιος;»
Έφερα μια γύρα το αριστερό χέρι δείχνοντας τις λεμονιές μετά έδειξα τον τοίχο του νοσοκομείου με το δεξί.
«Οι λεμονιές και τα παράθυρα;» απόρησε.
Γέλασα.
«Ποτέ μην εμπιστεύεσαι φορτωμένο δέντρο και καθαρό παράθυρο», είπα.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή τίποτα».
Συνέχισα να προχωράω.
«Έχεις κάτι μαζί μου;» απαίτησε να μάθει.
«Ναι, έχω. Απορία».
Με κοίταξε.
«Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανυποψίαστη εδώ μέσα; Με κοροϊδεύεις;»
«Τι θα έπρεπε να υποψιαστώ δηλαδή;»
«Οτι ήμαστε φυλακισμένοι κι απ΄ότι έμαθα δεν θα βγούμε όλοι ζωντανοί από δω».
Γούρλωσε τα μάτια.
«Είναι κάποιο μετατραυματικό σοκ όλο αυτό;» ψέλλισε.
«Αρκετά», της ξέκοψα νευριασμένος.
Έφυγα μπροστά, άνοιξα το βήμα, απότομα σταμάτησα. Γύρισα, την περίμενα.
«Θέλεις να στο αποδείξω; Θέλεις;» την κράτησα από τα μπράτσα πολύ σφιχτά, έκανε λίγο πίσω για να ξεφύγει, την άφησα. «Κοίτα», της φώναξα.
Πέρασα τρέχοντας ανάμεσα στις λεμονιές, πάτησα τα παρτέρια με τα λουλούδια, δε μ΄ένοιαζε τίποτα. Αλλά όσο τσάκιζα τα μπουμπούκια τόσο πιο δυνατά μύριζαν. Έφτασα στον τοίχο –τώρα θ΄αρχίζανε οι σειρήνες.
Τίποτα δεν έγινε.
Πήρα δυο μέτρα φόρα, όρμησα στον τοίχο, αρπάχτηκα από ένα εξόγκωμα, έδωσα ώθηση, άρχισα να σκαρφαλώνω. Λίγο ήθελα, όμως γλίστρησα και σωριάστηκα στα χώματα. Σηκώθηκα πάλι.
«Τι προσπαθείς να κάνεις;» με ρώτησε.
Είχε έρθει κοντά μου χωρίς να καταλάβω.
«Προσπαθώ να σου δείξω οτι δεν μπορούμε να βγούμε από δω μέσα ακόμα κι αν θέλουμε», είπα.
«Κι αν θέλουμε να βγούμε γιατί να μην πάμε από την πόρτα;» απόρησε.
«Επειδή την πόρτα τη φυλάνε», εξήγησα.
«Τη φυλάνε για να μη μπει κανένας, όχι για να μη βγούμε εμείς», φώναξε λες και είχε να κάνει με ξεροκέφαλο παιδί.
«Έτσι λες;» χαμογέλασα ειρωνικά.
«Δεν το λέω εγώ. Έτσι είναι».
«Εντάξει λοιπόν. Πάμε τότε να βγούμε από την πόρτα».
«Πάμε. Αλλά να γυρίσουμε γρήγορα επειδή δεν νιώθω πολύ καλά».
«Θα γυρίσουμε πιο γρήγορα απ΄όσο φαντάζεσαι», μουρμούρισα.
Τώρα έτρεχε αυτή μπροστά μου, την είχα, φαίνεται, εκνευρίσει κι έτσι ξέχασε την αδυναμία της. Πέρασε τον διάδρομο, έφτασε στη γυάλινη πόρτα, γύρισε να με κοιτάξει. Της έκανα νόημα να περιμένει. Έφτασα δίπλα της και πάτησα το κουμπί της πόρτας όπως ακριβώς την προηγούμενη φορά. Οι ίδιοι εκνευρισμένοι φύλακες πετάχτηκαν από την άλλη πλευρά της πόρτας (μπορεί και να μην ήταν οι ίδιοι, ήταν όμως το ίδιο εκνευρισμένοι με τους προηγούμενους). Τους έκανα το γνωστό νόημα με τα χέρια. Με κοίταξαν άγρια, κούνησαν τους ώμους, τους ξανάκανα νόημα.
Και η γυάλινη πόρτα άνοιξε –τα δυο της φύλλα χωρίστηκαν, μετά χώθηκαν στις εσοχές του τοίχου.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο ένας φύλακας.
«Θέλουμε να βγούμε έξω», είπα.
«Γιατί;» απόρησε.
«Για να κάνουμε μια βόλτα», είπα.
«Πού νοσηλεύεστε;» ρώτησε ο άλλος φύλακας.
Σώπασα –αυτό δεν το ήξερα.
«Είμαστε στην Ανάνηψη», απάντησε εκείνη.
«Στην Ανάνηψη; Σίγουρα δεν είσαστε στην Ψυχιατρική;» σχολίασε ο φύλακας.
«Για άκου να σου πω...» ξεκίνησα.
«Αλλά, να είσαστε εκεί μέσα και να θέλετε να κάνετε βόλτα εδώ έξω...»
«Είναι σκέτη παράνοια».
Τους αγνόησα, ήμουν αποφασισμένος. Στράφηκα προς το μέρος της.
«Πάμε», είπα.
Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά, εκείνη με ακολούθησε.
Μάρμαρο που γινόταν τσιμέντο και μετά αγκαθωτή άσφαλτος, ο δρόμος της πόλης, ένας δρόμος της πόλης, ένας δρόμος μιας πόλης, ανατρίχιασα από μοναξιά. Έσφιξα τα δόντια, προχώρησα.
«Εντάξει, αρκετά. Πάμε πίσω τώρα», με παρακάλεσε.
«Όχι ακόμα», είπα.
Βρισκόμασταν, βλέπεις, ακόμα πολύ κοντά τους. Προχώρησα το πεζοδρόμιο, εκεί που έστριβε η γωνία έστριψα κι εγώ. Με ακολούθησε παραπατώντας –την έπιασα από το μπράτσο.
«Δεν αισθάνεσαι καλά;» ρώτησα.
Δε μίλησε. Την ακούμπησα στον τοίχο, τώρα που είχαμε στρίψει δεν μας έβλεπαν πια. Και τότε τη φίλησα στα χείλη μην έχοντας ακόμα αποφασίσει –να τρέξω και να χαθώ ή να την πάω πίσω;
Έκανα το δεύτερο φυσικά.
Οι φύλακες μας υποδέχτηκαν με ειρωνικά επιφωνήματα κι εγώ αναγκάστηκα να τη στηρίζω κρατώντας την κάτω από τις μασχάλες μέχρι να φτάσουμε στο δωμάτιό μας, μέχρι να τη βάλω στο κρεβάτι και να τη σκεπάσω ζεστά. Τότε μόνο κάθισα δίπλα της, προσεκτικά, επειδή το κρεβάτι ήταν μονό. Είχε κλειστά τα μάτια κι ανάσαινε γρήγορα.
«Συγνώμη», είπα.
«Τι σου συμβαίνει;» ψέλλισε.
«Αυτό το μέρος με τρελαίνει».
«Κάνε υπομονή. Θα δυναμώσουμε και θα φύγουμε».
«Λες να μας αφήσουν;»
«Γιατί να μη μας αφήσουν; Είσαι ένας από τους ήρωες της εξέγερσης, λένε συνέχεια για σένα στις ειδήσεις....»
«Για μένα;»
«Για σένα».
«Τι ηρωικό έκανα;»
«Έσωσες δυο φορές την καινούργια Πρόεδρο».
«Εγώ;»
«Εσύ».
«Ποια είναι η καινούργια Πρόεδρος;»
«Η Άννα Εξ».
«Η Άννα;»
«Ναι».
«Η γνωστή Άννα;»
Ξεφύσησε εξαντλημένη.
«Ο Οδυσσέας Ωμέγα τι έγινε;»
«Εννοείς ο Αλκιβιάδης Ράιτ...»
«Αυτός....»
«Αγνοείται. Κάποιοι λένε οτι το έσκασε κρυφά από τη χώρα....»
«Δηλαδή τον έχουν εκτελέσει».
«Σταμάτα να λες τέτοια πράγματα, για εκτελέσεις. Με τρομάζεις».
«Εντάξει».
«Άλλωστε η καινούργια κυβέρνηση είναι κατά αυτών των μεθόδων, ξέρω την Άννα πολύ καλά και είμαι σίγουρη οτι ποτέ δεν θα έδινε την έγκρισή της....»
«Αν την ξέρεις τόσο καλά....»
«Την ξέρω. Εσένα ποιος σου είπε για εκτελέσεις;»
«Κάτι φύλακες».
«Και τους πίστεψες -έτσι;»
Δε μίλησα, έβλεπα καθαρά πως είχε δίκιο. Κάτι φύλακες που παίζανε παράνομα στοιχήματα –υπήρχαν πιο αναξιόπιστα άτομα από αυτούς;
«Πρέπει να ηρεμήσω, χρειάζομαι ξεκούραση», είπα. Κυρίως στον εαυτό μου.
«Ξάπλωσε αγάπη μου, τι κρίμα που δεν χωράμε στο ίδιο κρεβάτι», μουρμούρισε μισοκοιμισμένη.
Πήγα στο δικό μου κρεβάτι, ενάμιση μέτρο απόσταση από το δικό της, σκέφτηκα να τα ενώσω, να τη νιώθω δίπλα μου αλλά δεν το έκανα. Να νιώθω δίπλα μου –ποια; Μια άγνωστη γυναίκα με την οποία μοιραζόμασταν, κι εγώ δεν ξέρω πόσα, χρόνια; Και ποια η σχέση της με την καινούργια κυβέρνηση; Ήξερε αυτή την Άννα πολύ καλά, μόνη της το παραδέχτηκε. Μήπως λοιπόν την είχαν ρίξει δίπλα μου για να με παρακολουθεί και να με ελέγχει;
Στράφηκα προς το μέρος της, ανάσαινε πλέον στρωτά, ήρεμα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, χρειαζόμουν ένα χάπι για να βγάλω τη νύχτα. Κοίταξα κιόλας έξω από το παράθυρο –τι ώρα να’ταν; Βγήκα στις μύτες μην την ξυπνήσω.
Το γραφείο με τις νοσοκόμες ήταν μισοφωτισμένο, όταν πλησίασα ακούστηκε βιαστικός ο θόρυβος από χαρτιά που μαζεύονται. Χτύπησα το κουδούνι έξω από την μισάνοιχτη πόρτα αν και δεν χρειαζόταν –με είχαν ήδη δει από το τζάμι. Μια γριά νοσοκόμα με μπλε επωμίδες στη λευκή της στολή κι ένας νεαρός νοσοκόμος με φόρμα χειρουργείου.
«Τι θέλετε;» με ρώτησε η νοσοκόμα.
«Κάτι για να κοιμηθώ», είπα.
«Παυσίπονο ή ηρεμιστικό;»
«Κάτι που να κάνει και για τα δύο».
Ο νοσοκόμος γέλασε αποκαλύπτοντας δυο σειρές αλογίσια δόντια.
«Εξαρτημένος», σχολίασε.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ζήτησα να μάθω.
«Απολύτως κανένα», είπε η νοσοκόμα. «Ποιο είναι το δωμάτιό σας;»
«17-77», είπα.
«Πολύ καλά», χαμογέλασε. Μετά κοίταξε τον νοσοκόμο που ήδη σηκωνόταν. «Φέρε αυτά», είπε και του έσπρωξε ένα γραμμένο φύλλο χαρτιού.
Ο νοσοκόμος ούτε καν ασχολήθηκε να διαβάσει τι έγραφε στο χαρτί. Χάθηκε πίσω της σε μια αποθηκούλα.
«Πάμε καλύτερα;» ρώτησε η νοσοκόμα.
«Καλύτερα από τι;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Καλύτερα», είπε απλά εκείνη.
«Δεν ξέρω», μουρμούρισα. «Υπάρχουν κάποια πράγματα που με αγχώνουν....»
«Φυσικό είναι. Περάσατε έντονες μέρες, βρεθήκατε πολύ κοντά στο θάνατο...»
«Με ξέρετε;»
Η νοσοκόμα χαμογέλασε όλο ζεστασιά.
«Φυσικά και σας ξέρω. Εκτός από ασθενής μου είσαστε και πασίγνωστος άλλωστε».
«Έτσι ε;»
«Όλοι εκτιμούμε όσα κάνατε. Ακούστηκε μάλιστα οτι η Πρόεδρος θα οργανώσει κάποια τιμητική εκδήλωση».
«Για μένα;»
«Για όλη την ομάδα σας».
Έσκυψε πάνω από το γραφείο της.
«Έχετε δει την Πρόεδρο από κοντά;» ρώτησε ψιθυριστά.
«Ναι, την έχω δει».
«Τότε ίσως να μπορείτε να μου πείτε....»
«Τι πράγμα;»
«Είμαι φανατική θαυμάστριά της. Τι σας εντυπωσίασε σε αυτήν;»
Σκέφτηκα την Άννα, τίποτα δεν με είχε εντυπωσιάσει.
«Έχει μια τρομακτική απλότητα σκέψης», είπα.
«Είναι αλήθεια», έκανε η νοσοκόμα εκστασιασμένη.
«Και όταν θυμώνει καταφέρνει να διατηρήσει την ευγένειά της».
«Αυτό δεν το ήξερα», ενθουσιάστηκε η νοσοκόμα.
«Είναι πολύ επιβλητική γυναίκα χωρίς να χρειάζεται να κάνει πολλά πράγματα, απλά μπαίνει στον χώρο και τον καθορίζει», συνέχισα το παραλήρημά μου βλέποντας οτι η νοσοκόμα κρεμόταν από το στόμα μου.
Εκείνη τη στιγμή ευτυχώς επέστρεψε ο νοσοκόμος, μας είδε κολλημένους σχεδόν μούρη με μούρη.
«Τι έγινε;» ρώτησε χαζά.
«Έφερες τα φάρμακα του κυρίου;» ρώτησε νευριασμένα η νοσοκόμα.
«Ναι, μάλιστα», είπε ο νοσοκόμος.
«Άντε λοιπόν –δεν θα του τα δώσεις;»
Ο νοσοκόμος μού τα έδωσε σε μια πλαστική θήκη. Τα χέρια μου έτρεμαν, αναγκάστηκα λοιπόν να τα μαζέψω κοντά στο σώμα μου παίρνοντας βιαστικά την πλαστική θήκη.
«Ευχαριστώ», είπα.
«Ευχαρίστησή μας», απάντησε η νοσοκόμα. «Και για ότι χρειαστείτε, πατήστε απλώς το κουμπί πάνω από το κρεβάτι σας».
Βγήκα στον διάδρομο, ανακάλυψα κιόλας οτι ο όροφός μου είχε ένα τεράστιο σκεπαστό μπαλκόνι –κλεισμένο με χοντρό τζάμι τριγύρω, κάθε 3 μέτρα το τζάμι άνοιγε σε μεγάλα παράθυρα. Άνοιξα λίγο ένα παράθυρο, μπήκε μυρωδιά υγρής νύχτας ανακατεμένη με βαρύ άρωμα λουλουδιών. Τα παράθυρα έβλεπαν στον κήπο του νοσοκομείου. Χρειαζόμουν λίγο νερό, έψαξα το κοντινότερο μηχάνημα, γέμισα ένα πλαστικό ποτήρι. Και ξαναγύρισα στο παράθυρο. Ένιωσα ξαφνικά σαν μεγιστάνας σε παλιά ταινία, στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του μ΄ένα ποτήρι μαρτίνι στο ένα χέρι και κάποιο νόστιμο ορντέβρ στο άλλο. Ήπια μια γουλιά νερό, μέτρησα τα χάπια, τρία χάπια, κατέβασα το πρώτο. Κοίταξα έξω από το παράθυρο την ανοιχτή θάλασσα. Ο κήπος φωτιζόταν από προβολείς εδάφους και άλλους προβολείς, βαλμένους μάλλον στην οροφή του κτιρίου. Είδα μια παρέα αντρών να διασχίζει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές, δυο προχωρούσαν λίγο πιο μπροστά και τέσσερις ακολουθούσαν. Οι μπροστινοί πρόσεχαν υπερβολικά πολύ τον βηματισμό τους (κατάπια ακόμα ένα χάπι) ενώ οι πίσω ήταν πιο ανέμελοι, φώναζαν και σπρώχνονταν μεταξύ τους. Σε κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξαν και τους μπροστινούς. Κατάπια δυο χάπια μαζεμένα κι αποφάσισα να κλείσω το παράθυρο, σε 5 ή 6 λεπτά θα με έπαιρνε ο ύπνος. Τότε είδα κάτι γυαλιστερό, έσκυψα ξαφνιασμένος έξω από το παράθυρο, το φως έπεφτε στην κάνη ενός όπλου. Δεν ήταν μόνο ένα το όπλο και δεν ήταν αυτό που γυάλισε –οι κάνες των όπλων, όλοι ξέρουμε πώς, είναι μαύρες ματ. Έσκυψα περισσότερο, άρχισα να ζαλίζομαι –τι γυάλισε; Οι άντρες κόντευαν να βγουν από το οπτικό μου πεδίο, έβλεπα τώρα τη γη, 7 ορόφους πιο κάτω, κι ένιωθα τον ίλιγγο να ξεδιπλώνεται στο στομάχι μου. Τραβήχτηκα μέσα.
Περπάτησα αργά.
Βρήκα (με κάποια δυσκολία) το δωμάτιό μου, ήδη ζαλιζόμουν.
Παρ’όλα αυτά πήγα μέχρι το κρεβάτι της -κοιμόταν γαλήνια.
Ξάπλωσα στο δικό μου κρεβάτι.
Σκεπάστηκα.
Έκλεισα τα μάτια.
Χειροπέδες.
Αυτό που γυάλιζε –προσπάθησα ν΄ανοίξω τα μάτια.
Όπλα κι αυτό που γυάλιζε -χειροπέδες.
Προσπάθησα να σηκώσω το κεφάλι μου αλλά αυτό βυθιζόταν ασταμάτητα στο μαξιλάρι.
Αυτό που γυάλιζε –μαξιλάρι.

Παρασκευή, Ιανουάριος 14, 2011

Το Πολιτικό Βαριόμουτρο

Επειδή κάπως μούχλα η σημερινή μέρα σκέφτηκα να διαβάσω μια στατιστική έρευνα –είναι παγκοσμίως γνωστό οτι η στατιστική φτιάχνει τη διάθεση, νομίζω; Κι επειδή πάντα με γοήτευε το και καλά Ευρωπαϊστικό βλαχογκλάμουρ, είπα να διαβάσω αυτή την έρευνα ονόματι ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΒΑΡΟΜΕΤΡΟ 86, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011, ΣΚΑΪ-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, της Public Issue. Έλα να σου δείξω:

Ερώτηση: Η διεθνής ισχύς της χώρας έγινε: α) πιο αδύνατη, β) πιο ισχυρή, γ) παρέμεινε η ίδια, δ) δεν έχω γνώμη;
Παρατήρηση: Πώς είναι δυνατό να χαρακτηριστεί η ισχύς ως αδύνατη ή ισχυρή; Δηλαδή η αδύνατη ισχύς είναι ίσα με όσο πατάει το κουνούπι και η ισχυρή όσο πατάει ο ελέφαντας να πούμε; Προφανώς ο ποιητής θέλει να ρωτήσει (αλλά δεν το κάνει –ακυρώνοντας έτσι την ερώτησή του): η διεθνής θέση της χώρας έγινε πιο ισχυρή, πιο αδύνατη, μια από τα ίδια ή «συγνώμη βιάζομαι»; Επίσης όταν ζητάς από κάποιον να συγκρίνει θα πρέπει να του θέσεις και κάποια χρονικά πλαίσια. Τουτέστιν η ερώτηση θα έπρεπε να τελειώνει σε «από ότι ήταν πριν από Χ χρόνια ή Ψ μήνες ή Ζ τέρμινα».
Φυσικά οι πανέξυπνοι συμμετέχοντες απαντάνε, σε ποσοστό 67%, οτι η διεθνής ισχύς της χώρας έγινε πιο αδύνατη! Φαίνεται πώς όσο χοντραίνει ο Πάγκαλος τόσο αδυνατίζει η ισχύς –σε λίγο θα το βγάλουν και σε τύπο!

Ερώτηση: Τους επόμενους δυο μήνες τι προβλέπετε; Θα γίνουν αρκετές ή λίγες απεργίες και κινητοποιήσεις;
Παρατήρηση: Όταν ρωτάς τον άλλο «τι προβλέπεις» αμέσως τον τοποθετείς στο βάθρο του Πητ Παπαδάκου, της Μύριαμ και του Τζόσουα –κάπου εκεί τέλος πάντων. Άρα του δίνεις τη δυνατότητα να πει παπαριά χωρίς να φοβάται οτι θα του ζητηθεί τεκμηρίωση (όπως στην περίπτωση που αντί για «προβλέπετε» υπήρχε το «νομίζετε», ή το «εκτιμάτε»). Όταν μάλιστα το αποτέλεσμα αυτής της ερώτησης το βαφτίζεις «Προσδοκίες για τις κοινωνικές συγκρούσεις τους προσεχείς μήνες», τότε μπερδεύεις το τραμ με το μπαμ και τη γραβάτα με το κασκόλ. Ή αλλιώς ονομάζεις αυθαίρετα (οιωνεί έστω) «κοινωνική σύγκρουση» την εργασιακή διεκδίκηση.
Για την ιστορία, το 84% των ερωτηθέντων λέει οτι θα γίνουν αρκετές απεργίες τους επόμενους δυο μήνες (και απορώ τι κάπνισε το 11% που λέει οτι θα γίνουν λίγες απεργίες).

Αφήνω στην άκρη τα βαρετά περί ικανοποίησης από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση καθότι τέτοιου τύπου ερωτήσεις είναι άνευ νοήματος. Σα να ρωτάς κάποιον μετά το γάμο «με ποιον κάνετε καλύτερο σεξ; με τον τωρινό σύντροφό σας ή με τον προηγούμενο;» Η σωστή απάντηση είναι σαφέστατα «καλύτερο σεξ θα έκανα με τον Μπραντ Πιτ ή την Αντζελίνα Τζόλι αλλά δεν μου κάθονται». Ανάμεσα στον νυν και στον πρώην, αν ο πρώην έκανε καλύτερο σεξ δεν θα ήταν πρώην κι αν ο νυν έκανε ικανοποιητικό σεξ δεν θα παντρευόμασταν. Προφανή πράγματα δηλαδή –πολιτικά μιλάω. Αφήνω λοιπόν τα προφανή και πάω στις τσαχπινιές:

Ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για τις παρακάτω μορφές κυβέρνησης: α) Οικουμενική, β) ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, γ) ΠΑΣΟΚ, δ) ΠΑΣΟΚ –ΣΥΡΙΖΑ, ε) ΝΔ, στ) ΝΔ-ΛΑΟΣ, ζ) Τεχνοκρατών-Ειδικών, η) Άλλο, θ) Χωρίς γνώμη;
Παρατήρηση: Αν και η Οικουμενική παίρνει 21% και η επιλογή Άλλο παίρνει 20% μόνο η Οικουμενική εμφανίζεται στον Πίνακα των Μετρήσεων. Κι απορεί κανείς (εγώ για την ακρίβεια): Πώς γίνεται να υπάρχει απαξίωση του κομματικού συστήματος και ταυτόχρονα να θέλει η (ισχνή έστω) πλειοψηφία μια κυβέρνηση όπου θα συμμετέχουν ΟΛΟΙ οι απαξιωμένοι μαζί; Πώς γίνεται να θεωρούνται λωποδύτες συλλήβδην οι πολιτικοί και η προοπτική κυβέρνησης τεχνοκρατών –ειδικών (άρα μη πολιτικών) να παίρνει μόνο 2%; Κι αυτό το Άλλο με το 20% τι είναι; Κυβέρνηση εξωγήινων; Πού ‘σαι ρε Γιώργη Παπαδόπουλε; Συνασπισμός Γκλέτσου –Ψηνάκη;

Ένα πραγματικά ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας εμφανίζεται από τον συνδυασμό 2 αποτελεσμάτων: αυτού που προκύπτει από την ερώτηση σχετικά με τις πρόωρες εκλογές (56% εκτιμά οτι θα έχουμε πρόωρες) και του άλλου που μετράει την αναγκαιότητα διεξαγωγής εκλογών (το 81% απαντάει οτι δεν χρειάζονται). Σκέφτομαι εγώ:

Όλη αυτή η πολυκαναλική προπαγάνδα περί χούντας του ΠΑΣΟΚ, η οποία χούντα καταλύει το Σύνταγμα κ.λ.π. δεν έχει περάσει στους ερωτώμενους; Αν ναι –γιατί δεν θέλουν να γίνουν εκλογές και να ξεφορτωθούν τη χούντα;
Μήπως όμως τελικά, επειδή ακριβώς έχει περάσει η ιδέα της χούντας, οι ερωτώμενοι αδιαφορούν ουσιαστικά περί της διεξαγωγής εκλογών αφού όλα θα είναι σικέ; Μήπως ακριβώς αυτή η άποψη των ερωτώμενων -οτι αν και δεν θέλουν πρόωρες εκλογές, οι πρόωρες μάλλον θα γίνουν- μήπως αυτό σημαίνει οτι οι ερωτώμενοι έχουν αποδεχτεί την κυριαρχία της χούντας η οποία ορίζει τα πολιτικά πράγματα του τόπου αδιαφορώντας για τη γνώμη των πολιτών;
Μήπως οι ερωτώμενοι απλά είχαν το φαϊ στη φωτιά κι απάντησαν βιαστικά στις παραπάνω ερωτήσεις;

Ρεζουμέ δεν βγαίνει και οι απορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν αιωνίως. Γι΄αυτό λοιπόν οι συγκεκριμένες ερωτήσεις είναι άχρηστες και περιττές –από τη στιγμή που δεν οδηγούν σε μια ασφαλή υπόθεση.

Υπάρχουν άλλες –τέτοιες –άχρηστες ερωτήσεις;

-Η κλασσική περί «καταλληλότερου» η οποία αποδεδειγμένα πλέον δείχνει το ποιος είναι πρωθυπουργός της χώρας την χρονική στιγμή της έρευνας.
«παράσταση νίκης» η οποία δείχνει ποιο κόμμα κυβερνάει τη συγκεκριμένη στιγμή.
-Η ερώτηση περί «αποχής και ψήφου αποδοκιμασίας» τη στιγμή που δεν γίνονται εκλογές!

Με λίγα λόγια, πρόκειται περί μιας έρευνας της οποίας οι περισσότερες ερωτήσεις δεν οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα ενώ οι υπόλοιπες ερωτήσεις είναι διατυπωμένες (επιεικώς) λανθασμένα. Και δεν θα είχε μεγάλη σημασία το γεγονός αν δεν επρόκειτο για έρευνα η οποία έγινε με τη στάνταρ μεθοδολογία που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια στη χώρα.

Προκύπτει έτσι το διπλό ερώτημα:
1. Σε τι αποσκοπούν αυτού του τύπου οι έρευνες; Στην αποτύπωση ή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης;
2. Υπήρχε περίπτωση να κατατεθεί το σχέδιο της συγκεκριμένης έρευνας σαν εργασία στο μάθημα της Στατιστικής σε πανεπιστημιακή σχολή και ο φοιτητής που κατέθεσε τέτοιο έκτρωμα να περάσει το μάθημα;

Τρίτη, Ιανουάριος 11, 2011

"Κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα"

Είδα τις προάλλες αυτό το ντοκιμαντέρ του Tom DiCillo και στεναχωρήθηκα ρε γαμώτο. Επειδή μια τρομερή σκηνοθεσία μαζί με άμυθητο αρχειακό υλικό (συν τον χαμένο-νεκραναστημένο δίδυμο αδερφό του μακαρίτη) πήγαν στράφι λόγω ενός βαρετού σεναρίου και της άνευρης, νανουριστικής, εκνευριστικής αφήγησης του Τζόνι Ντεπ. Ρε Τζόνι, γύρνα στον Τιμ Μπάρτον να βγάλετε τίποτα Αστραποκλανιάρηδες, αγόρι μου -τον κατέστρεψες τον άνθρωπο! Πάντως, αν κάτσεις να το δεις πρόσεξε τον Μούρισον στο πρώτο μέρος όπου μπορείς να ορκιστείς οτι πάσχει από καθολική τύφλωση και στο δεύτερο μέρος όπου έχει ξαναβρεί το φως του ο άθρωπας! Πώς γίνεται αυτό; Επειδή στο πρώτο μέρος είναι όλο πάνω στη σκηνή και στήνεται ενώ στο δεύτερο όχι.

When you ‘re strange -Tom DiCillo




Θυμήθηκα λοιπόν τον μέγιστο ντοκυμαντερίστα, τον θρυλικό Julien Temple (για να καταλάβεις πόσο μεγάλος είναι στο είδος του αρκεί να σου θυμίσω πώς όταν επιχείρησε να κάνει ταινία γελάσανε μαζί του μέχρι και τα καπάκια από τις μπύρες -βλέπε Absolute Beginners). Τις σκηνές από τον Ριχάρδο τον Γ' που χώνει ανάμεσα στις συνεντεύξεις των Sex Pistols, τις εξομολογήσεις του Strummer και τα ρεμάλια δίπλα στον αναμμένο κάδο στο Future... Ονειρώδη πράγματα, άμα δεν δεις δεν ξέρεις για τι πράγμα μιλάω.

The filth and the fury -Julien Temple



Future is unwritten -Julien Temple



Και μετά ένα ντοκυμαντέρ καμωμένο με βελόνες κεντήματος -εργόχειρο κανονικό. Από το οποίο δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα, ειδικά εκείνες τις σκηνές όπου η καθημερινή ζωή τρέχει συντονισμένη με τους ρυθμούς των τραγουδιών των Χ ή τις άλλες -τις καταβάσεις στην κόλαση των ρημαγμένων κλαμπ. 5 χρόνια τους πήρε να το φτιάξουν και γρήγορα το τελείωσαν, αν θες να ξέρεις!

The unheard music -W.T. Morgan




Εντάξει, αυτό εδώ δεν λέει πολλά πράγματα εκτός αν είσαι κολλημένος με τον Cave σαν και τα μούτρα μου. Αλλά αξίζει να δεις τις μούτες του Αρχηγού, το υπέρτατα ηλίθιο ύφος του όταν σχετίζεται με θαυμαστές και πάνω απ΄όλα τον Blixa να γαμάει στεγνά έναν τυπάκο που έκανε τη μαλακία να τους κλείσει για συναυλία στην αίθουσά του. Μεγαλεία!

The road to God knows where -Uli M. Schuppel




Να κι ένα παράδοξο! Τουτέστιν, ενώ ο Βέντερς είναι καταπληκτικός σκηνοθέτης ταινιών καταφέρνει να αφήσει όλο το στυλ του στην άκρη και να βγάλει ένα ντοκυμαντέρ απ΄αυτά που τα βλέπουν και δακρύζουν μέχρι κι οι βράχοι (rocks). Πώς γίνεται αυτό; Έχω την εντύπωση οτι οι Κουβανοί που φιλμάρει είναι τέτοιες μούρες που τον κάνανε να ξεχάσει μέχρι και τ΄όνομά του.

Buena Vista Social Club -Wim Wenders



Και για το τέλος το επιδόρπιο. Έχω ξαναγράψει παλιότερα γι΄αυτό το ντοκυμαντέρ, δεν ξέρω πόσα χρόνια πήρε στον Αθηρίδη να το γυρίσει, κατανοώ οτι ο Παπαντίνας είναι τρομερή φάτσα, αλλά η ταινιάρα πάντα ταινιάρα θα είναι. Κι αν μπορείς κάντο καλύτερα δηλαδή. Έτσι;


T for trouble -Δημήτρης Αθηρίδης

Τετάρτη, Ιανουάριος 05, 2011

15. Η νίκη χρειάζεται επειγόντως θεραπεία

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου
14. Από μηχανής συμβιβασμός

Έτσι λοιπόν ήταν η νίκη. Έτσι μύριζε η νίκη, κατουρημένα παντελόνια και καμένα στάχυα. Και τέτοια ήταν η γεύση της νίκης, ανατριχιαστική, λες και δάγκωσες αδειανό κουτάλι. Σα να έγλυφες το λερωμένο μαχαίρι. Έτσι έμοιαζε η νίκη.
Τόσα χρόνια στη Φορολογική Δικαιοσύνη δεν την είχα γευτεί, εκεί πέρα κάναμε τη δουλειά μας χωρίς συγχαρητήρια, χωρίς υπερβολές, χωρίς ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Μονάχα μετά τις αποτυχίες βαδίζαμε στον ατέλειωτο διάδρομο σκυφτοί περιμένοντας τον καταλογισμό ευθυνών. Και έτσι δεν υπήρχε νίκη, θρίαμβος, επικράτηση για εμάς της Φορολογικής Δικαιοσύνης –υπήρχε μόνο καθυστέρηση του καταλογισμού. Κάθε υπόθεση που κλείναμε, κάθε έσοδο που φέρναμε στην Υπηρεσία απομάκρυνε για λίγο το παγωμένο βλέμμα του προïσταμένου, καθυστερούσε την επίδοση της έκθεσης που διαβαζόταν μονίμως από το τέλος προς την αρχή –από τον προσδιορισμό της ποινής προς την αιτιολόγηση του σφάλματός μας.
Πλησίαζα το ημιφορτηγό με το αυτόματο ακόμα οπλισμένο και σκεφτόμουν οτι ήμουνα πλέον χιλιόμετρα μακριά από τα Κεντρικά της Φορολογικής Δικαιοσύνης και όλα εδώ έξω έδειχναν πιο έντονα, σχεδόν πολύχρωμα, άλλοτε ενοχλητικά, άλλοτε ευχάριστα. Το μαχαίρι που κόβει το ζεστό ψωμί ή το μαλακό δέρμα... Κάπως έτσι τέλος πάντων.
«Θα ανέβεις;» μου χαμογέλασε εκείνη.
«Έρχομαι», της είπα.
Ήμασταν νικητές, δεν χρειαζόταν πια να μένουμε χωρισμένοι, δεν χρειαζόταν να τρέχουμε, να κρυβόμαστε, ν΄αγωνιούμε. Γι΄αυτό δεν πίεσα τον εαυτό μου, δεν επιτάχυνα το βήμα για να προλάβω το ημιφορτηγό που τσούλαγε ράθυμα στον χωματόδρομο. Πίσω μου οι στρατιωτικές αρβύλες όργωναν το έδαφος δεν είχα διάθεση ούτε να τους κοιτάξω –ήξερα τι ακριβώς ήταν. Δεν ήθελα βέβαια να το παραδεχτώ αλλά ήξερα. Πού διάβολο είχε εξαφανιστεί ο Γιάν; Κι ο Α77; Τι ήθελα και τον θυμήθηκα αυτόν;
«Δεν θ΄ανέβεις;» με τράβηξε από το μανίκι.
«Πού;» απόρησα.
«Στο φορτηγό, μαζί με τη γυναίκα σου», απόρησε με τη σειρά του.
«Όχι ακόμα», είπα.
«Θα επιταχύνουν σε λίγο που θα βγουν στο δρόμο», με προειδοποίησε.
«Δεν πρόκειται να τους χάσω», τον διαβεβαίωσα.
Είχα αυτή τη σιγουριά.
Το ημιφορτηγό τραντάχτηκε περνώντας πάνω από (νόμισα οτι ήταν) μια μεγάλη πέτρα και μετά επιτάχυνε προκειμένου να κρατήσει σταθερή την πορεία του. Επιτάχυνα κι εγώ ασυναίσθητα αλλά το ημιφορτηγό πήγε ακόμα πιο γρήγορα, πετάχτηκε σπάζοντας κλαδιά και βγήκε στον ασφαλτόδρομο. Δεν ήταν δρόμος προδιαγραφών, εννοώ οτι είχε κάμποσες τρύπες και σκασμένη άσφαλτο, παρ΄όλα αυτά το ημιφορτηγό διατήρησε μια σχετικά γρήγορη πορεία –δηλαδή για αυτοκίνητο πήγαινε αργά, αλλά μού ήταν αδύνατο πλέον να το ακολουθήσω περπατώντας.
«Σταθείτε», φώναξα.
Και τότε -εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή- μού γεννήθηκε η απορία. Τους φώναξα να σταθούν ή απλώς το σκέφτηκα; Όπως και να΄χε, το ημιφορτηγό με αγνόησε –έμεινα να το χαζεύω όσο μίκραινε στον ορίζοντα.
«Πού πάνε;» σκέφτηκα.
«Στο είπα οτι θα τους χάσεις», μου απάντησε ο Α77.
Αναστατώθηκα λίγο, στο μυαλό μου ήρθε πάλι η βεβαιότητα της ΑΔΙ, γύρεψα τριγύρω ένα κομμάτι από σύννεφα για να το περπατήσω με το κεφάλι ανάποδα και τα πόδια ψηλά, δεν βρήκα τίποτα όμως. Μόνο αρβύλες που κοπανάγανε ρυθμικά τριγύρω μου και τον Α77, ή αλλιώς Ιωσήφ, που έπαιζε το ρόλο του συμπονετικού φίλου και ο Γιάν εξαφανισμένος. Το ημιφορτηγό επίσης.
«Πού θα πάνε;» ρώτησα.
«Δεν έχω ιδέα», είπε ο Α77.
«Κι εμείς;»
«Άκουσα οτι θα στείλουν οχήματα να μας μαζέψουν».
«Δεν υπάρχουν οχήματα; Αυτοί με τι ήρθαν δηλαδή;» έδειξα τις αρβύλες που παρέλαυναν τριγύρω μας.
«Αυτοί θα συνεχίσουν με τα φορτηγά για τον επόμενο στόχο».
«Που είναι ποιος;»
Ανασήκωμα ώμων.
«Κι εμείς;»
«Θα μεταφερθούμε στην πόλη μαζί με τους τραυματίες».
«Ο Γιάν;»
«Κάπου εδώ...»
«Εννοώ...»
«Θα έρθει μαζί μας απ΄ότι ξέρω. Έτσι κι αλλιώς οι επιχειρήσεις από δω και πέρα είναι μόνο εκκαθαριστικές».
«Εκκαθαριστικές».
«Ξέρεις τώρα...»
Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου άρχισαν να προβάλλονται εικόνες εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, απ΄αυτές που διεξάγονται μετά την επικράτηση ενός ιδιωτικού στρατού. Ανακατεύτηκε το στομάχι μου.
«Μπορείς να σταματήσεις για να κατέβω;» ζήτησα από την ξανθιά.
Ο Α77 με κοίταξε έκπληκτος.
«Τι πράγμα;» ρώτησε.
«Άστο, τίποτα», έκανα και τάχυνα το βήμα μου.
Δεν ήθελα άλλα μπλεξίματα.
Ο δρόμος, κομμάτια σκασμένης ασφάλτου κάθε λίγο, δυσκόλευε το χαλαρό περπάτημα αλλά δεν παραπονιόμουν, δεν παραπονιόμασταν –βλέπεις, ξέραμε οτι σύντομα θα τελειώσουν τα βάσανά μας. Ακόμα κι όταν ο ήλιος βάλθηκε να μας γδάρει τα ρούχα στις πλάτες και τα μαλλιά μας κόντεψαν να πάρουν φωτιά, κανέναν δεν άκουσα ν΄αναρωτιέται τι δουλειά είχε ένας τόσο καυτός ήλιος στα μέσα του χειμώνα.
«Για μας είναι αυτά τα φορτηγά», έδειξε ένα χέρι δίπλα μου.
Αλλά δεν ήμουν σίγουρος –το χέρι ανήκε σε τραυματία ή σε εκκαθαριστή;
Κοντοστάθηκα με το στόμα ξεραμένο και προσπάθησα να μετριάσω το λαχάνιασμά μου, ήξερα οτι το περπάτημα όλο και θα δυσκόλευε σ΄αυτόν τον μισοκαταστραμμένο ασφαλτόδρομο.
Ένα φορτηγό μπροστά μου, έκανα στο πλάι αλλά μάλλον εμένα περίμενε.
«Άντε ανέβα», μου έδωσε το χέρι ο Α77. Εκείνος ήταν ήδη πάνω.
Τον αγνόησα, αρπάχτηκα από τη σιδεριά στο πλάι της καρότσας και έδωσα ώθηση για να φτάσω το άνοιγμα. Σαχλαμάρες, τα χέρια μου δεν με κράτησαν. Βρέθηκα πάλι στο έδαφος εξευτελισμένος. Από την καρότσα του φορτηγού άκουγα μουρμουρητά.
Ο Α77 έσκυψε προς το μέρος μου, έπιασα το χέρι του, κρατήθηκα κι ανέβηκα. Όμως απέφυγα το βλέμμα του, είχα την εντύπωση οτι θα ήταν θριαμβευτικό κι ακόμα χειρότερα –είχα την εντύπωση οτι έχοντας την εντύπωση πώς το βλέμμα του θα ήταν θριαμβευτικό θα τον κοίταζα για ν΄ανακαλύψω ένα συμπονετικό βλέμμα. Και τότε;
Στο βάθος του φορτηγού σκοτείνιαζε από το μουσαμαδένιο κάλυμμα και τους ανθρώπους που βογκούσαν. Υπήρχαν εκεί τραυματιοφορείς που γυροφέρνανε, όταν ξεκίνησε μ΄ένα τράνταγμα το φορτηγό βγήκαν στην άκρη της καρότσας και άρχισαν να εποπτεύουν τον τόπο τριγύρω. Μετά από λίγο φώναξαν και το φορτηγό σταμάτησε. Τραβήχτηκα όσο πιο πίσω μπορούσα στον ξύλινο πάγκο, κόντεψα να βρεθώ έξω από τον μουσαμά προσπαθώντας να αποφύγω τους τραυματίες που ανεβάζανε πάνω. Τελικά ήταν αρκετοί. Δεν είχα υπολογίσει οτι θα υπήρχαν τόσοι, ίσως όμως να μαζεύανε και τραυματίες από τη Σεκιούριτι.
Έσκυψα λίγο να κοιτάξω στο βάθος του φορτηγού για να το διαλευκάνω από τις στολές.
«Τους τραυματίες της Σεκιούριτι τους εκτελούν επιτόπου», ψιθύρισε ο Α77.
«Σε ρώτησε κανείς;» μούγκρισα.
Αυτός ο άνθρωπος -μια ενοχλητική συνήθεια να με παρακολουθεί συνέχεια.... Σε βαθμό που μ΄έκανε να νοσταλγώ την εποχή της παντοδυναμίας του, όταν μονάχα έβριζε, διέταζε και χρηματιζόταν. Αναστέναξα –κάποιοι άνθρωποι χειροτερεύουν όσο γίνονται καλύτεροι.
Το φορτηγό κινήθηκε για αρκετή ώρα χωρίς στάσεις, οι τραυματιοφορείς κάθισαν στο βάθος δίπλα στους τραυματίες κι εγώ αποφάσισα να κοιμηθώ λίγο. Έκλεισα τα μάτια. Τα ξανάνοιξα.
Σηκώθηκα και πλησίασα τον κοντινότερο τραυματιοφορέα.
«Πονάω», του είπα. «Έχεις τίποτα;»
Με κοίταξε. Έμοιαζε έμπειρος τύπος, απ΄αυτούς που παζαρεύουν τα πάντα.
«Γιατί σε κουβαλάμε εσένα;» ρώτησε.
«Είμαι τραυματίας», μουρμούρισα.
«Ναι, εντάξει», γέλασε και μετά, «αλήθεια τώρα τι κάνεις εδώ πάνω;»
«Έχεις τίποτα να μου δώσεις; Μετά κουβεντιάζουμε ότι θέλεις», του πρότεινα.
Ψάχτηκε, έβαλε τα χέρια του στο πλάι της ζώνης, περίμενα. Τελικά έβγαλε ένα γελοίο μικροκαμωμένο πιστόλι.
«Θα πρέπει να σου ζητήσω να κατέβεις», μου είπε όσο με σημάδευε.
Ανασήκωσα τους ώμους απορημένος πριν γυρίσω το αυτόματο πάνω του.
«Γίνεται κι έτσι άμα θέλεις», του εξήγησα.
Κατέβασε το πιστόλι του, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τραβήξει καν την ασφάλεια.
«Εντάξει, δεν είπαμε και τίποτα», ψέλλισε.
«Δώσμου», μούγκρισα.
Και του χτύπησα τον καρπό με την άκρη του αυτομάτου μου, το μικρό πιστόλι έπεσε στο πάτωμα του φορτηγού. Οι άλλοι τραυματιοφορείς μάς κοίταξαν παραξενεμένοι αλλά σύντομα αδιαφόρησαν.
Ένα φιαλίδιο μισοτελειωμένο, αυτό μόνο κατάφερα να πάρω.
Πέρασα δίπλα στον τραυματιοφορέα, χτύπησα το τζάμι της καμπίνας του οδηγού. Το τζάμι άνοιξε, ένα κεφάλι μισοφάνηκε.
«Είναι μπροστά ο Γιάν;» ρώτησα.
«Ποιος Γιάν;»
Σκέφτηκα λίγο και μετά σκέφτηκα ακόμα περισσότερο, το φιαλίδιο γαργάλαγε τη χούφτα μου έπρεπε όμως πρώτα να ξεκαθαρίσω τη θέση μου. Δεν ήθελα να με πετάξουν σε κάνα χαντάκι όταν θα μ΄έπαιρνε ο ύπνος.
«Εξ Ον 13», φώναξα ανακουφισμένος.
Το κεφάλι μαζεύτηκε στην άλλη άκρη του τζαμιού, άκουσα ψιθύρους.
«Είσαι με τον 13;» με ρώτησε ο τραυματιοφορέας.
Ένευσα.
«Συγνώμη για προηγουμένως», είπε.
«Εντάξει», τον καθησύχασα.
Και ξαναγύρισα στη θέση μου, μάσησα τα χάπια που είχαν απομείνει στο φιαλίδιο, το στόμα μου δηλητηριάστηκε αλλά δεν σταμάτησα μέχρι να τα καταπιώ όλα.
Και ήρθε τότε ένας απότομος ύπνος, τον ένιωσα να με κλωτσάει στο ηλιακό πνεύμα κι όσο παρέλυα το φορτηγό ανέπτυσσε ταχύτητα, μούγκρισα προσπαθώντας να κρατηθώ, έπεσα μένοντας στη θέση μου, χρειάστηκα τότε μια κραυγή αλλά δεν μπόρεσα να την ελευθερώσω, ήταν δύσκολο να την ξεσκαλώσω από τα νεφρά μου κι έτσι στο τέλος τα παράτησα και παραδόθηκα σε λήθαργο.
Είμαι υπάλληλος της Φορολογικής Δικαιοσύνης με αριθμό Α777, αλλά κάποιοι με λένε Άγριο και ισχυρίζονται πώς έχω γυναίκα και σύντομα θα έχω και παιδί. Τη γυναίκα μου τη λένε Κάσσι από το Κασσάνδρα ή το Κασσιόπη αλλά, όσο σημαντικό κι αν έμοιαζε, εγώ δεν μπορούσα να βρω ποιο από τα δυο ονόματα ήταν το σωστό. Το παιδί μου θα ήταν κορίτσι κι εγώ θα ζούσα να τη δω όταν θα γεννιόταν, μπορεί να ζούσα ακόμα περισσότερο αλλά σίγουρα θα έβλεπα την κόρη μου. Όπως και να’χε, κάποια μέρα εκείνη, η κόρη μου θα έβρισκε τον καταγραφέα και τότε θα της μιλούσα, θα μάθαινε τα πάντα ή τουλάχιστον όσα εγώ ήξερα εκείνη θα τα μάθαινε. Θα με μάθαινε. Ο καταγραφέας, έψαξα να τον ελέγξω αν ήταν ανοιχτός αλλά δεν είχα κουράγιο, όλα έγιναν πορτοκαλί αφρός κι ήταν αδύνατο να στηριχτώ.
Ο ήλιος μού έκαιγε τα βλέφαρα –ποιος ηλίθιος είχε σηκώσει τον μουσαμά του φορτηγού;
Κάποια (νόμισα πως ήταν) μεγάλη πέτρα προκάλεσε αναπήδηση, τα σωθικά μου τραντάχτηκαν δείχνοντας ξεκρέμαστα, αστήριχτα μέσα στην κοιλιά μου, στοιβαγμένα όπως-όπως.
Ένα τραγούδι, περισσότερο ένας επαναλαμβανόμενος σκοπός που ζωντάνευε λίγο πριν σβήσει εντελώς και μετά έπεφτε σταδιακά μέχρι που νόμιζες οτι θα σταματήσει αλλά τότε... Θα ΄πρεπε ν΄ακούσεις αυτόν τον σκοπό για να καταλάβεις τι εννοώ.
Ο καταγραφέας ξανάρχισε να δουλεύει κανονικά.
Άνοιξα τα μάτια, έκλεισα τα μάτια –ήλιος, ανθρώπινη αποφορά και σκόνη.
«Φτάσαμε», ανακοίνωσε η φωνή.
Αδιαφόρησα.
Θόρυβος, σουρσίματα, κάποιοι με έσπρωχναν μέχρι που πήραν απόφαση οτι δεν υπήρχε λόγος. Βολεύτηκα καλύτερα στο φορτηγό, ο ήλιος δεν με ενοχλούσε τόσο.
Άνοιξα τα μάτια, σκοτάδι, τα ξανάκλεισα.
Και μετά ήρθε το νυχτερινό κρύο, κανένας δεν μπορεί ν΄αντέξει το νυχτερινό κρύο όταν βρεθεί απροετοίμαστος. Αναγκάστηκα λοιπόν να διπλώσω το σώμα μου, μάταιος κόπος. Ήξερα οτι έπρεπε να σηκωθώ αν δεν ήθελα να περονιάζουν οι βελόνες τα πλευρά μου, έπρεπε να περπατήσω, να ζεσταθώ, να βρω ένα μέρος απάγκιο, ίσως ένα σπίτι με ταβάνι και τοίχους ολόγυρα και (γιατί όχι;) μερικά μεγάλα παράθυρα απ΄όπου θα χάζευα τη νύχτα.
Έφτασα στην άκρη της καρότσας και πήδηξα κάτω –παντού παρκαρισμένα φορτηγά. Περπάτησα λίγο στα χαμένα μέχρι να ξεχωρίσω τα φώτα του κτιρίου και μετά πήγα προς το κτίριο. Η νύχτα είχε σηκώσει έναν αέρα σαν ξυράφι, θυμήθηκα ξαφνικά τις σπηλιές, επιτάχυνα βιαστικά. Έκανε και πολύ κρύο.
Μπήκα στο κτίριο από μια πλαϊνή είσοδο, μάλλον από εκεί έβγαζαν τα σκουπίδια, προχώρησα, στον διάδρομο μια λάμπα τρεμόσβηνε. Μετά σκάλες, σκέφτηκα να τις ανέβω αλλά προτίμησα να μάθω μερικά πράγματα πρώτα. Κι έτσι άρχισα ν΄ανοιγοκλείνω πόρτες στο διάδρομο μέχρι να πετύχω ανθρώπους.
Δυο άντρες κολλημένοι στις σωλήνες θέρμανσης για να αντέξουν κάπως το κρύο. Κάθονταν ανακούρκουδα, επειδή οι σωλήνες πέρναγαν χαμηλά από το δωμάτιο. Και κάτι σκάλιζαν στο πάτωμα.
Με είδαν αμέσως όταν άνοιξα την πόρτα.
«Τι είσαι εσύ πάλι;» απόρησε ο ένας.
«Ήρθα με τα φορτηγά», είπα.
«Τραυματίας;» έκανε ο άλλος άντρας.
«Δε μοιάζει», σχολίασε ο πρώτος.
«Όχι, όχι.... Απλά ήρθα με τα φορτηγά», επανέλαβα.
«Ήρθες και μετά σε ξεχάσανε μέσα», ξεκαρδίστηκε ο πρώτος άντρας.
«Κάπως έτσι», παραδέχτηκα ντροπαλά.
«Ανέβα καλύτερα στον πάνω όροφο, πήγαινε στο γραφείο κίνησης να σε καταγράψουν», με συμβούλευε ο δεύτερος άντρας.
«Να με καταγράψουν;»
«Ρε παιδί μου, να σε περάσουν στο βιβλίο ασθενών. Να πάρεις κάνα κρεβάτι, να βολευτείς γι΄απόψε», είπε ο πρώτος άντρας.
«Τι είναι εδώ;» ρώτησα.
«Νοσοκομείο –δε βλέπεις;»
Από πού να το δω;
«Κι εσείς;»
«Νυχτερινή φύλαξη αλλά δεν υπάρχει λόγος να τρέχουμε συνέχεια εκεί έξω....»
«Έτσι κι αλλιώς η φασαρία τελείωσε. Ποιος έχει όρεξη να κάνει σαμποτάζ σε νοσοκομείο;»
«Δηλαδή....»
Με κοίταξαν απορημένοι.
«Από πού είπες οτι σε φέρανε εσένα;»
Τους πλησίασα, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Σκέφτηκα οτι αν άνοιγα την πόρτα και έτρεχα θα με κυνηγούσαν, η δουλειά τους ήταν αυτή. Έτσι λοιπόν τους πλησίασα, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω.
«Τι σκαλίζετε εκεί κάτω;» έδειξα το πάτωμα.
Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και στάθηκαν απέναντί μου. Πασχίζοντας να κρύψουν. Ασυναίσθητα σήκωσα το κεφάλι, ψηλότερα από τους ώμους των φυλάκων, ήθελα να δω, να μάθω. Περιέργεια ή αίσθηση καθήκοντος; Πόσο Φορολογική Δικαιοσύνη παρέμενα ακόμα μέσα μου;
Στο ξύλινο πάτωμα (φτηνή απομίμηση ξύλου από πλαστικό) είδα χαραγμένα κάτι κεφαλαία γράμματα και δίπλα αριθμούς –δυο στήλες.
«Τι είναι αυτά;» ρώτησα.
Οι φύλακες μαζεύτηκαν. Ήξερα (ακόμα θυμόμουν) πώς να χειριστώ τέτοιους υπαλλήλους, χαμηλής βαθμίδας.
«Είσαι...» ξεκίνησε να μουρμουρίζει ο ένας.
«Φορολογική Δικαιοσύνη», ανακοίνωσα.
«Δε σου φαίνεται», είπε ο δεύτερος άντρας.
«Έχουν ακόμα εξουσία τα Φίδια;» ρώτησε ο πρώτος.
«Υπάρχει περίπτωση να μην έχουν εξουσία τα Φίδια;», απόρησε ο δεύτερος.
«Έλα, ας σταματήσουμε τις σαχλαμάρες. Τι γράφετε εκεί;» απαίτησα να μάθω.
«Μια απλή καταγραφή....»
«Παρατήρηση....»
Τους έσπρωξα στην άκρη, ευτυχώς δε χρειάστηκε να βάλω πολλή δύναμη, και έσκυψα πάνω από τα σημάδια στο πάτωμα. Γράμματα –ένα, δύο το πολύ –και δίπλα τους αριθμοί.
«Αρχικά είναι αυτά;» ρώτησα.
«Ε....»
«Αρχικά ανθρώπων που είναι εδώ μέσα;»
«Ασθενών και....»
Τότε πρόσεξα οτι δίπλα σε κάθε γράμμα, από την δεξιά πλευρά, υπήρχε ένα κλάσμα.
«Ποντάρετε», διαπίστωσα.
«Όχι αλλά....»
«Ποντάρετε», επέμεινα. «Αλλά σε τι;»
«Είναι ασθενείς ή άνθρωποι που έχουν φέρει και μένουν στους θαλάμους των ασθενών...»
«Ασθενείς τέλος πάντων...»
«Κάποιοι από αυτούς εκτελούνται, κάθε μέρα κάποιοι εκτελούνται....»
Έκανα πίσω προσέχοντας να μην πατήσω τα γράμματα και τους αριθμούς, μου φάνηκε άπρεπο αυτό.
«Εκτελούνται;» απόρησα.
«Όχι εδώ, παραδίπλα, στην αυλή...»
«Τους βγάζουν με παραπεμπτικό για άλλη μονάδα, ή νοσοκομείο, δεν ξέρω...»
«Τους βλέπουμε να φεύγουν συνοδεία, μετά μπαμ-μπαμ...»
«Μετά σε κουβέρτα και στον κλίβανο....»
«Από κάτω, στο υπόγειο....»
Έφτασα στην πόρτα, την άνοιξα κι έβγαλα έξω το μισό μου σώμα.
«Τι θα γίνει τώρα; Θα μάς δώσεις;»
«Μη μας καρφώσεις, ένα αστείο ήταν...»
Τους κοίταξα. Ήμουν έτοιμος να απαγγείλω κατηγορίες, ξερόβηξα για να ακουστώ πιο επίσημος. Μετά είδα οτι στις ζώνες τους φορούσαν πιστόλια –φυσικό, ήταν φύλακες –σκέφτηκα την κουβέρτα και τον κλίβανο στο υπόγειο...
«Να μην ξαναγίνει –για τελευταία φορά σάς τη χαρίζω», ανακοίνωσα.
Είδα τις φάτσες τους να χαλαρώνουν. Έψαξα να βρω τίποτα αριθμούς καρφιτσωμένους στα ρούχα τους για να μπορώ να τους καταγγείλω όταν θα συναντούσα κάποιον υπεύθυνο αλλά δεν είδα κάτι. Έτσι απομνημόνευσα απλώς τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Και βγήκα, όχι χωρίς κάποια αγωνία οτι θα μου τη φυτέψουν πισώπλατα.
Τίποτα τέτοιο δεν έγινε, βρέθηκα να βαδίζω τον διάδρομο προς την μπροστινή πλευρά του κτιρίου. Σκεφτόμουν κιόλας –δυο επιλογές. Να δηλώσω την παρουσία μου ή να προσπαθήσω να ξεφύγω από εδώ μέσα;
Έφτασα στο λόμπι του νοσοκομείου, στο βάθος βούιζαν τα ασανσέρ, ένας άνθρωπος μισοκοιμόταν στη ρεσεψιόν. Αριστερά μου οι γυάλινες πόρτες, έκανα να πάω προς τα κει. Σιγά, προσεκτικά, μετρώντας τα βήματα, υπολογίζοντας. Δεν έβλεπα φύλακες στις γυάλινες πόρτες. Έφτασα λοιπόν τόσο κοντά που ακούμπησα το μέτωπό μου στο παγωμένο τζάμι (όχι και τόσο παγωμένο αφού ήταν πλαστική απομίμηση τζαμιού) είδα έξω το σκοτάδι να κόβεται από φώτα αυτοκινήτων. Λίγα φώτα. Έκανα ν΄ανοίξω την πόρτα, είχε ένα κουμπί στη μέση, χωρίς να σκεφτώ το πάτησα και τότε πετάχτηκαν δυο φύλακες από την εξωτερική πλευρά. Χώσανε τα μούτρα τους στο τζάμι σχεδόν κολλητά με τα δικά μου (ευτυχώς που μας χώριζε το τζάμι). Κοιταχτήκαμε. Έδειξαν απορημένοι, μου έκαναν νοήματα, στη συνέχεια φάνηκαν να αγριεύουν. Καταλάβαινα τι εννοούσαν –είχαν ενοχληθεί από το πάτημα του κουμπιού, τι ακριβώς τούς ζητούσα;
Ένωσα τις παλάμες μου ανοιχτές και μετά τις χώρισα απότομα, για να καταλάβουν οτι ήθελα να ανοίξουν, με κοίταξαν για μια στιγμή αμήχανοι και μετά φάνηκαν να αγριεύουν ακόμα περισσότερο. Ο ένας τους μάλιστα μού κούνησε το όπλο του δήθεν απειλητικά. Τους γύρισα την πλάτη –αν ήθελα να φύγω από εδώ μέσα θα έπρεπε πρώτα να δηλώσω την παρουσία μου, ήταν φανερό.
Ο άνθρωπος της ρεσεψιόν είχε ήδη ξυπνήσει.
«Τι στο καλό πήγες να κάνεις στην πόρτα;» με ρώτησε.
«Να βγω έξω», είπα.
«Σκαστός από την ψυχιατρική είσαι;» απόρησε.
«Καμιά σχέση. Για την ακρίβεια θέλω να κάνω εισαγωγή», απάντησα.
«Πού;»
«Στο νοσοκομείο –εδώ».
Ο άνθρωπος έτριψε τα μάτια του προσπαθώντας να ξεχωρίσει το άβολο όνειρο από την εξίσου άβολη πραγματικότητα.
«Στον πρώτο όροφο», μου έδειξε.
«Ευχαριστώ», είπα.
«Κάποιος πρέπει να ξεχέσει αυτούς της ψυχιατρικής....» τον άκουσα να λέει πίσω από την πλάτη μου.
Στον πρώτο όροφο υπήρχε ένας αρχαϊκός σταθμός εργασίας και μια μικροκαμωμένη κοπέλα κρυμμένη μέσα του.
«Μπορώ να σε απασχολήσω;» ζήτησα πλησιάζοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούσα την ακτίνα δράσης του σταθμού.
Η κοπέλα πετάχτηκε σαν αθλήτρια των καταδύσεων, πήρε και μια βαθιά ανάσα.
«Συγνώμη, αλλά αυτά τα κουτιά είναι σκέτη πνευμονοκονίαση», δικαιολογήθηκε.
Δεν χρειαζόταν –την καταλάβαινα απόλυτα.
«Φοβάμαι οτι πρέπει να με καταγράψεις», ψιθύρισα.
«Από πού μάς ήρθες εσύ;» ρώτησε ναζιάρικα η κοπέλα.
«Από το πάρκινγκ των φορτηγών...»
«Ααααα, μάλιστα».
«Με ξέχασαν εκεί όταν μετέφεραν τους τραυματίες....»
«Πώς σε ξέχασαν; Τι είσαι; Καμπαρτίνα;»
«Κοιμόμουν...»
«Ααααα....»
«Λοιπόν;»
«Τι πράγμα;»
«Θα με καταγράψεις;»
«Αααα, ναι, εντάξει».
Κοιταχτήκαμε για λίγο, αφού δεν είχαμε κάτι καλύτερο να κάνουμε.
«Θα πάρει πολύ;»
«Ποιο πράγμα;»
«Η καταγραφή μου»
«Μα αν δεν μού πεις το όνομά σου...»
«Α777»
«Τι είναι αυτό;»
«Ο αριθμός μου».
Βούτηξε απότομα στον σταθμό εργασίας. Μετά από λίγο βγήκε το ίδιο απότομα.
«Άγριος...»
«Έτσι με λένε».
«Είσαι ήδη περασμένος στο αρχείο».
«Εντάξει τότε, πού βρίσκεται το δωμάτιό μου;»
«17ος όροφος, 17-77, η οικογένειά σου σε περιμένει....»
«Οικογένεια;»
«Η γυναίκα σου».
«Α, ναι...»
«Καλή διαμονή και καλή ανάρρωση».
«Ευχαριστώ».
Γύρισα την πλάτη.
«Κάτι τελευταίο μόνο...»
Σταμάτησα, κοίταξα τη μικροκαμωμένη κοπέλα που με κρυφοκοίταζε μισοχωμένη στον σταθμό εργασίας.
«Τι πράγμα;» ρώτησα.
«Ο Α777 που είπες...»
«Ναι, αυτός είμαι εγώ».
«Ο Α777 σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επιχείρησης σύλληψης φορολογικών εγκληματιών».
Κοντοστάθηκα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω ότι είχα ακούσει.
«Σκοτώθηκε ε;»
«Υπάρχει οπτική καταγραφή», έκανε δύστροπα η κοπέλα.
«Κι αν σκοτώθηκε, πώς βρήκες το όνομά μου;» χαμογέλασα.
«Ανάλυση προφίλ», ξεφύσησε η κοπέλα αγανακτισμένη από την ασχετοσύνη μου. «Σε σκάναρα, πώς αλλιώς;»
«Και τότε γιατί με ρώτησες πώς με λένε;» απόρησα.
«Κουβέντα να γίνεται –είναι πολύ βαρετά εδώ πέρα», παραδέχτηκε κοκκινίζοντας η κοπέλα.
«Αυτή την οπτική καταγραφή....» δοκίμασα την τύχη μου.
«Ε, λοιπόν;»
«Μπορώ να την δω;»
«Να μπεις δηλαδή στον σταθμό μου;»
Χαμήλωσα κάπως το βλέμμα, παραδέχτηκα ενδόμυχα οτι αυτό ήταν τρομερά εκτός κανονισμών.
«Έτσι κι αλλιώς κανένας δεν πρόκειται να το καταλάβει», είπα.
«Τι σου ήρθε όμως και έδωσες τέτοιο όνομα;» παραξενεύτηκε η κοπέλα.
«Επειδή αυτό ακριβώς είναι το όνομά μου».
«Τώρα τι προσπαθείς να πετύχεις με αυτές τις βλακείες; Αφού ο Α777 έχει σκοτωθεί, υπάρχει οπτική καταγραφή σου είπα», δυσανασχέτησε η κοπέλα.
«Με βλέπεις για νεκρό;» τη ρώτησα.
«Εσένα όχι. Τον Α777 όμως....»
Πλησίασα πιο κοντά της.
«Δείξε μου», ζήτησα.
«Μην πλησιάζεις», τσίριξε.
Σήκωσα τα χέρια ψηλά.
«Εντάξει, πες μου ποιος είναι ο προϊστάμενός σου», απαίτησα.
«Δηλαδή...»
«Είναι αυτό όνομα;»
«Όχι αλλά....»
«Θα περιμένω πολλή ώρα για το όνομα του προϊσταμένου σου; Για πες μου το δικό σου όνομα λοιπόν».
Σταμάτησα τη στιγμή ακριβώς που ήταν έτοιμη να βουρκώσει. Δεν είχα καμιά όρεξη να χάσω χρόνο σκουπίζοντας τις μύξες της.
«Καλά, έλα από εδώ να δεις. Αλλά μετά θα φύγεις και δεν θα το πεις σε κανέναν...»
«Κάνε μου χώρο», της ζήτησα.
Έχωσα το κεφάλι στον σταθμό εργασίας, ήταν όντως πολύ παλιός σταθμός, η μυρωδιά των ζεσταμένων κυκλωμάτων μού έφερε αναγούλα. Το αρχείο ταυτοτήτων ήταν ακόμα ανοιχτό, στη μέση του συρταριού περίσσευε ένα κομμάτι από το δισδιάστατο διάγραμμά μου. Το τράβηξα λίγο πιο έξω αλλά το παράτησα όταν είδα πώς το όνομα ήταν «Άγριος».
Η κοπέλα με σκούντηξε επειδή βιαζόταν. Είχε ήδη ανοίξει την οπτική καταγραφή.

Είδα το εσωτερικό του ελικοφόρου κι όλους εμάς να επιστρέφουμε κουβαλώντας ομήρους. Τη γυναίκα και τα παιδιά του Γουίλιαμ Δράκου. Η κάμερα ήταν τοποθετημένη στην οροφή του ελικοφόρου, τα λόγια μας δεν ακούγονταν καλά όμως εγώ ήξερα τι λέγαμε. Ήξερα, θυμόμουν, άκουγα. Ένα όπλο, αυτόματο για την ακρίβεια, άκουσα το κλείστρο να τραβιέται. Αλλά δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τη γυναίκα. Άσχημη γυναίκα, έσφιγγε τα δυο παιδιά στην αγκαλιά της. Αλήθεια, τι ήταν αυτά τα παιδιά; Αγόρια; Κορίτσια; Ένα κι ένα; Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω με τα στρογγυλά κουρέματα που ήταν της μόδας και με τις φαρδιές φόρμες...
Άκουσα το κλείστρο να τραβιέται οπλίζοντας, ο Β715 στήριξε την πλάτη του στο πίσω μέρος του ελικοφόρου για να μη χάσει τον έλεγχο του αυτόματου. Τράβηξα το πιστόλι και πυροβόλησα, δεν είχα χρόνο να στοχεύσω κι έτσι....
Αστόχησα.
Ο Β715 γύρισε και με κοίταξε απορημένος, η απορία του ήταν τόσο μεγάλη που κυριάρχησε στην κάμερα, με το ζόρι μπόρεσα ν΄ακούσω τον πυροβολισμό και μετά τραντάχτηκα, με είδα να τραντάζομαι μέσα στο κινούμενο ελικοφόρο, τραντάχτηκα αντίθετα με την κίνηση κι έτσι σωριάστηκα με τα μούτρα. Έμεινα ακίνητος.
Ο Β715 έστρεψε ξανά το όπλο του προς την οικογένεια του Γουίλιαμ Δράκου. Η καταγραφή σταμάτησε, η εικόνα χάθηκε.
«Λοιπόν;» έκανε χαιρέκακα η κοπέλα.
«Όμως...» ξεκίνησα να λέω.
«Πείστηκες τώρα οτι ο Α777 πέθανε; Ή θα μου πεις οτι εκείνος που είδες δεν ήταν ο Α777;»
«Όχι –εκείνος ήταν...»
Είχαμε βγει και οι δυο από τον σταθμό εργασίας, την κοίταζα επίμονα. Το κατάλαβε και μαζεύτηκε ντροπαλά.
«Δες με καλύτερα –μήπως προτιμάς να σταθώ κάτω από το φως;» είπα.
«Όχι, σε βλέπω μια χαρά», απάντησε.
«Ε και;» περίμενα.
Με κοίταζε σα χαζή.
«Αυτός ο Α777 είμαι εγώ. Δεν είναι ολοφάνερο;»
Τώρα με κοίταζε με τρόμο.
«Είμαι ο Α777 και απορώ για ποιον λόγο στήθηκε αυτή η παράσταση», είπα.
Η κοπέλα άρχισε να τρέμει.
«Εντάξει», της είπα, «μη φοβάσαι, θα βρω την άκρη».
Αυτό όμως δεν την καθησύχασε κι έτσι έκανα μια προσπάθεια να την πλησιάσω. Κακή ιδέα.
«Μην έρθεις πιο κοντά», ούρλιαξε.
«Μη φοβάσαι. Ξέρω οτι δεν έχεις καμιά ανάμειξη σε αυτή την ιστορία», είπα ήρεμα.
Η κοπέλα κόλλησε στον τοίχο πίσω από τον σταθμό εργασίας της.
«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι», ξανάπα.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσω να φοβάμαι όσο υποστηρίζεις οτι μοιάζεις στον Α777», ψέλλισε η κοπέλα.
«Τι μοιάζω; Είμαι ο Α777 που να πάρει ο διάβολος», βλαστήμησα.
Η κοπέλα άρχισε τώρα να κλαψουρίζει ξέπνοα.
«Τι έπαθες;» νευρίασα.
Ήταν πια φανερό, χανόταν ο έλεγχος. Η κοπέλα μαζεύτηκε στη γωνιά της κι αυτό έμοιασε ιδιαίτερα άβολο εφόσον ο τοίχος ήταν ατέλειωτα ευθύς.
Έτσι λοιπόν ξαναπήγα κοντά της, επωφελήθηκα από τη σύγχυση της για να την αρπάξω από τον καρπό του αριστερού χεριού και να τη σύρω δίπλα μου, με τη φόρα κατάφερα να βάλω το κεφάλι της στον σταθμό εργασίας, δίπλα της μπήκα κι εγώ.
Ήταν όντως άσχημα εκεί μέσα, καμένες συρμάτινες απολήξεις κι απροσδιόριστοι ήχοι αλλά ήταν ένας σταθμός εργασίας. Κανονικός. Με πρόσβαση.
Έσπρωξα την οπτική καταγραφή να αρχίσει πάλι. Είδα το εσωτερικό του ελικοφόρου κι όλους εμάς να επιστρέφουμε κουβαλώντας ομήρους.
«Βλέπεις;» είπα στην κοπέλα δίπλα μου.
Έβλεπε.
Κι εγώ επίσης.
Ο Β715 γύρισε και με κοίταξε απορημένος, η απορία του ήταν τόσο μεγάλη που κυριάρχησε στην κάμερα, με το ζόρι μπόρεσα ν΄ακούσω τον πυροβολισμό και μετά τραντάχτηκα, με είδα να τραντάζομαι μέσα στο κινούμενο ελικοφόρο, τραντάχτηκα αντίθετα με την κίνηση κι έτσι σωριάστηκα με τα μούτρα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Έσυρα λίγα δευτερόλεπτα πιο πίσω την καταγραφή, με είδα να τραντάζομαι ξανά, αλλά αυτός που τρανταζόταν δεν ήμουν εγώ. Δεν μπορούσε να είμαι εγώ επειδή ο άντρας που τρανταζόταν έδειχνε πολύ μεγαλύτερός μου, γέρος με αραιά άσπρα μαλλιά, σκεβρωμένος από κακουχίες –ίσως να ήμουν εγώ μετά από μια δεκαπενταετία κι ας στεκόμουν εδώ, ας είχα περάσει τόσα πριν δω αυτή την οπτική καταγραφή, ο άνθρωπος που έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του Β715 δεν είχε την παραμικρή σχέση με μένα. Απόρησα για μια στιγμή πώς μάς μπέρδεψα. Απόρησα που δεν το είδα από την αρχή. Μα τι είχα πάθει;
Γύρισα στο πλάι, προσπάθησα να εντοπίσω το συρτάρι απ΄όπου προηγουμένως περίσσευε ένα κομμάτι του δισδιάστατου διαγράμματός μου με την ετικέτα «Άγριος».
Κάπου εδώ θα ήταν.
Σκοτάδι και ένας θόρυβος δαιμονισμένος, τα κυκλώματα πήραν να παγώνουν απότομα στριγκλίζοντας. Τράβηξα το κεφάλι πίσω τρομαγμένος. Πρόλαβα να δω την κοπέλα στο άνοιγμα της πόρτας, ο δαιμονισμένος θόρυβος δεν έλεγε να σταματήσει –ήξερα τι ήταν.
Κάθισα λοιπόν εκεί πέρα περιμένοντας, η κοπέλα είχε ενεργοποιήσει τον συναγερμό, το δωμάτιο είχε σίγουρα κλειδωθεί και ο σταθμός εργασίας βρισκόταν εκτός λειτουργίας.
Ο θόρυβος σταμάτησε όσο απότομα άρχισε.
Χαμογέλασα.
Η πόρτα άνοιξε, δυο φύλακες με άσπρες μπλούζες, νοσοκομειακές. Από κάτω φούσκωναν τα όπλα τους. Άραγε πού είχα παρατήσει το δικό μου αυτόματο;
«Θα σας συνοδεύσουμε στο δωμάτιό σας», είπε ο ένας.
«Σας περιμένουν», είπε ο άλλος.
«Ε, αφού με περιμένουν ας πάμε», μουρμούρισα εύθυμα.
Οι δυο φύλακες βρέθηκαν δεξιά κι αριστερά μου, προσπάθησαν να με πιάσουν από τις μασχάλες, τινάχτηκα απότομα μπροστά.
«Πριν λίγο έμαθα οτι με σκοτώσανε όταν γέρασα γι΄αυτό θα σας συμβούλευα να μη με ξαναγγίξετε», τους είπα.
Μετά δρασκέλισα την πόρτα του δωματίου και τους την κοπάνησα στα μούτρα πριν προλάβουν να βγουν.
Έξω στον διάδρομο κάθισα να τους περιμένω χαμογελώντας.
Για πεθαμένος τα κατάφερνα μια χαρά.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι