Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011

«No Asylum Here» -μια ιστορία με καλή αρχή

Το κομμάτι που ακολουθεί είναι αναδημοσίευση από το blog του ντοκυμαντέρ "Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο".

Έξω έχει πέσει ένα σκοτάδι, να το κόβεις με το κουζινομάχαιρο –δέντρα κρύβουν τις πινακίδες- πηγαίνουμε αποκλειστικά με τη μυρωδιά. «Είμαστε ακόμα Αθήνα ή φτάσαμε Θήβα;» αναρωτιέμαι. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου έχω την Άντα Λαμπάρα, τον Σπύρο το Φάρο και μια κιθάρα –κανένας τους δεν βρίσκει κάτι να απαντήσει. Σταματάω λοιπόν σε ένα βενζινάδικο αποφασισμένος να κάνω μια από τις πιο άκυρες ερωτήσεις της ζωής μου: «Ψάχνω για ένα φαρμακείο που είναι κοντά σε ένα περίπτερο –είναι κάπου εδώ γύρω;» «Μόλις το πέρασες», μου λέει ο βενζινάς χωρίς να παίξει ούτε βλέφαρο. Χαμογελάω ηλίθια προσπαθώντας να θυμηθώ πως έμπλεξα σ΄αυτή την υπόθεση.

Η αρχή της ιστορίας πάει περίπου δυο χρόνια πίσω –είμαστε στον ΚΟΥΚΟ στα Κύθηρα και πίνουμε του σκοτωμού,  ανταλλάσσουμε αναμνήσεις με τον Κώστα το Μάστορη όταν μού δίνει (άθελά του) την ιδέα να φτιαχτεί ένα ντοκυμαντέρ για την ανεξάρτητη σκηνή της Αθήνας του ’80. Ένα εξάμηνο μετά, προσπαθώντας να βγάλω κάποια άκρη, στριμώχνω και τον Κώστα: «Κωλόπαιδο, θα γράψεις τη μουσική του ντοκυμαντέρ και δε σηκώνω κουβέντα!» Δεν θυμάμαι τι απάντησε ο Κώστας (επειδή, όντως, δεν σήκωνα κουβέντα) αλλά η συμφωνία κλείστηκε επιτόπου.

Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους, η δημιουργία του ντοκυμαντέρ πέρασε από διάφορα στάδια αναζητήσεων, συζητήσεων, ακυρώσεων, συνεργασιών, δημοπρασιών, πολυκατοικιών κλπ, αποδεικνύοντας οτι πρόκειται  για μια Bela Lugosi παραγωγή–απέθαντο πράγμα δηλαδή. Κάθε φορά που απογοητευόμουν όντας σίγουρος οτι δεν πρόκειται να προχωρήσει το πράγμα –εκείνη ακριβώς τη στιγμή (όχι μετά από δυο μέρες, ούτε μετά από μια βδομάδα)- εμφανιζόταν η εναλλακτική λύση. Από μόνη της! Στολισμένη, κοστουμαρισμένη, με σιδερωμένη κάπα και γυαλισμένους κυνόδοντες σαν τον Bela Lugosi.

Πριν κάνα μήνα με ειδοποίησε ο Κώστας: «Θα κλειστώ σε ένα απομονωμένο δωμάτιο στον Αβλέμονα μπας και  ολοκληρώσω κάποια κομμάτια για τη μουσική του ντοκυμαντέρ». Κι έτσι ακριβώς έκανε.

Τρεις μέρες αργότερα με παίρνει τηλέφωνο: «Σου στέλνω το τραγούδι του ντοκυμαντέρ». Ποιο τραγούδι; Εγώ ήξερα οτι ο Κώστας ετοίμαζε ινστρουμένταλ κομμάτια! «Μου ήρθε κατά τις 4 το πρωί, ετοιμαζόμουν να κλείσω τα μηχανήματα και να την πέσω όταν κόλλησα σε ένα ρυθμό, τον έψαξα λίγο περισσότερο, σκέφτηκα να του βάλω και λίγο μπάσο –με πήγε μέχρι τις 6 αλλά το έφτιαξα, έχω βάλει και στίχους» Κλείνω το τηλέφωνο, κατεβάζω το κομμάτι και το ακούω. Όταν τελειώνει το κομμάτι ψάχνω να βρω τσιγάρο. Παίρνω τηλέφωνο τον Κώστα: «Ρε μπαγάσα, τι έχεις κάνει εδώ πέρα; Όλα όσα θέλουμε να πούμε με το ντοκυμαντέρ είναι μέσα στο τραγούδι!» Γελάμε σαν ηλίθιοι. «Ανεβαίνω Αθήνα να το γράψω κανονικά στο στούντιο του Μανωλίτση», μου λέει ο Κώστας.

Το΄πε και το΄κανε. Πέφτει η σχετική ειδοποίηση στα πέριξ: «Ο Μάστορης ανεβαίνει να ηχογραφήσει στου Μανωλίτση –θέλει δεύτερα φωνητικά και ότι άλλο προκύψει», γίνεται ο κακός χαμός. Όλοι θέλουν να έρθουν στην ηχογράφηση, να ξαναδούν τον Μανωλίτση μετά από τόσα χρόνια, να βρεθούν με τον Μάστορη, να βρεθούν μεταξύ τους, να φτιαχτεί κατάσταση τέλος πάντων.

Εγώ πάλι, έχω το δυνατότερο ντουέτο κινηματογραφιστών του λεκανοπεδίου –Μιχάλης Καφαντάρης, Νίκος Χανιώτης (κυριολεκτώ –εντάξει;). «Δεν έρχεστε κι εσείς στου Μανωλίτση να τραβήξουμε ένα makinofτους προτείνω. Γουστάρουν κι αρχίζω να ψάχνω για κάμερα –η εταιρεία παραγωγής δεν έχει καμιά ελεύθερη να μας δώσει, δανειζόμαστε τελικά μια Canon, ερασιτεχνική –απ΄αυτές που χρησιμοποιεί ο κόσμος για να τραβάει γενέθλια και οικογενειακά ταξίδια στο Πουκίπσι.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σημείο όπου, μέσα στο πηχτό σκοτάδι ψάχνουμε το στούντιο ΖΟΟΜ του Μανωλίτση, το οποίο βρίσκεται κάπου στη Δροσιά –«στρίβεις για να βγεις  από τον κεντρικό δρόμο όταν δεις ένα φαρμακείο μετά από ένα περίπτερο», αυτές είναι οι οδηγίες που έχουμε.
Όταν μπαίνουμε στο στούντιο πέφτουμε πάνω σe παιδότοπο (πού νομίζεις οτι δημιουργήθηκε το υπερσυγκρότημα τής ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ;) Αυτοί οι μουσικοί μοιάζουν με Εγγλέζους χούλιγκανς –άμα μαζευτούν στο ίδιο μέρος κάνουν τρομερή φασαρία. Μιλάω για πριν αρχίσουν να παίζουν –εντάξει; Μέτρα τώρα τι έχουμε μαζεμένο στον ίδιο χώρο: Κώστας Μάστορης (Metro Decay), Άντα Λαμπάρα (Villa 21, Nomandolls), Σπύρος Φάρος (Yell-o-Yell, Headleaders, Rehearsed Dreams, Spiders Web, This Fluid), Γιάννης Ντρενογιάννης (Anti Troppau Council, Yeah!), Θοδωρής Βλαχάκης (Magic De Spell), Βασίλης Σαλαπάτας (Not 2 without 3), Μιχάλης Πούγουνας (Flowers of Romance, Nexus, New Zero God), Στάθης Καλυβιώτης (Ανυπόφοροι), Γιάννης Χαραλαμπίδης (Ανυπόφοροι, Split Image) και ο Στέλιος ο Μαστρόκαλος (Metro Decay), σε απευθείας ανταπόκριση από Εδιμβούργο κι ας μην ξεχνάμε τον Χρήστο τον Μανωλίτση και τον Κώστα τον Κούζα. (Κοιτάζω ξανά, όσα έγραψα, προσπαθώντας να θυμηθώ πόσα συγκροτήματα, στα οποία συμμετείχαν οι παραπάνω σεσημασμένοι, ξέχασα να αναφέρω –το γεγονός είναι οτι στο στούντιο ΖΟΟΜ μαζεύτηκε σχεδόν η μισή ανεξάρτητη σκηνή της Αθήνας του ’80).
Χάνομαι μέσα στο σαματά τους, ατέλειωτες κουβέντες όσο μπαινοβγαίνουν στην αίθουσα ηχογράφησης, τρομερές ιστορίες για κιθάρες που πέσανε στις γραμμές του ΗΣΑΠ και κιθαρίστες που βούτηξαν να τις πιάσουν, γέλια –πολλά γέλια, χοντρό κανιβάλισμα –ο λόγος που μπλέχτηκα στο ντοκυμαντέρ ήταν οτι μου είχαν λείψει αυτοί οι τύποι –πού διάολο ήταν κρυμμένοι τόσα χρόνια; Φαίνεται οτι και σ΄εκείνους είχε λείψει ο σαματάς, γι΄αυτό τα άφησαν όλα για να έρθουν στο στούντιο του Μανωλίτση –20 χρόνια πέρασαν και ησυχία δεν έχουν βρει ακόμα (ούτε πρόκειται, έτσι όπως τους είδα).

Όσο εγώ καλοπερνάω ο Μιχάλης με το Νίκο τραβάνε. Τραγουδιστές, μουσικούς, ηχολήπτες, κονσόλες, καλώδια... Κάνουν πατέντες για να φτιάξουν φόντο, κάνουν ταρζανιές για να κλέψουν τον φωτισμό –όταν όλοι είμαστε έτοιμοι για διακομιδή από το ΕΚΑΒ ο Μιχάλης με το Νίκο συνεχίζουν. Κάπου αγανακτώ –τι ακριβώς κάνουν δηλαδή; Είπαμε να βγει ένα makin of, 5-10 μούρες που θα κουρδίζουν ή θα τραγουδάνε και το ντουέτο έχει τραβήξει τη Ρώσικη Κιβωτό!

Καταλήγουμε σε σουβλατζίδικα και αργοπορημένα μπαράκια –όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Περνάνε δυο μέρες, φτάνει το πρωινό της Δευτέρας, ετοιμαζόμαστε να πάμε στις δουλειές μας εγώ κι η γυναίκα μου. Τσεκάρω τα μέιλ μου πίνοντας τον βιαστικό πρωινό καφέ. Βρίσκω ένα μήνυμα από τον Μιχάλη: «Το μοντάρισα βιαστικά για να πάρεις μια πρώτη ιδέα, θα το δουλέψουμε κι άλλο με το Νίκο». Κατεβάζω το βίντεο και μένω να το κοιτάζω σα χάνος όσο παίζει. Φωνάζω τη γυναίκα μου, παθαίνει το ίδιο. Τι makin of και κανταΐφια ξεχτένιστα; Τα παιδιά έχουν φτιάξει ένα κανονικό videoclip –ένα θανατηφόρο videoclip για την ακρίβεια! Μιλάω μαζί τους αργότερα μέσα στη μέρα: «Ρε σεις, δεν περίμενα οτι θα καταφέρνατε κάτι τέτοιο με μια κάμερα της πυρκαγιάς!» Απάντηση: «Εντάξει μη βαράς, θέλει κάμποση δουλίτσα ακόμα, αλλά για πρώτο δείγμα καλό είναι».

Κι όντως κάνανε κάμποση δουλειά από τότε –όλοι τους. Ο Μιχάλης με τον Νίκο και την Όλγα την Παπαδημητρίου που χρησιμοποιήθηκε στον ρόλο του «κοριτσιού με τις εξεζητημένες ορέξεις». Ο Κώστας ο Μάστορης που κατασκήνωσε με ξηρά τροφή στο στούντιο για να μιξάρει («το τραγούδι χρειάζεται τροχονόμο», του είχε πει ο Σπύρος ο Φάρος μετά το μοιραίο βράδυ) πριν το στείλει για master στον τεράστιο Kevin Metcalfe (αν δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται -γκούγκλισε). Και όλα τα παιδιά που συμμετείχαν σ΄αυτή την ιστορία. Έγραψα «ιστορία» και ακριβολογώ γιατί αυτό ακριβώς είναι το συγκεκριμένο κομμάτι και το videoclip του –μια ιστορική καταγραφή. Και θεωρώ τον εαυτό μου τρομερά τυχερό που βρέθηκα εκεί όσο η ιστορία ξαναγραφόταν.

Έξω έχει πέσει πάλι το σκοτάδι αλλά τα στολισμένα χριστουγενιάτικα μπαλκόνια το κόβουν με κάτι λαμπιόνια διαπεραστικά σαν κουζινομάχαιρα. Βλέπω για εκατοστή φορά το videoclip και, για εκατοστή φορά, χαμογελάω σαν χάνος. Αν αυτό είναι το πρώτο βήμα για το ντοκυμαντέρ, τι μάς περιμένει στη συνέχεια;
«Εγκεφαλικό έπαθες κι έχεις μείνει με το παγωμένο χαμόγελο;» με ρωτάει η γυναίκα μου πλησιάζοντας. Ξαναβάζω το videoclip για μια ακόμα φορά...


Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2011

"Σκληροί άντρες με σκληρά συκώτια και πρόσωπα σαν άστρωτα κρεβάτια"

Υπάρχουν κάποιοι τέτοιοι τύποι που σε εντυπωσίασαν όταν ήσουνα πιτσιρικάς κι ακόμα δεν τους έχεις ξεχάσει. Ο Mark E. Smith των Fall είναι ένας από αυτούς -κι αυτή είναι μια συνέντευξή του που πήρε στις 13 Νοεμβρίου ο Robert Chalmers για τον INDEPENDENT. Προσοχή λοιπόν κυρίες και κύριοι -το κλουβί ανοίγει:


Στο τρένο από το Euston για το Manchester προσπαθώ να ταξινομήσω στο μυαλό του τα πράγματα με τα οποία ο Mark E Smith ενοχλείται. Σ΄αυτά περιλαμβάνονται, χωρίς συγκεκριμένη σειρά: οι γιατροί, το Cheshire, η Jane Austen, η Manchester United, ο Guardian, ο David Bowie, το NYPD («λαπάδες που χαφιεδίζουν»),  το κόκκινο κρασί, η Αυστραλία, η πριγκίπισσα Νταϊάνα, οι «προλετάριοι», η απαγόρευση του καπνίσματος, οι ψυχολόγους, ο Alan Hansen και ο Alan Shearer («μοιάζουν με αστυνομικούς –πάω στοίχημα οτι πηγαίνουν για ψώνια παρέα»), οι φιλελεύθερους που είναι αντίθετοι με τον πόλεμο στα Φώκλαντ, το Brighton («σκατένιες παμπ, σκατένια ατμόσφαιρα»), ο JRR Tolkien, τα σκυλιά, ο Kojak («είναι μουνί») και το να δίνει συνεντεύξεις.

Γενικά μιλώντας, το να ασκείς πικρόχολη κριτική σε ότι απεχθάνεσαι μπορεί να βοηθήσει τη δημοτικότητά σου. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ στην περίπτωση του Smith, ίσως επειδή η λίστα με τα πράγματα που απεχθάνεται είναι τόσο ευρεία –όπως φαίνεται κι από το παραπάνω δείγμα, υπάρχει κάτι για όλους εκεί μέσα.
Ο Mark E Smith είναι από εκείνες τις φιγούρες στο χώρο της μουσικής που θα μπορούσε να περιγραφεί ως μυθική έχοντας παραμείνει για 35 χρόνια ηγέτης των Fall. Έχει τη φήμη ανθρώπου που δεν μπορεί να αντέξει τους ηλίθιους –ή οποιονδήποτε άλλο –αγόγγυστα. Ευφυής στιχουργός με έκδηλη ροπή προς τη βία, ο Smith πιστεύει οτι ένα στυλό είναι πιο δυνατό από ένα ξίφος, αλλά δεν έχει πάντα εύκαιρο ένα στυλό στο χέρι του. Λέγεται οτι κάποτε άφησε το ψεύτικο δόντι του στο ντουλάπι κάποιου άσχετου αυτοκινήτου. Σύμφωνα με άλλους, απείλησε να μαχαιρώσει κάποιον επειδή τον ξύπνησε. Φημολογείται οτι απέλυσε κάποτε έναν ηχολήπτη επειδή παράγγειλε σαλάτα.

«Δεν μπορώ να συνδέσω καθόλου όλες αυτές τις αρνητικές εικόνες με τον Mark», μου είχε πει κάποτε ο ποιητής John Cooper Clarke. «Από όσο τον θυμάμαι, συμπεριφερόταν συνεχώς σαν τέλειος τζέντλεμαν».


Όταν έρχεται στο τραπέζι μου στο μπαρ του ξενοδοχείου Malmaison, ο Smith (ο οποίος φοράει ένα εφαρμοστό, μέχρι ασφυξίας, πουκάμισο και ένα μαύρο δερμάτινο σακάκι) είναι ευγενικός και φιλικός. Μια σύγκρουση με έναν φανοστάτη πριν από χρόνια (έσπασε τον γοφό του) τού έχει αφήσει ένα μικρό πρόβλημα στο περπάτημα. Παραγγέλνει λάγκερ και ένα μεγάλο Jameson. Ψάχνει ευκαιρία να χρησιμοποιήσει μια από τις αγαπημένες του φράσεις σαν άνθρωπος που ψάχνει για καυγά. «Το Manchester έβγαλε πολλούς άντρες αυτού του είδους», είχε γράψει κάποτε. «Σκληρούς άντρες με σκληρά συκώτια και πρόσωπα σαν άστρωτα κρεβάτια».
Δεν χρειάζεται να διαβάσεις πολλές βιογραφίες του για να καταλάβεις οτι οι αμφεταμίνες δεν του είναι άγνωστες. Υπάρχουν πολλά πράγματα πάνω του που μου θυμίζουν τον   Alex Higgins. Εκτός από τον τρόπο που πίνει (χαλαρά αλλά αδιάκοπα), είναι και η σωματοδομή τους παρόμοια, καθώς και οι τρόποι τους –η συμπεριφορά τους σου δημιουργεί την απορία πώς διάβολο τους μπήκε η ιδέα οτι η βία είναι πρόσφορη λύση για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής τους. «Μ΄αρέσει να πιέζω τους ανθρώπους», μου λέει ο Smith, «μέχρι να βγάλω την αλήθεια από μέσα τους. Να τους μεθάω ή οτιδήποτε. Μετά ν΄ανακαλύπτω τι, στ΄αλήθεια, σκέφτονται. Να τους πιέζω και να τους πιέζω και να τους πιέζω».
Μόλις ολοκλήρωσε στο Ersatz την ηχογράφηση του 29ου άλμπουμ των Fall το οποίο κινείται στα ομιχλώδη στάνταρ των προηγούμενων δουλειών του. 54 χρονών πλέον, κατάγεται από το Lower Broughton του Salford, μια περιοχή γεμάτη οπαδούς της Manchester United. Προφανώς, ο Smith υποστηρίζει τη City.
Τώρα ζει σε καλύτερη γειτονιά στο Prestwich με τη γυναίκα του, την Έλενα Πούλου.
Για την ακρίβεια, όπως εξηγεί ο Smith, απεχθάνεται ολόκληρη την πόλη του Manchester. «Το μισώ το γαμημένο το Manchester. Ήμουνα στο Cardiff τις προάλλες. Έπρεπε να δεις τα μαγαζιά εκεί πέρα. Είναι φανταστικά. Έφαγα ένα πρωινό εκεί πέρα –θα μπορούσα να τρώω τέτοιο πρωινό κάθε μέρα. Το φαγητό τους ήταν υπέροχο. Στο Manchester το φαγητό, τα μαγαζιά ήταν πάντα χάλια».
Το «χώσιμο» είναι ο συνηθισμένος τρόπος επικοινωνίας του αλλά αυτό δεν σημαίνει πάντα οτι αστειεύεται. Ο John Peel, ο, δηλωμένα, μεγαλύτερος φαν των Fall, είχε πει, «ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος μαζί του για το πού θα το πάει το πράγμα –μερικές φορές μπορεί να μην πάει καθόλου προς τα εκεί που θα ήθελες».
Στις συναυλίες, η ακατέργαστα ολέθρια δύναμη του Smith μεταφέρεται από ένα συνονθύλευμα ήχων (αυτή η φράση θα πρέπει να είναι ένα από τα μεγαλύτερα κλισέ που έχουν γραφτεί αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να περιγράφει καλύτερα τους Fall). Ακόμα κι αν το μουσικό σας γούστο κινείται μεταξύ Μότσαρτ και Μαντοβάνι, θα ήταν (προτείνω) ενδιαφέρουσα εμπειρία να δείτε τους Fall τουλάχιστον για μια φορά στη ζωή σας. (Ακόμα κι αν αυτή η φορά ήταν στο Εδιμβούργο, εννιά μέρες πριν και είχατε πληρώσει για μια συναυλία στη μεγαλύτερη διάρκεια της οποίας ο Smith ήταν εξαφανισμένος από τη σκηνή και το κοινό έβριζε από κάτω). Είναι λιγότερο ένα ποπ γκρουπ και περισσότερο μια δύναμη της φύσης.
Αν και οι επιρροές του –οι Γερμανοί Can, οι Stooges και οι Velvet Underground -είναι εμφανείς, ο Smith παραμένει ξεχωριστός και πρωτότυπος. Υπάρχει πάντα κάτι σ΄αυτόν που υποδηλώνει οτι έχει επαφή με κάποια άλλη πραγματικότητα....

Το συγκρότημά του δημιουργήθηκε το 1976 κι από τότε ο Smith έχασε ή έδιωξε τουλάχιστον 66 μέλη. Αν και τα γκρουπ που χαρακτηρίζονται από μακροβιότητα στηρίζονται συνήθως σε χίππικες κολεκτίβες, όπως οι Grateful Dead, οι Fall χαρακτηρίστηκαν από πρόσκαιρες συνθέσεις των οποίων τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν η εκατέρωθεν εκτόξευση χολής, τα μπουνίδια και η αρνητική ενέργεια. Το πιο διάσημο πρώην μέλος του γκρουπ, ο DJ Mark Riley, αν και εκδιώχθηκε από το συγκρότημα τη μέρα του γάμου του, εξακολουθεί να περιγράφει τον Smith σαν «μεγαλοφυή».
Όταν φεύγουν οι μουσικοί του, ο Smith ψάχνει να τους αντικαταστήσει με άλλους που έχουν μικρή ή καθόλου εμπειρία. «Τους φτιάχνω», μου λέει, «σαν προπονητής ποδοσφαίρου. Είμαι λίγο σαν τον Alex Ferguson». 

 

Υπάρχει ένα ολόκληρο βιβλίο –το Fallen, που βγήκε το 2008 από τον Dave Simpson –αφιερωμένο στις αναμνήσεις των πρώην συνεργατών του. Ο Smith δεν περιγράφεται ιδιαίτερα κολακευτικά, ειδικά στον τομέα των σχέσεών του με τις γυναίκες. Η Πούλου
 είναι η τρίτη γυναίκα του, η προηγούμενη ήταν η Αμερικάνα κιθαρίστρια Laura Salenger, ευρύτερα γνωστή ως Brix Smith –από το 1983 ως το 1989. Είχε και μια σύντομη σχέση με την Saffron Prior, την τότε υπεύθυνη του φαν κλαμπ του. Με την Έλενα παντρεύτηκαν το 2001 και πλέον παίζει κήμπορντς στο συγκρότημά του. Οι πρώην μουσικοί του, όπως μου λέει, ήταν «αρχίδια που δεν μπορούσαν ούτε τις μπύρες τους να κρατήσουν και έπρεπε επειγόντως να πάνε σπίτια τους στο Cheshire».
«Ακόμα κι έτσι, το να απολύσεις έναν άνθρωπο επειδή παράγγειλε μια σαλάτα...»
«Η σαλάτα ήταν η τελευταία σταγόνα».
«Άρα, θυμάσαι ποιος ήταν!»
Ο Smith μού ρίχνει ένα αγριεμένο βλέμμα. «Όχι».
«Αν κατάλαβα καλά, απολύεις ανθρώπους για το τίποτα».
«Ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. Κανένας δεν ακούει ποτέ τη δική μου πλευρά της ιστορίας».
«Γιατί συμβαίνει αυτό;»
«Γιατί ποτέ δεν τη λέω. Έχω απολύσει τους μισούς απ΄όσους νομίζεις. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από μόνοι τους, για να γυρίσουν στις ξεφτιλισμένες τις μονότονες ζωές τους. Και μόνο τότε φτάνουν στο σημείο να εκτιμήσουν πόσο καλά ήταν τα πράγματα πριν».
Σαν το πρότυπό του τον Σερ Άλεξ, ο Smith είναι πολύ διαχυτικός ακόμα και με τους ξένους. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα και συχνά με χτυπάει στο χέρι, η ένταση του χτυπήματος εξαρτάται από το θέμα της συζήτησης
«Το να είσαι στους Fall», λέει, «δεν μοιάζει με το να είσαι σε οποιαδήποτε άλλο συγκρότημα. Δεν είναι διασκέδαση. Πολλοί μουσικοί δεν καταφέρνουν να το αντέξουν. Δεν είναι τόσο έξυπνοι όσο εγώ...» καταλαβαίνει αμέσως τη μεγαλοστομία της δήλωσής του. «Ή εσύ», συμπληρώνει....


Αργότερα το ίδιο απόγευμα, όταν τον ρωτάω για τις σχέσεις του με τη Brix, τη δεύτερη γυναίκα του, που πλέον ζει με τον βιολονίστα Nigel Kennedy τα χτυπήματα στο χέρι μου φτάνουν στη μεγαλύτερή τους ένταση. Σε κάποια στιγμή, ενώ το θέμα μας είναι η Brix, βλέπω τον μπάρμαν να μας κοιτάζει –το αποδίδω στο οτι, μάλλον δεν έχει ξαναδεί δυο πελάτες να κάθονται δίπλα-δίπλα έχοντας την τρομοκρατημένη έκφραση επιβατών γιγάντιου ρόλερ κόστερ.
Σε μια μακροσκελή συνέντευξη της μητέρας του, περιγράφεται πώς συναντήθηκε ο Mark με την πρώτη του σύντροφο, την Una Baines σε ένα πάρτυ εργαζομένων καθώς και το οτι επέστρεψαν σπίτι και ξερνούσαν όλη νύχτα. Ο Smith, σύμφωνα με την μητέρα του την Irene, η οποία ζει ακόμα στο βόρειο Μάντσεστερ (ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά το 1989) ήταν πρώτος στην τάξη του όσο πήγαινε στο Δημοτικό. Στη συνέχεια πήγε στο σχολείο του Stand Grammar. Δεν του άρεσε πολύ η εμπειρία.
«Νομίζω», του λέω, «οτι δεν ήσουν πολύ σκληρός. Σε κακομεταχειρίστηκαν στο σχολείο;»
«Μου την έπεφταν επειδή ήμουνα συνεσταλμένος. Είχα μικρότερες αδελφές, δεν μπορούσα να στραφώ σ΄αυτές για βοήθεια. Δεν είχα έναν μεγαλύτερο αδερφό».
«Είπες ‘συνεσταλμένος’;»
«Είχα προβλήματα», λέει ο Smith, έχοντας ήδη μετανιώσει που ανοίχτηκε, «για μια βδομάδα μόνο. Μετά, όλα έστρωσαν».
«Πώς το έλυσες το θέμα δηλαδή;»
«Εγώ... (στρέφεται στον σερβιτόρο) Μπορώ να έχω ένα Jameson's παρακαλώ; Διπλό. Ξέχασα για τι πράγμα συζητάγαμε Robert»
«Για τα προβλήματά σου στο σχολείο».
«Κλείστηκα στον εαυτό μου. Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που τριγυρνάνε λέγοντας ‘με κακομεταχειρίστηκαν στο σχολείο’. Ο μπαμπάς μου είχε προβλήματα με τη Black Watch (στρατιωτικό τάγμα Σκωτσέζων του Αγγλικού Στρατού). Το γαμημένο το 1945. Στο Salford. Μου έλεγε, ‘αν νομίζεις οτι σε κακομεταχειρίζονται στο σχολείο..’ -αυτό, όταν ήμουν 6 χρονών –σκέψου πώς ήταν με τη Black Watch’».
«Ο χαρακτηρισμός ‘συνεσταλμένος΄ θα εκπλήξει πολύ κόσμο».
«Αλήθεια είναι αυτό. Οι άνθρωποι χέζονται από το φόβο τους όταν βρίσκονται μαζί μου».
«Νομίζω οτι αυτό είναι ένα προσωπείο που χρησιμοποιείς για να προφυλάγεσαι».
«Λοιπόν... δεν θέλω σεκιουριτάδες, δεν νομίζω οτι», προσθέτει με το χαρακτηριστικά στεγνό χιούμορ του, «οι σεκιουρτιάδες κάνουν καλό στη δημιουργικότητα».
Παράτησε το σχολείο στα 16 του, έπιασε μια δουλειά στο λιμάνι και γράφτηκε σε νυχτερινό.
«Διάβαζα Arthur Machen –το βιβλίο για τη ‘Λευκή Δύναμη’. Ένα καταπληκτικό βιβλίο για τα ναρκωτικά. Στο νυχτερινό μάς δώσανε EM Forster, το ‘Πέρασμα στην Ινδία’. Το βρήκα δύσκολο να έρθω κοντά σ΄αυτό το βιβλίο».
«Τελικά το πέρασες το συγκεκριμένο μάθημα;»
«Όχι. Έφυγα. Ένιωσα… –ήμουν πολύ ευγενικός τότε αλλά αυτό που ήθελα να τους πω ήταν, ακούστε: πληρώνω γι΄αυτά τα μαθήματα από τη δουλειά μου στο λιμάνι. Γιατί δεν έχουμε καθόλου Norman Mailer; Ή Henry Miller; Ο καθηγητής ούτε που τους είχε ήξερε».

«Συνάντησα τον Mark το 1973», μου είχε πει παλιότερα η Una Baines. «Μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος για τα βιβλία, την πολιτική και τη μουσική. Διαβάζαμε Orwell και Huxley, εκείνος μού έμαθε τον Kurt Vonnegut. Είχε άποψη για ένα μεγάλο πεδίο θεμάτων, όπως για παράδειγμα την ισότητα των δύο φύλων, κάτι ασυνήθιστο για 16άχρονο. Έδειχνε πολύ σοφός για την ηλικία του. Εκείνη την εποχή ήταν ο καλύτερός μου φίλος, προτιμώ να κρατήσω αυτό, παρά την παράνοια που ακολούθησε».
Ο πατέρας του και ο παππούς του ήταν υδραυλικοί.
«Μοιάζεις καθόλου με τον πατέρα σου;»
Ένα κοφτό χτύπημα στο χέρι.
«Πώς το εννοείς;»
«Στον χαρακτήρα».
«Δεν ξέρω. Τι μόδα κυκλοφορεί σχετικά με αυτό;»
«Ποιο αυτό;»
«Τις ερωτήσεις σχετικά με τους γονείς».
«Ήταν περήφανος ο πατέρας σου για σένα;»
«Φαίνεται οτι ήταν. Δεν μου το είπε ποτέ. Το ανακάλυψα αργότερα, από τους φίλους του. Το να δείχνεις τα συναισθήματά του δεν είναι κάτι που κάνεις συχνά». Ούτε τότε, ούτε, όπως προδίδει η έκφρασή του, τώρα. Χρησιμοποιώντας για μια ακόμα φορά τον αντιπερισπασμό, γυρνάει την κουβέντα στους νέους περιορισμούς στην πώληση φαρμάκων για το κρυολόγημα.

Η φανατική προσήλωση μερίδας κοινού στους Fall ήρθε σαν αποτέλεσμα της μεθόδου δημιουργικής γραφής η οποία αναπτύχθηκε ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος. Ο Smith, είχε την Baines στα κίμπορντς, τον χαρισματικό Martin Bramah στην κιθάρα, τον Tony Friel στο μπάσο και (λίγο αργότερα) τον Steve Ormrod στα ντραμς. «Ποτέ μου δεν είδα τον ‘συνεσταλμένο’ Mark Smith», λέει ο Bramah. «Όσο τον γνώριζα ήταν κάτι ανάμεσα στον Flashman (παλιό ηλεκτρονικό παιχνίδι) και τον Μπίλυ τον Ψεύτη».
Λέω στον Smith οτι ήμουν συμμαθητής με ένα φίλο του Steve Ormrod. «Τι ακριβώς συνέβη με αυτόν;» ρωτάει.
«Άκουσα οτι πήγε στις σιδηροδρομικές γραμμές, έβγαλε το μπουφάν του, το δίπλωσε σα μαξιλάρι, το έβαλε πάνω στις γραμμές και μετά ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο μπουφάν» (Αυτό έγινε το 1994, δεν υπάρχει καμιά υπόνοια οτι η σχέση του με τους Fall τον οδήγησε στην αυτοκτονία).
«Κρίμα», λέει ο Smith, «ήταν ωραίος τύπος».
Οι Fall υπήρξαν ασυνήθιστο συγκρότημα -ήδη από τη στιγμή που πρωτοεμφανίστηκαν έμοιαζαν εντελώς προσηλωμένοι σε έναν ανορθόδοξο τρόπο παραγωγής ενέργειας, ο οποίος, με τα χρόνια, θα αποδεικνυόταν, σύμφωνα με τα λόγια του John Peel, «πάντα διαφορετικός και πάντα ίδιος».
Ο Peel μού είπε κάποτε, αναφερόμενος στον Smith (ο οποίος παραμένει προστατευόμενός του όσα χρόνια κι αν πέρασαν) πόσο δύσκολο είναι να θαυμάζεις τη δουλειά κάποιου «όταν υποψιάζεσαι οτι η συμπεριφορά του θα είναι εντελώς ανυπόφορη».
«Σίγουρα πάντως», λέει ο Smith, «δεν συναντιόμαστε συχνά».
«Αλλά ήσουν ένα κλασσικό αριστερό αγόρι όταν ξεκίνησες, έτσι δεν είναι;»
«Ναι. Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα. Σκληροπυρηνικός αριστερός». Διαγράφηκε από τους τοπικούς Εργατικούς όταν εκείνοι αντιτέθηκαν στην στρατιωτική εισβολή στα Φώκλαντ.
«Είμαι πολύ περισσότερο αριστερός τώρα –έτσι πιστεύω. Θεωρώ οτι ο Στάλιν είχε δίκιο. Πιάσε έναν στους πέντε εκδότες εφημερίδων κι έναν στους πέντε βουλευτές και τουφέκισέ τους. Έτσι θα στρώσουν», ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Κοίτα –ξέρεις οτι δεν είμαι καθόλου έτσι. Μέλη της οικογένειάς μου δουλεύουν στην πρόνοια. Και δουλεύουν σκληρά. Και τώρα, μετά από 13 χρόνια, τους στέλνουν να περάσουν από συνέντευξη και να ξανακάνουν αίτηση για τη δουλειά τους έχοντας να συναγωνιστούν με κάτι απόφοιτους του Wilmslow. Ένας φίλος μού είπε οτι συνάντησε τον Κάμερον στο Live Aid. Έχουμε τους μαλάκες από το Glastonbury να κυβερνάνε αυτή τη χώρα. Ανθρώπους που τους αρέσει το αρχίδι ο Geldof. Και δεν είναι καν τόσο έξυπνοι όσο εκείνος».

Σε αντίθεση με τη δουλειά και τις απόψεις του, ο Smith έχει μια αρκετά συντηρητική και θετική αντιμετώπιση σε κάποιο θέμα.
«Έχεις πει δημόσια οτι θα πρέπει κανείς να παντρεύεται αν θέλει να ζήσει με μια γυναίκα. Εσύ παντρεύτηκες την Una Baines (δεν ισχύει αυτό, αλλά δεν το αντικρούει) και μετά από αυτήν...»
«Και μετά από αυτή», με διακόπτει, «το όνομα που δεν πρέπει να αναφερθεί».

 
Η Brix Smith, κόρη ψυχολόγου από το Λος Άντζελες, συνάντησε τον Mark στο Σικάγο και έπαιξε με τους Fall από το 1983 ως το 1989 (επέστρεψε για ένα σύντομο διάστημα το 1994). Παντρεύτηκαν το 1983 και χώρισαν έξι χρόνια αργότερα. Η Brix, που πλέον δραστηριοποιείται επιτυχημένα στον κόσμο της μόδας, θεωρήθηκε υπεύθυνη (λανθασμένα, όπως ισχυρίζεται ο Smith) για την τότε τάση του συγκροτήματος να ντύνεται κομψά και να βγάλει κάποια σινγκλ που έκαναν καλή πορεία στα τσαρτ, όπως τη διασκευή του τραγουδιού του R Dean Taylor, "There's a Ghost in My House".
«Πώς γνωρίστηκες με τη  Laura (Brix);»
«Γιατί θες να μάθεις; Έχει να κάνει με τον σεξουαλικό σου προσανατολισμό;» σταματάει απότομα. «Βασικά, χαίρομαι που ρώτησες. Αλλά αν πω αυτά που ξέρω για τη... Brix» (προφέρει το όνομα με τη χροιά που θα χρησιμοποιούσε ένας δικτάτορας για να αναφερθεί σε μια στρατιωτική πανωλεθρία), «δεν θα ήταν σωστό να τυπωθούν τέτοια πράγματα. Όταν χωρίσαμε, ήταν φανταστική η ψυχολογική υποστήριξη που έλαβα».
«Χρειαζόσουν υποστήριξη;»
«Όχι υποστήριξη. Όχι υποστήριξη. Δεν χρειαζόμουν... Ξέρεις Robert, στ΄αλήθεια δε νομίζω οτι είσαι πολύ καλός στο να παίρνεις συνεντεύξεις. Πιστεύω οτι θα ήταν προτιμότερο να ασχοληθείς με κάτι άλλο». Με κοιτάζει, ξύνει το κεφάλι του σα να σκέφτεται για ποια άλλη δραστηριότητα θα ήμουν κατάλληλος: λογιστικά, ποδολογία ή κροκέ.
«Ρωτάω», επιμένω, «γιατί εσύ και η Brix δείχνατε πολύ ταιριαστοί».
«Α, κατάλαβα! Είσαι από το βόρειο Μάντσεστερ! Και σκέφτεσαι: πώς γίνεται ένας αρχίδης σαν κι εμένα να παντρεύτηκε...»
«Για την ακρίβεια αναρωτιόμουν γιατί την Brix; Θα πρέπει να ήταν πολύ σημαντική για σένα!»
«Θα σου πω αυτό. Όταν την πρωτογνώρισα νόμιζε οτι Armani ήταν το όνομα κάποιας ερήμου στην Ιταλία και Chanel ήταν η γαλλική ονομασία της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Dover και Calais. Εντάξει;»
«Νόμιζα οτι ήταν σνομπ» (Η Brix Smith όπως η Andrea Dworkin κι ο Bret Easton Ellis παρακολούθησαν το Κολλέγιο Bennington του Βερμόντ).
«Άκου –προέρχομαι από μια κοινωνία στην οποία, αν παντρευτείς μικρός, η ζωή σου τελειώνει. Έτσι λοιπόν περίμενα μέχρι που γνώρισα τη Brix. Και μετά προέκυψε η AngelNigel Πωστηλένε (Kennedy). Δεν σηκώνω κουβέντα γι΄αυτήν», λέει με μια ευδιάκριτη νότα σαρκασμού. «Σκέφτεσαι με ποια από όλες τις γυναίκες που πήγες θα μπορούσες να ζήσεις για πάντα. Σκέψου πώς έχουν γίνει τώρα. Δείχνουν απαίσιες. Μοιάζουν...», ο Smith σταματάει. «Μοιάζουν... με σένα. Μη με παρεξηγήσεις», προσθέτει παιχνιδιάρικα. «Διαθέτεις κάποιο είδος μαγνητισμού».
«Υπάρχει κάτι στο παρελθόν σου για το οποίο θεωρείς οτι θα έπρεπε να απολογηθείς;»
«Όχι. Δεν έχω ποτέ κακοποιήσει γυναίκα και δεν έχω ποτέ χτυπήσει κάποιον που δεν το άξιζε».
«Μπορείς να βρεις κάτι που πήγε στραβά από δικό σου λάθος;»
«Στη μουσική ή στη ζωή;»
«Και στα δύο».
«Όχι».
Ποιος ξέρει πόσο βαθιά κρύβεται η ενοχή; («Αν απολογούμουν για κάθε λάθος που έκανα», είχε πει κάποτε, «δεν θα μου έμενε ελεύθερη μέρα στη ζωή μου»)
«Κι εσύ;» με ρωτάει. «Έχεις μετανιώσει για τίποτα;»
«Μετάνιωσα που δεν δέχτηκα να συμμετάσχω στο Perverted by Language, εκείνο το βιβλίο του 2007 όπου διάφοροι συγγραφείς έγραφαν μια μικρή ιστορία βασισμένη σε έναν τίτλο τραγουδιού των Fall»
«Εκείνο το βιβλίο», μου λέει, «ήταν σκατένιο».

Διαπιστώνοντας πόσο διασκεδαστική παρέα είναι, λέω στον Smith οτι δεν θα άντεχα να δουλέψω γι΄αυτόν ούτε μια βδομάδα. Έχω ακούσει τόσες πολλές ιστορίες –το μπουνίδι επί σκηνής στη Νέα Υόρκη τον Απρίλη του 1998, τον τρομερό καυγά με τη Julia Nagle (πλέον  Adamson) σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης.
Ο Smith συνελήφθη και κατηγορήθηκε για επίθεση τρίτου βαθμού καθώς και για παρενόχληση τής Adamson –αυτή ήταν μια πολύ περίεργη κατηγορία κατά την άποψη του, αφού ισχυρίζεται οτι η μόνη βία που άσκησε εναντίον της ήταν να της φωνάξει δυνατά και να τη χρησιμοποιήσει σαν ανθρώπινο τασάκι –λέει μάλιστα οτι το τσιγάρο που εκτοξεύτηκε «πήγαινε για τη γυμνάστριά της» γιατί ήθελε να την κάνει «να σκεφτεί οτι την χρησιμοποιούσαν».
Μετά τα ατυχή συμβάντα στο ξενοδοχείο, ο Smith κλείστηκε για λίγο στη φυλακή του Αστυνομικού Τμήματος της Νέας Υόρκης. «Τα άντερά μου», λέει, «έγιναν νερό από τον φόβο». Καταδικάστηκε να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα επανένταξης στο Bury.
«Είμαι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος», λέει.
Η Adamson έχει πλέον τη δική της, επιτυχημένη, δισκογραφική εταιρεία. Αλλά ξέρω τουλάχιστον ένα πρώην μέλος του συγκροτήματος που βγάζει τα έξοδα του φαγητού του χρησιμοποιώντας τη φήμη του σαν πρώην μέλος των Fall.
«Σχεδόν όλοι το κάνουν», λέει ο Smith. «Μιλάνε γι΄αυτό σα να πολέμησαν στο Βιετνάμ. Υποφέρουν από –πώς το λένε αυτό το πράγμα που παθαίνουν οι Αμερικάνοι;»
«Μετα-τραυματική δυσλειτουργία;»
«Όχι. Το λένε... επιλεκτική μνήμη. Όταν περάσει ο καιρός λένε ‘Ω μα ήταν υπέροχος ο Mark’ Στην αρχή το μόνο που λέγανε ήταν: ‘Είσαι κλέφτης. Είσαι μεθύστακας. Θα σε σκοτώσω΄».
Για κάποιον τόσο εγωκεντρικό, όσο ο Smith, είναι εντυπωσιακό το πόσο μεγάλη γκάμα καλύπτουν τα ενδιαφέροντά του. Είναι βαθύς γνώστης της τέχνης και το αποδεικνύει ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον William Blake, για τον Grayson Perry, ή για τον γραφίστα των δίσκων του, τον Pascal Legras.
Εντρυφώντας στην παραψυχολογία έμαθε από μόνος του να διαβάζει Ταρώ. Όταν ήταν παιδί, λέει οτι «τα ρολόγια ανατινάζονταν κάποιες φορές όταν τα πλησίαζα». Κάποτε, σε περίοδο οικογενειακών διακοπών στη Rhyl, άρχισε απροειδοποίητα να μιλάει διάφορες ξένες γλώσσες. («Απλώς συνέβη, δεν ξέρω γιατί»). Έχει επίσης γράψει για το ταλέντο του σαν πνευματιστής. «Έκανα κάποτε παρέα με μέντιουμ. Ήταν άσκοπο. Κανένας τους δεν μπορεί να αναστήσει ένα ψόφιο άλογο –έχω άδικο;»
Στο βιβλίο του με τίτλο Renegade ισχυρίζεται: «έχω την ικανότητα να βλέπω το μέλλον –υποθέτω οτι αυτό σχετίζεται με τα Ταρώ».
«Διάβαζες συχνά τα χαρτιά
«Ναι. Είναι κακοτυχία να μιλάς γι΄αυτά»
«Αλλά είναι γραμμένο στο βιβλίο σου»
«Ο εκδότης το ζήτησε».
«Σου έφερε κακοτυχία;»
«Όχι»
«Συνάντησες την τωρινή σύζυγό σου την Έλενα, το 1996, στο Βερολίνο;»
«Ναι».
Δεν έχει καμιά διάθεση να επιστρέψουμε στο θέμα των σχέσεών του. «Είσαι παντρεμένος;» με ρωτάει.
«Ναι».
«Γαμημένε μπάσταρδε», γελάει καλόκαρδα. «Είσαι μεγάλη κουράδα».
 Παραγγέλνει κι άλλο ποτό. Νιώθω ένα φιλικό χτύπημα στο χέρι. Νομίζω ότι αρχίσουμε να έχουμε κάποια οικειότητα. Του προτείνω να κάνουμε μια βόλτα στην οδό Tib –απ΄όσο θυμάμαι ήταν παράδεισος εκεί πέρα, όλο μαγαζιά με τροπικά ψάρια, βιβλιοπωλεία και δισκάδικα.
«Ήταν υπέροχη η Tib παλιά –έτσι;» μου λέει. «Ήταν ξεχωριστή. Τώρα είναι σκατά»

Φεύγουμε τελικά αλλά δεν φτάνουμε μακρύτερα από το ξενοδοχείο Castle, σ’ένα φιλικό παμπ και πρώην λαϊβάδικο της οδού Oldham, πρόσφατα ανακαινισμένο. «Ξέρεις, κάποιος είπε ότι όποιος κι αν έγραφε όλη την αλήθεια για τη ζωή του, θα έγραφε ένα αριστούργημα –συμφωνείς;» τον ρωτάω.
 «Όχι».
«Υποθέτω οτι αυτό θα ίσχυε στην περίπτωσή σου».
«Δεν θα μπορούσα. Δεν θα μπορούσα να το κάνω».
«Το Renegade δεν είναι κάτι τέτοιο» (Μερικά αποσπάσματα θα μπορούσαν να περιγράφουν σαν ατόφιες εκρήξεις χολής) «Γιατί το έγραψες;»
«Λόγω των βιβλίων που βγήκαν για μας –όπως του Mick Middles ας πούμε. Και εκείνης της μαλακίας, τού Fallen»
«Αν έκανα εγώ επιμέλεια στο Renegade θα σου έλεγα να μην το κάνεις τόσο φανερό κάθε φορά που προσπαθείς να ξεκαθαρίσεις τους λογαριασμούς σου με τους άλλους».
«Δεν είχα ποτέ κανέναν λογαριασμό να ξεκαθαρίσω»
Έρχεται να μας βρει ένας φίλος του που λέγεται κι αυτός Mark. Κι αυτός, σαν τον John Cooper Clarke και κάθε άλλο φίλο του Smith που έχω συναντήσει είναι ευγενικός, διασκεδαστικός και ιδανικός για παρέα. Δεν ήταν από τις ευκολότερες μέρες της ζωής μου αλλά λυπάμαι που πρέπει να φύγω βιαστικά για να προλάβω το τελευταίο τρένο για το Λονδίνο.
«Μην ξαναγυρίσεις ποτέ εδώ πέρα, Robert», μου λέει. «Το Μάντσεστερ είναι απαίσιο. Μείνε εκεί κάτω στα βόρεια».
Τον ρωτάω για τα μελλοντικά του σχέδια.
«Τι σκοπεύω να κάνω; Θα έρθω να ζήσω μαζί σου. Αύριο κιόλας».


Σκέφτομαι τις 5 ώρες που περάσαμε μαζί και δεν νομίζω να έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο που να παρουσιάζει τόσες αλληλοσυγκρουόμενες προσωπικότητες όσες ο Mark E Smith. Ήταν, ανάλογα με τη στιγμή, ευφυής, αρρωστημένα αστείος, γενναιόδωρος, επαρμένος, διεισδυτικός, εριστικός και αγχώδης. Το μόνο σταθερό σημείο ήταν οι βωμολοχίες του.
Τον αφήνω σ΄ένα γωνιακό τραπέζι. Είναι χαμένος στις σκέψεις του και παρατηρεί τον κόσμο γύρω του. Σε αντίθεση με τις περισσότερες εμβληματικές φιγούρες της ροκ –κι ο Smith είναι μια από αυτές –του ταιριάζει να γερνάει. («Έμοιαζε γέρος», μου είχε πει ο Martin Bramah, «από την πρώτη φορά που τον είδα»). Στο μισοσκόταδο, σέρνοντας το ποτήρι με το ουίσκι του στο ξύλινο τραπέζι, μοιάζει περίεργα έξω από τον χρόνο. Αν του βγάλεις μια φωτογραφία με σέπια μπορείς άνετα να τον περάσεις για έναν από εκείνους τους παλιούς στρατιώτες που έδειχναν να μην έχουν συναισθήματα –ανθρώπους σαν τον Jack, τον πατέρα του, ψημένους στις μάχες, αγύριστα κεφάλια. Ο Mark E Smith θα ταίριαζε μια χαρά στην παρέα τους αν δεν κουβάλαγε σαν κατάρα το άβολο χάρισμα της καλλιτεχνικής διαίσθησης.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2011

Κατεψυγμένα ανέκδοτα

Ανέκδοτα. Ήταν μια φορά ένας Γάλλος, ένας Γερμανός κι ένας Έλληνας... στο τέλος, ο Έλληνας βγήκε πιο μάγκας απ΄όλους τους (επειδή πρόκειται για ανέκδοτο) και όλοι γελάσαμε (επειδή το απροσδόκητο μάς ξαφνιάζει). Ανέκδοτα...

«Η δημοσιογραφία των πολιτών», «η παγκόσμια κοινότητα του ίντερνετ», ανέκδοτα, ανέκδοτα... Κάποτε ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους –μην ακούς τους κωλόγερους που στο παίζουν Καραϊσκάκηδες – ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους για να μάθει. Κάτι είχε ακουστεί και ήθελε να μάθει τι συνέβη τελικά. Βγαίνανε λοιπόν στους δρόμους και, κουβέντα την κουβέντα, εξοργίζονταν. Γιατί ο κόσμος μπορεί να εξοργιστεί μέσω της «ζύμωσης» που λέγανε και οι παλιοί Κουκουέδες. Εξοργίζονταν και κάνανε ότι κάνανε (αν το κάνανε) ή πηγαίνανε για ούζα μέχρι να τους περάσει. Πλέον μπαίνουν στα social media -πρόσεξε τη μετάφραση: κοινωνικά μέσα, δηλαδή μέσα που εκφράζουν την κοινωνία (ποια είναι η έκφραση της κοινωνίας; «σήμερα έκλασα» -κι από κάτω 350 like). Ανέκδοτα.... Άμεση ενημέρωση από τους αυτόπτες μάρτυρες, άντε να τη διαβάσεις στο ιντυμήντια -25 διαφορετικά σχόλια από αυτόπτες, αυτήκοους, γνωστούς γνωστών –στο τέλος ξεχνάς περί τίνος πρόκειται. 

Και η αποψάρα μας –ε; Το καλύτερο ανέκδοτο! Επειδή την αποθέτουμε σε κοινή θέα παραμυθιαζόμαστε οτι είμαστε έγκυροι. Διεισδυτικοί. Αποκαλυπτικοί. Παπαγιάννηδες. Σαν τον κύριο επώνυμο (και έγκυρο) σχολιαστή στους «Πρωταγωνιστές» του Θεοδωράκη ο οποίος αποφάνθηκε τις προάλλες οτι ο Μαρξ είχε τη χείριστη γνώμη για τους δημόσιους υπάλληλους –από πού του προέκυψε; Αντέγραψε κάτι αποσπάσματα από τη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» ο κύριος επώνυμος! Για να συμπεράνει οτι η σύγχρονη ελληνική αριστερά πρεσβεύει διαφορετικά πράγματα από τον Μαρξ! Δεν διαφωνώ –αν ζούσε ο έρημος ο θείος Κάρολος δεν υπήρχε περίπτωση να τον δεχτούν για μέλος ούτε καν στο μλΚΚΕ –πόσο μάλλον στα επίσημα, κοινοβουλευτικά, αριστερά κόμματα -μια ρετσέτα ρεφορμιστή θα του την κολλάγανε στα σίγουρα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι μπορούμε να πάρουμε ένα κείμενο αυστηρά περιπτωσιολογικό και να το αναγορεύσουμε σε θέση! Είναι σα να παίρνεις το κείμενο του Ζαχαριάδη που ζητούσε αποχή από τις εκλογές του ’46 και να συμπεραίνεις οτι ο μακαρίτης ήταν συλλήβδην κατά των εκλογών! Γελοίο; Δε νομίζω! Αφού το γράψανε στους «Πρωταγωνιστές» έτσι θα είναι!

Τι θυμήθηκα τώρα που αναφέρθηκα στον Μαρξ; Εκείνο το τσιτάτο του: «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα θα ήταν παράνομες» που το είχαν κάνει λάστιχο κάτι μπλαζέ τυπάκια, όσο κυβερνούσε (ή ετοιμαζόταν να κυβερνήσει) η ΝΔ. Θυμάμαι οτι τότε ήμουνα Πασόκος, εγκάθετος και πουλημένο τομάρι επειδή υποστήριζα οτι πρέπει να φύγει η κυβέρνηση του Χονδρού και (εντελώς ρεαλιστικά) έλεγα πώς, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να βγει το Πασόκ του Γιωργάκη. Καθότι μαλάκας μπορεί να είμαι αλλά στραβός δεν είμαι. Ή Κωστάκης ή Γιωργάκης ήταν τότε –και όσοι λέγανε περί μη αυτοδύναμων κυβερνήσεων με τη συμμετοχή της αριστεράς μάλλον βλέπανε πολύ «Τόλμη και Γοητεία» και είχαν ψηθεί οτι αυτά γίνονται και στην πραγματική ζωή. Εντάξει λοιπόν, πάμε παρακάτω –εγώ ήμουνα μαλάκας και Πασόκος τότε. Αυτοί οι λεβέντες, που σήμερα σκίζονται για να γίνουν εκλογές μια ώρα αρχύτερα (υποθέτω οτι κατά παράβαση των στέρεων ιδεολογικών τους αρχών θα πάνε, για πρώτη φορά, να ψηφίσουν κιόλας) τι είναι; Περιμένουν δηλαδή οτι η αριστερά θα ενωθεί σε μια κυβέρνηση συνεργασίας μετά το, όποιο, εκλογικό αποτέλεσμα και θα αναλάβει την εξουσία; Αυτά δεν συμβαίνουν ούτε στον Μπλεκ και το ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά. Τι άλλο μένει; Να ενωθεί κάποιο κομμάτι της αριστεράς με το Πασόκ; Ε, δεν νομίζω οτι αυτή είναι η επιδίωξή τους! Τι μένει; Να ενωθεί η αριστερά με τη ΝΔ; Χλωμό. Άρα; ΝΔ, είτε αυτοδύναμη, είτε αγκαζέ με Λάος και Ντόρα. Διαφωνεί κανείς; Αν όμως είναι έτσι κι εγώ ήμουνα παλιοΠασόκος αυτοί δεν θα πρέπει να είναι τώρα καραΔεξιοί; Πώς πάει δηλαδή; Θα ήθελα κάποια απάντηση, αλλά δεν νομίζω οτι θα την πάρω.

Ξεσηκώθηκε ο κόσμος, πλατεία Συντάγματος, αυγά-γιαούρτια-αποικιακά-εδώδιμα, απορούσα εγώ ο μαλάκας: «ποιο είναι το αίτημα ρε παιδιά;» Πάνδημο: «να φύγει αυτή η κυβέρνηση». «Και μετά;» «Μετά, βλέπουμε». Ε, λοιπόν –είδαμε! Παπαδήμο και Λάος στην κυβέρνηση. Για να μάς νοικοκυρέψουν. «Αυτά τα κάνανε ερήμην μας, η χούντα του Πασόκ φταίει!» διαμαρτύρονται οι ξεσηκωμένοι. Μέγκλα –κι εγώ μαζί τους. Αλλά όταν πήγε να κάνει το δημοψήφισμα ο Γιωργάκης γιατί λειτούργησαν σε πλήρη σύμπνοια με τους επάρατους Μερκοζήδες και τους «αλήτες, ρουφιάνους, δημοσιογράφους»;  Δεν φώναζες κύριέ μου οτι δεν θέλεις να πληρώσεις; Ε, ας το ψήφιζες κιόλας! Να ρίξεις και την κυβέρνηση του Γιωργάκη, να πάμε σε εκλογές τσακ-μπαμ. Πώς δηλαδή; Και «δεν χρωστάω –δεν πληρώνω» και να μη βγούμε από το ευρώ;

Τι θυμήθηκα τώρα με την έξοδο από το ευρώ; Δηλώνει ο Πάγκαλος: «όποιος θέλει να βγούμε από το ευρώ είναι ή φασίστας και το κάνει για να προκαλέσει αναταραχή, ή κομμουνιστής και το κάνει για ιδεολογικούς λόγους, ή είναι μαλάκας». Όλοι αυτοί που προηγουμένως βρίζανε τον Γιωργάκη γιατί πήγε να τους βγάλει από το ευρώ, τώρα βρίζουν τον Πάγκαλο γιατί τους είπε μαλάκες! Ένας Λουράντος μάλιστα (φαρμακοποιός το αξίωμα) του έκανε και μήνυση του Πάγκαλου γιατί το πήρε, λέει, προσωπικά! Ανέκδοτο; Ποιος θα διέθετε τόση φαντασία για να το συλλάβει;

 Μου αρέσει να διαβάζω σχόλια –κάτω από ειδήσεις που δημοσιεύονται στις ενημερωτικές σελίδες, κάτω από τις απόψεις διαφόρων ανθρώπων, στο facebook –παντού. Είναι το προσωπικό μου καθημερινό γκάλοπ, μαθαίνω πράγματα δηλαδή. Κι έτσι έχω διαβάσει πάνω από 100 φορές την απειλή για κρεμάλες, για Γουδή (το γράφουν με «ι» σχεδόν πάντα), για λαϊκά δικαστήρια... Σκέφτομαι λοιπόν, έρχομαι στη θέση του σχολιαστή –τι ακριβώς κάνει όταν αφήνει το επαναστατικό σχόλιό του; Λουφάρει στη δουλειά; Βλαστημάει γιατί βλέπει οτι από τον μισθό του έχουν αφήσει μόνο το «μη» και του έχουν κόψει όλα τα υπόλοιπα; Λιώνει στην ανεργία; Κάτι απ΄όλα, τέλος πάντων... Και, σ΄αυτά τα χάλια, το μόνο που σκέφτεται είναι να πάει να γράψει «δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά έρχονται κρεμάλες» κάτω από μια είδηση για τα αναδρομικά των βουλευτών, για παράδειγμα; Βγες ρε λεβέντη μου και κρέμασέ τους. Διώξτους από τη βουλή και πήγαινε εσύ να στρογγυλοκαθίσεις. Τρέχα, έστω, έξω από τους στρατώνες και παρακάλα τίποτα χουντάρες να έρθουν να τους κρεμάσουν για πάρτη σου! Κάνε κάτι δηλαδή –είσαι απελπισμένος, το καταλάβαμε. Επειδή, αν την απελπισία του την ξεσπάς στο facebook, αύριο θα γαμάς με αισθητήρες και θα κοκορεύεσαι κιόλας για το πόσο θεά είναι η γκόμενά σου!

Εντάξει, να μην τα ισοπεδώνουμε κι όλα –η διαδυκτιακή αγανάκτηση φέρνει και κάποια αποτελέσματα. Ας πούμε, η Αφροδίτη Αλ Σάλεχ έφαγε βρισίδι και μπλαζέ ειρωνεία όταν τόλμησε να διατυπώσει την άποψη οτι «ο καθημερινός φασισμός είναι πιο επικίνδυνος από αυτόν του Λάος το οποίο θα αποδυναμωθεί συμμετέχοντας στην κυβέρνηση» κι αναγκάστηκε να κλείσει για κάποιες μέρες τη σελίδα της. Έγραψε μετά, σε κάποια ενημερωτική σελίδα, ένα κείμενο όπου παρουσίαζε με γλαφυρό τρόπο το ψυχολογικό προφίλ του ανέργου (υπάρχει σε όλα τα βιβλία κοινωνικής ψυχολογίας) –ποιος είδε τότε τον σχολιαστή και δεν τον φοβήθηκε! Αγαπημένα μου σχόλια το «προσπαθείτε να εξευτελίσετε τους ανέργους» και «εγώ είμαι άνεργος αλλά δεν είμαι καθόλου έτσι»!!! Πού θα πάει; Βρισίδι από τους φασίστες, ειρωνεία και μπηχτές από τους προοδευτικούς διανοητές του διαδυκτίου –θα τα καταφέρουν να τη φιμώσουν την Αλ Σάλεχ κάποια στιγμή. Στο όνομα της ελευθερίας του λόγου βεβαίως!

Στο μεταξύ η κυβέρνηση Παπαδήμου απολαμβάνει. Από τα συμμετέχοντα κόμματα αφήνουν να κυκλοφορεί η παπαριά της μη συμμετοχής (όντως οι υπουργοί είναι ή Πασόκοι ή εξωγήινοι!), οι μπλαζέ προοδευτικοί διατυμπανίζουν τη μισή αλήθεια της μη νομιμοποίησης της κυβέρνησης μέσω εκλογών (εδώ, η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από το ψέμα γιατί όντως κανένας μας δεν ψήφισε Παπαδήμο και Λάος στην κυβέρνηση αλλά και στις εκλογές που θα γίνουν, ή θα γίνονταν, αυτά θα είναι τα κόμματα που θα εκλεγούν σε «κυβερνήσιμη θέση» -το θέμα λοιπόν είναι να αντικατασταθούν οι 20 Πασόκους, με 20 Δεξιούς;) Η λαϊκή αντίδραση δείχνει να ικανοποιήθηκε από την αποχώρηση του Γιωργάκη (αυτός φαίνεται να ήταν τελικά το πρόβλημα!) με αποτέλεσμα να δούμε την πιο ήσυχη πορεία Πολυτεχνείου, να γίνουν ελάχιστα πράγματα στη μνήμη του Γρηγορόπουλου και οι διαδηλώσεις να μη μοιάζουν σε τίποτα με εκείνες των προηγούμενων μηνών. Η κυβέρνηση Παπαδήμου μοιάζει να είναι η αγαπημένη μας κυβέρνηση –δεν την επιλέξαμε, άρα δεν έχουμε ευθύνη για τις αποφάσεις που θα πάρει!

Κι αν πάμε στο πρακτικό του όλου ζητήματος –εκεί το ανέκδοτο γίνεται γκραν γκινιόλ. Τα λεβεντόπαιδα της συγκυβέρνησης (συγνώμη, της κυβέρνησης Πασόκ με ολίγη) από τη μια ανεβάζουν τις μισθολογικές κρατήσεις στο θεό, από την άλλη μειώνουν τους μισθούς (κάποιος να τους πει οτι έτσι θα μειωθούν και τα ποσά των κρατήσεων) κι από την τρίτη συζητάνε περί του πόσο πρέπει να ανοίξει το επάγγελμα των ταξιτζήδων, περί ηλικίας των εφέδρων και περί της «μοναξιάς που έχει εφτά πετσιά». Κι όσο να αποφασίσουν για τα πετσιά της μοναξιάς εμένα ο μισθός μου θα έχει μπει στην αρνητική ζώνη κι άντε μετά να μου κάνουν έξτρα κρατήσεις όταν δυο πλην θα μάς δίνουν ένα συν.

Τέλος πάντων, μη μου δίνεις σημασία –άλλωστε εσύ δεν είσαι ποταπός σαν κι εμένα, να χρειάζεσαι μισθό για να ζήσεις. Εσύ έχεις την επανάσταση –κράτα τη μόνο καλά μη σου ξεφύγει και δαγκώσει κάνα αδέσποτο.

Είχα πει να μην ξαναγράψω κάτι για την παρούσα κατάσταση επειδή βαρέθηκα να κουβεντιάζω με φασιστοχουντικούς –άλλωστε τον «φασίστα κι αν τον πλύνεις -τα κάνει κρεμαστάρια». Αλλά ο εκνευρισμός είναι σαν τον καπνό του τσιγάρου –όσο και να τον κρατάς μέσα σου, κάποια στιγμή θα σου βγει, ακόμα κι από τα αυτιά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 13, 2011

8. Προδιαγραφές θανάτου


Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια 
6. Κορόιδο 
7. Η πονεμένη ιστορία της Σόνιας

Η Σόνια έλειπε όταν γύρισα σπίτι, έκλεισα την πόρτα πίσω μου αμήχανα –σαν πιτσιρικάς που τρύπωσε στο δωμάτιο κάποιας γκόμενας. Το μυαλό μου άδειασε από Αλευράδες, Κωνσταντινίδηδες και λοιπούς κερατάδες –ήθελα μόνο να ξαπλώσω στον κοντινότερο καναπέ, να κλείσω τα μάτια και να μυρίσω την απουσία της. Φυσικά, ξεκαρδίστηκα αμέσως μόλις μου πέρασε αυτή η σκέψη κι επιτόπου ένιωσα ναυτία, σε λίγο θα πλάκωναν οι πόνοι στα κόκαλα. Κατέβασα λοιπόν κάμποσα χάπια κωδεϊνης κι αποκοιμήθηκα στον καναπέ πριν προλάβω ν΄ ανάψω τσιγάρο. Δεν ήρθε στον ύπνο μου, ούτε εκείνη, ούτε κανένας τους. Μόνο μια αίσθηση παγωμένης λάμας που τριγύρναγε το δέρμα μου χωρίς ν΄ αποφασίζει να το χαράξει -συνηθισμένα πράγματα για όποιον έχει κοιμηθεί σε κελί.

Άκουσα την εξώπορτα να τρίζει μαζί με το πνιχτό γέλιο πάνω από το κεφάλι μου, τινάχτηκα με αποτέλεσμα να βρεθώ σωριασμένος στο πάτωμα. Το πνιχτό γέλιο μετατράπηκε σε κανονικό χάχανο, ήμουν αντιμέτωπος με ένα ζευγάρι στραβοπατημένων αθλητικών παπουτσιών.
«Ρε μαλάκα Γκας, δεν είχανε κουδούνια εκεί που γεννήθηκες;» μούγκρισα.
Τα στραβοπατημένα αθλητικά έκαναν δυο βήματα πίσω –πρώτα το αριστερό, το καλό, μετά το δεξί που σερνόταν άτσαλα από τότε που είχε μαγκωθεί η κνήμη του στην πρέσα.
«Είπα να μη σε ενοχλήσω αδερφούλη», κορόιδεψε ο Γκας.
«Έλα όμως που το έκανες...» διαπίστωσα καθώς βολευόμουν ξανά στον καναπέ.
Είχα την ευκαιρία να ελέγξω το χώρο, ένα από τα καλόπαιδα του Γκας μπλόκαρε την εξώπορτα με τα ξύγκια του όσο το άλλο αγνάντευε ρομαντικά έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Άπαντες φορούσαν γυαλιστερές φόρμες γυμναστικής και μοιάζανε με αδερφές στα πρόθυρα υστερίας. Έπνιξα ένα γέλιο.
«Κοιμάσαι ενώ θα έπρεπε να δουλεύεις», είπε ο Γκας.
«Και τι μ΄αυτό;» απόρησα.
«Ξέχασες οτι μου χρωστάς νομίζω...» μουρμούρισε.
«Ξεχνιούνται αυτά;» ψιθύρισα. «Αλλά δεν χρειαζόταν να έρθεις αυτοπροσώπως –έχουν εφευρεθεί τα τηλέφωνα εδώ και κάτι χρόνια....»
«Πάντα ο ίδιος αστείος», ψευτοθαύμασε ο Γκας. «Ξέρεις –τους αστείους, αλλιώς τους λένε και καραγκιόζηδες».
«Και τους μαλάκες πώς αλλιώς τους λένε;» ρώτησα.
Κοκκίνισε κι εγώ μαζεύτηκα υπολογίζοντας οτι θα μου στρέσαρε καμιά ξεγυρισμένη, αλλά δεν έκανε τίποτα. Πράγμα που σήμαινε οτι με είχε ανάγκη κι αν σκεφτείς οτι μου έκανε την τιμή να έρθει αυτοπροσώπως –άρχιζα να μην έχω καθόλου καλό προαίσθημα για τη δουλειά...
«Μιας και ήρθε η κουβέντα στους μαλάκες... Υπάρχει μια ανταγωνίστρια εταιρεία η οποία προσπαθεί να μας μειώσει τον τζίρο –με αντιλαμβάνεσαι;» σταμάτησε με κοίταξε, δεν ικανοποιήθηκε καθόλου από την έλλειψη αντιδράσεων εκ μέρους μου αλλά συνέχισε. «Πάνε λοιπόν και εισπράττουν από τα μαγαζιά τα δικά μας, με τέτοια κρίση τους νιώθουμε τους ανθρώπους –πού να τα βρουν να δίνουν σ΄ όλους; Δε σου κρύβω οτι τα παιδιά με πόνο ψυχής τους ζητάνε τα συμφωνημένα...»
Κοίταξα τα «παιδιά» κι απόρησα σε ποιο ακριβώς σημείο του κορμιού τους νιώθανε τον πόνο.
«Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά. Βλέπεις, οι τύποι στήνουν 2-3 απέξω από το μαγαζί να κόβουν κίνηση και στέλνουν έναν δικό τους μέσα. Αν πάμε να πλησιάσουμε την ώρα που γίνεται το νταραβέρι θα μας λιανίσουν καθότι αυτοί μάς ξέρουνε ενώ εμείς όχι.... Πρέπει λοιπόν να το παίξουμε ανάποδα, να πάει κάποιος δικός μας άγνωστος κι όταν φανερωθούν οι δικοί τους να τους αναλάβουμε εμείς που θα παραμονεύουμε», σταμάτησε, πήρε ανάσα και ψάχτηκε για τσιγάρο επειδή τύγχανε κακός χαρτοπαίχτης από αμνημονεύτων χρόνων.
Όχι οτι μπορούσε να με κοροϊδέψει δηλαδή –την ήξερα αυτή τη φάμπρικα με τον «φυτευτό», 9 στις 10 φορές κατέληγε σε πραγματικό φύτεμα για όποιον αναλάμβανε να παίξει το ρόλο του καμπόη που σκάει από το πουθενά. Συνήθως το ιππικό αργούσε να έρθει ή οι ινδιάνοι τους καθυστερούσαν, άλλωστε ο «φυτευτός» δεν ήταν κανονικό μέλος της παρέας και σε κανέναν δεν θα έλειπε.
«Με στέλνεις συστημένο, έτσι;» τον ρώτησα.
«Ε, τώρα...» έκανε να διαμαρτυρηθεί.
«Τι τώρα, τι ύστερα», τον έκοψα. «Μέσα –αλλά αν τη γλιτώσω δεν πρόκειται να σου κάνω άλλη δουλειά».
«Δεν ήταν αυτή η συμφωνία», διαμαρτυρήθηκε.
«Στα παπάρια μου η συμφωνία –εδώ με στέλνεις να με καρικώσουν σα ζακέτα, σιγά μην υπολόγιζες να σου κάνω κι άλλη δουλειά....»
Έριξε τη στάχτη του στο πάτωμα, νευρίασα λίγο.
«Θα δούμε», είπε.
«Δες και μου λες», του ξεκαθάρισα. «Κι επειδή η αναμονή μού βάζει ιδέες θέλω, αν τελειώσω τη δουλειά, να μου κάνεις πλάτες σε μια επίσκεψη στον Αλευρά –πώς το βλέπεις; Αποφάσισες ή να προσθέσω κάτι ακόμα;»
Βλαστήμησε μέσα απ΄ τα δόντια του όσο άναβα κι εγώ τσιγάρο. Έσπρωξα το τασάκι προς το μέρος του, κάνοντας νόημα να το χρησιμοποιήσει.
«Παίζεις με την υπομονή μου», μούγκρισε. «Είσαι τυχερός που κάναμε μαζί μέσα, αλλιώς θα έψαχνες να βρεις το κεφάλι σου τώρα».
«Χάρη θα μου έκανες ρε κορόιδο», γέλασα.
«Τέλος πάντων», είπε.
«Πότε;» ζήτησα να μάθω.
«Απόψε το βράδυ. Το μαγαζί λέγεται Φαντάζιο, στη μέση περίπου της Ιεράς Οδού. Θα πας κατά τις 10, σήμερα του έχουν πει του μαγαζάτορα οτι θα περάσουν για είσπραξη. Είναι μιλημένος, θα σου κάνει νόημα όταν έρθουν».
«Και πώς θα με γνωρίσει;»
«Θα του συστηθείς όταν πας ρε μαλάκα».
Έσβησα νευρικά το τσιγάρο.
«Δηλαδή σα να λέμε, αν είχα μια πιθανότητα να τους αιφνιδιάσω, μου τη γάμησες κι αυτή», συμπέρανα.
«Έλα –μη γκρινιάζεις», χαμογέλασε.
Κρύος ιδρώτας κύλησε στην πλάτη μου.

Όταν έφυγε ο Γκας με τους δικούς του ανακάλυψα οτι έδειχνα χάλια και ένιωθα ακόμα χειρότερα. Πάνω στο τραπεζάκι είχαν αφήσει ένα πιστόλι, ένα κουτί σφαίρες και τρία κατοστάρικα, για να ξοδέψω στο μαγαζί. Βιάστηκα να τα παραχώσω στο σακ βουαγιάζ μου, τα παρατημένα πιστόλια είναι κακός μπελάς, ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα τα πάρει. Έξω έκανε ακόμα μεσημέρι, σενιαρίστηκα κι εγώ, έψαξα στα ράφια της κουζίνας, βρήκα ένα θησαυρό υλικών (μακαρόνια, σάλτσες, μανιτάρια, καλαμπόκια και πακέτα αγνώστου περιεχομένου), το σκέφτηκα για λίγη ώρα, κοίταξα κατάματα την κουζίνα και αποφάσισα να παραγγείλω κινέζικο απέξω.

Όταν μπήκε, το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο και τα φαγητά την περίμεναν δίπλα στο φούρνο μικροκυμάτων. Άνοιξα ένα κόκκινο παλιόκρασο και της χαμογέλασα. Με κοίταξε, γύρισε αλλού το κεφάλι προσπαθώντας να κρύψει ένα σκληρό βλέμμα και πήγε στην κρεβατοκάμαρά της. Σε λίγο επέστρεψε με ελαφρύτερα ρούχα και ανάλογη έκφραση.
«Γιατί όλα αυτά;» χαμογέλασε.
«Φιλοξενούμενος είμαι», δικαιολογήθηκα.
«Αυτό μόνο;»
«Τι τα ψάχνεις τώρα... Κάτσε να φάμε».
Κάθισε.
«Λοιπόν», είπε πίνοντας λίγο κρασί, «κάπου εδώ θα πρέπει να σε ρωτήσω πώς ήταν η μέρα σου».
«Και να προσποιηθείς οτι ακούς με ενδιαφέρον, πριν αρχίσεις να μου λες για τη δική σου μέρα», συμπλήρωσα.
Γέλασε.
«Νομίζω οτι αυτά που έκανε ο καθένας μας στη μέρα του είναι ικανά να μάς κόψουν την όρεξη», είπε.
Συμφώνησα.
Φάγαμε σιωπηλοί, έψαχνα ευκαιρίες να της ρίξω κλεφτές ματιές, μπας και καταλάβω τη διάθεσή της.
«Θα βγεις το βράδυ;» τη ρώτησα.
«Δεν έχω κανονίσει. Εσύ;»
«Έχω μια δουλειά κατά τις 10».
«Δική σου ή....»
«Ή»
Σήκωσε τα μάτια της από το πιάτο.
«Να προσέχεις», είπε.
«Μην ανησυχείς», μου ξέφυγε.
Ξανάσκυψε στο απείραχτο φαγητό της.
«Τι θέλεις να κάνουμε μέχρι να φύγεις;» με ρώτησε.
Το πρώτο που ήρθε στο μυαλό μου ήταν το πήδημα –έφταιγε μάλλον η διστακτική φωνή της όταν έκανε την ερώτηση και το γεγονός οτι οι πιθανότητες να δω το ξημέρωμα της επόμενης μέρας ήταν λιγοστές. Απέφυγα να την κοιτάξω για να μην καρφωθώ, απέφυγα να πιάσω το ποτήρι του κρασιού για να μην το χύσω κατά λάθος. Σκέφτηκα να το παίξω πούστικα, σε στυλ «εσύ τι προτείνεις;» αλλά ντράπηκα να της φερθώ έτσι. Άναψα λοιπόν τσιγάρο, έσπρωξα το μισοφαγωμένο μου μοσχάρι σετσουάν και ήπια μια γενναία γουλιά κρασιού. Χαμογέλασα.
«Σόνια, όταν κάποιος έχει απέναντί του μια γυναίκα σαν εσένα, το πρώτο που θέλει είναι να πηδηχτεί μαζί της. Το δεύτερο που θέλει είναι να μείνουν μαζί για πάντα. Και το τρίτο να καπνίσουν ένα τσιγάρο, συζητώντας τις πιθανότητες να συμβούν τα δυο προηγούμενα», αισθάνθηκα ηλίθιος όταν τέλειωσα τη φράση μου αλλά ήταν αργά να την πάρω πίσω.
«Δεν ρώτησα τον κάποιο, εσένα ρώτησα», έκανε σκληρά η Σόνια.
Κατάπια έναν κόμπο σάλιου.
«Όσο για μένα κι εφόσον ρωτάς», μουρμούρισα, «δεν κάνω ποτέ κουβέντες που αφορούν τα πάντα, επειδή συνηθίζω να πέφτω έξω στους υπολογισμούς μου, άσε που χρειάζομαι κι ένα τσιγάρο πριν, εκτός από το τσιγάρο μετά. Στα υπόλοιπα θα συμφωνήσω με τον κάποιον».
«Ενδιαφέρον», σχολίασε η Σόνια.
«Ποιο απ΄ όλα;» ζήτησα να μάθω.
«Το οτι έψαξες να βρεις τρόπο να μη με προσβάλεις λέγοντας ξερά πως θέλεις να με πηδήξεις...»
Έκανε λάθος φυσικά, αλλά δεν υπήρχε λόγος να το διορθώσω.
Σηκώθηκα φανερά ξενερωμένος και πήγα το πιάτο μου στον νεροχύτη, γύρισα μετά για να μαζέψω και τα υπόλοιπα. Αλλά δεν πρόλαβα γιατί μπήκε μπροστά μου η Σόνια και με μπλόκαρε.
«Δεν χρειάζονται όλα αυτά...» ψιθύρισε περνώντας το νύχι της από το μάγουλό μου.
«Επειδή περιλαμβάνεται στην τιμή;» τη ρώτησα.
Σκλήρυνε χαμογελώντας.
«Αυτό είναι κάτι που δεν θα μάθεις», είπε.
«Και γιατί θα έπρεπε να με ενδιαφέρει;» αναρωτήθηκα περνώντας το χέρι μου στη μέση της.
Αντιστάθηκε λίγο στην αρχή, δεν το περίμενε, αλλά μετά αφέθηκε να την τραβήξω κοντά μου και να την φιλήσω. Μύριζε νεκρολούλουδο.
«Πάμε;» τη ρώτησα.
Δεν αντέδρασε, απλώς έμεινε χαλαρή στην αγκαλιά μου. Κι εγώ την τράβηξα προς την κρεβατοκάμαρά της, στην αρχή με ακολούθησε αλλά όταν κατάλαβε τι γινόταν σταμάτησε.
«Όχι εκεί», είπε.
«Μεγαλύτερο κρεβάτι, περισσότερη άνεση», σχολίασα.
«Μη γίνεσαι μαλάκας. Ένα πράγμα σου ζήτησα –να μη μπαίνεις στην κρεβατοκάμαρά μου», θύμωσε.
«Δεν θα έμπαινα μόνος μου», της υπενθύμισα.
«Είχα πει οτι κάνει διαφορά;» αναρωτήθηκε. «Δηλαδή γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν σέβονται τίποτα;»
Κοίταξα τριγύρω μπας και εντοπίσω αυτούς τους ανθρώπους αλλά δεν είδα κανέναν.
«Εντάξει», είπα στο τέλος κάνοντας δυο βήματα πίσω.
Μετά της γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα για το δωμάτιό μου.
«Πού πας;» ρώτησε.
«Έχουμε και δουλειές», παραδέχτηκα.
Χώθηκα στο δωμάτιό μου, φόρεσα μια φαρδιά μάλλινη μπλούζα για να μη φαίνεται η Μπερέτα που έχωσα στο παντελόνι μου, έβαλα το πιστόλι που μου άφησε ο Γκας στην τσέπη του μπουφάν, το σκέφτηκα λίγο, αποφάσισα να κρύψω και την πεταλούδα στην αριστερή μου μπότα. Έκανα δυο βήματα κι ένιωσα λίγο ρομπότ, αλλά δε γαμιέται; Μάλλον θα με τρώγανε λάχανο, δεν υπήρχε λόγος να μπλέξω και τη Σόνια παρατώντας όπλα στο σπίτι της. Βγήκα στο καθιστικό.
«Δεν χρειάζεται να φύγεις από τώρα», μου είπε.
Καθόταν στον καναπέ και κάπνιζε απέναντι από την κλειστή τηλεόραση.
«Είπα εγώ οτι χρειάζεται;» αναρωτήθηκα.
«Σου κόλλησα το ελάττωμα μου -άρχισες να μιλάς κι εσύ στον εαυτό σου», παρατήρησε.
«Ναι», γέλασα.
«Κάθισε», μου ζήτησε.
«Κάποια άλλη φορά», είπα.
Κι άνοιξα βιαστικός την πόρτα, δεν γινόταν διαφορετικά. Αν έμενα κι άλλο μαζί της δεν θα είχα κουράγιο να κάνω τη δουλειά του Γκας -δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να πρέπει να σκοτωθείς μετά από πήδημα.

Το κρύο με συνέφερε όταν βγήκα από την πολυκατοικία, άρχισα να βαδίζω γρήγορα για να μην το μετανιώσω. Περπάτησα κάνα χιλιόμετρο πριν βρω έναν τηλεφωνικό θάλαμο που να λειτουργεί –χώθηκα μέσα και πήρα στο Βιτόφκσι.
«Λέγετε», ζήτησε ο μπάρμαν.
«Εγώ είμαι», είπα.
«Α, τι γίνεσαι; Όλα καλά; Η οικογένεια καλά;» με ρώτησε.
Κλασσικό συνθηματικό οτι είχανε σφίξει τα πράγματα.
«Μια χαρά», είπα. «Εσύ πώς τα πας;»
«Δύσκολα.... Κόσμος μπαίνει, κόσμος βγαίνει αλλά κανείς δεν πίνει...»
Πάει να πει, οι μπάτσοι είχανε φτάσει μέχρι το μπαρ.
«Κάνε υπομονή, θα στρώσει το πράγμα», του είπα.
«Ναι –γιατί αλλιώς θα βάλω λουκέτο. Ανοίξανε κι ένα μαγαζί ακριβώς από πάνω μου και μού έχει φάει όλη την κίνηση, συνέχεια γεμάτο κόσμο»
Άρα, οι μπάτσοι με περιμένανε στο διαμέρισμά μου.
«Κουράγιο φίλε –θα περάσω κάποια μέρα να τα πούμε από κοντά».
«Ναι, όποτε θέλεις. Πάρε όμως πρώτα κάνα τηλέφωνο».
Έκλεισα σκεφτικός. Γρήγορα βγάλανε άκρη οι μπάτσοι κι ακόμα πιο γρήγορα βρήκαν το σπίτι μου. Σίγουρα τους είχε ειδοποιήσει ο Κωνσταντινίδης –ειδικά μετά την επίσκεψή μου –και δεν τον κατηγορούσα γι΄αυτό.

Έφτασα πολύ νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα στο μαγαζί -ήταν 8 και κάτι -μόνο οι καθαρίστριες φαίνονταν να κυκλοφορούν εκεί μέσα. Το Φαντάζιο έμοιαζε για κωλάδικο πολυτελείας, απ΄αυτά που κονσομασιόν κάνουν οι τραγουδίστριες και οι λουλουδούδες ξαναπουλάνε τα πεταμένα άνθη. Δίπλα στη μαύρη μαντεμένια πόρτα φιγουράρανε (αφώτιστες ακόμα) οι φωτογραφίες των καλλιτεχνών –Άντα, Μύριαμ, Νατάσσα και Βερόνικα Λόη. Αυτή η τελευταία με προβλημάτισε –γιατί δηλαδή είχε ονοματεπώνυμο; Οι άλλες σε πηγάδι κατουρήσανε; Άσε που το επώνυμό της ήταν μικρότερο από το όνομα –μυστήρια πράγματα....
Το μαγαζί είχε μπροστά του ένα τεράστιο πεζοδρόμιο, για να παρκάρουν οι κουρσάρες των πελατών βεβαίως, στα δεξιά υπήρχαν δυο είσοδοι πολυκατοικιών ενώ στα αριστερά ξεκίναγε ένα στενάκι, μαγαζί-γωνία δηλαδή. Βολτάρισα για λίγο στο στενό, κλειστά συνεργεία και ένα ερειπωμένο σπίτι, τίποτα το ιδιαίτερο. Ξαναγύρισα μπροστά στο μαγαζί και πήρα να εποπτεύω τον χώρο.
Οι καργιόληδες θα τη στήνανε στο απέναντι πεζοδρόμιο της λεωφόρου, υπήρχε άπλα για να παρκάρουν εκεί πέρα, άσε που η διαχωριστική νησίδα με τα τσιμεντένια παρτέρια θα τους έκρυβε μια χαρά. Άναψα τσιγάρο κοιτάζοντας την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας. Πόσο εύκολο θα ήταν να κρυφτεί κάποιος εκεί μέσα; Πολύ εύκολο, αρκεί να βρισκόταν ένας μαλάκας ένοικος που θα άνοιγε χωρίς να ρωτήσει, ή να προλάβαινε την πόρτα στο κλείσιμο. Πέταξα το τσιγάρο και το πήρα απόφαση, η δουλειά ήθελε κάμποση προετοιμασία.

Πέρασα τη λεωφόρο και βρέθηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο –είχε κάτι κλειστά μαγαζιά ανταλλακτικών εκεί πέρα κι ακόμα περισσότερες πολυκατοικίες. Βολτάρισα πέρα-δώθε ψάχνοντας πού θα διάλεγαν να παρκάρουν. Φάτσα απέναντι από το μαγαζί ή στα πλάγια; Ήταν ένα τεράστιο οικοδομικό τετράγωνο με εξίσου τεράστιο πεζοδρόμιο. Καταράστηκα τους δημάρχους κι όλους τους σχετικούς ρεμπεσκέδες που φτιάχνουν τέτοια τέρατα, λες και υπάρχει περίπτωση να κάνει κάποιος τη βόλτα του στη γραφική Ιερά Οδό. Πιάτσες για πουτάνες στήνουν οι καργιόληδες, αν θες τη γνώμη μου, πιάτσες για πουτάνες και για να γαμιούνται αθώοι άνθρωποι σαν εμένα. Η κίνηση στη λεωφόρο ήταν αραιή σαν παγωμένη σούπα, αυτό χειροτέρευε τα πράγματα –έπρεπε να μην κάθομαι σκέτο αγγούρι, έπρεπε κάπου να κρυφτώ, να βλέπω χωρίς να βλέπομαι. Οι καργιόληδες που θα τη στήνανε εδώ πέρα δε με γνώριζαν, έπρεπε λοιπόν να κρατήσω το πλεονέκτημα για όσο περισσότερο γινόταν. Κοίταξα τις εισόδους των πολυκατοικιών ψάχνοντας για φιλόξενη στέγη.
Δεν άργησα να εντοπίσω μια σαράβαλη εξώπορτα, το λευκό καλώδιο αυτόματης απελευθέρωσης μισοκρεμόταν δίπλα από την πετούγια, ανάθεμα κι αν δούλευε... Πήγα πιο κοντά, έσπρωξα, η πόρτα υποχώρησε. Το εσωτερικό της πολυκατοικίας μύριζε βραστό λάχανο και ξεραμένο κάτουρο, φαίνεται πως και άλλοι, πριν από μένα, είχαν πάρει χαμπάρι τη χαλασμένη εξώπορτα. Ανέβηκα λίγο τη σκάλα που πήγαινε στους ορόφους, κουλουριάστηκα σ΄ένα βολικό σημείο για να βλέπω έξω αλλά και να είμαι έτοιμος να το παίξω «ανεβαίνω στον πρώτο» αν τυχόν εμφανιζόταν κάποιος από τους ένοικους. Η ώρα ήταν 9 παρά κάτι λίγα.

Στις 9 και μισή ανακάλυψα οτι ψιλοκοιμόμουν στο σκοτάδι. Πετάχτηκα, άναψα τσιγάρο, κάπνισα κλεφτά, συνήλθα. Κάνα τέταρτο αργότερα είδα το αυτοκίνητο. Ένα παλιό Ασκόνα χρώματος απροσδιόριστου που ανέβηκε στο πλατύ πεζοδρόμιο και πάρκαρε 20 μέτρα μακριά από την πολυκατοικία. Δυο μαλάκες πετάχτηκαν από τις ανοιχτές πόρτες, περπάτησαν προσεκτικά θέλοντας να ξεμουδιάσουν –έβλεπα τις πλάτες τους γιατί κοιτούσαν προς το Φαντάζιο. Περίμενα λίγο ακόμα, οι μαλάκες ακούμπησαν στη σκεπή του αυτοκινήτου και άναψαν τσιγάρα. Ήταν η ώρα μου. Σηκώθηκα, τεντώθηκα και βγήκα από την εξώπορτα της πολυκατοικίας σαν νοικοκύρης. Με το που πάτησα στο πεζοδρόμιο σταμάτησα, κούμπωσα το μπουφάν μου κοιτάζοντας τριγύρω. Μετά τους πλησίασα.
«Συγνώμη, μην παρκάρετε εδώ γιατί γράφουν», τους είπα χαμογελαστά.
Δεν γυρίσανε καν να με δουν.
«Ας γράφουν», μούγκρισε ο οδηγός μέσα από το αμάξι.
Σήκωσα τους ώμους σαν άνθρωπος που έχει κάνει το χρέος του και τους προσπέρασα. Η καλύτερη τακτική για να μη σε εντοπίσουν αυτοί που σε ψάχνουν είναι να πέσεις πρώτος πάνω τους –δεν ακούνε καν τι τους λες, νοιάζονται μονάχα να φύγεις από μπροστά τους, να μην τους κόβεις τη θέα. Γι΄αυτό και το τράβηξα λίγο ακόμα, στάθηκα με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο και το άλλο στην άσφαλτο, χάζεψα τα μπαλκόνια της πολυκατοικίας από την οποία μόλις είχα βγει, άκουσα τα μουγκρητά τους, «εκεί θα κάτσει ο μαλάκας;» και πέρασα απέναντι με το πάσο μου. Βέβαια, όταν έφτασα στη διαχωριστική νησίδα ξανασταμάτησα για να ξανακοιτάξω τα μπαλκόνια, λίγο ακόμα και θα με πυροβολούσαν για να φύγω από το οπτικό τους πεδίο.

Το μαγαζί ήταν ολόφωτο, αλλά η κίνηση δεν είχε αρχίσει. Ένας πορτιέρης ξυνόταν στο σκαμπό του.
«Ο κύριος;» ρώτησε.
«Έχει αρχίσει το πρόγραμμα;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Τώρα, σε λίγο...»
«Εντάξει», είπα. «Πληρώνω είσοδο;»
«10 ευρώ, περιλαμβάνεται ένα ποτό».
Έβγαλα τα λεφτά και του τα έδωσα, μου έκοψε ένα κακοτυπωμένο απόκομμα και έκανε στην άκρη για να μπω. Κοίταξα προς το αυτοκίνητο στο απέναντι πεζοδρόμιο, οι τύποι μού είχαν γυρισμένη την πλάτη και κάτι κουβεντιάζανε. Υπέροχα.
Κάτι ασημένιες ντισκόμπαλες του περασμένου αιώνα με στράβωσαν όταν μπήκα στην αίθουσα, αναγκάστηκα να φτάσω σκυφτός μέχρι το μπαρ. Ο τύπος που έκοβε λεμόνια από μέσα δε μου φαινόταν για πολύ αφεντικός, κοίταξα τριγύρω, ψάχνοντας να τον εντοπίσω.
«Τι θα πάρετε;» με ρώτησε ο λεμόνιας.
Παράγγειλα τη συνηθισμένη μου βότκα κι έμεινα να την περιμένω παίζοντας με κάποιο μεταλλικό σουβέρ.
Ο μπάρμαν άφησε το ποτήρι μπροστά μου μη βρίσκοντας τον παραμικρό λόγο να το παίξει ευγενικός.
«Το αφεντικό πού είναι;» τον ρώτησα.
«Ποιο αφεντικό;» απόρησε.
Του χαμογέλασα περιμένοντας. Με κοίταξε αναποφάσιστος.
«Τόνυ, βάλε μου το συνηθισμένο», ζήτησε επιτακτικά ένας σαπιοκοιλιάς που στριμώχτηκε δίπλα μου.
«Εσύ είσαι ο Τόνυ;» ρώτησα τον μπάρμαν.
Κούνησε το κεφάλι εμφατικά.
«Φάτε ρε έναν Τόνυ», μουρμούρισα γυρίζοντας προς τον σαπιοκοιλιά. «Εσύ κάνεις κουμάντο εδώ μέσα;» τον ρώτησα.
«Τραβάς κάνα ζόρι;» μου χώθηκε πλησιάζοντας. Ιδρώτας ανακατεμένος με βαριά κολόνια.
«Με στέλνει ο Γκας», είπα.
Ο σαπιοκοιλιάς μαζεύτηκε.
«Καιρός ήταν», διαπίστωσε. «Εγώ δεν έχω πρόβλημα, εσείς πρέπει να τα βρείτε μεταξύ σας –δε γίνεται να πληρώνω σαράντα νοματαίους μ΄ αυτή την κρίση...»
«Εντάξει, δε χρειάζεται να το συζητήσουμε –απλώς έχε υπόψη σου όταν έρθει ο λεβέντης οτι θα χωθώ», του είπα.
Κούνησε το κεφάλι και απομακρύνθηκε μαζί με το ποτό του. Επειδή ήταν έξυπνο παιδί φρόντισε να μείνει μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Και τότε σκίστηκαν οι ουρανοί ή κάτι χειρότερο. Ένα μπουμπουνητό απείλησε να διαλύσει τα ηχεία, ένα σμήνος από παράσιτα μάς επιτέθηκε –στιγμιαία έγινε νεκρική ησυχία κι απότομα γέμισε ο χώρος από μπουζούκι ανακατεμένο με συνθεσάιζερ. Κοίταξα πίσω μου την πίστα –ένα κάζο  (κάτι ανάμεσα σε γυναίκα και αρχηγό των Σιού) είχε εμφανιστεί εκεί πέρα, το χειρότερο ήταν οτι κρατούσε μικρόφωνο. Πήρα βαθιά ανάσα και άναψα τσιγάρο. Ο ήχος δυνάμωσε ακόμα περισσότερο κατεδαφίζοντας τις προσδοκίες μου. Η ώρα ήταν 10 παρά κάτι.

Κι ο τύπος εντελώς ηλίθιος. Μπήκε στο μαγαζί με υφάκι «σας γαμάω όρθιους», έκανε μια γυροβολιά και στήθηκε δίπλα στην κεντρική κολώνα της αίθουσας νομίζοντας οτι εξασφάλισε αμφιθεατρική θέα. Αυτό που, στην πραγματικότητα, είχε καταφέρει ήταν να βλέπει τον ιδιοκτήτη κι εμένα να μου έχει γυρισμένη την πλάτη. Όταν βεβαιώθηκε οτι όλα ήταν ήσυχα, έβγαλε το κινητό του. Σε δυο λεπτά εμφανίστηκε το κυρίως πιάτο –ένα ξανθό πιθηκοειδές με δερμάτινη καμπαρτίνα. Εντελώς σούργελα οι τύποι.
Ο ξανθός πήγε καρφί στον ιδιοκτήτη όσο ο άλλος μετακινήθηκε προς την είσοδο του μαγαζιού, προφανώς για να ελέγχει τον μπράβο.
«Να σε πληρώσω;» φώναξα στον μπάρμαν.
Ήρθε απορημένος αφού ακόμα έπινα το ποτό της «εισόδου» αλλά όταν είδε το δεκαρικάκι να φιγουράρει στο κόντρα πλακέ, το μάζεψε όλο χαμόγελα. Σηκώθηκα, έστρωσα το μπουφάν μου και ξεκίνησα να φύγω κάπως απογοητευμένος από την ποιότητα του προγράμματος –αυτή ήταν η αλήθεια. Ο ηλίθιος στην πόρτα γύρισε να με κοιτάξει.
«Καλησπέρα σας», είπα.
Βιάστηκε να κοιτάξει από την άλλη πλευρά.
«Χάλι το πρόγραμμα», επέμεινα, «κανονικά έπρεπε να μας πληρώνουν για να το βλέπουμε».
Δεν έκανε τον κόπο να γυρίσει αλλά κι εγώ δεν έχασα την καλή μου διάθεση.
«Δεν συμφωνείτε;» επέμεινα, πιάνοντάς τον αγκαζέ.
Ταράχτηκε, έκανε ν΄ απελευθερωθεί από το πιάσιμό μου σαν ηλίθιος που ήταν –στο μεταξύ εγώ έβγαλα τη Μπερέτα και την πίεσα στο αριστερό του νεφρό.
«Κάτσε ήσυχα μη γεμίσουμε άντερα εδώ μέσα», τον προειδοποίησα.
Μαζεύτηκε, ήταν περπατημένο παιδί, ήξερε οτι δεν κάνεις πολλά κουνήματα όταν σε σημαδεύουν. Ο μπράβος από την εξώπορτα γύρισε να μάς κοιτάξει, του έκλεισα το μάτι κι αδιαφόρησε. Τώρα έπρεπε να γίνουν όλα γρήγορα.
«Πάμε στο μαλάκα σου», του σφύριξα στο αυτί και τον πίεσα να κουνηθεί.
Ο ξανθός μάς είδε που ερχόμασταν α λα μπρατσέτα, έχωσε το χέρι του κάτω από το τραπέζι, προφανώς για να βγάλει πιστόλι, και περίμενε.
«Τον δικό σου θα πετύχεις αν κάνεις καμιά μαλακία», του εξήγησα όσο βολευόμασταν στο τραπέζι τους.
Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού μάς χάζευε όλο ενδιαφέρον. Ο ξανθός γύρισε λίγο το σώμα του για να με σημαδεύει καλύτερα –θύμωσα που κάποιοι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν από πολιτισμένη συζήτηση και τον πυροβόλησα κάτω από το τραπέζι. Τινάχτηκε πριν κοπανήσει με το κεφάλι στο σίδερο του τραπεζιού, ο μαλάκας δίπλα μου αναστατώθηκε κι έτσι αναγκάστηκα να τον κοπανήσω στη μούρη με την κάνη της Μπερέτας που ακόμα κάπνιζε. Ο ήχος του πυροβολισμού, ευτυχώς, είχε πνιγεί στην κακοφωνία της τραγουδιάρας.
«Θα τον πάρεις και θα φύγετε ήσυχα. Άμα σας ξαναδώ εδώ μέσα την πουτσίσατε», είπα στον διπλανό μου.
Ταυτόχρονα έψαχνα με τη μπότα μου στο πάτωμα μέχρι να βρω το πεσμένο πιστόλι –μόνο όταν το πάτησα ησύχασα. Ο ξανθός άρχισε να κλαψουρίζει.
«Τα χέρια πάνω στο τραπέζι, να τα βλέπω», του φώναξα.
Βιάστηκε να υπακούσει όσο ο διπλανός μου έγλυφε το αίμα από τη μούρη του.
«Κι εσύ, ξεφόρτωσε», είπα κοιτάζοντάς τον.
Άφησε ένα πιστόλι πιο βαρύ κι από νεογέννητο.
«Ακόμα εδώ είσαστε;» απόρησα θυμωμένα.
Ο τύπος δίπλα μου σηκώθηκε, κόντεψε να πέσει καθώς μπερδεύτηκε στην καρέκλα του, αλλά τελικά κατάφερε να μαζέψει τον ξανθό και να πάρουν το δρόμο της εξόδου. Γύρισα προς τον ιδιοκτήτη.
«Θα τους συνοδέψω μέχρι έξω, μην ξεχάσεις για ποιον δουλεύω», τον προειδοποίησα.
Η τραγουδιάρα φαλτσάρισε ακόμα χειρότερα από το αναμενόμενο βλέποντας τους δυο άντρες να αποχωρούν σε στυλ «Οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε», της χαμογέλασα καθώς τους συνόδευα αλλά δεν το κατάλαβε. Τότε ακριβώς μια τεράστια σφίγγα με τσίμπησε πισώπλατα στο ύψος του ώμου, ήταν μια πολύ κακιά σφίγγα και, προς στιγμή, κόντεψα να βάλω τα κλάματα –όμως άκουσα τον ήχο του πυροβολισμού και κατάλαβα οτι δεν υπήρχε λόγος. Γύρισα προσπαθώντας να μη μου πέσει η Μπερέτα, είδα τον σαπιοκοιλιά τον ιδιοκτήτη να το βάζει στα πόδια.
«Πούστη», σφύριξα μέσα απ΄ τα δόντια μου όσο τον έβαζα στο σημάδι.
Τελευταία στιγμή ήρθα στα λογικά μου, χαλάρωσα το σφίξιμο στη σκανδάλη και γύρισα προς το ζευγαράκι των παραπληγικών.
«Προχωράτε εσείς μη σας γαμήσω», τους ξέκοψα.
Όταν στην έχουν στημένη απέξω δεν πυροβολείς άσκοπα –τους έσπρωξα λοιπόν για να βγουν, ο μπράβος παραμέρισε να περάσουμε.
«Πες στο αφεντικό σου οτι λίαν συντόμως πεθαίνει», του ξεκαθάρισα.
Αδιαφόρησε.

Βρεθήκαμε στο πεζοδρόμιο, μια χαρούμενη παρέα, και οι καργιόληδες από απέναντι κάτι άρχισαν να ψυλλιάζονται. Τους είδα να βγαίνουν από το αυτοκίνητο, τρία ντερέκια έτοιμα για σαματά.
«Στο δρόμο, βγείτε στο δρόμο», φώναξα στους δυο κοντινούς μου.
Ο ξανθός πήγε να πει κάτι αλλά με είδε αγριεμένο και το μετάνιωσε. Βγήκαν στη λεωφόρο τρομαγμένοι ψάχνοντας από που θα τους έρθουν τα αυτοκίνητα. Κι εγώ άρχισα να πυροβολώ στα τυφλά τούς απέναντι, έβγαλα το πιστόλι που μου είχε αφήσει ο Γκας βάζοντας στην τσέπη τη Μπερέτα, οι τύποι τρέχανε να καλυφθούν για να ανταποδώσουν τους πυροβολισμούς -τότε εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα. Δύο στο δικό μου ρεύμα, ένα στο απέναντι.

Σταμάτησα να πυροβολώ αλλά οι μαλάκες απέναντι συνέχισαν, κάποια σφαίρα πέτυχε το κοντινό τους αμάξι, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και καβάλησε το πεζοδρόμιο –το τρακάρισμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Την ίδια περίπου στιγμή το πρώτο από τα δυο αμάξια της δικιάς μου πλευράς εντόπιζε με σχετική καθυστέρηση τους δυο σακάτηδες που βολτάρανε στην άσφαλτο, ο οδηγός έκοψε ανάποδα το τιμόνι για να τους αποφύγει με αποτέλεσμα να κουτουλήσει στο διαχωριστικό διάζωμα. Το επόμενο αυτοκίνητο προτίμησε την ευθεία οδό κι έτσι σήκωσε τους σακάτηδες στον αέρα πριν ο οδηγός χάσει τον έλεγχο και ντεραπάρει. Έτρεξα χαμογελώντας –πάντα μού άρεσαν οι καταστροφές.

Δεν χώθηκα στο στενάκι, προτίμησα να τρέξω δίπλα στη λεωφόρο μέχρι που πήρα έναν παράπλευρο δρόμο, ένιωθα συνέχεια πίσω μου τα βήματά τους αλλά δεν γύριζα να κοιτάξω –ήταν η φαντασία μου ή ήμουν καταδικασμένος, όπως και να ’χε δεν υπήρχε λόγος να χάνω χρόνο. Έτρεξα και έτρεξα, μέχρι που ο ιδρώτας ανακατεύτηκε με το κολλώδες υγρό μέσα από το μπουφάν μου, τα πόδια μου μετατράπηκαν σε ζελέ και φοβήθηκα οτι θα λιποθυμούσα. Τότε έγινα τυχερός –ένα ταξί σταμάτησε πέντε μέτρα μπροστά μου για να κατεβάσει κάτι πιτσιρικάδες. Το πρόλαβα οριακά, χώθηκα στο πίσω κάθισμα.
«Παγκράτι», ζήτησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα από τον οδηγό.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε εκείνος.
«Μια χαρά –τι μια χαρά δηλαδή;» κλαψούρισα. «Είπα κι εγώ να πάω μια φορά σε πονηρό μαγαζί και έγινε χαμός...»
«Άκουσα κάτι μπαμ –τι έγινε;» ρώτησε ο οδηγός.
«Καραμπόλα –αμάξια χτυπήσανε πεζούς και μετά τρακάρανε... μην τα ρωτάς...» λαχάνιασα.
«Τι λες ρε παιδί μου...» θαύμασε ο οδηγός.
«Έφυγα τρέχοντας –το μόνο που μου έλειπε ήταν να με δει η γυναίκα μου στις ειδήσεις, της έχω πει οτι είμαι σε συνάντηση...» συνέχισα ένα ελεγχόμενο παραμιλητό.
Ο ταξιτζής γέλασε.

Κατέβηκα δυο τετράγωνα πριν το σπίτι της Σόνιας και κάλυψα την απόσταση με πολύ κόπο. Έσφιγγα τα δόντια, αν τύχαινε και λιποθύμαγα τώρα, την είχα γαμήσει πολύ άσχημα. Ξεκλείδωσα, πήρα το ασανσέρ, έφτασα στην πόρτα της, σωριάστηκα αλλά άνοιξα. Με είδε κι έτρεξε προς το μέρος μου.
«Μην πεις σε κανέναν οτι είμαι εδώ γιατί θα σε σκοτώσω», πρόλαβα να την προειδοποιήσω.
Μετά, κάποιος κατέβασε απότομα τον γενικό κι εγώ άρχισα να πέφτω ασταμάτητα. Δεν είχα κουράγιο ούτε να ουρλιάξω.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι