Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η μουσική των σφυριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η μουσική των σφυριών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Απριλίου 17, 2008

16. Εκεί έξω, πριν ξημερώσει

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας
11. Με την πλάτη στον τοίχο
12. Πεθαίνοντας με κάθε τρόπο
13. Ένα σπίτι, λίγο πριν έρθουν αυτοί
14. "Το σκοινί του Αρχάγγελου και οι μαύρες αφίσσες"
15. Η δική τους νύχτα


Ας υποθέσουμε ότι όλα οδηγούνται προς κάποιο τέλος. Ας δεχτούμε πως η αναστάτωση μιας χώρας ακολουθείται από τη διάθεση για ηρεμία –οι άνθρωποι κουράζονται να πεθαίνουν και το κράτος εξαντλείται κατά τη διάρκεια των ανθρωποθυσιών. Υπάρχει πάντα και η οικονομική ζωή –μην το ξεχνάμε. Τα κράτη είναι μηχανές παραγωγής, δουλεύουν μέσα σε ένα εργοστάσιο (ας το πούμε γη), σκοπός του οποίου είναι να αυτοκαταναλώνεται. Άχρηστα πράγματα αντικαθιστούν αχρείαστα πράγματα και έτσι δεν μένει χρόνος για όσα είναι απαραίτητα σχετικά με την επιβίωση. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έφτασε η ώρα των απανωτών συνθηκολογήσεων.

Επαρχιακές περιοχές συμβιβάζονται με την περιορισμένη αυτονομία –το κράτος δίνει ότι σκοπεύει να πάρει πίσω, όσο γίνεται πιο σύντομα. Πόλεις οδηγούνται σε παράδοση λόγω έλλειψης καταναλωτικών αγαθών. Δρόμοι ξανανοίγουν λόγω φόβου. Και όλα πηγαίνουν μοιραία ομαλά –με εξαίρεση την πρωτεύουσα. Δεν μπορούμε να είμαστε διαλλακτικοί στην πρωτεύουσα, δεν γίνεται να διαπραγματευτούμε σχετικά με την πρωτεύουσα –εδώ, τα θέλουμε όλα. Εξαφανίστε τις ενοχλητικές λεπτομέρειες. Άμεσα!

Το λιμάνι σφύζει από κίνηση, ο απόπλους των επιβατικών έχει απαγορευτεί γιατί αδειάζουν άρματα και φορτηγά γεμάτα στρατιώτες. Μια αδιάκοπη απόβαση –το εθνικό δίκτυο δεν είναι, πλέον, αξιόπιστο. Οι λεωφόροι της πόλης βυθίζονται στην ησυχία για να πεταχτούν ξαφνισμένες από τους θορύβους των στρατιωτικών εξατμίσεων. Οι πολίτες κρύβονται πίσω από τις γρίλιες –«που πάνε;» «ευτυχώς πέρασαν από δω και δεν σταμάτησαν», «θα τους λιώσουν». Σίγουρα.

Ένα στραβοπατημένο παπούτσι χάσκει σφηνωμένο στη σχάρα του υπονόμου. Δεν υπάρχει τίποτα να του κάνει παρέα στο διπλανό πεζοδρόμιο –ο αέρας δεν αφήνει τίποτα ακίνητο, πρέπει να κρατηθείς από κάπου για να μην παρασυρθείς. Όπως κάνει το στραπατσαρισμένο παπούτσι, όπως δεν έκανε ο πρώην κάτοχός του …

Οι αξιωματικοί κατευθύνουν τις περιπόλους μπροστά από τις μπούκες των κανονιών. Στη μέση του δρόμου, απέναντι από σπίτια που ρίχνουν τις τελευταίες απροειδοποίητες βολές πριν γίνουν ένα με το χώμα. Ξημερώνει.
«Τους βλέπεις;» ψιθυρίζει ο Γρηγόρης.
«Πεντακάθαρα. Δεν μας μένει πολύ ώρα, θα φτάσουν σύντομα έξω από τον κήπο», απαντάει ο Γιάννης.
«Τι θα κάνουμε;»
Ο Νίκος κοιτάζει τη Μαριάνα, όσο αυτή ζυγίζεται πίσω από την κάνη του Μ1.
«Θα τους λιανίσουμε όλους και μετά θα καταλάβουμε την πόλη», της απαντάει.
«Ευτυχώς που δεν το ξέρουν ακόμα γιατί αλλιώς θα έτρεχαν πανικόβλητοι», γελάει εκείνη.
«Πάμε πιο μέσα», λέει απότομα ο Γρηγόρης και πισωπατάει χωρίς ν΄αφήσει από τα μάτια του το παράθυρο.
Ακολουθούν προσεκτικά. Στηρίζονται στον τοίχο, ανασαίνουν στα γεμάτα.
«Ποιος θέλει να γλιτώσει;» ρωτάει ο Γρηγόρης.
«Παίζει τέτοια περίπτωση;» μουρμουρίζει η Μαριάνα.
«Χαλαρά και παντοιοτρόπως!» επαυξάνει ο Νίκος. «Πρώτον, όποιος θέλει, βγαίνει με τα χέρια ψηλά. Λοχαγέ μου, τυγχάνω εγκλωβισθείς σε αυτή την τρύπα, θέλω να πάω σπίτι μου, θα με συνοδεύσετε;» σταματάει για λίγο. «Ρήτορας είμαι ο πούστης!» θαυμάζει.
«Δεύτερον;» ρωτάει η Μαριάνα.
«Δεύτερον, όποιος θέλει, φεύγει από πίσω ενώ οι υπόλοιποι τον καλύπτουν. Η αυλή επικοινωνεί με άλλη αυλή, κάπου θα πέσει πάνω σε περίπολο, αλλά μπορεί και να γλιτώσει. Αν βγει από τη συνοικία –σώθηκε. Αν τον πιάσουν αρχίζει τα ‘Λοχαγέ μου …’ όπως είπε ο Νίκος», συνεχίζει ο Γρηγόρης.
Κοιτάζουν τριγύρω αμίλητοι.
«Ποιος έχει τσιγάρο;» ρωτάει ο Γιάννης.
«Το θέμα τώρα είναι ‘ποιος φεύγει’», υπενθυμίζει ο Νίκος.
«Κοίτα κάτι. Εγώ έχω τη ζωή μου εκεί έξω, τη Βίκυ, τη μικρή … Με χρειάζονται. Μπορείς να φανταστείς το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού όταν συνειδητοποιεί ότι ο πατέρας του δεν θα ξανάρθει; Έχω μια ζωή εκεί έξω και ήμουν υποχρεωμένος να τη ζήσω –κατάλαβες;» ο Γιάννης μιλάει αλλάζοντας συχνά πόδι –πονάει κάπως άβολα.
«Ναι, μην εξηγείς –καταλαβαίνω. Το θέμα ήταν να μη μπλέξεις με όλα αυτά. Τώρα πια το θέμα έχει να κάνει με το πώς θα ξεμπλέξεις …», λέει ο Νίκος.
«Αρχίδια καταλαβαίνεις!» φωνάζει ο Γιάννης. «Όλα άσπρο –μαύρο για σένα, όλα καθαρά. Νομίζεις ότι οι άνθρωποι έχουν διακόπτες κάπου πάνω από τον κώλο τους, γυρίζει ο διακόπτης κι ο άνθρωπος τινάζει τον κόσμο στον αέρα, στρίβει από την άλλη ο διακόπτης κι ο άνθρωπος φοράει παντόφλες και βλέπει τηλεόραση αγκαλιά με την οικογένεια. Τα λέω καλά;»
«Καλά ή άσχημα –δεν έχει σημασία. Γιατί έτσι αποφασίσαμε να παίξουμε και τώρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε το χαρτί. Αν έχεις τίποτα εσωτερικές διαφωνίες, κράτα τις για τον ψυχολόγο σου. Άντε, κοπάνα την –να κάνουμε παιχνίδι όσοι μείνουμε», σκοτεινιάζει ο Νίκος.
«Ρε ηλίθιε –ξεκόλλα λίγο! Εδώ είμαι γιατί ξόφλησα με τη ζωή μου όταν ξεκίνησαν όλα αυτά. Τι να με κάνουν οι δικοί μου πεθαμένο άνθρωπο; Καλύτερα η ανάμνηση παρά ένα περιφερόμενο κουφάρι που βρωμάει. Απλά, ήθελα να πω –ας τελειώνουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα, δεν αντέχω άλλο να σκέφτομαι τα πρόσωπα των δικών μου. Κατάλαβες μαλάκα; Και δώσμου εκείνο το γαμημένο το τσιγάρο –τι πρέπει να κάνω δηλαδή; Να σου πάρω πίπα πρώτα;» ο Γιάννης τραβάει μια ξεγυρισμένη κλωτσιά στο κοντάκι του Μ1 κι εκείνο φτιάχνει μισό ακροβατικό στον αέρα.
Ο Νίκος ανάβει δυο τσιγάρα, του δίνει το ένα –καθώς το πλησιάζει στα χείλια του Γιάννη τον αγκαλιάζει από τους ώμους.
«Με ένα συγνώμη δεν πατσίζουμε, αλλά όπως και νάχει …», του ψιθυρίζει στο αυτί.
«Ρε ξεκόλλα από πάνω μου και θα μας παρεξηγήσουν!» γελάει ο Γιάννης.
«Εντάξει τα αγοράκια; Κάνανε τα τσαλιμάκια τους;» ρωτάει η Μαριάνα.
«Τι γουστάρεις τώρα; Ένας από μας θα σου καθόταν και δεν κατάφερες να τον κρατήσεις …», λέει ο Νίκος.
«Αυτός είχε φύγει από καιρό ρε κορόιδο. Δικαιολογία έψαχνε», τον πληροφορεί θυμωμένα η Μαριάνα.
«Τέλος πάντων –νομίζω ότι κανένας δεν έχει διάθεση να φύγει», τους διακόπτει ο Γρηγόρης.
«Και που να πάμε;» αναρωτιέται η Μαριάνα. «Που αλλού θα βρούμε τόσους στρατιώτες να μας περιμένουν;»

Ο ταγματάρχης κορνάρει μανιασμένα για να του ανοίξουν δρόμο. Ένας λοχίας που κατευθύνει τις κινήσεις των ΡΕΟ πλησιάζει βρίζοντας.
«Τι θες ρε κερατά;» βιάζεται όμως να καταπιεί τα λόγια του, βλέποντας τα αστέρια πίσω από τιμόνι. «Στις διαταγές σας κύριε ταγματάρχα!»
«Τι γίνεται λοχία; Θα μου σπάσετε τον πούτσο μέχρι να περάσω απέναντι;» χαμογελάει εκείνος.
«Ξέρετε … χρειάζεται άδεια … άλλωστε …»
«Λοχία ξύπνα! Έχω μια ταμπελίτσα καρφιτσωμένη –βλέπεις τι γράφει;»
Ο λοχίας ζαρώνει τα μάτια μέσα στο ημίφως.
«Θα περιμένω πολύ;» αδημονεί εκείνος.
Ο λοχίας χάνεται στη μέση του δρόμου, σταματάει τα ΡΕΟ και του κάνει νόημα να περάσει.
«Για να δούμε … από πού πάνε για πλατεία σ΄αυτή την κωλογειτονιά … Δεν έχει και ταμπέλες γαμώ το στανιό τους …», ο ταγματάρχης οδηγεί βρίζοντας. Προσεκτικά. Διασταυρώνεται με τζιπάκια, αφήνει το πρώτο να περάσει –σταματάει το επόμενο.
«Οδηγέ –κατά που πέφτει η πλατεία;»
«Από δω αριστερά και μετά όλο ευθεία κύριε ταγματάρχα».
«Έχει καταληφθεί;»
«Νομίζω ότι θα πρέπει να τελειώνει τώρα η επιχείρηση εκεί πέρα κύριε ταγματάρχα».
Βλαστημάει καθώς πατάει τέρμα γκάζι –το αυτοκίνητο πετάγεται μπροστά σα μαριονέτα.

Μέσα στο ερειπωμένο σπίτι έχουν πάρει θέσεις. Μετράνε κεφάλια, οι στρατιώτες χαζολογάνε καθώς προσπαθούν να καθυστερήσουν την είσοδό τους στα σπίτια. Κανένας πυροβολισμός πλέον.
«Θα μας δώσουν χρόνο», λέει ο Γρηγόρης.
«Αλλά όχι πολύ», συμπληρώνει ο Γιάννης.
«Μήπως να τους περιμέναμε εδώ μέσα; Θα φάμε μπόλικους πριν μας καθαρίσουν», σκέφτεται φωναχτά ο Νίκος.
«Γιατί να σκοτώσουμε στρατιώτες ρε μαλάκα; Τι θ΄αλλάξει;» ρωτάει ο Γρηγόρης.
«Τίποτα δεν θ΄αλλάξει. Για χαβαλέ», του λέει ο Νίκος.
«Σώπα ρε Βίνσεντ Βέγκα! Δείξε και λίγο έλεος!» γελάει ο Γιάννης.
«Εγώ δεν σκοτώνω κανέναν», ξεκαθαρίζει η Μαριάνα.
«Κανένας δεν κινείται –κανένας δεν πεθαίνει», ανακοινώνει ο Γρηγόρης.
«Τι θα πει αυτό;» ρωτάει η Μαριάνα.
«Τίποτα. Ένα τραγούδι το λέει …»
«Άρχισες να ακούς και χιπ χοπ στα γεράματα;» απορεί ο Γιάννης.
«Εδώ εσύ έκανες οικογένεια –τι να λέμε τώρα …» τον χτυπάει στην πλάτη ο Γρηγόρης.
«Άσε μη μου το θυμίζεις …» θολώνει εκείνος.

Ο ταγματάρχης παρατάει το αυτοκίνητο πίσω από τα σταθμευμένα φορτηγά και καλύπτει τον υπόλοιπο δρόμο τρέχοντας. Η πλατεία φαίνεται ήδη –για την ακρίβεια, ένας μισοκαμένος τρούλος εκκλησίας, πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Ο ταγματάρχης στρίβει στο πρώτο στενό, οι σόλες του αντηχούν στο λιθόστρωτο. Γλιστράει στο μπάσιμο της πλατείας –το γόνατό του χτυπάει σε έναν πυροσβεστικό κρουνό.
«Το γαμήδι! Όλα έχουν γίνει ίσωμα κι αυτό ακόμα στέκεται σαν τσουτσέκι!» βρίζει ανάμεσα στα δόντια του. Βλέπει τους στρατιώτες, επιταχύνει το βήμα –κουτσαίνει.
Μια περίπολος φτάνει δίπλα του, ο επικεφαλής σταματάει –χαιρετάει.
«Τι γίνεται εδώ ανθυπασπιστά;» ρωτάει ο ταγματάρχης.
«Περιμένουμε το γενικό πρόσταγμα. Θα επιχειρήσουμε στα σπίτια απέναντι», απαντάει εκείνος ενώ στέκεται προσοχή.
«Ποιος είναι υπεύθυνος;»
«Ο κύριος λοχαγός –εδώ πιο κάτω …»
«Δώσε μου έναν άνδρα να με πάει σ΄αυτόν»
Ο ανθυπασπιστής υπακούει βιαστικά. Κοντοστέκεται βγάζοντας έναν φαντάρο από την περίπολο.
«Μήπως να σας πάω εγώ κύριε ταγματάρχα;»
«Άσε τις μαλακίες ανθυπασπιστά! Δεν κάνουμε άσκηση εδώ πέρα –θα εγκαταλείψεις τους άνδρες σου;»
Ο ταγματάρχης κάνει νόημα στον φαντάρο και ξεκινάνε τρέχοντας.

«Πότε θα βγούμε;»
«Ξέρω ΄γω …»
«Βλέπεις τον ήλιο;»
«Δεν φαίνεται ακόμα».
«Πριν βγει ο ήλιος. Δεν έχω όρεξη να τον δω σήμερα».
«Πότε θα βγούμε;»
«Σε λίγο».

Ο ταγματάρχης πλησιάζει έναν γερασμένο λοχαγό που ουρλιάζει διαταγές σε κατάσταση αμόκ.
«Τι συμβαίνει εδώ;» ρωτάει.
Ο λοχαγός πετάγεται.
«Της πουτάνας ταγματάρχα μου. Θα επιτεθούμε σε λίγη ώρα».
«Περιμένετε μέχρι να σας δώσω εγώ διαταγή. Αναλαμβάνω την επιχείρηση», λέει αφηρημένα εκείνος.
Μετά αρχίζει να προχωράει ανάμεσα στους στρατιώτες –ψάχνει με τα μάτια καρφωμένα στο ξημέρωμα.
«Δε γαμιέσαι ρε εύελπι! Σήκωσες τον κώλο σου από τα γραφεία για να μας κάνεις τον καμπόσο …», βρίζει ο λοχαγός βλέποντάς τον να απομακρύνεται. «Λοχία! Πες στους ομαδάρχες να περιμένουν. Ο ταγματάρχης θα δώσει διαταγή εφόδου», ξελαρυγγιάζεται αμέσως μετά.

«Άντε ρε ξεφτίλες –τέρμα το κωλοβάρεμα», λέει ήρεμα ο Γρηγόρης καθώς σηκώνεται. Φτάνει μέχρι την ανύπαρκτη πόρτα, κοντοστέκεται, αδειάζει τη θαλάμη του Μ1 από τα φυσίγγια. Και βγαίνει στον κήπο.
Οι υπόλοιποι ακολουθούν.
«Να ξέρεις ότι τελικά δεν ήσουν τόσο μαλάκας όσο έλεγα», αγγίζει το μπράτσο του Νίκου η Μαριάνα.
«Ούτε κι εσύ τόσο καργιόλα. Αλλά τελικά μήπως ήμασταν περισσότερο;» γελάει ο Νίκος.
«Δεν τρώγεσαι!» του απαντάει εκείνη.
«Πας στοίχημα;» ξεκαρδίζεται ο Νίκος δείχνοντάς της τους στρατιώτες.
Ακολουθούν τον Γρηγόρη στον κήπο αφού έχουν αδειάσει τα όπλα τους –ο Γιάννης φεύγει τελευταίος, κουτσαίνοντας.
Ο Γρηγόρης σταματάει απότομα –τους κοιτάζει.
«Θα τα ξαναπούμε», λέει.
Μετά κοιτάζει πίσω τους, στο άνοιγμα της πόρτας.
«Θα τα πούμε -σύντομα», ξαναλέει.
Ο Αντώνης κουνάει το κεφάλι του συμφωνώντας. Μετά, κάνει νόημα στον διπλανό του και ξαναμπαίνουν στο άδειο σπίτι.

«Είδες καμιά κίνηση δόκιμε;»
«Ησυχία κύριε ταγματάρχα».
«Αν δουν τίποτα οι άντρες σου να με ειδοποιήσουν άμεσα. Θα περιμένετε εντολή μου πριν κινηθείτε».
«Όπως διατάξετε».
«Τι είναι αυτό;»
«Που κύριε ταγματάρχα;»
«Εκεί πέρα ρε στραβάδι!»
«Δεν μπορώ να διακρίνω καλά».
Ο ταγματάρχης τεντώνεται πιάνοντας την κίνηση.

Σπρώχνουν την καγκελόπορτα, βγαίνουν στο δρόμο ήρεμα.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρωτάει ο Γιάννης.
«Περπατάμε. Προσεκτικά», λέει ο Γρηγόρης.

«Κύριε ταγματάρχα κάποιοι βγαίνουν από το σπίτι απέναντι!»
«Τους είδα ηλίθιε!»
«Τι να κάνουμε; Να στείλω στρατιώτες;»
«Περίμενε λίγο –άστους να πλησιάσουν».

«Βλέπεις εκείνο το βουνό που είναι γεμάτο ασβέστη;» γελάει ο Νίκος δείχνοντας απέναντί τους.
Η Μαριάνα τον τσιμπάει στο μπράτσο –τεντωμένη από τα νεύρα.
«Αυτοί οι φαντάροι εκεί πέρα μου φαίνονται μια χαρά», σχολιάζει ο Γιάννης.
«Πάμε κατά πάνω τους», προτείνει ο Γρηγόρης.

«Κύριε ταγματάρχα είναι οπλισμένοι!»
«Σκάσε!»
«Έρχονται κατά δω –κρατάνε όπλα!»
«Βγάλε το σκασμό ρε!»

«Λιγότερο από 50 μέτρα είμαστε –τι περιμένουν οι μαλάκες;» μουρμουρίζει ο Γιάννης.
«Κοίτα!» τον αρπάζει απότομα ο Νίκος. «Κοίτα εκεί! Ο Δημήτρης!»
«Στο είπα ότι θα έρθει!» θριαμβολογεί ο Αντώνης.
Ο Γιάννης τινάζεται. Κοιτάζει τριγύρω να βρει ποιος μίλησε, ηρεμεί σχεδόν αμέσως –καταλαβαίνει. Πιάνει τον Γρηγόρη, τον αναγκάζει να σταματήσει.
«Ο δικός μας», του δείχνει απέναντι –ανάμεσα στους παραταγμένους στρατιώτες.
Ο Γρηγόρης σηκώνει το άδειο όπλο –σημαδεύει τους στρατιώτες απέναντι.
«ΓΙΑΤΙ ΤΟΤΕ ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΥΡΙΖΑΝ ΘΑΝΑΤΟ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!» φωνάζει.
Ο Γιάννης χτυπάει τον ώμο του Νίκου και γελάνε. Η Μαριάνα τους κοιτάζει απορημένη.


«ΜΑΣ ΣΗΜΑΔΕΥΟΥΝ! ΘΑ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΟΥΝ!», ουρλιάζει ο δόκιμος.
«Περίμενε», λέει ο ταγματάρχης.
Ακούνε τη φωνή του άντρα απέναντί τους, βλέπουν την υπόλοιπη παρέα να αγκαλιάζεται όσο εκείνος σηκώνει το όπλο.
«Τι είπαν κύριε ταγματάρχα; Κάτι για καλοκαίρια είπαν;»
Ο Δημήτρης γελάει. Βγάζει το πηλίκιο –στρώνει τα ξανθά του μαλλιά …
«Σκοτώστέ τους», λέει ήρεμα.

Ο Αντώνης στο άνοιγμα της πόρτας δεν ακούει τους πυροβολισμούς. Μόνο τον καπνό που στροβιλίζεται από τις κάνες των όπλων …
«Ώστε αυτό ήταν όλο», λέει στον διπλανό του. «Πάμε να φύγουμε».

ΤΕΛΟΣ

Υ.Γ.: Δεν ξέρω πόσο καλή, άσχημη, βαρετή ή κοινότυπη ήταν αυτή η ιστορία. Το μόνο που ξέρω είναι οτι, αν δεν υπήρχε εκείνο το "βιβλίο -ευαγγέλιο" κι εκείνο το άτομο που με άφησε να το χρησιμοποιήσω, δεν θα έφτανε στο τέλος της.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

15. Η δική τους νύχτα

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας
11. Με την πλάτη στον τοίχο
12. Πεθαίνοντας με κάθε τρόπο
13. Ένα σπίτι, λίγο πριν έρθουν αυτοί
14. "Το σκοινί του Αρχάγγελου και οι μαύρες αφίσσες"

Κανένας δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα –όλα τέλειωσαν ή όλα τώρα αρχίζουν; Κάτι μαζεμένες εκρήξεις, άνθρωποι έτρεχαν για λίγο, μετά σήκωναν τα χέρια και άρχιζαν να κάνουν διάφορα τρελά. Στριφογύριζαν, χοροπηδούσαν, παραπατούσαν. Στο τέλος έπεφταν αναστενάζοντας. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Μόνο οι ερπύστριες, μέταλλο πάνω σε λιωμένη πέτρα, μέταλλο να τρίβεται σε άλλο μέταλλο και κάποιοι ήχοι σαν αυτούς που ακούς όταν πατάς μανιτάρια. Μόνο οι ερπύστριες είχαν την ανθρωπιά να ουρλιάξουν.

Είχαν πιάσει τα παράθυρα περιμένοντας. Κρατούσαν τα σκουριασμένα Μ1 περισσότερο για να παίρνουν κουράγιο, «για να είναι μέσα στο κλίμα», όπως κορόιδευε ο Νίκος –και περίμεναν. Η Μαριάνα άλλαζε επιδέσμους στο πληγωμένο πόδι του Γιάννη χωρίς να μπορεί ν΄αλλάξει την χαμένη έκφραση του προσώπου του. Όπως όταν τον βρήκαν να τους περιμένει στο παγκάκι –«εμάς περιμένει στο παγκάκι», έτσι ακριβώς το είχε πει ο Αντώνης …

«Πως πάει;» είχε μουρμουρίσει άψυχα ο Αντώνης.
«Τα συνηθισμένα», είχε απαντήσει ο Γιάννης.
«Μας περίμενες πολύ ώρα;» είχε ξαναρωτήσει ο Αντώνης.
«Δεν έχω παράπονο …», είχε πει ο Γιάννης πριν λιποθυμήσει.
Τον έφεραν σέρνοντας στο σπίτι. Οι υπόλοιποι είχαν αφοσιωθεί σε κάτι ληγμένες κονσέρβες -τους πήραν χαμπάρι μόνο όταν πέρασαν τη σαραβαλιασμένη πόρτα.
«Στο είπα ότι θα έρθει», παινεύτηκε ο Αντώνης.
«Τέτοιος μαλάκας που είναι …», σχολίασε ο Νίκος και όλοι ήξεραν πως είχε δίκιο.

Διαγραφή
Έξω, στους δρόμους, έπαιρνε να νυχτώνει –μπορεί και να έφταιγε η σκόνη που ανακατευόταν με τα χημικά αέρια. Μια θολούρα. Πηχτή.
«Εντάξει κορίτσι μου, νομίζω ότι τώρα θα καταφέρω να το πατήσω», χαμογέλασε ο Γιάννης.
«Ναι, άκου τον που σου λέει –σίγουρα θα καταφέρει να ΤΗΝ πατήσει», πετάχτηκε ο Νίκος χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο.
«Δηλαδή εσύ -ΤΩΡΑ νομίζεις ότι την πατήσαμε;» αναστέναξε ο Γιάννης.
«Σωστός ο σακάτης!» γέλασε ο Νίκος.
Ένα παιδί έτρεχε στο δρόμο, το λαχάνιασμά του ακουγόταν μέχρι το σπίτι. Ο Αντώνης πετάχτηκε, είχε φτάσει μέχρι την πόρτα όταν ακούστηκε κάτι σαν σκάσιμο εξάτμισης και το παιδί έπεσε.
«Που πήγαινες; Να το βοηθήσεις;» τον ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Έλα ντε!» απόρησε ο Αντώνης. Με τον εαυτό του κυρίως.
Ο Γιάννης στηρίχτηκε στον τοίχο για να σηκωθεί. Κανένας δεν τον κοίταξε. Ακόμα και η Μαριάνα τακτοποιούσε κάτι πλαστικά μπουκάλια με βρώμικο νερό. Ο Γιάννης έφτασε δίπλα στον Γρηγόρη και καβάλησε μια τσακισμένη καρέκλα.
«Πως τα βλέπεις; Θα μας την πέσουν οι ερυθρόδερμοι;» ρώτησε ξέπνοα.
«Εμείς είμαστε οι ερυθρόδερμοι ρε βλάκα! Το ιππικό θα μας την πέσει και θα μας λιανίσει όπου νάναι», γέλασε ο Γρηγόρης.
«Είσαι σίγουρος;» έξυσε το κεφάλι του Γιάννης.
«Πως αλλιώς; Έχεις δει ποτέ τους καουμπόιδες να χάνουν;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Σωστό κι αυτό», συμφώνησε ο Αντώνης από απέναντι.
«Γιατί ήρθες;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Ρωτάς λες και μπορούσα να κάνω διαφορετικά …», σκοτείνιασε ο Γιάννης.
«Ρωτάω –κουβέντα να γίνεται».
«Ο Βασίλης που είναι; Δεν τον βρήκατε;» θυμήθηκε ξαφνικά ο Γιάννης.
«Τον βρήκαμε –μια χαρά», απάντησε ο Νίκος.
«Και;»
«Τον φάγαμε λάχανο», είπε ο Νίκος.
«Ισχύει;» ρώτησε ο Γιάννης κοιτάζοντας απορημένος τριγύρω. Τα σιωπηλά βλέμματα τον διαβεβαίωσαν.
«Γιατί έτσι;» ξαναρώτησε ο Γιάννης.
«Γούσταρε να φορέσει στολή του ιππικού», είπε ο Νίκος.
«Λοχαγός ας πούμε ή παραπάνω;» έσμιξε τα φρύδια ο Γιάννης.
«Στρατηγός Καστέρ και βάλε», τον πληροφόρησε ο Νίκος.
«Με κάτι τέτοια χάνει κανείς το σκαλπ του», μουρμούρισε ο Γιάννης καθώς σηκωνόταν. «Και ο Δημήτρης;»
«Θα έρθει σίγουρα», πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Οπωσδήποτε!» ειρωνεύτηκε ο Νίκος.
Ο Αντώνης τον αγριοκοίταξε αλλά προτίμησε να μη μιλήσει.

Λατρεύει την κλασσική μουσική –όχι τα πιάνα, κυρίως τα έγχορδα. Και την παλιά τζαζ, απεχθάνεται τους αυτοσχεδιασμούς του φρη στάιλ. Ο κύριος Αλεξίου λατρεύει την κλασσική μουσική και απεχθάνεται τους αυτοσχεδιασμούς. Δεν του αρέσει να ακούει μουσική κουδουνίζοντας παγάκια που λιώνουν σε ένα ποτήρι ουίσκι –προτιμάει μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι. Αυτός κι ο εαυτός του. Σπάνια καταφέρνει να μαντέψει τις κινήσεις –του παίρνει ώρες η παρτίδα, ξεχνιέται με τη μουσική και η ώρα περνάει.
«Κάτι λείπει ακόμα. Δεν έχω όλους τους κρίκους, εντάξει, αυτοί που προετοίμασαν την υπόθεση … Κι ο άλλος, δημοσιογράφος … χρήσιμος θα ήταν, αλλά τα κατάφεραν και χωρίς αυτόν –εντάξει. Όμως τι γίνεται μετά; Δεν σκέφτηκαν κάποιον τρόπο απόδρασης –ας πούμε; Τους χρειαζόταν ακόμα ένας αδρανής –να ενεργοποιηθεί μαζί με την υπόθεση … Ένας τουλάχιστον …»
Απεχθάνεται τα cd. Ακούει τη μουσική του από δίσκους κι ας χρειάζεται να σηκωθεί κάθε 20 λεπτά για να αλλάξει πλευρά. Υπήρξε τόσο ψυχρός στη ζωή του που δεν αντέχει τη μουσική ψυχρότητα. Γι΄αυτό προτιμάει τους δίσκους.
Αφήνει την παρτίδα στη μέση –πράγμα διόλου περίεργο. Και ανοίγει τον υπολογιστή, μπαίνει στα αρχεία Προσωπικού της Αστυνομίας. Προσωπικοί φάκελοι. Μειώνει το εύρος της αναζήτησης, θέτοντας ηλικιακά όρια. Ψάχνει για συγκεκριμένες πανεπιστημιακές σπουδές –οι τρεις σχολές από τις οποίες αποφοίτησαν τα αντικείμενα της έρευνάς του. Καταλήγει σε 30 άτομα. Σχετική αποτυχία λέγεται αυτό. Τυπώνει τα ονόματα. Πηγαίνει μετά στα αρχεία της Υπηρεσίας του –μήπως και σταθεί πιο τυχερός. Δίνει τον κωδικό του –απενεργοποιημένος φυσικά. Δίνει τον κωδικό του Γενικού Γραμματέα –τζίφος. Δίνει έναν από τους τυχαίους κωδικούς που διαθέτει –η ασφάλεια των αρχείων ήταν δική του δουλειά κάποτε. Μπαίνει και μετά τίποτα. Δεν υπάρχουν αρχεία. Δεν υπάρχουν αρχεία! Κάποιος τα έχει σβήσει όλα.
Ο κύριος Αλεξίου σηκώνεται για να αλλάξει πλευρά στον δίσκο. Χρειάζεται ένα δυνατό ποτό κι ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό. Αντί γι΄αυτά χτυπάει τη γροθιά του στον τοίχο. Ξανά και ξανά. Μέχρι να σταματήσει ο πόνος.

Μια πεσμένη πόρτα
Η νύχτα έχει καθίσει για τα καλά, μαζί με τον καπνό και τη σκόνη στα ξηλωμένα πεζοδρόμια. Τζιπ περνάνε βιαστικά, αλλά κανένας δεν ξέρει ποιοι είναι μέσα. Δικοί μας; Εχθροί; Ποιοι είναι οι δικοί μας εχθροί; Ο Νίκος σφυρίζει για να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
«Τζάμπα φυλάς το παράθυρο. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα –τουλάχιστον μέχρι να ξημερώσει», του λέει ο Αντώνης.
«Αυτοί θα έρθουν την αυγή –σωστά;» γελάει ο Νίκος.
«Βιβλιάρα!» θυμάται ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα σέρνει μια πεσμένη πόρτα μέχρι τη μέση του δωματίου, κανένας δεν δείχνει διάθεση να τη βοηθήσει. Κοντοστέκεται –κοιτάζει τριγύρω.
«Μήπως ξέρει κανένας που θα βρούμε τίποτα τσιμεντόλιθους;» ρωτάει.
Ο Νίκος κοιτάζει τον Αντώνη στριφογυρίζοντας το δάχτυλο δίπλα στο μέτωπό του –«τρελάθηκε;» Ο Αντώνης προτιμάει να ψάξει στο σκοτεινό δωμάτιο, καταλαβαίνει τι προσπαθεί να κάνει η Μαριάνα και τρέχει να την βοηθήσει. Ο Νίκος κοιτάζει τον Γρηγόρη, κουνάει δυο δάχτυλα δίπλα στο μέτωπό του –«τρελάθηκαν;»
«Αφήστε τα παράθυρα και ελάτε –στρώσαμε τραπέζι», φωνάζει σε λίγο η Μαριάνα.
Ο Νίκος γυρίζει, αναρωτιέται.
«Πως αυτό;»
«Καλύτερα να φάμε ότι βρούμε, να είμαστε χορτάτοι. Έτσι κι αλλιώς, θα πεθάνουμε πριν έρθει το μεσημέρι», λέει η Μαριάνα κοιτάζοντας τις ανοιχτές κονσέρβες.
«Περίμενε», φωνάζει ο Αντώνης. «Βρήκα πιάτα στο ντουλάπι –τα φέρνω».
Κοιτάζονται.

Ο Γρηγόρης κάθεται στην άκρη της πόρτας –τραπεζιού. Δίπλα του ο Νίκος και από την άλλη πλευρά ο Αντώνης με τη Μαριάνα. Απέναντί του ο Γιάννης. Θα ήθελαν να έχουν κρασί, αλλά μόνο βρώμικο νερό από πλαστικά μπουκάλια και κάτι αταίριαστα πιάτα με ξεφτισμένα χρυσά στολίδια –μόνο αυτά. Μασάνε σκεπτικοί, ψειρίζουν το φαγητό.
Ο Νίκος σηκώνεται.
«Ώρα για πρόποση», υψώνει ένα μπουκάλι παρατηρώντας το περιεχόμενό του. «Στους μεγαλύτερους μαλάκες που γνώρισα ποτέ, στα λάθη που έκαναν και στους άξιους στρατιώτες που θα μας εμποδίσουν να κάνουμε άλλα λάθη πριν τελειώσει η αυριανή μέρα», πάει να καθίσει –ξανασηκώνεται. «Και στον τελευταίο, μεγάλο, απελπισμένο έρωτα», προσθέτει κλείνοντας το μάτι στον Αντώνη. Μετά, αδειάζει το μπουκάλι στο κεφάλι του –τελετουργικά.
«Άντε γαμήσου ρε ηλίθιε», γελάει ψιλοεκνευρισμένος ο Αντώνης.
«Όπως και νάχει», υπενθυμίζει κοροϊδευτικά ο Γρηγόρης.
«Παίζει και μεγάλος έρωτας εδώ πέρα; Για ρίχτε τις λεπτομέρειες …» ζητάει ο Γιάννης.
Η Μαριάνα φτύνει κάτι υπολείμματα μπέικον στο πιάτο της πριν μιλήσει.
«Δεν ξέρω και ούτε σας ξέρω καλά. Δεν ξέρω ούτε καν αν θα ήθελα να σας γνωρίσω σε άλλες συνθήκες. Το μόνο σίγουρο είναι πως, αν ζούσα ακόμα στο σπίτι μου, θα χαιρόμουν να διαβάσω στην αυριανή εφημερίδα ότι σκοτώθηκαν οι αίτιοι όλης αυτής της σφαγής. Θα άνοιγα και κανένα παράθυρο, θα ένιωθα πιο καθαρό πλέον τον αέρα. Και μετά θα έκλαιγα. Όχι για σας. Για μένα. Για μας», σταματάει και ψάχνει κάποιο μπουκάλι με νερό.
«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι», ψιθυρίζει ο Αντώνης.
«Σωστά», υπερθεματίζει ο Γιάννης. «Ο ένας χειρότερος από τον άλλο …» Σταματάει αμέσως –γιατί κάτι θυμάται. «Πρόλαβα να σας πω ότι όλον αυτό τον καιρό μου μίλαγε ο πεθαμένος;»
«Ποιος πεθαμένος;» ρωτάει ο Νίκος.
«Ο πεθαμένος», λέει ο Γρηγόρης.
«Αυτός!» επικροτεί ο Γιάννης.
«Και τι σου έλεγε δηλαδή;» απορεί ο Νίκος.
«Μαλακίες –κυρίως με κορόιδευε», μουρμουρίζει ο Γιάννης. «Αλλά μας περιμένει».
«Που;» συνεχίζει ο Νίκος.
«Ξέρω ‘γω; Μας περιμένει πάντως –εμένα κυρίως. Άλλωστε του το χρωστάω, εγώ τον έστειλα να πεθάνει …»
«Αυτή την ιστορία, πρώτη φορά μας τη λες», παρατηρεί κοιτάζοντάς τον ο Γρηγόρης.
«Κάνεις λάθος –δεν θα είναι η πρώτη φορά».
«Μας την είχες ξαναπεί και δεν θυμάμαι;»
«Όχι. Απλά δεν πρόκειται να σας την πω ούτε τώρα».
Ο Νίκος τινάζει τα πόδια στα πλάγια.
«Δεν νομίζεις ότι μας τη χρωστάς;»
«Τίποτα δεν χρωστάω σε κανέναν», λέει ο Γιάννης.
«Έπρεπε να σε είχαμε καθαρίσει. Τότε», μουγκρίζει ο Νίκος.
«Έπρεπε», συμφωνεί ο Γιάννης. «Εγώ στη θέση σας θα το έκανα».
«Εσύ, εσύ! Τόσο σίγουρος μονίμως για το τι πρέπει να γίνει! Τόσο αποτελεσματικός!» λέει ο Νίκος.
«Και τόσο δειλός την κρίσιμη στιγμή! Πες το -γιατί σταμάτησες;» αναρωτιέται ο Γιάννης.
«Ίσως τελικά αυτοί που συνέχισαν να ήταν οι δειλοί. Ίσως η προσκόλληση να είναι δειλία –όσο η αποδοχή του τέλους είναι πραγματικό θάρρος …», σχολιάζει ο Αντώνης.
«Μεγάλες κουβέντες –ευτυχώς, δεν θα προλάβουμε να μάθουμε τι απ΄όλα αυτά είναι αλήθεια», λέει ο Γρηγόρης.
«Ούτε εγώ θα προλάβω να μάθω για τη Μαριάνα», συνεχίζει η Μαριάνα.
«Ποια Μαριάνα;» κάνει το κορόιδο ο Νίκος.
«Κάποια Μαριάνα», απαντάει αφηρημένα ο Αντώνης.

Ένα φύλλο εφημερίδας έτρεξε δίπλα στον αέρα –άρχισε τις κωλοτούμπες, πήρε θάρρος, αλλά στο τέλος την πάτησε. Κοπάνησε σε μια κολώνα του Ηλεκτρικού και διπλώθηκε σφαδάζοντας –στην μπροστινή του όψη φάνηκαν μαύρα γράμματα «Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ Η ΤΑΞΗ ΘΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ». Το φύλλο πάλεψε να ξεμπλέξει, στο τέλος τα κατάφερε –αλλά όχι χωρίς απώλειες. Άφησε την αριστερή πάνω άκρη του κολλημένη στην κολώνα και ακολούθησε τον αέρα δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή αυτή τη φορά. Η κολλημένη άκρη είχε μια απομίμηση σφραγίδας –«Εγκεκριμένο από το Υπουργείο Εσωτερικών», μάλλον αυτό την ανάγκασε να συρθεί ανήμπορη στο τσιμέντο.

Διευκρινήσεις
Ο Γρηγόρης πετάχτηκε απηυδισμένος –το πιάτο στριφογύρισε μπροστά μου, παρά λίγο να πέσει στο πάτωμα.
«Ας τα αφήσουμε πια αυτά –δεν οδηγούν πουθενά! Ιστορίες από τα παλιά, σαχλαμάρες, υποθέσεις, προθέσεις, σκατά! Είμαστε εδώ, έχοντας κάνει αυτό που θέλαμε –είμαστε εδώ γιατί το διαλέξαμε και βρείτε μου έναν πούστη που να μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο εκεί έξω!»
«Εκεί έξω δεν ξέρω, αλλά για εδώ μέσα … κάποιον έχω υπόψη μου», μουρμούρισε ο Αντώνης.
«Ακόμα του κολλάτε;» γέλασε ο Γιάννης.
«Τι να πεις χρυσό μου –σεξιστικά γουρούνια!» κούνησε ψευτο-απαξιωτικά το χέρι του ο Νίκος.
«Ήθελα να ξέρω …» όλοι κοίταξαν τη Μαριάνα που μιλούσε. «Ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξετε δυο σοβαρές κουβέντες μεταξύ σας;»
«Άστο φιλενάδα –το κάναμε μια φορά πριν 20 χρόνια και τώρα δεν προλαβαίνουν να μαζεύουν τους πεθαμένους», απάντησε ο Νίκος.
«Όπως και νάχει ..» μονολόγησε ο Αντώνης. «Μαριάνα, πάμε μια βόλτα στον κήπο;»
Η γυναίκα τον κοίταξε περίεργα. Μετά κοίταξε τους υπόλοιπους που έπαιζαν τις μούμιες.
«Ποιος θα μαζέψει το τραπέζι;» ρώτησε ξεκάρφωτα.
«Άστο, θα έρθουν το πρωί οι Φιλιπινέζοι», είπε ο Γρηγόρης.
Ο Αντώνης ήταν ήδη στην πόρτα χωρίς καμιά διάθεση να κοιτάξει πίσω του.
«Έρχομαι», του φώναξε η Μαριάνα.
«Να ρίξω τώρα τα βιολιά;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
Τα υπολείμματα μιας κονσέρβας τον χτύπησαν στον ώμο –τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Ο Γρηγόρης χαμογελούσε απέναντί του.
«Δε ντρέπεσαι ρε κερατά;» του φώναξε ο Νίκος. «Με κονσερβοκούτι ρε; Τι είσαι –κανένα παλιοκουμμούνι;»
Η Μαριάνα κρατήθηκε από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα και τραμπαλίστηκε γυρίζοντας προς το μέρος τους.
«Δεν ξέρω αν σας το είπα τώρα τελευταία –αλλά γαμιέστε!» γέλασε πριν χαθεί στον κήπο.
Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν.
«Μας το είπε;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ναι μας το είπε –μην ανησυχείς», τον έπιασε από τους ώμους ο Νίκος, τραβώντας τον προς το παράθυρο.
«Για ελάτε όλοι στα μπροστινά», φώναξε ο Γρηγόρης. «Δεν έχω καμιά όρεξη να τους πυροβολήσουν την ώρα που χαμουρεύονται».
«Πιστεύεις ότι κυκλοφορούν στρατιώτες εκεί έξω;» ρώτησε ο Γιάννης παίρνοντας ένα όπλο.
«Μπα –σε καμιά περίπτωση! Απλά θέλω να πάρω μάτι τη φάση», του σφύριζε σιγανά ο Γρηγόρης.

Περπάτησαν στο αυλακωμένο χώμα του κήπου πιο ξένοι από ποτέ. Ο Αντώνης κοίταζε πέρα, μακριά –προσηλωμένος σε μια φωτεινή, ακίνητη κουκίδα.
«Τι λες να είναι αυτό;» την ρώτησε.
«Κάποιο στρατιωτικό. Μας φυλάνε μην τους φύγουμε», είπε η Μαριάνα.
«Δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, όμως», συνέχισε εκείνος.
«Μην το λες. Κάπου θα πάμε –τουλάχιστον οι δυο μας».
Την κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε.
«Ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πάντα τα πόδια τους για να φύγουν …»
«Υπάρχει ένας συμβολισμός που μου διαφεύγει ή πρόκειται απλά για κάποιο γνωστό κλισέ από ρομαντικά μυθιστορήματα;»
Του έπιασε το χέρι.
«Πάντα τέτοιες μαλακίες λες όταν νιώθεις αμήχανα;»
«Όχι δα! Συνήθως σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα στην τούρτα».
«Αυτό να κάνεις και τώρα», του χαμογέλασε καθώς τον τραβούσε στο έδαφος.
Κάθισε δίπλα της.
«Όπου τούρτα ίσον Μαριάνα και ο υποφαινόμενος στον ρόλο του λιχούδη –σωστά;»
«Κάπως έτσι».
«Κάπως αταίριαστο επίσης».
«Τότε να φωνάξουμε τα παιδιά με τα βιολιά», σφίχτηκε πάνω του εκείνη.
«Άστο καλύτερα. Βλέπεις, η δικιά μου Μαριάνα έχει ξοφλήσει αμετάκλητα, πριν πάρει το απολυτήριο Λυκείου. Δεν θα την φέρω πίσω με τέτοια τερτίπια …»
«Μόνο αυτό είναι λοιπόν; Κι εγώ απλώς μια βολική που της μοιάζει;»
«Πως αλλιώς;»
«Έλα ντε! Τι νόμισα στο κάτω –κάτω!»
«Συγνώμη δεν ήθελα να πω αυτό. Εννοώ … είσαι μια πολύ όμορφη γυναίκα κι εγώ θα γούσταρα πολύ … αλλά, υπάρχει αυτή η …»
«Άλλη Μαριάνα;»
«Όχι –πάντα ίδια ήταν η Μαριάνα, μία και μοναδική. Εγώ την είδα πάνω σου και, αλήθεια, σκέφτηκα … Αλλά η Μαριάνα είναι απλά ένα όνειρο –κι εμείς δεν έχουμε συνηθίσει να γαμάμε τα όνειρά μας …»
«Όσο γι΄αυτό …»
«Όπως και νάχει …»
Σηκώθηκε αφήνοντας το χέρι της. Ψάχτηκε για τσιγάρο, είχε ξεχάσει το πακέτο στο σπίτι, ξεκίνησε λοιπόν προς τα κεί.
«Παίξε μπάλα καμπούρη! Έμπαινε παιχταρά μου!» άκουσε τις φωνές τους πριν ανακαλύψει ότι είχαν μεταφερθεί στα πίσω παράθυρα και τους παρακολουθούσαν ξελιγωμένοι στα γέλια.
«Άντε παρατήστε με μαλάκες!» μούγκρισε προχωρώντας.
«Καλά σου λένε ρε ανάπηρε!» γέλασε πονηρά, πίσω του η Μαριάνα.
«Ανάπηρος –πες το ψέματα!» μονολόγησε ο Αντώνης.
Και συνέχισε τον δρόμο του προς το σπίτι.

Δεν άκουσε το πρώτο κουδούνισμα γιατί ο ήχος μπλέχτηκε με τα βιολοντσέλα. Στο δεύτερο χτύπημα βρέθηκε με έναν «τρελό» στο χέρι –ξαφνιασμένος. Σηκώθηκε χωρίς να αφήσει το πιόνι.
Πίσω από την πόρτα περίμενε ένας ταγματάρχης. Κανονικός αξιωματικός –όχι «τρελός».
«Ο κύριος Αλεξίου;» ρώτησε.
Ο κύριος Αλεξίου ένευσε θετικά και του έδειξε το σαλόνι. Ο ταγματάρχης μπήκε τριζάτος σα ζευγάρι λουστρίνια και βολεύτηκε στην άκρη του καναπέ.
«Τι μπορώ να κάνω για σας ταγματάρχα …»
«Έρχομαι κατόπιν μιας συνομιλίας που είχα με τον συνταγματάρχη Σταμούλη. Με πληροφόρησε για κάποιες έρευνές σας σχετικά …»
«Λάθος σας πληροφόρησε ταγματάρχα. Δεν είχα προλάβει να ξεκινήσω καμιά έρευνα. Αφήστε που έχω ήδη ενημερώσει τον συνταγματάρχη σχετικά με την λογική υπό την οποία βλέπω τα θέματα συνεργασίας ….»
«Περιττό. Περιττό κύριε Αλεξίου. Τα ξέρω όλα αυτά. Όπως ξέρω ότι έχετε διεξάγει μεγάλο τμήμα της έρευνάς σας, κρυφά. Παρανόμως!»
Ο κύριος Αλεξίου πετάγεται πριν προλάβει να συγκρατηθεί.
«Δεν μου λες ταγματάρχη! Ήρθες εδώ για να μου κάνεις πλάκα; Από πότε είναι παράνομο να δουλεύω στο γραφείο μου;»
«Από τότε που αποκρύπτετε τα αποτελέσματα της εργασίας σας», ο ταγματάρχης καταφέρνει να μιλάει κουνώντας τους λιγότερους δυνατούς μύες. Αυτό είναι κάπως τρομακτικό.
Ο κύριος Αλεξίου κοιτάζει τον ταγματάρχη –έχει καταλάβει ήδη ότι το μοντέλο που του έστειλαν είναι εξελιγμένο. Χαίρεται –επιτέλους ένας καλός αντίπαλος στο σκάκι. Χαμογελάει.
«Έχετε αποδείξεις για όσα λέτε ταγματάρχα;»
Είναι η σειρά του στρατιωτικού να δείξει τα δόντια του.
«Νομίζετε ότι μας χρειάζονται αποδείξεις κύριε Αλεξίου;»
«Σαφώς και όχι. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν βλέπω τον τρόπο με τον οποίο θα με πείσετε να συνεργαστώ μαζί σας –όσο ακολουθείτε αυτή τη μονοκόμματη τακτική …»
Ο ταγματάρχης σηκώνεται.
«Δεν τίθεται κανένα θέμα συνεργασίας. Ούτε έχω έρθει εντεταλμένος –σας διαβεβαιώνω. Απλά θέλω να μάθω κάτι, σημαντικό για μένα. Ιωάννης Καστρινός. Αντώνιος Ανδριτσάκης. Νικόλαος Μανιάτης. Γρηγόριος Σπηλιώτης. Σας λένε τίποτα αυτά τα ονόματα;»
Ο κύριος Αλεξίου ξέρει να κρύβει πολύ καλά την απορία του. «Που το έμαθαν; Από πότε το ξέρουν; Τι τρέχει εδώ πέρα;» Ο κύριος Αλεξίου κάνει ένα λάθος. Όταν ακούς άσχετα ονόματα αντιδράς άμεσα. Και αυτός έχει ήδη αργήσει. Κοιτάζει τον ταγματάρχη κι εκείνος χαμογελάει, όρθιος απέναντί του, με τα χέρια στις τσέπες του χιτωνίου του.
«Λοιπόν κύριε Αλεξίου;»
«Δεν ξέρω κανένα από αυτά τα ονόματα –δεν μου λένε τίποτα …» σωστή αντίδραση, μια εμφανώς μικρή σύγχυση –αλλά λάθος χρόνος.
Ο ταγματάρχης συνεχίζει να χαμογελάει.
«Δεν πειράζει κύριε Αλεξίου. Αντίο σας … όπως και νάχει …», βγάζει αργά το δεξί του χέρι από την τσέπη, μόνο που τραβάει μαζί κι ένα πλακέ περίστροφο. Παιδικό παιχνιδάκι.
Ο κύριος Αλεξίου σφίγγεται –«στρατιωτικός ηλίθιε, όχι αστυνομικός!» -μετράει την απόσταση, δεν προλαβαίνει. Τρώει την πρώτη σφαίρα στο στήθος, τραντάζεται πριν η δεύτερη σφαίρα τον βρει στο πρόσωπο. Ο ταγματάρχης τον παρακολουθεί όσο σωριάζεται. Δεν υπάρχει λόγος για τρίτη βολή. Στρώνει τα ξανθά μαλλιά του προς τα πίσω και φοράει το πηλίκιό του. Πηγαίνει αργά προς την πόρτα, την ανοίγει και τότε, προσέχει το πιόνι στο χέρι του κυρίου Αλεξίου. Ξαναμπαίνει μέσα, αγγίζει το χέρι με την άκρη του παπουτσιού του, ο «τρελός» κυλάει στο πάτωμα.
«Κάποια συμβολική μαλακία παίζει εδώ –αλλά χέστηκα στην τελική», σχολιάζει ο ταγματάρχης γελώντας. Πριν χαθεί στο βάθος του διαδρόμου.
Ο κύριος Αλεξίου μένει πίσω, να ατενίζει το ταβάνι με τρία μάτια.

Μονόλογοι πριν τους διαλόγους
Μέσα στο σπίτι -η Μαριάνα μπαίνει λίγο μετά τον Αντώνη. Τον βλέπει με την άκρη του ματιού της να απομακρύνεται, να πηγαίνει προς τα πίσω δωμάτια –κάπου τον χάνει εντελώς. Είναι σκοτάδι εκεί.
Η Μαριάνα κάνει νόημα στον Γρηγόρη –«κερνάς τσιγάρο;»
Εκείνος βγάζει δύο από το πακέτο του και τα ανάβει.
«Έπρεπε να τον πηδήξεις, πάντως», της επισημαίνει δίνοντας το τσιγάρο.
«Ναι ε;» πετάγεται εκείνη. «Ξέρεις κάτι αδερφούλη; Παντρεύτηκα πριν πάρω το απολυτήριο Λυκείου, ξόφλησα αμετάκλητα δίπλα σε έναν μαλάκα που τον σιχάθηκα από το πρώτο πήδημα κιόλας. Θέλω να πω … αυτά όλα ήταν ένα όνειρο και δεν έχουμε συνηθίσει να γαμάμε τα όνειρά μας. Μπήκες;»
Ο Γρηγόρης την κοιτάζει.
«Δεν είναι δικά σου όλα αυτά».
«Είναι και δικά μου μαλάκα –ακόμα να πάρεις χαμπάρι;»
Ο Γρηγόρης γελάει.
«Και δικά σου και …»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τους διακόπτει ένας πυροβολισμός –κι ο ήχος μοιάζει πολύ με πόρτα που κλείνει. Κοιτάζονται, κοιτάζουν τριγύρω.
«Εδώ ρε πούστη μου! Ελάτε πίσω! Πίσω!» φωνάζει ο Γιάννης.
Τον ακολουθούν χωρίς να σκεφτούν. Σκοντάφτουν σε σοβάδες στον διάδρομο, σκουντουφλάνε, φτάνουν στο πίσω δωμάτιο. Δεν έχει πόρτα. Και στον τοίχο απέναντι από το άνοιγμα, ακουμπάει καθιστός ο Αντώνης –με το κεφάλι μισοχυμένο στην ξεφτισμένη ταπετσαρία κι ένα τσιγάρο να καίει στο αριστερό χέρι. Το δεξί κρατάει ακόμα την καραμπίνα σφηνωμένη ανάμεσα στα δόντια του.
«Τι έκανες γαμώ το στανιό μου!» φωνάζει ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα πισωπατάει ουρλιάζοντας.
Ο Γιάννης ακουμπάει στο άνοιγμα της πόρτας και κοιτάζει αγριεμένος. Κοιτάζει μισό μέτρο πιο δίπλα από τον Αντώνη.
«Δεν ήταν ανάγκη ρε κορόιδο. Αύριο θα φεύγαμε παρέα», μουρμουρίζει.

Ο ταγματάρχης οδηγεί ένα αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες –επιταγμένο. Κάνει μια μεγάλη παράκαμψη για να περάσει δίπλα από το λιμάνι, βρίσκει ένα ήρεμο μέρος, μακριά από τις αποβάθρες και πετάει το πλακέ πιστόλι. Κοιτάζει πέρα προς τη θάλασσα για μια στιγμή, πριν γυρίσει προς το αυτοκίνητό του. Σταματάει απότομα. Μια λακκούβα με λασπόνερα, το αριστερό παπούτσι του βουλιάζει εκεί μέσα. Στριφογυρίζει το κεφάλι νευριασμένος. Μετά, κάθεται ο μισός έξω από το αυτοκίνητο, βρίσκει ένα ρολό χαρτί και καθαρίζει το παπούτσι του σχολαστικά. Το σκέφτεται λίγο –βρίσκει ένα μάλλινο κομμάτι υφάσματος στη θήκη της πόρτας και γυαλίζει τη μύτη του παπουτσιού του. Σφυρίζοντας. Μετά ξεκινάει αποφεύγοντας να ασχοληθεί με τα υπολείμματα χαρτιού που άφησε πεταμένα πίσω του.
Μέχρι το κτίριο του Γενικού Επιτελείου οδηγεί βαριεστημένα –στα πρώτα μπλόκα επιταχύνει δοκιμάζοντας την ετοιμότητα των σκοπών. Πρώτο μπλόκο, τον σημαδεύουν με τα αυτόματα –δείχνει τα χαρτιά του. Δεύτερο μπλόκο, δεν ασχολούνται καν μαζί του –φρενάρει και δείχνει τα δάχτυλά του. Μοιράζει από 5 μέρες φυλακή στους σκοπούς και 10 στον δόκιμο που είναι υπεύθυνος. Παρκάρει, δέκα μέτρα απόσταση από τις σκάλες –το Επιτελείο σφύζει από ζωή απόψε. Και απόψε. Ανεβαίνει με χορευτικό βήμα. Περνάει τους διαδρόμους, αλαφιασμένοι φαντάροι τρέχουν μεταφέροντας φαξ. Ανεβαίνει τις εσωτερικές σκάλες, σταματάει έναν όροφο πριν το γραφείο του.
«Κώστα –εδώ!» φωνάζει κουνώντας το δεξί του χέρι.
Ο άλλος τον βλέπει, μοιάζει λίγο χαμένος αλλά τελικά χαμογελάει βεβιασμένα. Πλησιάζει. Ο ταγματάρχης τον χτυπάει μια ψεύτικη γροθιά στα διακριτικά της στολής.
«Τι έγινε ρε παιδί; Πως είσαι έτσι; Σα να σου φάγανε τη γκόμενα».
Ο άλλος ξύνει το κεφάλι του.
«Γάμησέ τα ρε Δημήτρη. Τι μπουρδέλο κράτος είναι αυτό που έχουμε!»
«Γιατί; Τι έγινε;»
«Της πουτάνας έγινε. Μας ήρθε εντολή να μαζέψουμε τις μονάδες από την επαρχία –μόνο εδώ στην πρωτεύουσα θα επιχειρούμε πλέον».
«Όπα!»
«Χέσε μέσα σου λέω! Οι ταξίαρχοι στον 8ο κοντέψανε να φάνε τα πηλίκιά τους. Έτοιμοι ήμασταν να ξαναπάρουμε πίσω όλη τη χώρα! Κι έρχονται τώρα να μας πουν ‘στοπ’!»
«Ποιοι;»
«Ποιοι άλλοι ρε μαλάκα; Οι πολιτικάντηδες!»
«Από πού ξεφύτρωσαν αυτοί;»
«Τους παραδώσανε τη διακυβέρνηση πάλι! Αντί να τους φορτώσουν σε μια φρεγάδα και να τους φουντάρουν στ΄ανοιχτά …»
«Κατάλαβα. Πάει το γλέντι δηλαδή».
«Πάει. Ο δικός μου έχει λυσσάξει από το μεσημέρι. Με τρέχει σα νεοσύλλεκτο ο καργιόλης!»
«Καλά –τι να πούμε τώρα; Με το άλλο που σου είπα, έκανες τίποτα;»
«Ποιο άλλο;»
«Ξύπνα ρε μαλάκα!»
«Α, συγνώμη ρε Δημήτρη. Τρέχω πανικόβλητος από το μεσημέρι … Τέλος πάντων, κάποια άκρη βρήκα».
«Για λέγε!»
«Ένας από αυτούς που μου είπες βρέθηκε σκοτωμένος».
«Ποιος;»
«Ο Βασίλης … τάδε …»
«Εντάξει –παρακάτω. Οι υπόλοιποι;»
«Δεν είναι στα σπίτια τους, έστειλα αποσπάσματα. Αλλά …»
«Ναι;»
«Κάτι πληροφορίες μιλάνε για τέσσερις περίεργους που έχουν κλειστεί σε ένα σπίτι. Έχουν και μια γυναίκα μαζί τους …»
«Τέσσερις;»
«Ναι. Δηλαδή τρεις ήταν στην αρχή και μετά μάζεψαν άλλον ένα. Τραυματία, λένε».
«Και μια γυναίκα;»
«Ναι»
«Τι γυναίκα;»
«Ξέρω ‘γω; Απ΄αυτές που έχουν τον κώλο πίσω».
«Καλά. Που είναι το σπίτι».
Ο άλλος ψάχνεται και δίνει ένα κίτρινο χαρτί στον ταγματάρχη. Το χαρτί έχει κόλα στην άκρη του και έχει μαζέψει βρωμιά από το εσωτερικό της τσέπης. Ο ταγματάρχης το κοιτάζει πριν το σκίσει.
«Ευχαριστώ αγόρι μου».
«Για μισό ρε! Τι τα ήθελες αυτά;»
Ο ταγματάρχης τον αγκαλιάζει φιλικά.
«Μυστική αποστολή λοχαγέ. Κωδικός ‘τ΄αρχίδια μας κουνιούνται’. Άκρως απόρρητον και εμπιστευτικόν», ψιθυρίζει ο ταγματάρχης.
«Κόψε ρε τις σάχλες!» γελάει ο άλλος.
Ο ταγματάρχης χτυπάει μια αστεία προσοχή και ετοιμάζεται να φύγει.
«Που πας τώρα; Έχουμε επιφυλακή!»
Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει.
«Για κατούρημα πάω ρε Κώστα –τι νόμισες;»
Και εξαφανίζεται στις σκάλες. Κατεβαίνει, τρέχει προς την έξοδο. Θέλει να προλάβει.

Η Μαριάνα κάθεται δίπλα στο πτώμα του Αντώνη. Αποφεύγει να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, αγγίζει μόνο την ανοιχτή του παλάμη.
«Δεν έμαθες ποτέ –έτσι; Κανένας από εσάς δεν έμαθε ότι ήσασταν τόσο κοντά. Δυο βήματα θέλατε –λίγη υπομονή, μέχρι να ξυπνήσουμε ένα πρωί κλαίγοντας. Που ήσουν όταν θέλαμε να φύγουμε, να γλιτώσουμε; Μου ήρθες στο σχολείο, μέσα στα σπυριά και τα κόμπλεξ –τι να σε κάνω τότε; Ήθελα άντρα, όχι παιδάκι –γιατί δεν ήρθες πάλι όταν έγινες άντρας; Γιατί ρε μαλάκα; Μου σήκωσες τα μυαλά με ωραία λόγια και δανεικά όνειρα και μετά με παράτησες δίπλα σ’ ένα κτήνος. Γιατί ρε; Δε μ΄αγάπαγες; Σκέτα φούμαρα ήταν; Όποιος αγαπάει, επιμένει ρε βλάκα. Ξεκοιλιάζει τον δράκο και σώζει το κορίτσι –δεν το θυμάσαι; Που είναι το όνειρό μου ρε βλάκα; Που είναι τα όνειρα που μου ΄ταξες;»
Η Μαριάνα σκύβει το κεφάλι, δεν ξέρει αν απομένει τίποτα άλλο να ειπωθεί. Πίσω της, ακουμπισμένοι στον τοίχο την κοιτάζουν.
«Στενάχωρη εικόνα –έτσι;»
«Μάλλον. Αλλά … τέλος πάντων … Δεν ήξερα ότι με περίμενε».
«Το ήξερες, αλλά φοβήθηκες».
«Το ήξερα, αλλά φοβήθηκα –σωστά».
«Πάλι ψέματα λες!»
«Πάλι ψέματα λέω –σωστά».
«Δεν νομίζεις ότι έφτασε ο καιρός να παραδεχτείς ότι η Μαριάνα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κάποια βολική δικαιολογία;»
«Κι αν το παραδεχτώ τι θ΄αλλάξει τώρα πια;»
«Τίποτα. Απλά δεν θα μου σπας τον πούτσο με το υφάκι ‘ιδανικός κι ανάξιος εραστής’. Και ίσως να πας στην κόλαση επειδή έπαιξες με την ψυχή μιας γυναίκας».
«Υπάρχει κόλαση τελικά;»
«Δεν ξέρεις ρε κορόιδο; Από κει έρχεσαι!»
«Σωστά. Άσε που, ακόμα κι αν υπάρχει κόλαση, θα έρθεις μαζί μου. Δε νομίζω ότι θα τη σκαπουλάρουν τα πρεζάκια».
«Δεν ξέρω –κάτι έχω ακούσει σχετικά, αλλά δεν το έψαξα. Τι λες; Δεν την κάνουμε από λίγο –λίγο ρε Αντώνη; Αύριο θα έχουμε επισκέψεις –να μην τους φανούμε πρόχειροι!»
«Θα έρθουν τελικά;»
Ένας πυροβολισμός διέκοψε την ησυχία του δωματίου. Ακολούθησαν μαζεμένες ριπές και μακρινές εκρήξεις.
Ξημέρωνε.

(συνεχίζεται και τελειώνει -έτσι νομίζω)

Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

14. Το σκοινί του Αρχάγγελου και οι μαύρες αφίσσες

‘Όταν έγινε η έκρηξη, η τρίτη σήμερα το πρωί, ήρθε κι΄έπεσε, σφυρίζοντας στην αυλή της, ένα κομμάτι ζεστό σκαμένο σίδερο και μια χρυσή ηλιαχτίδα απ΄όνα εξαπτέρυγο.
Στους τοίχους ήταν κολλημένες κάτι αφίσσες με σκοτεινά πρόσωπα και άδεια μάτια πούλεγαν:


Σε μια απ΄αυτές –από κάτω,
Είχαν ζωγραφίσει ένα ψεύτικο μουστάκι.

Στην πλατεία η μπάντα έπαιζε πατριωτικούς σκοπούς …

Έξω από την όπερα, τρέχαν, τ΄αγόρια, τους δίναν έναν αριθμό ……14, 15 …..
έτσι γεμίζουν,
έτσι πυροβολούν
κι΄ένα τουφέκι στα χέρια.

Ήταν η τρίτη έκρηξη σήμερα το πρωί.
Μάζεψε από κάτω το ζεστό μολύβι και τη μυτερή αχτίδα και τάβαλε μέσα στη λουστρινένια τσάντα.
Είχε μια μαύρη τσάντα από λουστρίνι, ένα γάτο καστανό και μια μουριά στην αυλή της. Ήταν μια μουριά παλιά κι΄όταν έπεφτε να κοιμηθεί την έβλεπε ανάμεσα απ΄το φεγγίτη.

___________________Τα κορίτσια με τις σκούρες κάλτσες και τα κρεπ παπούτσια, μπαίναν στα σπίτια, σκίζαν τα σεντόνια λουρίδες–λουρίδες.
-«Για τους πληγωμένους», έλεγαν ….
Το μεγάφωνο πάνω στο τζιπ, βούιζε στους δρόμους, χτυπούσε ο ήχος πάνω στ΄άδεια σπίτια, γύριζε, αντάμωνε με τη μπάντα, μπλεκόταν με τις φωνές των αγοριών.
-τους αριθμούς,
-τις προσταγές,
-τις εκρήξεις,
τις κραυγές
και ησύχαζε κοντά στο ποτάμι.

Πάνω απ΄την καμμένη εκκλησιά είχε μείνει μόνο ο ωραίος Αρχάγγελος με τα σταυρωμένα χέρια. Ο Αρχάγγελος που κάθε Κυριακή πρωί αγαπούσαν τα κορίτσια.

Κάτω στο λιμάνι μια μικρή ανάπηρη χτυπούσε το μεταλλικό μπαστούνι της πάνω στα σιδερένια πόδια της.
-Με ρυθμό.
Αργά ….,
φόρτωναν οι εργάτες τους σταυρούς στα πλοία και ό,τι άλλο απόμεινε απ΄τις εκκλησιές.

_____________. Τα πλοία έφυγαν. Δυο μαρμαρένιες βλεφαρίδες πέσαν τσακισμένες. Μια φορτηγίδα γύρισε μονάχη.

Κάποιος πέταξε ένα μακρύ διχαλωτό σκοινί κι΄άρπαξε τον Αρχάγγελο απ΄το λαιμό. Άρχισαν όλοι μαζί να τραβούνε, το άγαλμα κουνήθηκε πάνω στη βάση του κι΄όταν ο κόσμος σκόρπισε τρομαγμένος, έπεσε με το κεφάλι κάτω και τις φτερούγες ανοιχτές.
Τα πλακάκια της αυλής, κεραμιδιά τετράγωνα και άσπρα, σκίστηκαν. Σπάσαν οι γλάστρες με τις καμέλιες και ο φεγγίτης έμεινε άδειος. Έσκυψε και βάλθηκε να μαζέψει τα χαλάσματα. Ο γάτος πήγε να σκαρφαλώσει στη μουριά, άλλα δεν ήταν εκεί …
Έφυγε. –Πήρε αγκαλιά το γάτο κι΄έφυγε.

Η σιδερένια κλειδωσιά λύγισε στριγγώντας και η ανάπηρη μάζεψε από κάτω το δάχτυλο του Αρχάγγελου.
Από ψηλά ένα μαρμάρινο φτερό κατέβαινε σιγά-σιγά.
Πέρασε από μπροστά της (κάτι ψιθυρίζοντας, με μάτια που κοίταζαν πέρα απ΄τα τείχη).
Στον ουρανό, ανέβαινε ο αέρας, πυκνός, βαρύς, στριφογυρίζοντας τ’αποκαΐδια και τις φωνές …
-Έτσι γεμίζει.
-Έτσι πυροβολεί.
-Το 14 με το 13…, στη Βόρεια Πύλη.
-Τις εκκλησιές, ….
κάφτε τες.
-Ν’ αδειάσει ο δρόμος, -φωνάξτε. –Δεν εργάζονται τα μεγάφωνα …
-Να παίζει η μπάντα, …
οι σειρήνες …
Πέσανε … Έρχονται …
Γέμισε το λιμάνι φωνές, τα πλακόστρωτα μάτωσαν, οι ξύλινες σκάλες σωριάστηκαν μέσα στη σκόνη.
«Σεντόνια για τους πληγωμένους».
Οι μοτοσυκλέτες τρέχαν ουρλιάζοντας τις λαρυγκόφωνες κοιλιές τους, στόμωναν οι μπαταρίες, γίνονταν βραχνές φωνές με άκαφτη βενζίνη οι εξατμίσεις και χώνονταν μέσα στο πλήθος που άνοιγε δρόμο σκορπώντας.
-Έρχονται …. έρχονται …»
Ο Αρχάγγελος κυλούσε κάτω απ΄τα πόδια των κοριτσιών και τ΄ άχρωμά του μάτια ικέτευαν … Να τα στολίσουν θέλανε, σαν όπως τα πρωινά της Κυριακής.

_____________________________________________

-«Η Βόρεια πύλη έπεσε, τάκουσες;»
-«Και ο 14;»
-«Και ο 13;»
-«Πάμε κατά το ποτάμι …»
Τα παιδιά τρέχαν στις γωνιές ψιθυρίζοντας.
Έτσι οπλίζουνε.
Έτσι πυροβολούνε.
Κοίταζαν. –Χτυπούσαν, γέμιζαν τα μάτια τους μ΄απορημένο αίμα και ρωτούσαν:
«Γιατί

Όλα τελείωσαν σε λιγότερο από μια ώρα.
Έμεινε λίγη σκόνη κι΄ένα απόηχο απ΄το λαχάνιασμα που όλο ξεμάκραινε.
Το πρώτο φλάουτο τόχε σκάσει, η μπάντα όμως έπαιζε όταν ο εχθρός μπήκε μέσα.
Αυτός δεν ενοχλήθηκε.
Συντόνισε το βήμα του με το ρυθμό της μπάντας, (με τα τραγούδια μας), και προχώρησε.
____________________ Στην πλατεία, το κοριτσάκι αντάμωσε τις άδειες κόγχες του Αρχάγγελου, τίναξε μια δυο φορές τα σιδερόδετα πόδια του πάνω στο πλακόστρωτο και ξεψύχησε.

Εκείνη βρήκε τον καστανό της γάτο κάτω στο ποτάμι παγωμένο, μ’ ένα γαλακτόχρωμο υγρό, χυμένο γύρω απ΄τα μάτια του.
Γυρίζει στους δρόμους με τις μαύρες αφίσσες, με τα παπούτσια σκισμένα, τη λουστρινένια τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και το διχαλωτό σκοινί του Αρχάγγελου στα χέρια.
Οι εχθροί τραγουδούν τα τραγούδια της,
τα τραγούδια μας …
και προχωρούν.
Στους τοίχους οι αφίσσες ακόμα λένε.
«Προσέχτε ο εχθρός είναι
ανάμεσά μας»



__________________________________________________________
Και ο «εχθρός» τώρα είμαστε εμείς.
Και τα τραγούδια μας, τραγούδια ξένα.
Και ξένες οι αφίσσες μας … για μάς φοβούνται.

Υ.Γ.: Η ιστορία είναι δανεισμένη από τους "Τυμβωρύχους" του Νίκου Νικολαϊδη -ένα τρομερό, απ΄όλες τις απόψεις, βιβλίο. Και ανήκει, όπως και τα προηγούμενα αποσπάσματα, αποκλειστικά στο γνωστό Κάθαρμα. Πως σου φαίνεται; Καλά τα πήγα;

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

13. Ένα σπίτι, λίγο πριν έρθουν εκείνοι

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας
11. Με την πλάτη στον τοίχο
12. Πεθαίνοντας με κάθε τρόπο

Πέρασε βδομάδα από τότε που σκότωσαν τον Βασίλη. «Σκότωσαν τον Βασίλη», έτσι το έλεγαν μεταξύ τους –λες και κάποιος άλλος τον είχε φάει, κάποιος ξένος, εχθρός –όχι αυτοί οι ίδιοι. Αυτοί, όχι πια οι ίδιοι, σουλατσάριζαν –σημερινά φαντάσματα, ανάμεσα στα χτεσινά και τα αυριανά –σπαταλούσαν τις μέρες τους στα χαλάσματα μιας συνοικίας έτοιμης να γκρεμιστεί. Έτσι πέρασε ολόκληρη βδομάδα.

Το νερό και το ηλεκτρικό κόπηκαν –μαχαίρι στις δυτικές συνοικίες, τα τρόφιμα έμοιαζαν με ανάμνηση ευτυχισμένων ημερών, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τρύπια παπούτσια και άδεια μάτια. Απελπισία αμίλητη και μια περίεργη ησυχία –απραξία. Οι στρατιώτες σταμάτησαν τις επιδρομές, όταν τα τανκς ισοπέδωσαν τη διπλανή συνοικία. Γιατί αυτό έγινε και τα νέα μαθεύτηκαν. Την επόμενη μέρα –μετά την αποχώρηση της αυτοκινητοπομπής, το Δημαρχείο έγινε ένα με το χώμα, τα σπίτια έλιωσαν -κούφια χαλίκια κάτω από τις ερπύστριες –ακουγόταν ότι δεν είχε πεθάνει κόσμος πολύς στη συνοικία του Βασίλη. Κάτι τρομαγμένοι άνθρωποι που είχαν ξεφύγει, μισοπαράλυτοι σα μύγες με κομμένα φτερά –αυτοί είχαν φέρει τα νέα. Η επίθεση ήταν αναπάντεχη, πιάστηκαν εντελώς απροετοίμαστοι. Επέλαση που κράτησε μισή μέρα, όλεθρος, μετά τίποτα. Ο στρατός σταμάτησε πριν μπει στην επόμενη συνοικία –ήξεραν οτι εκεί θα τους περίμενε αντίσταση, δεν ήταν μαλάκες. Δεν ήταν τόσο μαλάκες. Άφησαν λοιπόν τον κόσμο να περιμένει και να εξαντλείται. Πείνα, δίψα –αυτά αντέχονται. Αναμονή σε έρημους δρόμους –ατέλειωτη αναμονή. Αυτό δεν αντέχεται.

Μια χαμένη υπόθεση. Μπορεί και δύο
Είχαν πιάσει ένα σπίτι δίπλα στην κεντρική πλατεία, έρημο σπίτι –από το παράθυρο φαινόταν η σκεβρωμένη εκκλησία με το επιβλητικό άγαλμα του Αρχάγγελου. Παραδίπλα κάτι καχεκτικά δέντρα –η θέα έμοιαζε με διακοπές στο χωριό του Νίκου, η θέα έφερνε πίκρα στον Αντώνη, η θέα δεν απασχολούσε καθόλου τον Γρηγόρη και τη Μαριάνα. Έτσι όπως κάθονταν στο περβάζι του παραθύρου και χάζευαν κάτι χελιδόνια να κάνουν βόλτες –από τις κορυφές των δέντρων στα φτερά του Αρχάγγελου. Και πάλι πίσω.
«Τη γνώρισα σε μια αίθουσα υποδοχής του αεροδρομίου. Για την ακρίβεια, δεν την γνώρισα τότε –αφού την ήξερα από πάντα και την περίμενα. Και δεν ήταν μέσα στην αίθουσα –απέξω καθόταν, σε ένα παγκάκι. Με βλέμμα αγριεμένο, λες και της έφταιγε ο κόσμος όλος. Καταλαβαίνεις έτσι;»
Η Μαριάνα ένευσε –καταλάβαινε. Ή δεν ήθελε να τον διακόψει.
«Τότε λοιπόν με κοίταξε. Μαρμάρωσα –εμένα κοίταζε; Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα είχε γίνει. Την πλησίασα απλά και μόνο για να κινηθώ, για να βγω από τη γραμμή του βλέμματός της –να σιγουρευτώ ότι κοίταζε κάποιον άλλο, πίσω από μένα. Δεν έγινε έτσι –το βλέμμα της με ακολουθούσε –άγριο βλέμμα. Της έδωσα το χέρι, να με βρίσει να τελειώνουμε. Δεν με έβρισε, απλά φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, με ρώτησε αν μου άρεσαν –μου άρεσαν, όλα πάνω της μου άρεσαν … ‘Χάλια είναι’, απάντησε όταν της το είπα και με ακολούθησε νευριασμένη. Έτσι νόμιζα. Μετά έμαθα πως ήταν απλώς αμήχανη», ο Γρηγόρης σφήνωσε το τσιγάρο ανάμεσα στον παράμεσο και τον αντίχειρα –του έδωσε ώθηση για να εκτοξευθεί, σημαδεύοντας μια τρύπα στον φράχτη. Το τσιγάρο πετάχτηκε ψηλοκρεμαστά και μετά έχασε ύψος –προσγειώθηκε σε μια άδεια γλάστρα κάτω από τα πόδια τους.
«Το είδες αυτό;» κοκορεύτηκε ο Γρηγόρης.
«Βλακείες –κατά τύχη το έκανες! Αφού πήγαινες για τον φράχτη», παρατήρησε η Μαριάνα.
«Βλακείες λες εσύ», είπε ο Γρηγόρης και μετά θυμήθηκε ότι η Μαριάνα δεν είχε πει κουβέντα –αυτός της έλεγε την πονεμένη του ιστορία –και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
«Άντε, συνέχισε», τον προέτρεψε η Μαριάνα.
«Ήταν ότι έψαχνα. Ότι έψαχνα. Κι ακόμα περισσότερα. Σου έχει τύχει ποτέ να ονειρεύεσαι κάτι και το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα, αλλά βελτιωμένο; Δεν σου έχει τύχει –σε ελάχιστους συμβαίνει αυτό. Σε αυτούς που ονειρεύονται με βάση τη λογική και σε κωλόφαρδους. Εγώ ανήκα στη δεύτερη κατηγορία. Φάγαμε τον κόσμο για να είμαστε μαζί, λιώσαμε τις καθημερινές συνθήκες και τις ξαναφτιάξαμε –πλαστελίνη έγινε η καθημερινότητα. Δεν είχαμε επιλογές –ή μαζί ή μαζί. Κι όμως, νιώθαμε ότι επιλέξαμε –δεν ξέρω πως γίνονται αυτά τα πράγματα. Ήμασταν μαζί. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Ήμασταν πλήρεις. Ήμουν ηλίθιος. Κολλημένος. Και παραμένω τέτοιος. Την απομάκρυνα με τον τρόπο μου. Με την προσήλωσή μου σε ένα σχέδιο γεννημένο πριν από αυτή –σε μια εποχή που νομίζαμε ότι όλα ήταν στο χέρι μας. Θα αλλάζαμε τον κόσμο και τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο –τόσο απλά. Εμένα μου λες; Είναι εύκολο να αλλάξεις τον κόσμο –αλλά είναι δύσκολο να κάνεις τον κόσμο καλύτερο. Ήμουν δίπλα της μισός, ερχόμουν κοντά της για λίγο και μετά χανόμουν. Που πήγαινα; Τι έκανα; Δούλευα για να αλλάξω τον κόσμο! Ο μαλάκας! Το καταλάβαινε. Ήθελε να είναι μαζί μου, ρωτούσε, αγωνιούσε. Δεν υπάρχουν διπλά εισιτήρια στα ταξίδια των φανατικών –δεν μπορούσα να την πάρω μαζί μου. Δεν μπορούσα να τη βάλω στη ζωή μου, την κορόιδευα. Το καταλάβαινε. Αλλά δεν ήταν έτσι –δεν ήθελα να συμβαίνουν όλα αυτά –δεν ήθελα να την κοροϊδεύω –έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω αν το κατάλαβε ποτέ της. Έλεγε πως είχε την 6η αίσθηση –δεν τα πιστεύω εγώ αυτά. Άκουγε ότι έλεγα –ακόμα κι όταν δεν της μιλούσα. Ήξερε. Πνιγόμουν –από τη μια μεριά εκείνη, από την άλλη … Πήρε την 6η αίσθησή της, μαζί με μια πανάρχαια φωτογραφική μηχανή κι έφυγε. Ανατολικά … δεν ξέρω, δεν έμαθα ποτέ. Με λυπήθηκε ίσως, με σιχάθηκε … κι αυτό πιθανό είναι. Πάντως έφυγε, με τη σιδερένια μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό –δεν την ξανάδα από τότε … Την περιμένω. Αλλά ξέρω ότι δεν πρόκειται να έρθει, γι΄αυτό της άφησα μηνύματα μέσα σε μπουκάλια –απ΄αυτά που πετούσαν στη θάλασσα παλιότερα. Στις καινούργιες θάλασσες έριξα τα μπουκάλια –εκεί βολοδέρνουν και την περιμένουν», σώπασε απότομα ο Γρηγόρης, τράβηξε δυο τσιγάρα από το πακέτο, τα άναψε και της έδωσε το ένα.
«Δηλαδή έχασες τη γυναίκα της ζωής σου για αυτή τη μαλακιά που προετοιμάζατε όλοι μαζί; Την έχασες για να βάλετε τον κόσμο να σφάζεται; Με έχει πιάσει βήχας με τα κωλοτσίγαρα σου …» σχολίασε η Μαριάνα.
«Όλα μια συνήθεια είναι», απάντησε ο Γρηγόρης –αν και δεν διευκρίνισε σε τι αναφερόταν.

Ψάχνοντας. Και για νερό
Ο Νίκος με τον Αντώνη έσκαβαν στον πίσω κήπο του σπιτιού. Χωμένοι μέχρι τα γόνατα δίπλα στην τσιμεντένια βάση κάποιου ξεραμένου πηγαδιού –έσκαβαν μέσα στον ιδρώτα που γλιστρούσε τις παλάμες τους.
«Επιμένεις;» αναστέναξε ο Αντώνης.
«Σαν πούστης», τον διαβεβαίωσε ο Νίκος.
«Καλά, αυτό …», παρατήρησε ο Αντώνης.
«Δεν μπορεί να μην υπάρχει φλέβα με νερό! Δεν μπορεί να έφτιαξαν έτσι το πηγάδι!»
«Ούτε υπάρχει η πιθανότητα να έχει στερέψει –έτσι;»
«Αποκλείεται. Η πόλη έχει χτιστεί πάνω στο νερό. Σε μας θα πέσει το ξερό πηγάδι;»
«Σε κάποιον πρέπει να πέσει -πάντως».
«Ναι, αλλά εμείς είμαστε σημαντικοί. Πρωταγωνιστές, ας πούμε. Έχεις δει ταινία όπου το ξερό πηγάδι τυχαίνει στους πρωταγωνιστές;»
«Ναι αμέ –καμιά δεκαριά. Και μετά τρώνε ο ένας τον άλλο και, όταν φτάνει το πλοίο, τρώνε και τους ναυτικούς …»
«Πολύ ευρωπαϊκή κουλτούρα παρακολουθείς –γι΄αυτό κατάντησες έτσι», παρατήρησε ο Νίκος.
Συνέχισαν να σκάβουν για λίγο ακόμα.
«Ο Γρηγόρης με τη Μαριάνα που είναι;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Αντώνης.
«Κάπου μπροστά …», απάντησε ο Νίκος.
«Και τι κάνουν;»
«Τα γνωστά. Λίγα προκαταρκτικά, τα απαραίτητα, ξέρεις … και μετά, αχαλίνωτο, απεγνωσμένο σεξ δίχως αύριο».
«Έλα κόφτο», τινάχτηκε ο Αντώνης.
«Γιατί αγόρι μου; Γουστάρεις τη γκόμενα για πάρτη σου;»
Ο Αντώνης σκούπισε το μέτωπο του και ανασήκωσε τους ώμους.
«Είναι κάποια Μαριάνα –όπως και να το κάνουμε!» μουρμούρισε.
«Δε νομίζεις πως ήρθε ο καιρός να μου πεις την πραγματική ιστορία της Μαριάνας;» ρώτησε ο Νίκος.
«Ξέρω ‘γω … έχεις τσιγάρα;»
Ο Νίκος του πέταξε ένα πακέτο και κάθισε ανακούρκουδα στην άκρη του λάκκου. Ο Αντώνης άναψε με τον αναπτήρα που βρήκε μέσα στο πακέτο και του τα πέταξε πίσω.
«Λοιπόν η Μαριάνα …», άρχισε σκεπτικός. «Λυκειακός έρωτας, μεγαλύτερή μου ένα χρόνο … Και μέγα μπέρδεμα! Γιατί εγώ είχα την εντύπωση ότι ερχόταν να με συναντήσει στα διαλείμματα επειδή με γούσταρε –ενώ αυτή ερχόταν για να μου λέει τα προβλήματά της. Εγώ κοίταζα τα μπούτια της μέσα από τα κουμπιά της ποδιάς κι αυτή έβλεπε σε μένα την κολλητή της. Το φαντάζεσαι; Τεράστια ξεφτίλα όταν της την έπεσα –ρεζιλίκι που κατέληξε σε σύλληψη από τους μπάτσους –που να στα λέω! Από τότε ψάχνω τη Μαριάνα. Γνωρίζω γυναίκες, βρίσκω λίγη Μαριάνα πάνω τους –μετά τις γνωρίζω περισσότερο … πουθενά η Μαριάνα. Απορώ κιόλας –που σκατά την είδα τη Μαριάνα, ευθείς εξ΄αρχής; Φεύγω –νομίζω ότι παρακάτω θα έχει λίγη Μαριάνα …. Μαλακίες …», ο Αντώνης τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιγάρο του.
«Δυο ερωτήσεις», είπε σκεπτικά ο Νίκος.
«Ρίχτες».
«Πρώτον –ξανάδες ποτέ τη Μαριάνα;»
«Μια φορά, στη λαϊκή –κουτσούβελο στο ένα χέρι, σακούλες με κρεμμύδια στο άλλο …»
«Και;»
«Τι και; Τίποτα. Μιλήσαμε αν και ήθελα να το αποφύγω … αυτό ήταν όλο».
«Καλώς. Δεύτερη ερώτηση …»
«Εδώ είμαι».
«Μήπως είσαι κρυφοαδελφή;»
Ο Αντώνης έμεινε με την απορία στη φάτσα για μισό λεπτό –πριν δει ότι ο Νίκος κυλιόταν στο χώμα από τα γέλια.
Γέλασε κι αυτός.
«Η χαρακτηριστικότερη φάτσα μαλάκα που έχω δει την τελευταία δεκαετία!» φώναξε ο Νίκος ανάμεσα στα χάχανα.

Δυο περίπολοι
Ένα απόσπασμα πολιτών πέρασε στον δρόμο –μπροστά από το σπίτι. Περπατούσαν σέρνοντας τα όπλα τους, κοίταζαν τριγύρω σε αχρείαστη ετοιμότητα.
«Τι κάνουν αυτοί;» ρώτησε η Μαριάνα δείχνοντάς τους.
«Το παίζουν σπουδαίοι», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Σκατά στα μούτρα τους», έκανε η Μαριάνα.
Το απόσπασμα σταμάτησε έξω από το σπίτι –κάποιος τους είδε.
«Εδώ μένετε εσείς;» ρώτησε ο κάποιος.
«Όπως βλέπεις …», απάντησε ήρεμα ο Γρηγόρης.
«Το έχετε δηλώσει στην επιτροπή;» ξαναρώτησε εκείνος.
«Ποια επιτροπή;»
«Στο δημαρχείο».
«Όχι. Θα έπρεπε;»
Το απόσπασμα κοίταξε προς το μέρος τους με το ίδιο μάτι.
«Ξένοι είσαστε;»
«Όπως το πάρει κανείς …»
Το απόσπασμα συνοφρυώθηκε. Κάποιος ξεχώρισε –μάλλον ο επικεφαλής.
«Να πάτε να δηλώσετε την κατοικία σας στο δημαρχείο. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα. Αλλιώς δεν μπορούμε να εγγυηθούμε για τίποτα», είπε.
«Δεν σας ζητήσαμε εγγυήσεις», φώναξε η Μαριάνα.
«Θα πάμε μην ανησυχείς», είπε ήρεμα ο Γρηγόρης.
Το απόσπασμα κοντοστάθηκε για λίγο. Μετά συνέχισε τον δρόμο του –μη βρίσκοντας τι άλλο να πει.

Ένα άλλο απόσπασμα, παιδιά όχι μεγαλύτερα από δεκαπέντε χρονών, σταματούσαν μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω γιατί κάτι φαινόταν να κινείται στη μισογκρεμισμένη γέφυρα.
«Ρίξτου», τσίριξε ένα από αυτά στο διπλανό του παδί.
Εκείνο, όπλισε και πυροβόλησε κλείνοντας και τα δυο μάτια –φυσικά δεν πέτυχε τίποτα.
«Μαλάκα», σχολίασε κάποιο άλλο πιτσιρίκι.
Άρχισαν να τρέχουν προς τη γέφυρα γεμάτα περιέργεια. Στα πενήντα μέτρα ξεχώρισαν τον άντρα να σέρνεται. Τραβούσε το αριστερό του πόδι, σφηνωμένο μέσα το διπλωμένο του μπράτσο, σκυμμένος παραπατούσε ανάμεσα στις μπετόβεργες που προεξείχαν κατά μήκος της γέφυρας. Τα παιδιά έφτασαν κοντά του τρέχοντας, αλλά δεν έδειξε να τα διακρίνει. Συνέχιζε μια κίνηση μπροστά και πουθενά.
«Δύο είναι», σχολίασε ένα πιτσιρίκι με αφύσικα άσπρα μαλλιά -αυτό δεν κράταγε όπλο.
Μια κοπελίτσα στράφηκε στον διπλανό της.
«Σου είπα να μην τον πάρουμε μαζί μας τον βλαμμένο», γκρίνιαξε.
Ο άντρας που σερνόταν πετάχτηκε απότομα –είδε κάποιο χέρι να πλησιάζει, βιάστηκε να το πιάσει για να κρατηθεί. Το χέρι δεν υπήρχε –ο άντρας σωριάστηκε με τα μούτρα στο τσιμέντο και έμεινε ακίνητος.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω του σαν τις μύγες –κοίταξαν γεμάτα περιέργεια.
«Πέθανε;» αναρωτήθηκε ένα από αυτά.
Δεν πήρε καμιά απάντηση.

Εδώ είναι ο δρόμος. Ο δρόμος
Βγήκαν από το σπίτι σε παράταξη, ο Γρηγόρης μπροστά, ο Νίκος πίσω και στη μέση ο Αντώνης με τη Μαριάνα. Που κάτι έλεγαν και χαζογελούσαν. Το απόγευμα έστειλε τον ήλιο για μπάνιο, πέρα μακριά στα σιχαμένα νερά του λιμανιού. Κι αυτοί προχωρούσαν ψάχνοντας –χωρίς να ξέρουν τι.
«Υπάρχει περίπτωση να βρούμε φαγητό με αυτόν τον τρόπο;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Ξέρω ΄γω … αν βασιστούμε στην καλοσύνη των ξένων …», μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Τι ‘πες;» έκανε η Μαριάνα.
«Τρύπες», γέλασε εκείνος.
Πέρασαν την πλατεία με τη σκεβρωμένη εκκλησία, ο κόσμος τριγύριζε άσκοπα. Κάποιοι είχαν ρίξει τα παρατημένα άμφια κάτω από τα δέντρα κι έπαιζαν μπαρμπούτι.
«Να που ο εκκλησιαστικός εξοπλισμός έγινε επιτέλους χρηστικός για το ποίμνιο», κορόιδεψε ο Νίκος.
Στην απέναντι άκρη της πλατείας, τα παιδιά πετούσαν πέτρες σε μια επιγραφή. «ΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΝ». Ο τσίγκος της επιγραφής έκανε δαιμονισμένο θόρυβο –κοίταξαν όλοι μαζί, σα συνεννοημένοι.
«Λες να υπάρχει τίποτα εκεί μέσα;» ρώτησε ο Αντώνης.
Τάχυναν το βήμα τους. Σε λίγο έσπρωχναν τα παιδιά για να μπουν στο μαγαζί –άδεια ράφια και κάτι αξύριστοι που κοιμούνταν στους πάγκους.
«Υπάρχει τίποτα να φάμε;» φώναξε ο Γρηγόρης.
«Συσσίτιο μοιράζουν στο δημαρχείο», είπε κάποιος αλλάζοντας θέση στον πάγκο.
«Και που είναι το δημαρχείο;» ρώτησε ο Νίκος.
Δεν πήρε απάντηση –βαρέθηκαν να περιμένουν, ξαναβγήκαν στο δρόμο.
«Θα το βρούμε με τη μυρωδιά», είπε ο Γρηγόρης. Ξεκίνησαν πάλι –σίγουροι ότι, άσκοπα περπατάνε.
Ο Αντώνης πλεύρισε το Γρηγόρη νευρικά.
«Κόψε λίγο και άστους να μας περάσουν», του ψιθύρισε.
Ο Γρηγόρης έκανε ότι χαζεύει μια αυλόπορτα, ο Νίκος με τη Μαριάνα δεν άλλαξαν τον βηματισμό τους –βρέθηκαν δίπλα και κοιτάχτηκαν ηλίθια. Αλλά συνέχισαν να περπατάνε.
«Τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε ο Αντώνης μένοντας κοντά στο Γρηγόρη.
«Σαν τι να γίνει δηλαδή; Περιμένουμε και όπου βγει», είπε ο Γρηγόρης.
«Άλλο εννοώ …»
«Για κάντο λιανά …»
«Τι θα γίνει με τους υπόλοιπους –αυτό ρωτάω».
«Το Γιάννη και τον Δημήτρη;»
«Ναι αυτούς».
«Ο Γιάννης … λοιπόν, υπάρχει μια πιθανότητα …τις προάλλες είδα μήνυμά του μετά από χρόνια …»
«Του Γιάννη;»
«Ναι μωρέ –για αυτόν δε μιλάμε;»
«Λοιπόν;»
«Προειδοποιούσε για κάποιον βαλτό σε ένα φόρουμ».
«Ο Γιάννης; Σίγουρα;»
«Ναι … αλλά όχι μόνο … Δηλαδή, έγραψε ένα απόσπασμα από το ‘ευαγγέλιο’ … θυμάσαι … εκεί που έρχεται η μάνα πάνω από τον κοιμισμένο στη φυλακή …»
«Που τον τυραννάει με τα σκελετωμένα χέρια;»
«Ναι αυτό ..»
«Αλλά δεν είναι η μάνα τελικά …»
«Δεν είναι …»
«Και ποιος είναι;»
«Ο προδότης. Ο ίδιος ο φυλακισμένος, που είναι προδότης. Ήταν κι ο Νίκος δικτυωμένος, του το έστειλε με το τελικό κομμάτι της ιστορίας».
«Κι εσύ;»
«Έβαλα την τελευταία φράση …»
«Που ορμάει στα ηλεκτροφόρα …»
«Ναι, αυτή».
«Ποιος ήταν ο βαλτός τελικά;»
«Κοίτα … ο Γιάννης το ξεκίνησε για κάποιον μέσα στο φόρουμ, όντως κυκλοφορούσαν μερικά μηνύματα που έμοιαζαν δικά μας, αλλά δεν ήταν …»
«Έτσι το ξεκίνησε –εντάξει. Παρακάτω;»
«Παρακάτω τσάκισε η δουλειά. Μάλλον ήθελε να μας προειδοποιήσει, αλλά στη μέση θυμήθηκε ότι εμείς, την δικιά του πράξη θεωρήσαμε προδοσία …»
«Ήταν προδοσία!»
«Εντάξει, το ίδιο είπε κι αυτός, αυτό κατάλαβε κι ο Νίκος …πάντως, του έγραψε στα ίσα πως είναι καλοδεχούμενος … Εγώ τον προειδοποίησα …»
«Τον Νίκο;»
«Το Γιάννη ρε μαλάκα! Δεν είσαι εδώ που μιλάμε;»
«Συγνώμη. Παρακάτω;»
«Έρχεται, αυτό κατάλαβα».
«Έρχεται …»
«Ο Νίκος δεν το πιστεύει –τον άκουσες που το έλεγε κιόλας …»
«Θα έρθει. Ο Γιάννης θα έρθει σίγουρα».
«Ελπίζω να κάνεις λάθος. Για το δικό του καλό. Έχει και παιδί, μην ξεχνάς …»
«Τίποτα δεν ξεχνάω. Κι ο Δημήτρης;»
«Ότι ξέρεις, ξέρω. Χαμένος άνευ λόγου, δεν έχει δώσει στίγμα εδώ και κάμποσα χρόνια … Αγνοούμενος».
«Κι ο Δημήτρης θα έρθει …»
«Ναι ε; Μαζί μας ή με τους άλλους;»
«Πάντως θα έρθει …»
«Ότι πεις».
Περπάτησαν για λίγο αμίλητοι.
«Γρηγόρη;»
«Πέστο».
«Τρέχει τίποτα … εννοώ …»
«Αν τρέχει τίποτα;»
«Με σένα και τη Μαριάνα …»
Ο Γρηγόρης γέλασε νευρικά. Έκοψε κι ένα κλαδάκι, το τσάκισε στα δάχτυλά του.
«Τη γουστάρεις;»
«Είναι η Μαριάνα ρε Γρηγόρη!»
«Ναι, αλλά όχι η γνωστή Μαριάνα».
«Κάποια Μαριάνα τέλος πάντων!»
«Σου αρκεί;»
«Και που θες να ξέρω;»
«Κοίτα … μου την ψιλοέπεσε όταν τη γνώρισα, αλλά μάλλον το έκανε για να εξασφαλίσει μεταφορικό μέσο. Οπότε …»
«Πουτάνεψε κι η Μαριάνα, σα να λέμε …»
«Έλα μωρέ τώρα! Εδώ ο κόσμος καίγεται …»
«Όπως και νάχει …»
«Όπως και νάχει –δική σου. Εγώ απομακρύνομαι από το σκηνικό. Αν ζορίσει η φάση θα τα φτιάξω με το Νίκο –είναι κι αυτό μια εναλλακτική …»
«Εντάξει –έγινε. Για τη Μαριάνα δηλαδή … για το Νίκο, σάλτα και πηδήξου. Αλλά πάλι …»
«Τι έγινε τώρα;»
«Λέω … το μεσημέρι … οι δυο σας … στο περβάζι …»
«Ξεκόλλα ρε Αντώνη –την πονεμένη ιστορία μου της έλεγα!»
«Για την …;»
«Για την …»
«Κάτι τέτοια πιάνουν στις γυναίκες –ξέρεις».
«Καλά, άστα να πιάνουν κι ότι μαζέψουν ας μας το φέρουν … Δεν έγινε με τέτοιο σκοπό η τρυφερή σκηνή. Απλά με πέτυχε σε φάση ‘Μελαγχολία το Σεπτέμβρη’…».
«Όπως και νάχει …»
«Ξεκόλλα μωρέ και κάνε κίνηση γιατί μέχρι να της τα ρίξεις θα μας έχουν πλακώσει οι μπόμπες!»
«Όπως και νάχει;»
«Βροχή ή χιόνι –δεν ξέρω …»
«Κι αν όλοι οι χίπις… ας πούμε; Σε τέτοιο στυλ;»
«Πέστε βουνά, μόνο μην πέσετε πάνω μου. Κατανοητό;»
«Απολύτως!»
Άνοιξαν το βήμα τους ταυτόχρονα για να προλάβουν τους άλλους. Έστριψαν στη γωνία βιαστικά και είδαν τη Μαριάνα κατουρημένη στα γέλια να αγκαλιάζει τον Νίκο. Κοιτάχτηκαν.
«Λες να μου την έφαγε ο πούστης;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τα ύστερα του κόσμου!» ψευτοθαύμασε ο Γρηγόρης.

Το στραβωμένο σίδερο της γέφυρας έμοιαζε με σκάλα για τον παράδεισο καθώς στηριζόταν πάνω του, για να σηκωθεί. Έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε –να φύγει η θολούρα. Άδικος κόπος. Η συνοικία νύχτωνε.
«Καλά που δεν πάθαμε και τίποτα!» κορόιδεψε η φωνή στο πλάι του.
«Ναι … θα μπορούσαμε να είχαμε ξεφύγει ζωντανοί, το φαντάζεσαι;» μούγκρισε ο Γιάννης.
«Εντάξει, εσύ μοιάζεις ακόμα για τέτοιος … Όχι πολύ … πάντως τους φέρνεις …»
«Δεν μπορώ να πατήσω καθόλου το πόδι μου γαμώτο!»
«Και γιατί να το πατήσεις; Ξάπλωσε δίπλα στη γέφυρα και περίμενε να σε πατήσει κανένα τανκς –τι τώρα, τι σε μερικές μέρες!»
«Θα βγω από δω ζωντανός –μαλάκα!» ούρλιαξε ο Γιάννης.
«Τέτοια σιγουριά!» κορόιδεψε η φωνή.
«Ζωντανός και θα βγάλω και τους υπόλοιπους από εδώ μέσα … Όλους!»
«Άργησες …» παρατήρησε η φωνή.
«Τι θες να πεις;» ρώτησε ο Γιάννης, αλλά ήξερε ότι μιλούσε στον κούφιο αέρα πριν τελειώσει τη φράση του.

Λίγο πριν τη συνάντηση
Στο ξέφωτο, πλάι σε ένα τεράστιο πάρκινγκ –στεκόταν το δημαρχείο. Κεφάλια ανθρώπων μπαινόβγαιναν στα παράθυρα, καλάθια με τρόφιμα χώνονταν από την κεντρική είσοδο. Αλλά αυτό δεν ήταν κάτι περίεργο. Οπλισμένα αποσπάσματα κακοντυμένων μπερδεύονταν με παιδιά –αν πλησίαζες περισσότερο θα έβλεπες ότι 2 στα 3 αποσπάσματα ήταν φτιαγμένα από παιδιά. Αλλά αυτό δεν ήταν καθόλου αστείο.
Στη μέση του πάρκινγκ έκαναν πρόβα κάτι εξωγήινοι με κόκκινες –μπλε στολές, λοφία στα καπέλα και σκουριασμένα όργανα. Πιο δίπλα, ένας από αυτούς, γονατισμένος προσπαθούσε να κολλήσει μια μεμβράνη τύμπανου με μονωτική ταινία.
«Τι είναι αυτοί οι καραγκιόζηδες;» φώναξε ο Γρηγόρης.
«Η μπάντα … η μπάντα του δήμου …», απάντησε κλαίγοντας από τα γέλια η Μαριάνα.
Ο Νίκος την στήριζε για να μη σωριαστεί και κοίταζε αποσβολωμένος.
«Η μπάντα του δήμου;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Ναι … κάτι μου λέει ότι ήρθαμε ακριβώς στην ώρα της παρέλασης!» είπε ο Νίκος, προκαλώντας ανεξέλεγκτους σπασμούς στη Μαριάνα.
«Πες κι εσύ κάτι έξυπνο ρε βλάκα!» σκούντησε τον Αντώνη ο Γρηγόρης.
«Θα παρελάσουν και τα άρματα μάχης;» πέταξε ξεκάρφωτα αυτός.
Το πρόσωπο της Μαριάνας σκοτείνιασε με τη μία. Ο Νίκος γύρισε απότομα.
«Ευχαριστούμε για το ξενέρωμα», τον έφτυσε η Μαριάνα.
«Δεν κάνει τίποτα …» ψέλλισε μπερδεμένος ο Αντώνης.
«Άστο αγορίνα μου –θα τη ρίξεις με την κορμάρα σου, δεν χρειάζεται να ξανανοίξεις το στόμα», τον χτύπησε στους ώμους ο Γρηγόρης.
Ένας πιτσιρικάς πέρασε τρέχοντας –ο Γρηγόρης άρπαξε το βιαστικό μανίκι.
«Σου πω μικρέ … τι τρέχει; Γιατί βγάλανε τη μπάντα;»
Ο πιτσιρικάς κοντοστάθηκε έτοιμος να βρίσει. Αλλά έδωσε τόπο στην οργή.
«Έρχονται θείο … όπου νάναι θα μπουκάρουν …»
«Ποιοι έρχονται;»
«Εκείνοι!»
Ο πιτσιρικάς ελευθερώθηκε από το κράτημα και χάθηκε στον σκονισμένο δρόμο. Οι υπόλοιποι έμειναν να κοιτάζονται. Πριν αποφασίσουν να προχωρήσουν ανάμεσα στο άτσαλο πλήθος. Έφτασαν στην πόρτα του δημαρχείου –κάποιος μοίραζε όπλα εκεί μέσα. Μπήκαν στην ουρά.
«Τι νέα;» ρώτησε τον μπροστινό του ο Νίκος.
«Δεν έχεις ακούσει; Θα γίνει της κόφας –ξεκίνησαν γενική επίθεση. Σε όλη την πόλη, όπου νάναι μπαίνουν …»
«Ποιοι»
«Τι ρωτάς ρε αδερφέ; Ο στρατός».
«Δεν είναι αδερφός –αδερφή είναι», μουρμούρισε μέσα από τα ανύπαρκτα μουστάκια του ο Γρηγόρης.
Η Μαριάνα πλακώθηκε πάλι στα γέλια. Ο Αντώνης κοίταξε απελπισμένος τον Γρηγόρη.
«Όλοι μπορούμε να το κάνουμε εκτός από σένα φιλαράκι», σφύριξε αυτός. «Καλά λένε ότι ο έρωτας μαλακίζει τον άνθρωπο».
«Τι λέτε εσείς;» ρώτησε η Μαριάνα.
«Κάτι δικά μας», πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Δεν κάνει να τα μάθω εγώ;»
«Ούτε κάνει, ούτε πρέπει …», είπε ο Γρηγόρης.
«Και γιατί παρακαλώ;»
«Γιατί μετά θα είμαστε αναγκασμένοι να σε σκοτώσουμε», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Τι τώρα, τι μετά από μερικές μέρες …», σχολίασε ο Νίκος που άκουγε την κουβέντα.
«Δηλαδή εσύ με ποιον είσαι –πες μου να καταλάβω!» αγανάκτησε ο Αντώνης.
«Πάντα με τους καλούς –τι νόμισες;» γέλασε ο Νίκος.
«Άλλαξε τον τόνο και είσαι μέσα …», ψιθύρισε η Μαριάνα.
«Τι κάθεστε εκεί πέρα; Θα πάρετε όπλα ή όχι;» δυσανασχέτησε ο άντρας πίσω από το τραπέζι.
Βιάστηκαν να πλησιάσουν.
«Που μένετε εσείς;»
«Στο σπίτι δίπλα στην πλατεία. Με τον κήπο», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Κοντά στον Αρχάγγελο;»
«Τον ποιον;» ρώτησε ο Νίκος.
«Ναι εκεί», διαβεβαίωσε η Μαριάνα.
Τους έδωσαν τέσσερα Μ1 με ραγισμένα κοντάκια. Σκουριασμένες κάνες, δυο κουτιά σφαίρες.
«Δουλεύουν αυτά;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Αν τα καθαρίσετε με λίγο λάδι θα γίνουν σαν καινούργια», είπε ο άντρας πίσω από το τραπέζι.
«Και που θα το βρούμε το λάδι;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Ξέρω ΄γω … πηγαίνετε να τρυγήσετε τίποτα ελιές», κορόιδεψε ο άντρας.
Πήραν τα όπλα και τις σφαίρες, βιάστηκαν μετά να αδειάσουν το χώρο γιατί ο κόσμος αδημονούσε. Όλοι ήθελαν να οπλιστούν και τα όπλα έμοιαζε να λιγοστεύουν.
«Θα τους ξεσκίσουμε ακόμα και με τα νύχια μας», ούρλιαξε μια γριά.
Ο κόσμος τριγύρω της γέλασε -απελπισμένος.
«Είν΄ένας πληγωμένος ΄κει πέρα!» τσίριξε το παιδί μπαίνοντας στην αίθουσα. Κανένας δεν ασχολήθηκε. Η διπλανή συνοικία ξέρναγε πληγωμένους μέρες τώρα. Αχρείαστο βάρος, δεν υπήρχαν περισσευούμενες γάζες, ούτε γιατροί εύκαιροι. Σε λίγο θα είχαν τους δικούς τους πληγωμένους –οι διπλανοί σου πάντα προηγούνται.
Η Μαριάνα αγανάκτησε.
«Δεν θα κάνουν τίποτα;» αναρωτήθηκε.
«Δεν υπάρχει καιρός για περίθαλψη», είπε ο Νίκος.
«Να πάμε εμείς, να τον μαζέψουμε», πρότεινε εκείνη.
Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν. Γιατί όχι; Μήπως είχαν να κάνουν τίποτα καλύτερο;
«Που είναι ο πληγωμένος;» ρώτησε η Μαριάνα το πιτσιρίκι.
«Εκεί», έδειξε αριστερά του το παιδί. «Στη γέφυρα. Μπορεί να πέθανε …»
«Πάμε να δούμε;» δεν ρώτησε, αλλά δήλωσε η Μαριάνα και ξεκίνησε χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
«Εγώ βαριέμαι», είπε ο Νίκος.
«Κι εγώ πεινάω», συνέχισε ο Γρηγόρης.
«Εντάξει θα πάω εγώ. Εσείς κοιτάξτε να βρείτε τίποτα για φαγητό», φώναξε ο Αντώνης.
«Τι κάνει ο άνθρωπος για να γαμήσει!» κορόιδεψε ο Γρηγόρης.
«Στο είπε κι εσένα;» ρώτησε ο Νίκος.
«Ναι, μου άνοιξε την καρδούλα του!» τσάκισε τη φωνή ο Γρηγόρης, φέρνοντας τις παλάμες του στο στήθος. Μετά, έβγαλε δήθεν την καρδιά του, τη φίλησε και την αμόλησε στον αέρα.
«Δεν το βουλώνετε ρε σεις; Που το πάτε δηλαδή; Να σας ακούσει;» φώναξε οργισμένος ο Αντώνης από την πόρτα.
«Το βουλώσαμε», είπε ο Νίκος.
«Και πάμε να βρούμε μάσα», συμπλήρωσε ο Γρηγόρης.

Κάθισε σε ένα παγκάκι, οι ακίδες των ξύλων πιάστηκαν στο παντελόνι του. Δεν γινόταν αλλιώς –είχε λαχανιάσει. Κοίταξε τη γέφυρα, κοίταξε πίσω από τη γέφυρα, κοίταξε τις λάμψεις και τους απόκοσμους ήχους, κοίταξε τα τανκς που ισοπέδωναν τη γειτονιά –ακόμα δεν μπορούσε να βγάλει άκρη πως τα κατάφερε να ξεφύγει. Έβλεπε τα σώματα να ξεψυχάνε –κρακ, κάποιο χέρι έσπαγε, κάποιο πόδι, ουρλιαχτό –κρακ, κάποιο κρανίο τσακιζόταν, ησυχία. Και πάλι από την αρχή … τίναξε το κεφάλι του να γλιτώσει από εκείνη την πλευρά της πόλης. Κοίταξε τη συνοικία που έβραζε από ζωή. Μύρισε τον φόβο, ένιωσε τους ανθρώπους μαστουρωμένους από τον φόβο που κυκλοφορούσε στον αέρα. Μπέρδεμα. Να πεθάνεις όρθιος ή να ξεφτιλιστείς παλεύοντας να σωθείς; Στο τέλος θα αποφάσιζαν ότι κανένας δεν επρόκειτο να γλιτώσει –θα ηρεμούσαν λοιπόν, περιμένοντας. Θα έδειχναν όμορφοι.
«Πρέπει να σηκωθώ», μουρμούρισε. «Πρέπει να φτάσω …», αλλά το πόδι του κρέμασε δίπλα στο παγκάκι σα μαριονέτα με κομμένο σπάγκο. Ψάχτηκε στις τσέπες του μπουφάν, βρήκε ένα τσιγάρο που δεν είχε κοπεί στη μέση. Το άναψε.
«Αναπολούμε;» κορόιδεψε η φωνή.
«Μαζεύω δυνάμεις», απάντησε εκείνος.
«Δηλαδή, έχεις απόθεμα;» ρώτησε η φωνή.
«Όχι. Εκεί είναι το θέμα».
«Δεν σου βρίσκεται κι ένα πιστόλι να τινάξεις τα μυαλά σου», παρατήρησε η φωνή.
«Θα βγω ζωντανός από αυτή την τρύπα!» φώναξε εκείνος και πετάχτηκε όρθιος.
Έτσι κοίταξε στην πέρα μεριά του δρόμου, έτσι είδε έναν άντρα και μια γυναίκα να πλησιάζουν. Από μακριά. Ξανάπεσε στο παγκάκι σφαδάζοντας από τον πόνο.
«Για μένα έρχονται», βόγκηξε.
Ότι κι αν σήμαινε αυτό.

(συνεχίζεται με το καλύτερο κομμάτι -γιατί αυτό δεν θα είναι δικό μου)

Πέμπτη, Μαρτίου 27, 2008

12. Πεθαίνοντας με κάθε τρόπο

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα
10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας
11. Με την πλάτη στον τοίχο

Ο ήλιος δεν βγαίνει πάντα από την ίδια μεριά. Περίεργο –αλλά συμβαίνει. Και αυτό ακριβώς παρατηρεί ο κύριος Αλεξίου από το παράθυρο του γραφείου του, έναν ήλιο ακατάσχετο να ανατέλλει από τις δυτικές συνοικίες, μια κακοχυμένη μπάλα να κατρακυλάει ανάποδα από τους νόμους της βαρύτητας και ακτίνες που έρχονται από την περιφέρεια για να συναντήσουν το κέντρο της μπάλας. Ανατολικά, ανεβαίνει ένα σίχαμα, καχεκτικό και χαλκοπράσινο –κάποτε ο κόσμος το νόμιζε για ήλιο.

Ο κύριος Αλεξίου πέρασε τη νύχτα λαθραία στο γραφείο του –ο συνταγματάρχης που έχει κάνει κατάληψη στον χώρο θα έρθει σε λίγη ώρα –και τότε, αυτός θα την κοπανήσει χρησιμοποιώντας μια πρόχειρη δικαιολογία, εμφανώς ψεύτικη και απίστευτα βολική για όλους. Ο κύριος Αλεξίου τεμαχίζει τις σημειώσεις του στον καταστροφέα εγγράφων –δεν χρειάζεται πια τα χαρτιά, έχει λύσει την εξίσωση με τους πέντε αγνώστους. Νιώθοντας ασυγκράτητα ηλίθιος.

Γοητευτικοί άγνωστοι –ανυπόφοροι γνωστοί
«Είναι μόνο πέντε; Στην φοιτητική περίοδο ξεκίνησαν όλα –όμως δεν μπορεί να διασταυρωθεί το πλήθος των εμπλεκομένων, γιατί πολύς κόσμος κυκλοφορούσε τριγύρω τους. Ας υποθέσουμε πως είναι πέντε –για να προχωρήσουμε. Διείσδυση σε σημαντικά πόστα –αυτό τους πήρε χρόνια για να το πετύχουν. Μεθοδικότητα –δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Προσήλωση στον στόχο –αυτό είναι που ξενίζει. Και πλήρης έλλειψη ηθικών αναστολών –αυτό εξηγεί το λάθος μας. Θεωρήσαμε ότι οι ιδεολόγοι αγωνιστές θα σέβονταν κάποιον ηθικό κώδικα –μας κορόιδεψαν χρησιμοποιώντας το ίδιο μας το σύστημα. Ήμασταν σίγουροι για τη διάβρωση, έτσι αποκαλείται πλέον, που έρχεται μέσα από την εμπλοκή με την εξουσία που παρέχουν τα υψηλά πόστα, ήμασταν βέβαιοι για τις βασικές συνιστώσες του δικού μας συστήματος. Τελικά, ήμασταν κι εμείς ιδεολόγοι! Από τους πέντε –μόνο ο ένας έκανε οικογένεια, αυτό σημαίνει ότι αποχώρησε από την ομάδα; Τέτοιες ομάδες δολοφονούν όσους τις εγκαταλείπουν, αλλά εκείνος ψάχνει τώρα, ολοζώντανος, να τους βρει –για ποιο λόγο; Μήπως τελικά η συγκεκριμένη ομάδα ήταν ανοιχτή στη δημιουργία οικογενειακών υποχρεώσεων; Μήπως είναι απλή σύμπτωση το γεγονός ότι οι υπόλοιποι δεν έχουν οικογένεια; Αν ισχύει αυτό, σημαίνει ότι είναι αδίστακτοι. Θα μπορούσαν να παγιδεύσουν τα παιδιά τους με βόμβες –προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους. Έτσι είναι; Σαχλαμάρες –δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Δεν σκότωσαν αυτόν που αποχώρησε λόγω δειλίας. Είναι ανθρωπάκια με ηθικές αναστολές –αλλά τότε πως …»
Η πόρτα άνοιξε πίσω του, συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο –δεν χρειαζόταν να φανεί ένοχος. Ο συνταγματάρχης κοντοστάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας, δεν περίμενε να τον βρει εκεί.
«Αγαπητέ μου! Τι ευχάριστη συνάντηση! Βλέπω ότι είστε πιο πρωινός, ακόμα κι από μένα».
Ο Αλεξίου στρέφεται αργά, φοράει το βλέμμα «ένας τοίχος φρακάρει την πόρτα μου» και χαμογελάει βεβιασμένα.
«Καθόλου πρωινός –για την ακρίβεια είμαι βραδινός. Ήμουν εδώ όλη τη νύχτα και ετοιμάζομαι να πάω για ύπνο».
Ο συνταγματάρχης ενοχλείται και δεν το κρύβει.
«Και ποιος ο λόγος του ξενυχτιού;»
«Ήθελα να προετοιμαστώ προκειμένου να συνεργαστούμε σχετικά με τις τρέχουσες υποθέσεις», επίσημες λέξεις –ο κύριος Αλεξίου παγώνει τον χώρο γύρω του.
«Σας παραγγέλνω καφέ και είμαι όλος αυτιά κύριε Αλεξίου», λέει ο συνταγματάρχης καθώς βολεύεται στην πολυθρόνα του γραφείου –αφήνοντας την καρέκλα του επισκέπτη για τον κύριο Αλεξίου.
«Ξεκινάμε από λάθος σημείο συνταγματάρχα. Βλέπετε, δεν χρειάζομαι μόνο τα αυτιά σας –έχω κι εγώ αυτιά, ξέρετε».
«Τι θα πει αυτό;»
«Θα πει πως η έρευνα για την κοινή μας υπόθεση βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια σας. Θα πρέπει λοιπόν να ξεκινήσετε εσείς την ενημέρωση –δε νομίζετε;»
Ο συνταγματάρχης κοιτάζει αφηρημένα την οθόνη του υπολογιστή.
«Αρνητικόν κύριε Αλεξίου. Πρόκειται για άκρως απόρρητο θέμα –δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να παράσχω ενημέρωση …»
Ο κύριος Αλεξίου σηκώνεται βαρύθυμα.
«Συνταγματάρχα νομίζω ότι τα μπερδέψατε. Είμαι προϊστάμενος της Υπηρεσίας και όχι κανένας μαλάκας ρεπόρτερ για να ανέχομαι τέτοιες δηλώσεις. Αν η συνεργασία έχει το νόημα της ανάκρισης –δεν πρόκειται να συμμετάσχω στο αστείο. Είμαι κατανοητός;»
«Μα …»
«Η Υπηρεσία έχει το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Όταν κάποτε αποφασίσετε να φανείτε συνεργάσιμος, θα χαρώ να δουλέψω μαζί σας. Μέχρι τότε, θα βρίσκομαι σε άδεια».
Ο κύριος Αλεξίου δείχνει μια αποφασιστική πλάτη όσο πλησιάζει την πόρτα.
«Μια στιγμή κύριε Αλεξίου».
Σταματάει αλλά δεν στρέφεται προς τον στρατιωτικό.
«Δεν νομίζω ότι επικροτώ τις απόψεις σας», προειδοποιεί εκείνος.
«Ούτε εγώ επικροτώ την πρακτική σας. Γι΄αυτό, μείνετε μακριά μου μέχρι να την αλλάξετε», στρέφεται τώρα προς τον συνταγματάρχη. «Κι αυτό είναι προειδοποίηση κύριε Σταμούλη. Ελπίζω να τη λάβετε σοβαρά υπόψη σας».
Κλείνει την πόρτα αφήνοντας έναν στρατιωτικό ακάλυπτο από τα γαλόνια του.

Αμφισβητούμενες προθέσεις
Το παιδί πλησιάζει κοντά του προσφέροντας μισή κονσέρβα, ξεκοιλιασμένη με σουγιά. Μοιάζει με άψητο κρέας το περιεχόμενό της, μυρίζει άσχημα –ο Γιάννης κουνάει το κεφάλι του αρνητικά, αλλά αμέσως το μετανιώνει. Πεινάει του θανατά –διψάει επίσης. Τρώει σιγά, ντρέπεται να ζητήσει νερό, περιμένει να βρει κάποια βρύση στα πέριξ. Ακουμπάει στον εσωτερικό τοίχο μιας σχολικής αίθουσας χωρίς ταβάνι –θέλει απεγνωσμένα να βάλει τα κλάματα. Αντί γι΄αυτό χαμογελάει με ευγνωμοσύνη στο παιδί που μοιράστηκε την κονσέρβα μαζί του.
«’πό που ήρθες εσύ;» τον ρωτάει ξαφνικά η πιτσιρίκα ενώ ανακλαδίζεται δίπλα του.
«Από μακριά. Πολύ μακριά –και πολύ έξω. Ψάχνω τους φίλους μου, έχουν έρθει κι αυτοί εδώ πέρα».
«Τι να τους κάνεις;» ρωτάει το αγόρι από απέναντι.
«Ξέρω ‘γω, δεν το έχω σκεφτεί ακόμα. Υποθέτω ότι θέλω να ψοφήσω μαζί τους, σαν τους ελέφαντες».
«Πως ψοφάνε οι ελέφαντες;»
«Πως αλλιώς; Από ελεφαντίαση», ψευτογελάει, αλλά σταματάει καθώς τα παιδιά τον κοιτάζουν απορημένα.
«Ήρθα να περάσω το τέλος με τους φίλους μου», λέει σοβαρά.
«Ποιος τέλος;»
«Το τέλος. Όποιο τέλος έρθει πρώτο –εσύ δεν έχεις ανάγκη τους φίλους σου;»
«Στ΄αρχίδια μου. Μόνο να πλακώνομαι θέλω. Και να γαμάω», λέει το αγόρι.
«Την παλάμη σου», σχολιάζει σιγά το κορίτσι.
«Σκάσε μη σου χώσω καμιά!» φωνάζει το αγόρι αγριεμένο.
«Λέω να την κάνω», δηλώνει ο Γιάννης καθώς σηκώνεται.
«Κάτσε μαζί μας», λέει το κορίτσι.
Την κοιτάζει. Ψάχνει κάτι να βρει στα μάτια της. Ξανακάθεται.

«Εντάξει, πες ότι τον σκοτώσαμε. Και τι έγινε δηλαδή; Υπάρχουν άλλοι σαν κι αυτόν. Και ένας ολόιδιος θα πάρει τη θέση του άμα λείψει», ο Αντώνης σκύβει το κεφάλι, ξαπλώνει στο ράντζο που τους παραχώρησαν.
«Δεν είναι έτσι. Αυτός δεν είναι σαν τους υπόλοιπους –αυτός ξέρει. Έχει πλεονέκτημα. Δεν φτιάχτηκε μέσα στην ιστορία, βρισκόταν από πριν εκεί –για να την δημιουργήσει. Είχε χρέος να είναι διαφορετικός», απαντάει ο Νίκος.
«Διαφορετικός –σαν εσάς;» αναρωτιέται η Μαριάνα.
«Διαφορετικός από τους άλλους. Μέχρι εκεί ξέρω», μουρμουρίζει ο Νίκος.
Ο Γρηγόρης είναι ο μόνος που στριφογυρίζει στο δωμάτιο. Ενοχλημένος. Κοιτάζει έξω από το παράθυρο –δυσανασχετεί.
«Τι σε τρώει ρε φίλε;» τον παίρνει χαμπάρι ο Αντώνης.
«Τίποτα … απλά … δεν ξέρω … Μόνο εγώ έχω την εντύπωση ότι είμαστε φυλακισμένοι σε αυτό το δωμάτιο;»
Κοιτάζονται αμήχανα.

Αδιευκρίνιστες προθέσεις
Ψάχνει τριγύρω –έχει ώρα τώρα που δεν άκουσε κουβέντα από το φάντασμα. Κάποιο ειρωνικό σχόλιο για να πάρει κουράγιο –μια χοντροκομμένη κοροϊδία, από αυτές που εμψυχώνουν. Τίποτα. Δεν θέλει να τρομάξει τα παιδιά μιλώντας στο κενό –αλλά του λείπει το φάντασμα.
«Τι θα κάνουμε τώρα;» ρωτάει τα πιτσιρίκια.
«’α φύγουμε», λέει το κορίτσι.
«Που θα πάμε;»
Κουνάνε τους ώμους αδιάφορα. Δεν έχει σημασία για αυτούς ο προορισμός –τόσον καιρό βολοδέρνουν μέσα στη συνοικία, δεν πάνε πουθενά –απλά κυκλοφορούν εδώ μέσα, εδώ κάτω.
Ο δρόμος έξω έχει μια περίεργη νυχτερινή κίνηση. Άνθρωποι κουβαλάνε σακούλες με τρόφιμα, κάποιοι κοντοστέκονται, λένε δυο κουβέντες πριν εξαφανιστούν. Μοιάζει με ένα συνηθισμένο πρωινό στη γειτονιά –μόνο που συμβαίνει τη νύχτα. Γιατί οι στρατιώτες δεν κάνουν εφόδους όταν νυχτώσει –δεν υπάρχει λόγος. Η νυχτερινή έφοδος θα είναι μία και ολοκληρωτική. Αν επιτεθείς και δεν καθαρίσεις μέσα στη νύχτα –χάνεις πόντους από την παρτίδα. Διακινδυνεύσεις κιόλας να αφήσεις νεκρούς φαντάρους με πολύτιμο νυχτερινό εξοπλισμό στα χέρια των αντιπάλων σου. Δεν υπάρχει λόγος για νυχτερινές εφόδους –γι΄αυτό ο κόσμος προετοιμάζει την επιβίωση της επόμενης μέρας.
Τα παιδιά περπατάνε στους τοίχους, σκαρφαλώνουν στο ίσιωμα, κολυμπάνε ανάμεσα στους βιαστικούς. Ο Γιάννης ακολουθεί με τη γλώσσα έξω.
«Λίγο νερό», ψελλίζει σε μια περαστική γρια που κουβαλάει πλαστικά μπουκάλια.
Η γριά κοντοστέκεται.
«Διψάς παλικάρι μου;» ρωτάει.
Ο Γιάννης νεύει και αδειάζει μισό από το μπουκάλι που του πρόσφερε η γριά. Μετά την παρακολουθεί γεμάτος ενοχές να γυρίζει πάλι πίσω –για να ξαναγεμίσει το μπουκάλι.
«Σταθείτε ρε!» φωνάζει στα παιδιά.
Δεν τον ακούνε. Αναρωτιέται γιατί έχει κολλήσει μαζί τους. Δεν βρίσκει κανένα λόγο, αλλά τρέχει να προλάβει τα παιδιά.

«Θυμάσαι τότε που είχαμε χαθεί; Το ραντεβού ήταν φλου, στο κέντρο έπεφτε ξύλο από τους μπάτσους κι εμείς –στα τέσσερα σημεία της πόλης. Φτάνει πρώτος ο Γρηγόρης και έχει παντού αστυνομία. Αλλά δεν φεύγει –περιμένει εκεί. Τον βλέπω καθώς ανεβαίνω τη λεωφόρο με τα πόδια και χέζομαι πάνω μου! Κάθεται στο πεζοδρόμιο, ακριβώς κάτω από τις ασπίδες και τα γκλοπ –οι μπάτσοι δεν τον έχουν σπάσει στο ξύλο καθαρά λόγω ξαφνιάσματος. Δεν πιστεύω ότι θα τους πάρει πολύ ώρα μέχρι να τον πλακώσουν, στρίβω στην πρώτη γωνία και …»
«Πέφτεις πάνω μου. Όπου –εγώ σε τραβάω να πάμε μέχρι το Γρηγόρη κι εσύ αραδιάζεις επιχειρήματα περί του αντιθέτου, βολικά επιχειρήματα. Γιατί κι εγώ φοβάμαι να πλησιάσω».
«Κρυφοκοιτάζουμε λοιπόν χωρίς να έχουμε πάρει απόφαση…»
«Και σκάει μύτη ο Βασίλης!»
«Είμαι σε φάση φρίκης. Βλέπεις, όταν κάθισα –το πεζοδρόμιο ήταν έρημο. Μετά ήρθαν οι μπάτσοι, πετάχτηκαν από κάποια κλούβα και παρατάχτηκαν πάνω από το κεφάλι μου. Τι να έκανα; Αν το έβαζα στα πόδια θα με κυνηγούσαν. Αν καθόμουν θα άρχιζαν τους τσαμπουκάδες. Κάποιος φώναξε μάλιστα, πάνω από το κεφάλι μου, ότι ήταν καβλωμένος και είχε όρεξη να πηδήξει λουλούδες –εγώ ήμουν η λουλού, προφανώς. Αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Γιατί αυτό περίμεναν –να κάνω μια κίνηση για να με σαπίσουν. Καθόμουν λοιπόν –ταχυδρόμος με ντόπερμαν στον κώλο –τέτοια φάση. Και τότε, σκάει μύτη ο Βασίλης!»
Σώπασαν και οι τρεις τους. Απέξω ακούγονταν φορτηγά να ξεκινάνε, φωνές, βρισίδι. Ο Νίκος κοίταξε από το παράθυρο.
«Φορτώνουν κόσμο», είπε.
«Και τελικά; Τι έγινε;» ρώτησε ανυπόμονα η Μαριάνα.
«Τι έγινε;» έκανε αφηρημένα ο Αντώνης.
«Ήρθε ο Βασίλης και τι έγινε μετά;» ξαναρώτησε εκείνη.
«Α ναι. Ήρθε ο Βασίλης, έσκασε μύτη από το απέναντι πεζοδρόμιο …» μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Και;»
«Ε, αυτό! Δεν σου φτάνει;» της είπε παλεύοντας να μη γελάσει. Γιατί ήταν διακριτικός –όχι σαν τους άλλους δύο που κρατούσαν ήδη τις κοιλιές τους.
«Ρε άντε μου στο γερο διάολο όλοι σας!» πετάχτηκε εκείνη τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της.
Η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε ο Βασίλης φουριόζος.
«Τι γίνεται; Πάλι σφαζόσαστε εσείς;» ρώτησε.
«Και σκάει μύτη ο Βασίλης!» ψεύδισε ο Νίκος καθώς κυλιόταν στο πάτωμα από τα γέλια.
«Τι συμβαίνει ρε μαλάκες; Ναρκωτικά παίρνετε;» αγρίεψε ο Βασίλης.
Ο Γρηγόρης τον πλησίασε με πλάγια βήματα.
«Κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς φιλαράκι. Μπας και αντέξουμε τη φυλάκιση –δε νομίζεις;»
«Τι βλακείες είναι αυτές τώρα; Ποιος σας φυλάκισε; Ελεύθεροι να πάτε όπου θέλετε –σας εμπόδισε κανένας;» κοκκίνισε ο Βασίλης.
«Ελεύθεροι; Με τη φιλοσοφική έννοια του όρου; Όπως το έθεσαν οι Καντιανοί ας πούμε; Ή μήπως τίθεται θεολογικά το ζήτημα –αναφορικά με την ελευθερία του αυτοπεριορισμού;» ενδιαφέρθηκε να μάθει, όλο σοβαρότητα ο Νίκος.
Οι άλλοι τον κοίταξαν άναυδοι.
«Παίζουν σίγουρα ναρκωτικά εδώ μέσα», αποφάνθηκε ο Βασίλης. «Τέλος πάντων, ήρθα να σας ρωτήσω αν θέλετε να έρθετε μαζί μου. Θα πάμε να βοηθήσουμε σε άλλη συνοικία».
«Να βοηθήσουμε;» επανέλαβε χαζά ο Νίκος.
«Θέλουν χέρια γιατί σηκώνουν κάτι οδοφράγματα …»
«Α, μάλιστα –τι κρίμα! Δεν μπορώ να έρθω, μόλις έκανα μανικιούρ! Ας μας το έλεγες νωρίτερα …»
«Κόψε ρε τις μαλακίες!» τον προειδοποίησε Βασίλης.
«Ρίχνουμε λίγο νερό στα μούτρα μας και κατεβαίνουμε», είπε ο Γρηγόρης.
«Και το μανικιούρ μου; Έχω γκαλά το βράδυ –δεν μπορώ να λείψω …», τσίριξε ο Νίκος όσο τον τραβούσαν οι υπόλοιποι στην ξεχαρβαλωμένη τουαλέτα.
Στριμώχτηκαν εκεί μέσα, ο Αντώνης έστησε αυτί για να βεβαιωθεί ότι ο Βασίλης είχε κατέβει τις σκάλες.
«Τι κάνουμε;» ρώτησε.
«Τον ακολουθούμε», απάντησε ο Νίκος.
«Με τι προθέσεις;»
«Πάντα τις καλύτερες».
«Δεν είναι προτιμότερο να τον περιμένουμε εδώ; Να προετοιμαζόμαστε κάπως».
Σώπασαν περιμένοντας να ακούσουν τους υπόλοιπους.
«Ούτε προετοιμασίες, ούτε τίποτα. Στον αέρα θα γίνουν όλα –όπως κάτσει, ότι κάτσει», είπε ο Γρηγόρης.
«Άσε που μπορεί να είναι πιο εύκολα τα πράγματα εκεί», συμπλήρωσε η Μαριάνα.
«Ναι –λες και υπάρχει περίπτωση να είναι ποτέ εύκολο αυτό το πράγμα!» ειρωνεύτηκε ο Νίκος.
«Αν δεν μπορείτε εσείς, θα το κάνω εγώ. Μην τα ξαναλέμε», υπενθύμισε η Μαριάνα.
«Ετοιμάστε τις αποσκευές σας κυρίες και κύριοι», ανακοίνωσε ο Γρηγόρης βγαίνοντας.
«Ποιες αποσκευές;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Αν βρίσκαμε τουλάχιστον κάποιο όπλο …», μουρμούρισε ο Νίκος.
«Εμείς είμαστε το όπλο», είπε σταθερά ο Αντώνης.

Εκτελεστικό Απόσπασμα. Εκτελεστικά αποσπάσματα
Άκουσε την έκρηξη και βούτηξε αυτόματα πίσω από κάτι στοιβαγμένους κάδους απορριμμάτων. Μετά ήρθαν τα ουρλιαχτά. Ακολούθησαν ποδοβολητά, διπλώθηκε περιμένοντας να περάσουν από πάνω του. Έσφιξε τα δόντια –έκλεισε τα μάτια. Τίποτα δεν έγινε. Πήρε θάρρος και έβγαλε το κεφάλι πάνω από τα σκουπίδια. Ο δρόμος ήταν ήσυχος πάλι. Τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί. Κάποιος έκλαιγε –αλλά δεν μπορούσε να τον εντοπίσει. Τράβηξε το πιστόλι για να πάρει θάρρος –σημάδεψε τη σκόνη του διπλανού στενού. Τίποτα δεν βγήκε από εκεί μέσα –το κλάμα έγινε ρόγχος. Κάποιος τραυματίας. Αλλά που; Στάθηκε στα πόδια του τρέμοντας.
Ο στρατιώτης τον είδε πρώτος –ο Γιάννης δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει χαμπάρι, κοίταζε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο στρατιώτης απασφάλισε το G3 –ένα έλασμα που κούμπωσε στην πίσω θέση με κρότο.
«Ετοιμάσου! Πίσω σου!» είπε η φωνή.
Ο Γιάννης γύρισε αργά, σημαδεύοντας. Ο στρατιώτης έκανε το ίδιο. Φαινόταν το ασπράδι των ματιών του. Χωρίς αναπνοή. Ο Γιάννης σταθεροποίησε το πιστόλι με τα δυο του χέρια, έκλεισε τα μάτια πριν πυροβολήσει. Ακούστηκε κάτι να πέφτει –ξαφνιασμένος, άνοιξε πάλι τα μάτια. Ο στρατιώτης είχε πετάξει το G3 και έτρεχε μακριά του. Πριν χαθεί στο βάθος του δρόμου τον είχαν κάνει κόσκινο από τα παράθυρα των σπιτιών. Ο Γιάννης δεν άλλαξε στάση. Παγωμένος.
«Χέστηκες πάνω σου –ολίγον τι», σχολίασε η φωνή.
«Παράτα με, θέλω να φύγω από εδώ μέσα», κλαψούρισε ο Γιάννης.
«Θα φύγεις –αυτό είναι σίγουρο. Αλλά πως; Όρθιος ή ξαπλωτός;»
«Άσε με ήσυχο!» φώναξε ο Γιάννης.
Δυο άντρες, σχεδόν συνομήλικοί του, πλησίασαν επιφυλακτικά.
«Τι διάολος είσαι εσύ; Είπες να παίξεις τον καμπόη στη γειτονιά μας;» ρώτησε ο ένας.
«Πάρε το όπλο και άστον σε μένα», διέταξε ο άλλος δείχνοντας το πεσμένο G3. Μετά, κοίταξε τον Γιάννη περιμένοντας.
«Πρέπει να βρω τον Βασίλη, ξέρεις που είναι; Υπάρχει ανάγκη!» μίλησε γρήγορα, ξυπνώντας από τον τρόμο του.
«Ποιον Βασίλη;»
«Τον Βασίλη γαμώτο. Εδώ ζει –μη μου κάνετε όλοι τους άσχετους!»
«Ηρέμησε θα πάθεις κανένα έμφραγμα. Και πες μου ποιος είσαι».
«Κολλητός του Βασίλη από παλιά».
«Κι εγώ που το ξέρω;»
Ο Γιάννης του έδωσε το πιστόλι κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
«Πήγαινέ με σε εκείνον. Αν λέω ψέματα …»
Ο δεύτερος άντρας ήρθε κοντά κουβαλώντας το όπλο του στρατιώτη.
«Εσύ πίσω του. Πάμε», τον διέταξε για μια ακόμα φορά αυτός που μιλούσε με τον Γιάννη -και ξεκίνησε μπροστά του.
«Που πάμε;» ρώτησε ο δεύτερος άντρας.
«Σκάσε», είπε ο πρώτος.
Ο Γιάννης βάδιζε ανάμεσά τους με σκυμμένο κεφάλι. Κάποια άκρη φαινόταν να βγαίνει –αλλά δεν ένιωθε καθόλου καλύτερα.
«Αίμα και άμμος», κορόιδεψε η φωνή από το πουθενά.
Ο Γιάννης έκανε πως δεν άκουσε.

Στοιβάχτηκαν σε κάποιο κομματιασμένο πολυμορφικό. Οι αγκώνες τους γδάρθηκαν από τη σκισμένη ταπετσαρία –το εσωτερικό του αυτοκινήτου μύριζε φαγητό και καπνό. Ο Βασίλης κάθισε στη θέση του συνοδηγού.
«Φερστ κλας μετακίνηση –δεν έχετε παράπονο!» ανακοίνωσε γυρνώντας προς το μέρος τους.
«Τι να σου πω –εμείς κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας!» απάντησε ο Νίκος.
«Της ποιας;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Αυτής που δεν έχουμε», σχολίασε ο Γρηγόρης.
«Σας θέλω συνέχεια δίπλα μου. Πρέπει να με βοηθήσετε με την κατάσταση –δεν μπορώ να έχω το νου μου παντού», είπε ο Βασίλης.
«Δηλαδή προαχθήκαμε σε σύμβουλοι οπλαρχηγού;» ρώτησε ο Νίκος.
«Θα πεις πολλές αηδίες ακόμα;» τον κοίταξε άγρια ο Βασίλης.
«Απαντάει στα δικά σου», έφτυσε από το πλάι η Μαριάνα.
«Εσύ δεν το κόβεις λιγάκι; Πολύ την έξυπνη παριστάνεις», την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια ο Βασίλης.
«Μπορεί και να είμαι κιόλας», απάντησε εκείνη.
«Παλιό αστειάκι και χιλιοειπωμένο», γέλασε ο Βασίλης.
«Θα είχες δίκιο, αν ήταν αστείο», τον κάρφωσε η Μαριάνα.
«Για ενημέρωσέ μας λιγάκι για το σκηνικό», είπε δυνατά ο Γρηγόρης για να σταματήσει τον καυγά.
«Συντονισμός ενεργειών ανάμεσα στις συνοικίες, βοήθεια στα οχυρωματικά … τέτοια πράγματα», απάντησε ο Βασίλης.
«Προχώρα τώρα και στο παρασύνθημα», τον προέτρεψε ο Γρηγόρης.
«Μέσα είσαι. Λοιπόν, θα συντονίσουμε κοινή επίθεση. Έχει ειδοποιηθεί κόσμος από όλη την πρωτεύουσα, θα ξεκινήσουν διαδηλώσεις με προοπτική να φτάσουν όσο πιο κοντά μας γίνεται. Όσο εμείς θα προσπαθούμε να διώξουμε τον στρατό χτυπώντας από παντού».
«Μα αυτό είναι μακελειό!» φώναξε ο Αντώνης.
«Οι αγώνες απαιτούν θυσίες», δήλωσε βαρύγδουπα ο Βασίλης.
«Θυσίες … εντάξει. Αλλά, με ποια προοπτική;» αναρωτήθηκε πάλι εκείνος.
«Το αίμα των μαρτύρων –δε καταλαβαίνεις;» ειρωνεύτηκε ο Νίκος.
«Μια ζωή μαλάκες κουλτουριάρηδες θα παραμείνετε! Δεν βλέπετε πέρα από τη μύτη σας –εδώ κοντεύουν να μας γαμήσουν κι εσείς ακόμα συζητάτε! Τι θέλετε να κάνουμε δηλαδή; Πόσο να περιμένουμε;» αγανάκτησε ο Βασίλης.
«Ας μην στήσουμε πάλι καυγά. Καθίστε να δούμε τι θα βγει εκεί που πάμε», είπε ο Γρηγόρης.
«Με τον κολλητό μου μιλάω –τι ζόρι τραβάς;» φόρτωσε ο Νίκος.
«Να τον χαίρεσαι τον κολλητό σου και να μην τον χάσεις. Όταν τον κάνουν άγαλμα θα βγάζεις μια χαρά φωτογραφίες δίπλα του», μουρμούρισε η Μαριάνα.
«Σταμάτα τ’ αμάξι», φώναξε ο Βασίλης στον οδηγό.
Όταν το αυτοκίνητο πάρκαρε δίπλα στο πεζοδρόμιο, γύρισε ξανά προς το μέρος τους.
«Πείτε στην πουτάνα να κατέβει. Τώρα αμέσως!»
Η Μαριάνα είχε χουφτώσει ήδη το χερούλι της πόρτας.
«Κάτσε εκεί που είσαι. Δεν θα φύγει κανένας –ξηγηθήκαμε; Κι εσύ –πες του να ξεκινήσει πάλι, μη γίνει κόλαση εδώ μέσα! Εντάξει Βασίλη;» είπε ήρεμα ο Γρηγόρης.
«Μη μου λες εμένα …» ξεκίνησε, αλλά άφησε στη μέση τη φράση εκείνος.
«Δεν σου λέω, δεν μου λες, δεν λέμε κουβέντα. Πες του να ξεκινήσει να τελειώνουμε. Άντε –μη χεστούμε τώρα στα τελειώματα!» τον έκοψε ο Γρηγόρης.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε πάλι, με ένα νεύμα του Βασίλη. Ο δρόμος έβγαζε σε κεντρική λεωφόρο, το αυτοκίνητο άνοιξε ταχύτητα αποφεύγοντας πάσης φύσεως εμπόδια.
«Πολύ δεν τρέχουμε;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Είναι ελεγμένα –δεν υπάρχει πρόβλημα», τον καθησύχασε ο Βασίλης.
«Νόμιζα πως …» ξεκίνησε να λέει ο Αντώνης, αλλά άφησε τη φράση του μισή. Προτίμησε να χαζέψει τα λεηλατημένα καταστήματα, από τα πεζοδρόμια τον χαιρετούσαν ξεκοιλιασμένες οθόνες τηλεοράσεων, ηλεκτρικές κουζίνες ανοιγμένες σα μπουμπούκια τριαντάφυλλων από τα εκρηκτικά, πατημένα τζάμια που αντανακλούσαν μυστήρια φώτα. Από πού έρχονταν τα φώτα;
«Μάγκες την πουτσίσαμε», φώναξε ξαφνικά ο Νίκος.
Κοίταξαν εκεί που έδειχνε. Στρατιωτικά τζιπ πετάγονταν από παντού, οδηγώντας καμιά δεκαριά τανκς. Ερπύστριες ανατρίχιαζαν το οδόστρωμα στο αντίθετο ρεύμα από αυτό που κινούνταν.
«Πες του να στρίψει, αλλιώς θα πέσουμε με τα μούτρα πάνω τους», φώναξε ο Γρηγόρης.
«Κούλαρε δικέ μου –δεν τρέχει κάστανο», είπε ήσυχα ο Βασίλης.
Ακαριαία έχωσαν τα νύχια τους στο γδαρμένο κάλυμμα των πίσω θέσεων.
«Μη μας φρικάρεις ρε μαλάκα!» είπε ο Αντώνης.
Το αυτοκίνητο συνέχισε να κινείται –πέρασε δίπλα από την οχηματοπομπή λες και ήταν αόρατο. Οι επιβάτες των τζιπ δεν γύρισαν καν να το κοιτάξουν.
«Τι συμβαίνει ρε συ; Το Μπατμομπίλ είμαστε;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Κούλαρε –μην τους κοιτάς για να μη σε κοιτάνε», είπε ο Βασίλης.
«Κοίτα να δεις –τόσο απλό ήταν τελικά; Κι εγώ ο μαλάκας επιμένω να πληρώνω ακόμα εισιτήριο στα θέατρα;» σχολίασε ο Νίκος.
«Και δεν παίζουν τόσο καλά έργα όσο αυτό εδώ», του επεσήμανε η Μαριάνα.
«Εννοείς;» την κοίταξε εκείνος.
«Εννοείται», απάντησε αυτή.
«Τι λέτε εκεί πίσω;» ενδιαφέρθηκε ο Βασίλης.
«Τα πατερημά μας», είπε ο Νίκος.
Σώπασαν αμέσως μετά, χάζεψαν τα στρατιωτικά οχήματα να χάνονται πίσω τους υπογράφοντας τη θανατική καταδίκη μιας φιλίας.

Ανήμποροι με αποστολή
Βάδιζε με τα μάτια στην άσφαλτο, μετρούσε τα χορτάρια που ξεφύτρωναν μέσα από τα κομματιασμένα τσιμέντα. Δεν τον ένοιαζε που πήγαινε, γιατί τον πήγαιναν. Κάπου, μετά από μισή ώρα περπάτημα, πήρε το μάτι του τα παιδιά –κι αυτά, σκαρφαλωμένα σε ένα φράχτη, του κουνούσαν τα χέρια.
«Σαν έτοιμο για εκτέλεση σε πάνε», σχολίασε η φωνή.
«Καλύτερα αυτοί παρά οι άλλοι», μουρμούρισε ο Γιάννης.
Μια γυναίκα με σκισμένα αθλητικά παπούτσια και μαύρες αντρικές κάλτσες τον έφτυσε καθώς περνούσαν.
«Χαφιέ», του φώναξε.
«Ήσυχα –δεν ξέρουμε ακόμα», της είπε ο μπροστινός του χωρίς να την κοιτάξει.
Η γυναίκα μαζεύτηκε βιαστικά. Κάποιοι φώναζαν μέσα από ανύπαρκτα σπίτια, ένας καυγάς, μια γυναίκα έκλαιγε με λυγμούς –καμιά πόρτα δεν χτύπησε όμως. Γιατί δεν είχαν μείνει και πολλές πόρτες.
«Είμαστε μακριά ακόμα;» ρώτησε τον άντρα πίσω του.
«Προχώρα», είπε εκείνος κοιτάζοντας μπροστά.
«Στενές οι πόρτες της ενόρασης», κορόιδεψε η φωνή από δίπλα.
«Κι ο δρόμος …» ψέλλισε ο Γιάννης. Αμέσως μετά λιποθύμησε.
«Δύσβατος», συμπλήρωσε η φωνή σοβαρά.

Το σαραβαλιασμένο πολυμορφικό σταμάτησε έξω από έναν απέραντο κήπο. Δασωμένα κλαδιά εμπόδιζαν το άνοιγμα της καγκελόπορτας, ο οδηγός παράτησε το αυτοκίνητο αδιάφορα και αγωνίστηκε να ανοίξει. Ο Βασίλης μπήκε ανυπόμονα, οι υπόλοιποι έτρεξαν πίσω του. Κάποιο σκυλί πετάχτηκε με ξεγυμνωμένα δόντια –αδιαφόρησαν συνεχίζοντας το περπάτημα.
«Είναι μακριά ακόμα Μπαρμπαστρούμφ;» ρώτησε ο Νίκος.
«Σκάσε και κολύμπα», του ψιθύρισε ο Αντώνης.
Κολύμπησαν λοιπόν μέσα στα χαμόκλαδα, μαστιγώθηκαν ανελέητα από κοφτερά φύλλα αναρριχητικών, όσο ανέβαιναν τα σπασμένα σκαλοπάτια. Άνδρες οπλισμένοι μέχρι τα φρύδια πετάχτηκαν, τους αναγνώρισαν, εξαφανίστηκαν πάλι. Μπήκαν στο σπίτι.
«Εσείς αράξτε εδώ και περιμένετε», είπε ο Βασίλης. Μετά, στράφηκε προς κάποια κλειστή πόρτα που έκρυβε μπόλικη φασαρία.
«Θα σου πάρει πολύ ώρα;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Δε νομίζω. Αν βαρεθείτε πάντως –κάντε μια βόλτα στο σπίτι. Παλιό αρχοντικό, θα σας αρέσει», είπε ο Βασίλης.
«Έχει και φαντάσματα;» ρώτησε ο Νίκος.
«Μπα δε νομίζω», απάντησε αφηρημένα ο Βασίλης.
«Βέβαια –που να προλάβουν να στοιχειώσουν οι ιδιοκτήτες! Δεν πάει πολύς καιρός που τους φάγανε», σχολίασε η Μαριάνα.
Γύρισαν να την κοιτάξουν. Έδειχνε μια κηλίδα από φρέσκο αίμα στον διπλανό της τοίχο.
«Δεν έχω καιρό για τέτοια», δυσανασχέτησε ο Βασίλης πριν εξαφανιστεί.
«Επιτέλους μόνοι!» πανηγύρισε ο Νίκος.
«Και σκοπεύεις να το εκμεταλλευτείς –σωστά;» κορόιδεψε η Μαριάνα.
«Ή να το αφήσω να εκμεταλλευτεί εμένα», διευκρίνισε ο Νίκος.
«Κάνε όρεξη!» γέλασε η Μαριάνα.
«Ελάτε μαζί μου», φώναξε ο Γρηγόρης που ανέβαινε ήδη τη μαρμάρινη σκάλα.
Τρύπωσαν σε μια κρεβατοκάμαρα –έτσι τουλάχιστον φαινόταν από τον σκελετό κρεβατιού που κάλυπτε ένα σπασμένο παράθυρο. Μετέφεραν τον σιδερένιο σκελετό –κοίταξαν έξω. Ακριβώς από κάτω θα πρέπει να ήταν η αίθουσα της συνάντησης, ένας άντρας είχε βγει στο μπαλκόνι –κάπνιζε κοιτάζοντας προς τα μέσα. Διέκριναν μόνο τη φαλάκρα του άντρα και τον καπνό που την στεφάνωνε.
«Έλα έξω ρε παπάρα –δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη σήμερα», φώναζε ο φαλακρός άντρας.
Άφησαν το παράθυρο και βολεύτηκαν στην απέναντι πλευρά του δωματίου. Ο Γρηγόρης μοίρασε τσιγάρα, η Μαριάνα δεν έκανε την συνηθισμένη παρατήρηση περί «στούκας» -απέφευγαν να ξεκινήσουν την κουβέντα.
«Δεν μπορώ να τον φάω με γυμνά χέρια», μουρμούρισε ο Νίκος. «Άσε που θα μας πάρουν χαμπάρι πριν καθαρίσουμε …»
«Το γεγονός είναι ότι φοβάσαι να σκοτώσεις –σωστά;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Δεν το αρνήθηκε κανείς μας», είπε ο Αντώνης.
«Εσύ θα το έκανες με τα χέρια σου;» ρώτησε ο Νίκος.
«Ευχαρίστως», απάντησε η Μαριάνα.
«Είσαι άρρωστη!» παρατήρησε εκείνος.
«Ναι -πείτε μου κι εσείς για αρρώστια!» έκανε η Μαριάνα.
«Έλα, κόφτε τις μαλακίες!» φώναξε ο Γρηγόρης. «Πρέπει να βρούμε ένα όπλο –και γρήγορα μάλιστα».
«Μετά πως ξεφεύγουμε;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Κάτσε να φτάσει το μετά και θα δούμε», είπε ο Νίκος.
«Όπλο λοιπόν …», ψιθύρισε η Μαριάνα.
«Και γρήγορα», συμπλήρωσε ο Νίκος.

Στο τέρμα
Τον πέταξαν στην πλατεία απέναντι από το δημαρχείο –άδειο σακί χωρίς πατάτες. Ο ένας άντρας έμεινε να τον φυλάει, ο άλλος εξαφανίστηκε γρήγορα. Περαστικοί μαζεύτηκαν, ο πεσμένος άντρας τους κίνησε την περιέργεια. Αλλά άρχισαν να σκορπίζουν όταν κατάλαβαν ότι δεν ήταν πληγωμένος από σφαίρα. Κάποιοι σφύριξαν περιφρονητικά –οι τραυματίες είναι μια προειδοποίηση κινδύνου, οι λιπόθυμοι είναι σκέτες γυναικούλες. «Κατουρήθηκε κιόλας;» κορόιδεψε ένας νεαρός αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να το ψάξει περισσότερο.
Ο Γιάννης συνερχόταν μέσα σε κόκκινο αέρα. Με έναν αφόρητο πόνο στο κεφάλι –μετέωρος ανάμεσα στη γη και στα έγκατά της.
«Στάσου όρθιος ρεμάλι. Να πεθαίνεις πατώντας στις μπότες σου», φώναξε το φάντασμα από μακριά.
Ο Γιάννης πάλεψε να χαμογελάσει γιατί έβλεπε τα πόδια του και φορούσε σκαρπίνια. Σκίστηκαν τα χείλια του.
«Νερό …» μούγκρισε.
Ο άντρας τον πήρε είδηση αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση σου.
«Νερό παρακαλώ», είπε πιο καθαρά ο Γιάννης.
«Σήκω να πάρεις μόνος σου», απάντησε ο άντρας. Καρφιά πίεσαν τους αγκώνες του καθώς προσπάθησε να στηριχτεί. Έχασε την ισορροπία του, κυλίστηκε στο χώμα, ξανάρχισε την προσπάθεια. Τα πόδια δεν ήταν δικά του, για την ακρίβεια, τα πόδια ήταν εναντίον του. Τα δικά του πόδια. Βόγκηξε. «Εδώ θα αφήσω τα κόκαλά μου», συνειδητοποίησε. Δεν ήταν πολύ μακριά από την αλήθεια –αλλά έκανε λάθος στη χρονική στιγμή.
«Να τελειώνω για να γυρίσω σπίτι μου γαμιόληδες!» ούρλιαξε και πετάχτηκε όρθιος με μια ξένη φόρα. Τρίκλισε από την ώθηση –κόντεψε να βρεθεί πάλι στο χώμα, με τα μούτρα. Άρχισε να πιέζει τα παπούτσια του, έκανε κοφτά βηματάκια σαν κοριτσάκι που κρατιέται να μην κατουρηθεί. Ο άντρας πίσω του γέλασε κοροϊδευτικά –τον αγνόησε συγκρατώντας κάποια νεύρα. Σε άλλες εποχές θα είχε γυρίσει για να του σπάσει τα δόντια, τώρα όμως προχωρούσε αστεία προς τα σκαλιά του δημαρχείου.
Πιάστηκε σε κάποιο προτεταμένο όπλο –κοντόκανο, αυτόματο. Ο φρουρός που τον σημάδευε προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του –μάταια.
«Ο Βασίλης … που είναι ο Βασίλης;» μούγκρισε ο Γιάννης.
«Τι τον θες;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο φρουρός.
«Κολλητός μου … φίλος … αδερφός …» τρέκλισε για μια ακόμα φορά.
«Κάνε πέρα μη σου ρίξω!» απείλησε ο φρουρός.
«Θα σε γαμήσει ο Βασίλης αν το κάνεις», ψέλλισε ο Γιάννης.
«Ο Βασίλης λείπει. Έχει φύγει …» απάντησε αφηρημένα ο φρουρός.
Αφήνοντας την κάνη του όπλου ο Γιάννης τραντάχτηκε από τα γέλια. Ταλαντεύτηκε μπροστά στον αμήχανο φρουρό, σωριάστηκε στα σκαλιά –από τύχη προσγειώθηκε καθιστός.
«Δεν πειράζει, θα τον περιμένω», είπε γελώντας ακόμα.
Δεν ήταν καθόλου αστείο.

Η Μαριάνα περπατούσε ανάποδα. Με τα μάτια καρφωμένα στη σκάλα, οι φτέρνες χτυπούσαν ανύπαρκτα εμπόδια μέσα από τα παπούτσια της. Βάδιζε ανάποδα. Τεντωμένη. Μέχρι ο αριστερός της ώμος να βρει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
«Τι είναι όλα αυτά;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης βλέποντάς την.
«Φρυγανιές με βούτυρο και μέλι για πρωινό», απάντησε η Μαριάνα.
«Είναι κανένα απ΄όλα τους γεμάτο;» ρώτησε ο Νίκος.
«Σφαίρες έχω στις τσέπες μου», είπε εκείνη ακουμπώντας προσεκτικά, τα όπλα στο πάτωμα.
«Και οι σφαίρες ταιριάζουν στα όπλα;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Θα το μάθουμε αμέσως», σχολίασε ο Γρηγόρης που έπεσε στα γόνατα επιθεωρώντας τα όπλα. Δυο στρατιωτικά περίστροφα 38άρια και μια καραμπίνα που έμοιαζε με Μ1. Τα κουτιά με τις σφαίρες από δίπλα –τα όπλα έμοιαζαν να έχουν συντηρηθεί πρόσφατα.
«Που τα βρήκες ρε θηρίο;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Δυο δωμάτια πιο πέρα. Τι νόμιζες δηλαδή –θα μαζεύονταν όλοι οι οπλαρχηγοί της επανάστασης και δεν θα υπήρχε το αναγκαίο στοιβαγμένο οπλοστάσιο;» γέλασε η Μαριάνα.
«Αφύλαχτα;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Νίκος.
«Σα γατιά σε σκουπιδοτενεκέ», τον πληροφόρησε η Μαριάνα.
«Πολύ χαλαροί είναι οι οπλαρχηγοί», διαπίστωσε ο Αντώνης.
«Γιατί να μην είναι; Σε λίγο θα έχουν προσωπική φρουρά από μπάτσους», μουρμούρισε ο Νίκος.
Οι θαλάμες των όπλων χτυπούσαν τα πλακάκια όσο ο Γρηγόρης έβαζε σφαίρες.
«Ποιοι τα παίρνουν;» ρώτησε.
«Εγώ όχι», είπε ο Αντώνης.
«Άρα … όλοι οι υπόλοιποι», συμπέρανε η Μαριάνα. Άπλωσε το χέρι, αλλά ο Αντώνης της το κράτησε σταθερά. Λίγο περισσότερο από ότι χρειαζόταν. Κοιτάχτηκαν απορημένοι. Όσο ακριβώς χρειαζόταν.
«Άστο, μη μπλέκεσαι. Θα πάρω εγώ το τρίτο όπλο», της είπε.
«Επειδή και καλά είμαι γκόμενα ας πούμε; Έτσι πάει καουμπόη;» νευρίασε εκείνη.
«Επειδή είναι δική μας δουλειά και πρέπει μόνοι μας να καθαρίσουμε», είπε ο Γρηγόρης.
«Έτσι ακριβώς», συμφώνησε κι ο Αντώνης.
«Τι θα πει αυτό;» ρώτησε η Μαριάνα.
«Ότι χαρήκαμε για τη γνωριμία –στο καλό και χαιρετίσματα στους οικείους σου», απάντησε ο Νίκος.
«Ναι ε;» κοκκίνισε εκείνη.
Κανένας δεν της απάντησε. Ο Γρηγόρης άνοιξε την πόρτα και κοίταξε στο διάδρομο. Ησυχία. Τους έκανε νόημα να ακολουθήσουν. Ο Αντώνης έπιασε τη Μαριάνα και την τράβηξε απαλά προς τον τοίχο.
«Μείνε εδώ –κρύψου. Ή βγες έξω, ακόμα καλύτερα. Θα βρεθούμε όταν ξεμπερδέψουμε –εντάξει;»
«Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε μαλάκα που θα μου πεις τι θα κάνω;» τον έσπρωξε η Μαριάνα και πετάχτηκε έξω.
Την είδαν όλοι να αρπάζει το Γρηγόρη από το μανίκι και να τον σέρνει σε κάποιο δωμάτιο. Πριν χαθούν, είδαν το νεύμα του Γρηγόρη που τους έδειχνε να περιμένουν. Κι αυτό έκαναν. Ο Νίκος ακούμπησε στον τοίχο δίπλα στον Αντώνη -μοιράστηκαν το ίδιο τσιγάρο. Σε λίγο ήρθε κοντά τους ο Γρηγόρης –η Μαριάνα κατέβαινε ήδη, αργά τις σκάλες.
«Μάγκες κάντε την. Πηγαίνετε έξω, δεν θα σας ενοχλήσει κανένας. Η Μαριάνα λέει ότι το σπίτι είναι γεμάτο με οπλισμένους, δεν θα σας δώσουν σημασία. Κάντε το γύρο του σπιτιού και περιμένετε κάτω από το παράθυρο. Φροντίστε να βλέπετε το παράθυρο, θα κάνω νόημα. Τότε αρχίζετε να ρίχνετε στον αέρα. Όχι πολύ –απλά για να με καλύψετε εδώ μέσα. Μετά την κοπανάτε και βρισκόμαστε έξω. Καταλάβατε;»
«Τι σημαίνει αυτό ρε Γρηγόρη; Την είδες Λοχίας Σόντερς;» πετάχτηκε ο Νίκος.
«Ναι την είδα και κοπάνα τη αν θέλεις να γλιτώσουμε όλοι από εδώ μέσα», τον κάρφωσε ο Γρηγόρης.
«Μα -υπάρχει περίπτωση να γλιτώσουμε;» αναρωτήθηκε ο Αντώνης.
«Όχι. Αλλά φύγετε τώρα», τους έσπρωξε ο Γρηγόρης κι αυτοί κύλησαν στις σκάλες μέσα στην αμηχανία τους.
Μετά χώθηκε στο δωμάτιο κοιτάζοντας το 38άρι. Είχε την ευκαιρία να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα και, επειδή αυτό θα ήταν το καλύτερο που είχε να κάνει –γι΄αυτό ακριβώς δεν το έκανε.
Σε λίγο η πόρτα άνοιξε για να μπει ο Βασίλης αγκαζέ με τη Μαριάνα. Κάρφωσε τα μάτια του διάπλατα στην κάνη που τον σημάδευε.
«Τι μαλακία είναι αυτή;» ρώτησε.
«Αυτό λέω κι εγώ Βασίλη. Τι μαλακία είναι αυτή;» ο Γρηγόρης έκανε νόημα στη Μαριάνα κι εκείνη έπιασε το παράθυρο.
«Με σημαδεύεις ρε αδερφέ!» συνέχισε να απορεί ο Βασίλης.
«Μας πούλησες», του επεσήμανε ο Γρηγόρης.
«Τι λες τώρα;» έκανε εκείνος.
«Δεν πίστεψες ποτέ σε όσα λέγαμε Βασίλη».
«Σοβαρέψου ρε αδερφέ! Πως σου ήρθε ξαφνικά;»
«Συμφωνία με τους καργιόληδες; Βουλευτιλίκι;»
«Βλέπεις άλλη λύση; Και δεν το αποφάσισα μόνος μου ξέρεις!»
«Στ΄αρχίδια μου. Είχες μια δουλειά εδώ κάτω –να μην αφήσεις την κατάσταση να ξεθυμάνει. Το έκανες;»
«Άλλαξαν τα πράγματα …»
«Αυτό λέω κι εγώ. Άλλαξαν τα πράγματα».
Η Μαριάνα πετάχτηκε και ψιθύρισε κάτι σαν «Γρηγόρη, τους βλέπω». Εκείνος σήκωσε το αριστερό χέρι και μετά το κατέβασε αργά μέχρι τη μέση του κορμιού του σταθεροποιώντας το 38άρι. Η Μαριάνα έκανε το ίδιο νεύοντας έξω από το παράθυρο –πιο αποφασιστικά. Από τον κήπο άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί.
Ο Γρηγόρης σφίχτηκε.
«Μη ρε φίλε! Δεν αντεχόταν εδώ πέρα … Δεν ήμουν όπως εσείς … Με καταλαβαίνεις;» κλαψούρισε ο Βασίλης.
«Δεν ήσουν Βασίλη. Δεν πέρασες πεινασμένος δίπλα από το γεμάτο τραπέζι. Δεν χρειάστηκε να σπάσεις τα δόντια σου στον τοίχο για να μη φας. Δεν τα ξέρεις αυτά και είσαι λίγος για να τα μάθεις», στις τελευταίες λέξεις πάτησε τη σκανδάλη ο Γρηγόρης και ο πυροβολισμός ανακατεύτηκε με τις μπαταριές των απέξω. Έκλεισε τα μάτια, άφησε τη Μαριάνα να του πάρει το όπλο, αρνήθηκε να δει τη χαριστική βολή, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει τον ήχο της.
«Και τότε σκάει μύτη ο Βασίλης! Και με αρπάζει από το μπράτσο εκεί που καθόμουν χεσμένος –‘τι χαζεύεις εδώ πέρα ρε μαλακιστήρι; μας περιμένει η μαμά για λουκουμάδες στον Κρίνο –άντε τσακίσου και δεν κρατιέμαι από τη λιγούρα’, λέει και με τραβολογάει μακριά από τους μπάτσους που κοροϊδεύουν ασύστολα».
Η Μαριάνα βάζει το όπλο στην τσέπη της –κάνει νόημα στους απέξω να την κοπανήσουν και τραβάει τον Γρηγόρη από το μανίκι. Βγαίνοντας κλείνουν την πόρτα.
Κατεβαίνουν τη σκάλα, μια γυναίκα που σέρνει έναν ηλίθιο. Άντρες τρέχουν στους διαδρόμους, η φασαριόζικη αίθουσα ξεβράζει κόσμο –όλοι ψάχνουν να βρουν από πού ήρθαν οι πυροβολισμοί. Άντρες πέφτουν επάνω τους, η Μαριάνα ανοίγει δρόμο βρίζοντας.
Περπατάνε αργά προς την καγκελόπορτα –ο Γρηγόρης σκοντάφτει.
«Ευχαριστώ», του λέει η Μαριάνα και τον φιλάει στο μάγουλο.
«Τι πράγμα;» ρωτάει απορημένος.
«Που μου είπες το τέλος της ιστορίας», απαντάει εκείνη.
«Το τέλος της ιστορίας;» ο Γρηγόρης ανατριχιάζει.
«Οι άλλοι μάλλον τα κατάφεραν», του λέει η Μαριάνα.
«Κανένας μας δεν τα κατάφερε», μουρμουρίζει εκείνος. «Κανένας μας δεν θα τα καταφέρει πια».

Περπατάνε με πόδια μπερδεμένα στους κισσούς και έτσι περπατάνε προς το τέλος. Τους.

(θα συνεχιστεί και θα τελειώσει -αφού πάρει ώθηση από κάποιο τρομερό, δανεισμένο, κείμενο)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι