Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2008

10. Κόκκινα σημάδια, άσπρο φόντο

Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
3. Ο σκλάβος της Κυριακής
4. Λίγος, πολύ λίγος
5. Με τον διακόπτη στη ρεζέρβα
6. Το ιγκουάνα που μάσαγε τριαντάφυλλα
7. "Κράτα το χέρι μου και θα είσαι για πάντα καταραμένος"
8. Εξόριστος από τη Μητρόπολη
9. Πενταροδεκάρες για τους αμαρτωλούς

Έχουν πλακώσει οι πιτσιρικάδες, κανονική κατάληψη, κρεμάνε πάνω τους σκουλαρίκια, αλυσίδες, μοιράζονται περικάρπια με καρφιά, ρουφάνε μπύρες και μετά στραπατσάρουν τα μεταλλικά κουτάκια πριν τα σουτάρουν στο καλάθι –νευρικοί. Σε λίγο θα ξεκινήσουν για Σπόρτιγκ, παίζουν οι τρομεροί Motorhead και έχουν μπριζωθεί κανονικά τα παιδιά. Όλη η παρέα του αδερφού μου, η πιτσιρικαρία της γειτονιάς μαζί με κάτι ξεχασμένους μεταλλικούς παππούδες –κάθομαι στην πόρτα και κάνω τον τροχονόμο. «Από κει για καφέδες, από την άλλη για μπύρες, σκουπίστε και κάνα πόδι μη μου γεμίσετε τον τόπο λάσπες». Τους χαίρομαι. Αλλά δεν έχω πολλή όρεξη να πάω μαζί τους, γουστάρω τον Λέμμυ, όμως έχω βαρύνει, την έχω δει αλιγάτορας χωρίς πουκάμισο τώρα τελευταία. Κάποια ματαιότης ματαιοτήτων και τα ρέστα δικά σου –έτσι είμαι εδώ κι ένα μήνα.

Η Χρύσα με πλευρίζει στο διάδρομο, αρκετά προκλητική, τρίβεται πάνω μου χαμογελώντας. Δε λέω τίποτα, πάω στο άδειο δωμάτιο του ξαδέρφού μου και καλά να πάρω κάποια κασέτα.
«Χαθήκαμε» λέει.
«Εντάξει, συμβαίνουν αυτά», σχολιάζω.
«Να έρθω την Παρασκευή;»
«Ότι γουστάρεις».
«Θα είσαι εδώ;»
«Ξέρω ‘γω; Που να πάω …»
Αρπάζω μια κασέτα χωρίς να κοιτάξω, μπαίνω πάλι στο δωμάτιό μου, ο Νίνο στρίβει ένα τρίφυλλο σκέτο μπουρί σόμπας. Βάζω την κασέτα, πατάω το play, κάνω μερικά βήματα πίσω ψάχνοντας μέρος να βολευτώ. Και από τα ηχεία πλακώνουν τα κλαρίνα!
«Τι είναι αυτό ρε; Μας ξενέρωσες κάργα!»
«Αν θες να μας διώξεις πέστο –δεν είναι ανάγκη να βάλεις καλαματιανά!»
Ξύνω το κεφάλι –τι κέρατα κασέτες έχει εκεί πέρα ο ξάδερφός μου; Μήπως συζώ με σχιζοφρενή; Εκείνη τη στιγμή μπαίνει η Άλεξ σε στυλ «μπαγιάτικο αεράκι». Πολλά κεφάλια γυρνάμε προς το μέρος της.
«Γεια», λέει στον απέναντι τοίχο και πάει κατευθείαν τουαλέτα.

Από το βράδυ που τη βρήκαμε δίπλα στο στεγνό παπί της, η Άλεξ έχει μετακομίσει σπίτι μου. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Απλά κοιμάται εδώ μέσα όταν δεν είναι κάπου αλλού –μετά ξυπνάει κι εξαφανίζεται. Δεν τη ρωτάω που πηγαίνει, ούτε πότε θα ξανάρθει, επειδή πάντα έρχεται –μετά από μία ή δυο μέρες το πολύ. Με άλλα ρούχα, ίδια πολύχρωμη τσάντα και ίδιο κουρασμένο βλέμμα. Εκείνη την κούραση, σα να έχεις πάει στον Άλλο Κόσμο και να ξαναγύρισες περπατώντας, για τέτοια κούραση μιλάω. Δεν ρωτάω, ποτέ, τίποτα –της φτιάχνω καφέ, τσάι, γάλα και την αφήνω να κοιμηθεί. Δεν μου έχει έρθει καθόλου η διάθεση να το ψάξω μαζί της για πήδημα.

Οι πιτσιρικάδες κάνουν τρελή φασαρία ανακατεύοντας τους δίσκους μου. Μια πηχτή κάπνα βγαίνει από το δωμάτιο, πάω στην κουζίνα μπας και συναντήσω την ησυχία μου. Ανοιχτό το κουτί της ζάχαρης, άδειο το κουτί του νεσκαφέ –και το γάλα έξω από το ψυγείο, το τελευταίο δε με ενοχλεί επειδή το γάλα είναι ήδη ληγμένο εδώ και μια βδομάδα. Συμμαζεύω κάπως για να περάσει η ώρα.
«Τι είναι όλοι αυτοί;» μουρμουρίζει η Άλεξ πίσω μου.
«Η γειτονιά μου», λέω.
Κουνάει το κεφάλι αδιάφορα. Κάπως πεθαμένη.
«Είσαι εντάξει;» ρωτάω. «Θέλεις να σου φτιάξω κάτι;»
«Κάτι ζεστό … γλυκό …» μουρμουρίζει.
Της φτιάχνω ένα κακάο, βρίσκω και καθαρό τασάκι, σωριαζόμαστε στον διάδρομο έξω από την κουζίνα, περνάω το χέρι πίσω από την πλάτη της, την κρατάω κοντά μου. Τρέμει στην αρχή, ηρεμεί μετά από λίγο, καταπίνει σε μικρές γουλιές.
«Που θα πάει αυτό με σένα ρε μαλακισμένο;» τη ρωτάω.
«Στο αγύριστο και γρήγορα –έτσι ελπίζω», μουρμουρίζει.
«Θέλεις να κάνω τίποτα εγώ;»
«Αυτά που κάνεις είναι αρκετά».
«Καλά –πούτσες μπλε», μουρμουρίζω και ανάβω τσιγάρο.
Από το δωμάτιό μου πετάγεται η Χρύσα, μας βλέπει, κοντοστέκεται. Μετά καταφθάνει φουριόζα, με τραβάει από το μανίκι σε στυλ «’σου πω κάτι». Την ακολουθώ, η Άλεξ ξεβολεύεται, ανοίγει τα μάτια πριν κοπανήσει στον κρύο τοίχο. Σκατά ολέ!

«Τι συμβαίνει με τη γκομενίτσα;»
«Δεν κατάλαβα! Λογαριασμό θα σου δώσω;»
«Την πηδάς δηλαδή παλιοπούστη!»
«Ρε άντε και γαμήσου από δω πέρα! Πως γίνεται ΚΑΙ να την πηδάω ΚΑΙ να είμαι πούστης;»
«Άκου να δεις …»
«Εσύ άκου Χρύσα! Μη μου το παίζεις απαιτήσεις, γιατί δεν δικαιούσαι να έχεις –κατάλαβες;»
Αυτό κάπως την μπερδεύει στην αφομοίωση.
«Κοίτα», λέει σκεφτικά. «Αν πάντως γουστάρεις κανένα τρίο … μέσα είμαι».
«Σάλτα γαμήσου ρε Χρύσα και ξεφορτώσου μας!»
Γυρίζω την πλάτη μέχρι να την κοπανήσει, μετά πάω προς το μέρος που σαπίζει η Άλεξ. Στη μέση πέφτω σε εμπόδιο, ο Μάριος φουριόζος με σπρώχνει προς τα πίσω σα μπουλντόζα.
«Τι θε’ ρε μαλάκα;» διαμαρτύρομαι.
Στριμωχνόμαστε στην κουζίνα.
«Εμείς θα φύγουμε τώρα», λέει με έμφαση.
«Στ΄αρχίδια μου!»
«Ο Νίνο κοιμάται συνήθως, αλλά μπορεί κάποια φορά να ξυπνήσει …»
«Εντάξει, θα έχει στρώσει και δερματάκι –τι με κόφτει εμένα;»
«Δε σε κόφτει;» χαμογελάει.
«Χέσε μας πιτσιρίκο!»
«Πρόσεξε μη σε χέσει άλλος και δεν μπορείς να βγεις μετά».
«Καλά, θα προσέχω. Άντε τώρα –κοπάνα την».
Με κοιτάζει, μετά γυρίζει το κεφάλι προς τον διάδρομο και πάλι σε μένα.
«Τι είναι τώρα ρε γαμώτο;» αγανακτώ.
«Το ζονάκιπρε τι σου λέει; Οικιακής χρήσεως;»
Κοιτάζω την Άλεξ.
«Έχεις κανένα πρόβλημα;» ρωτάω.
«Όχι –κανένα. Εσύ;»
Δε βγάζω κουβέντα.
«Πρόσεχε ρε γαμημένε. Μη μπλέξεις με τίποτα βελόνια και σε ψάχνουμε αύριο στα χαντάκια», μου ψιθυρίζει.
«Μάριε, κοπάνα την».
«Αυτό είχα σκοπό να κάνω, αλλά ήθελα να στα πω πρώτα».
Γυρίζει την πλάτη. Τον πιάνω από τον ώμο.
«Μην ανησυχείς πιτσιρίκο. Όλα καλά», του λέω.
«Εσύ ξέρεις», απαντάει και χάνεται μέσα στην αλαναρία που βγαίνει από το διαμέρισμα βρίζοντας στον αέρα.
Όταν μένουμε μόνοι, παίρνω την Άλεξ και την κουβαλάω στο κρεβάτι. Δεν αντιστέκεται μόνο που είναι ασυνήθιστα βαριά.

Κάνω κάτι χαζοδουλειές κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τη νύχτα να σουλουπώνει τα καχεκτικά δεντράκια του απέναντι πεζοδρομίου. Για την ακρίβεια σημειώνω με μολύβι σε ένα μαύρο τετράδιο –παλιότερα είχα κολλήσει με μια πένα της Πάρκερ αλλά τώρα τελευταία γουστάρω τον ήχο του μολυβιού που ξύνεται στο ριγωτό χαρτί. Κάποτε θα διαβάζω όλα αυτά τα σημειωμένα και δεν θα θυμάμαι τι αφορούν –γελάω. Η Άλεξ κοιμάται γαλήνια, εδώ και ώρες. Στην αρχή κόλλησα κοιτάζοντάς την, μετά συνήρθα. Και αποφάσισα να κάνω κάτι πιο χρήσιμο, αλλά τίποτα τέτοιο δεν μπόρεσα –έμεινα λοιπόν να μουτζουρώνω το χαρτί με μαλακό μολύβι.
«Τι γράφεις;» νιώθω το χέρι της μπλεγμένο στα μαλλιά μου, πετάγομαι.
«Τίποτα».
Ενοχλημένος. Έχω κλείσει απότομα το τετράδιο και δε γουστάρω να μου ανακατεύουν τα μαλλιά. Το καταλαβαίνει –τραβιέται πίσω.
«Συγνώμη ρε Άλεξ. Με ξάφνιασες …»
«Εγώ συγνώμη».
Κάθεται οκλαδόν στο κρεβάτι, γυρίζω την καρέκλα προς το μέρος της. Φαίνεται ακόμα ταλαιπωρημένη.
«Δεν θ΄αντέξω για πολύ ακόμα», λέει μετά από λίγο.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω.
«Σημαίνει ότι νιώθω σα να με έχουν βάλει να κρατάω ανοιχτή την πόρτα στο ασανσέρ. Και η πόρτα κλείνει κι εγώ παλεύω να την κρατήσω ανοιχτή… Ε, κάποια στιγμή θα με συνθλίψει η πόρτα…»
Την κοιτάζω για λίγο, όσο εκείνη παίζει με τα κρόσσια της κουβέρτας.
«Δεν είναι έτσι», λέω. «Δηλαδή, εννοώ για το παράδειγμα με την πόρτα κι όλα αυτά … Αν ας πούμε αποφασίσεις σε ποια πλευρά θέλεις να βρεθείς, γλιτώνεις από την κωλόπορτα».
«Σε ποια πλευρά;»
«Μέσα ή έξω από το ασανσέρ».
Χαμογελάει.
«Μέσα κι έξω, ίδιος θάνατος. Μόνο όσο κρατιέμαι στην πόρτα είμαι ζωντανή».
«Ζωντανή το λες αυτό που είσαι τώρα δηλαδή;»
Ξεκαρδίζεται.
«Τουλάχιστον μπορώ να μιλάω –δεν μπορώ; Και να κάνω κι άλλα πράγματα μπορώ!»
«Εντάξει –σιγά ρε Άλεξ. Άραξε λίγο, μην κάνεις τόσα πολλά πράγματα –θα πάθεις καμιά θλάση», γελάω.
«Ναι, κορόιδευε εσύ…»
Πάω δίπλα της στο κρεβάτι.
«Δε σε κοροϊδεύω ρε κούκλα. Απλά ανησυχώ για σένα», παραδέχομαι.
Σκύβει το κεφάλι σα σκυλί που θέλει χάδια.
«Έχω γίνει φόρτωμα», λέει.
«Καλά τώρα, αυτούς τους καθωσπρεπισμούς νόμιζα ότι τους είχαμε ξεπεράσει …»
«Όποτε θέλεις να φύγω, απλά πέστο».
«Κόφτο Άλεξ. Μη μου λες τι να πω και τι να κάνω. Δεν τα γουστάρω αυτά».
«Το λέω επειδή εκείνη η γκομενίτσα ήταν κάπως …»
«Ποια -η Χρύσα; Άστο ρε συ, μην ασχολείσαι».
Πετάγεται τότε –στο εντελώς άσχετο.
«Πεινάς καθόλου; Είδα κάτι μακαρόνια στο ντουλάπι, λέω να μαγειρέψω!»
Γελάω βεβιασμένα.
«Μέσα», απαντάω.
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο να ξεβρωμίσω και μετά θα σου δείξω τι θα πει σπιτικό φαγητό», κοροϊδεύει.
«Ωραία, άντε, γαμώ το σπίτι μας μέσα!» λέω.
Όταν βγαίνει από το δωμάτιο ψάχνω στις καβάντζες μου για τίποτα φράγκα –βρίσκω κάτι λίγα, φοράω το μπουφάν μου.
«Άλεξ βγαίνω και ξανάρχομαι», φωνάζω ανοίγοντας την πόρτα.
Αν είναι να μαγειρέψει ας έχουμε κάποιο επίσημο κρασί –αυτό σκέφτομαι.

Ένα τετράγωνο απόσταση έχει μια κάβα, όχι τίποτα της προκοπής, μπουκάλια αλλοιωμένα από τον ήλιο αλλά δε γαμιέται; Περπατάω σκυφτός, δεν κοιμάμαι καλά το τελευταίο διάστημα, μονίμως σε κατάσταση αφύπνισης και εφιάλτες να μπαίνουν από τις χαραμάδες –ένας άντρας που με κυνηγάει, ο ίδιος από μικρό παιδί μέχρι σήμερα, μια σκατόφατσα σαν τον καθηγητή το Φίλια. Κλωτσάω ένα κουτί κοκακόλας, μια κοπέλα με προσπερνάει βιαστική, μυρίζει άρωμα και βιαστικές ελπίδες –χαζεύω τα μαλλιά της να κυματίζουν. Ένα γατί παιδεύεται με κάποιο πεταμένο σακουλάκι γαριδάκια, κόβω λίγο, σκύβω να το βοηθήσω –μαλακίες. Το γατί εξαφανίζεται, αδειάζω πάντως τα γαριδάκια στο πεζοδρόμιο -όταν φύγω θα ξανάρθει.
«Τι ώρα έχεις;» κάποια συνηθισμένη φωνή ακριβώς δίπλα μου.
Γυρίζω να κοιτάξω. Και είναι αυτός ο πούστης που με κυνηγάει στους εφιάλτες μου, φτυστός, στημένος δέκα πόντους από τη φάτσα μου, χαμογελαστός, απειλητικός, άρτι αφιχθείς από τα χειρότερα όνειρά μου. Χλομιάζω μάλλον. Συνεχίζει να με κοιτάζει. Τον σπρώχνω στο πλάι και τρέχω, τρέχω σαν παλαβός, δεν κοιτάζω πίσω –είμαι σίγουρος ότι με ακολουθεί. Σταματάω μετά από 500 μέτρα και καταλαβαίνω ότι είναι τόσα επειδή κάνω πάλι τον δρόμο προς τα πίσω. Δεν είναι λογικό ρε γαμώτο, κάποια σύμπτωση, κάτι στο υποσυνείδητο ίσως –μπορεί απλά να είναι η κούραση, δεν κοιμάμαι καλά τώρα τελευταία.

Κοιτάζω τριγύρω χεσμένος. Που να έχει κρυφτεί ο πούστης;

Πουθενά. Μπαίνω στην κάβα ιδρωμένος ακόμα. Ψαχουλεύω τα μπουκάλια στα ράφια, ρίχνω κλεφτές ματιές στο δρόμο –τι υστερίες είναι αυτές τώρα; Πως κατάντησα έτσι; Σα γκομενίτσα που φοβάται τους μελαψούς, έτσι είναι, έτσι πρέπει να είναι, αρπάζω ένα μπουκάλι στην τύχη και το δείχνω στον υπάλληλο.
«Πόσο κάνει;»
«Αυτό;»
«Ναι αυτό».
«Δεν πουλιέται».
«Γιατί;»
Ο υπάλληλος κοιτάζει μια εμένα και μια το μπουκάλι. Κοιτάζω κι εγώ. Το μπουκάλι. Έχει στο λαιμό αυτή τη ροζ κορδέλα και μέσα του επιπλέουν κάτι πολύχρωμες μπίλιες σε κιτρινισμένο νερό. Δεν υπάρχει ετικέτα απέξω.
«Τι είναι αυτό;» απορώ.
«Το έφτιαξε η ανιψιά του αφεντικού. Μαλακία σκέτη! Αλλά δεν πουλιέται», απαντάει ο υπάλληλος.
Αφήνω το μπουκάλι ντροπιασμένος.
«Ένα κρασί θέλω», μουρμουρίζω. «Κάτι φτηνό, αλλά της προκοπής…»
Ο υπάλληλος τσακίζεται να με εξυπηρετήσει. Βιάζεται να με ξεφορτωθεί, είναι φανερό, αλλά δε με νοιάζει –καλύτερα. Πληρώνω και φεύγω, με την ξεφτίλα που έχω φάει δεν φοβάμαι πλέον την εφιαλτική μούρη. Τι θα μου κάνει στο κάτω-κάτω;
Ένα χέρι ακουμπάει στην πλάτη μου, σκελετωμένο με μακριά νύχια το νιώθω πάνω από το μπουφάν. Παγώνω.
«Συγνώμη παιδάκι μου, μπορείς να με βοηθήσεις;»
Βάζω τα πόδια στους ώμους –επιτόπου. Όσο τρέχω γυρίζω να κοιτάξω, μια γριά κάθεται εκεί πέρα, απορημένη. Τρέχω πλέον ελεγχόμενα, ξεκλειδώνω την εξώπορτα, πέφτω πάνω στη σπιτονοικοκυρά.
«Καλησπέρα», κρώζει.
«Καλησπέρα».
«Πότε θα βάλετε το νοίκι;»
«Άμεσα –μην ανησυχείτε …» σταματάω απότομα. Πόσες του μηνός έχουμε;
«Συγνώμη, πόσες του μηνός έχουμε;»
«Εικοσιμία»
«Κι από τώρα το θέλετε το νοίκι;»
«Επειδή θα φύγω κάποιο ταξίδι…»
«Και τι με νοιάζει εμένα; Άντε μου στο γερο-διάολο όλοι σας βραδιάτικα!»
Ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας ακόμα. Αυτή η πόλη έχει γεμίσει ανθρωποφάγους, βαμπίρ και λυκάνθρωπους –δεν είναι να κυκλοφορείς εκεί έξω!

Ανοίγω την πόρτα τρέμοντας ακόμα. Η Άλεξ έχει φέρει τη φορμάικα από την κουζίνα και την έχει βολέψει στη μέση του δωματίου μου. Κερί σε άδειο μπουκάλι, στυλ κηροπήγιο, πιρούνι-κουτάλι πάνω από διπλωμένη χαρτοπετσέτα, μέγκλα κατάσταση!
«Που είχες πάει;» ρωτάει χαμογελαστή.
«Στο διάολο κι ακόμα παραπέρα», μουρμουρίζω.
«Καλά –κάτσε να φάμε γιατί θα γίνει λάστιχο σε λίγο το μακαρόνι».
Κάθομαι.

«Πολύ νόστιμο αυτό που έφτιαξες».
Γελάει.
«Θυμήθηκες τους καλούς σου τρόπους;»
Συμφωνώ.
«Κάπως έτσι».

Στο πικάπ παίζει η ανεπανάληπτη blues μπάντα του Paul Butterfield, «ξύπνησα εκείνο το πρωί και έψαξα τριγύρω για τα παπούτσια μου/ ξέρεις, είχα αυτή την τρομερή μαυρίλα και έπρεπε να περπατήσω», τα μακαρόνια έχουν πέσει σαν τσιμέντο στο στομάχι και το κρασί δεν βοηθάει ιδιαίτερα.
«Έχω φρικάρει άσχημα», λέω στην Άλεξ.
Με κοιτάζει, περιμένοντας να συνεχίσω. Εγώ της τα λέω όλα, ασυγκράτητος, βιαστικός για να μην το μετανιώσω. Της λέω για τον τρόμο μπροστά στους μπάτσους, στο Ρεσιτάλ και το Πεδίο του Άρεως, για τις φοβίες που με κάνουν να περνάω πλέον ξυστά από τα καρφωμένα στέκια αποφεύγοντας υποθετικούς κινδύνους, μέχρι και για τη μούρη που δραπέτευσε από τους εφιάλτες μου και ήρθε να με συναντήσει εκεί έξω –πριν λίγο.
Μετά ανάβω ακόμα ένα τσιγάρο και της λέω για τη Φανή που νομίζω ότι την αγαπάω αλλά δεν την αντέχω με τις μαλακίες της και δεν μπορώ να είμαι μαζί της επειδή ξέρω ότι στα δύσκολα θα με πουλήσει. Της λέω για τη Νάντια και τη Χρύσα που μου εξασφαλίζουν δωρεάν πήδημα και είναι καλές γι’ αυτό, αλλά όχι για κάτι περισσότερο κι εγώ σιχαίνομαι την πάρτη μου που πηγαίνω μαζί τους –εκμετάλλευση μου κάνει το όλο θέμα, ξεφτίλα.
Δεν της λέω όμως τίποτα για τη Τζούλια, επειδή δεν θέλω να πάει η κουβέντα στο θέμα «η γυναίκα της ζωής μου», δεν νιώθω έτοιμος για τέτοια, δεν είμαι πλέον κατασταλαγμένος που λένε και οι δρυοκολάπτες. «Φαίνεται οτι έτρεξες προς τον ωκεανό κι ο ωκεανός έτρεξε προς τη θάλασσα/ αν δεν βρω το μωρό μου, μη με θάψεις».

Με κοιτάζει με απότομα ζωντανεμένα μάτια και συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω την πραγματική της ηλικία. 20; 22; 18; 16; Όλα παίζουν επειδή τώρα έχει μεταμορφωθεί σε παιχνιδιάρικο πιτσιρίκι.
«Γιατί την έχεις δει να κουβαλάς στην πλάτη σου τις αμαρτίες του κόσμου;» ρωτάει τελικά.
Δεν καταλαβαίνω.
«Ξεκινάω από τα τελευταία που μου είπες, τις γυναίκες δηλαδή. Γιατί θεωρείς ότι σε όλες αυτές τις ιστορίες είσαι μόνος σου; Δεν υπάρχουν πουθενά οι άλλες; Δεν έχουν τις ευθύνες τους; Δεν κάνουν το δικό τους παιχνίδι;» ζωγράφιζε καρδούλες στα υπολείμματα σάλτσας όσο τα έλεγε αυτά.
«Επειδή, Άλεξ, δε με νοιάζει στην πραγματικότητα. Δε με νοιάζει τι σκέφτονται, δε με νοιάζει τι κάνουν. Εγώ μόνο την πάρτη μου κουμαντάρω και μόνο σε μένα δίνω λόγο. Αυτό ξέρω, αυτό λέω –εμένα μετράω στις συγκεκριμένες σχέσεις και με βρίσκω λειψό, σκάρτο».
Γελάει μουτζουρώνοντας τις καρδούλες της.
«Τι ιδέες που κουβαλάς!» ψευτοθαυμάζει. «Από πού τις ψώνισες; Από γαλλικά ρομάντζα με ιππότες;»
«Κοντά είσαι», απάντησα επειδή ήξερα ότι για τον τρόπο σκέψης μου υπεύθυνος ήταν σε μεγάλο βαθμό ο Σταν Λη και οι μασκοφόροι ήρωες της Μάρβελ.
«Τέλος πάντων –αν φτιάχνεσαι να μαζοχίζεσαι με τύψεις για το τίποτα…» με κοίταξε κάπως σκεφτική. «Ή μήπως είσαι ένας ρομαντικός που περιμένει την ευκαιρία να σώσει την πριγκίπισσά του από τον δράκο;»
«Άντε πηδήξου Άλεξ», μούγκρισα επειδή αυτό ακριβώς ήμουν.
Τσίμπησε ένα τσιγάρο από το πακέτο μου, το άναψε και συνέχισε να με κοιτάζει μέσα από τον καπνό.
«Θα ήθελα ο άντρας που θα ερωτευτώ να είναι σαν εσένα», ψιθύρισε στο τέλος.
«ΑΝΤΕ ΠΗΔΗΞΟΥ ΑΛΕΞ!» φώναξα διαλύοντας το συννεφάκι καπνού.
Χαμογέλασε αρχοντικά.
«Εγώ, αν θέλεις να ξέρεις, είμαι μόνη από τότε που με θυμάμαι –δηλαδή από πάντα. Δεν υπάρχουν γονείς, με βολεύει να λέω ότι πέθαναν σε κάποιο μοιραίο αεροπορικό δυστύχημα, μερικές φορές το αλλάζω, το κάνω σιδηροδρομικό ή αυτοκινητιστικό, ανάλογα με τα κέφια μου –αλλά πάντα δυστύχημα. Μένω μαζί με κάτι αισχρές φιλενάδες που ψάχνουν να με βρουν μονίμως, για να μου τα χώσουν. Όλο κάτι ξεχνάω, νοίκι, θερμοσίφωνο, καφετιέρα … κάπως έτσι. Και τριγυρνάω ψάχνοντας πως θα καταφέρω να κρυφτώ από όλους αυτούς που δεν ψάχνουν για μένα. Ένα όμορφο αγόρι πριν έρθουν οι παγωμένοι χειμώνες μου είχε πει ότι γεννήθηκα πεθαμένη κι όσα ακουμπάω τα σαπίζω, μετά, το αγόρι αυτό για να μου αποδείξει μάλλον ότι είχε δίκιο, έλιωσε μέσα σε φριχτούς πόνους μέχρι που πέθανε και ησύχασε. Από τότε λατρεύω το άσπρο χρώμα αλλά ντρέπομαι να το φορέσω στα φανερά –αν καταλαβαίνεις», έσκυψε αργά για να μην τη βλέπω.
Δεν είπα τίποτα, ο καθένας με την ιδιόκτητη κόλασή του.
«Στα είπα όλα αυτά επειδή μου μίλησες για φόβο. Νομίζεις ότι φοβάσαι, ότι έχασες τον τσαμπουκά σου, ότι δεν αξίζεις μία –λοιπόν είσαι εντάξει, μια χαρά. Γιατί η πραγματική φρίκη αρχίζει όταν φοβάσαι να δείξεις τον φόβο σου, όταν τρέμεις μη σε πάρουν είδηση –τότε παρακαλάς να πεθάνεις μπας και γλιτώσεις …», σταμάτησε, το σκέφτηκε λίγο. «Ίσως αυτό να εννοούσε τελικά … δεν έχει σημασία πλέον». Έσβησε το τσιγάρο της νευρικά.
«Πολύ το μαλακίσαμε», είπα εγώ. «Επειδή λοιπόν το ρεζουμέ της υπόθεσης είναι πως και οι δύο τα έχουμε κάνει σκατά, έχω πρόταση!»
Με κοιτάζει.
«Διακοπές στον Πόρο!»
«Ε;»
«Καραβάκι, νησάκι, ταβερνάκι, ψαράκι, κρασάκι …»
«Σταμάτα ρε μαλάκα θα κάνω εμετό!»
Σταμάτησα.
«Πως σου ήρθε ο Πόρος;» ρώτησε μετά από λίγο η Άλεξ.
«Έχει κανονίσει ο Τάκης με μια γκόμενα –δεν πάμε μαζί τους;»
«Είσαι σίγουρος ότι έτσι πρέπει;» με κοίταξε πονηρά.
«Μην το συζητάς! Εκεί θα πέσει το πρώτο πήδημα, αν δεν το πάρουμε μάτι τι σκατά κάνουμε δηλαδή; Δίφραγκα τσουλάμε;»
Υποκλίθηκε στην αδιάσειστη επιχειρηματολογία μου.

«Δύο».
Έριξε το ζάρι.
«Δύο κι εγώ!» είπε.
«Πέντε».
Έριξε πάλι το ζάρι.
«Πέντε κι εγώ!»
«Τρία».
«Τρία κι εγώ!»
Ο Τάκης πετάχτηκε από δίπλα, έβγαλε το κεφάλι μέσα από το στρατιωτικό τζάκετ του αναμαλλιασμένος.
«Ρε γαμημένοι, θα σταματήσετε να ρίχνετε τα ζάρια ένα-ένα;» φώναξε.
«Αφού μετριόμαστε ποιος θα παίξει πρώτος και φέρνουμε συνέχεια το ίδιο!» απάντησα.
«Ας ξεκινήσει η Άλεξ γαμώ τη ζωή μου μέσα! Τάβλι είναι δεν είναι Φόρμουλα Ένα!»
«Ας ξεκινήσει η Άλεξ», είπα κι εγώ. «Αλλά είναι αντικανονικό, να το ξέρετε…»
Ο Τάκης σηκώθηκε, άρπαξε το τάβλι και μας το έκλεισε στα μούτρα. Είχε έρθει σπίτι μου αξημέρωτα, αποφάσισε λοιπόν να ρίξει κάποιον ύπνο όσο περιμέναμε όλοι μας τη Νανά για να πάμε λιμάνι. Το καράβι έφευγε στις 11 και ήταν ακόμα 9 παρά. Η Άλεξ έδειχνε πιο φρέσκια από διαφήμιση γαλακτοκομικών στην τηλεόραση και ήθελε να με ξεσκίσει στο τάβλι, επιτόπου.
«Που είναι η δικιά σου; Θα χάσουμε το καράβι», είπε στον Τάκη.
«Ξέρω ‘γω; Θα ΄ρθει όπου νάναι …»
«Το έχεις σίγουρο δηλαδή ότι θα σου κάτσει;»
«Επαγγελματίες είμαστε!» τη διαβεβαίωσε ο Τάκης.

Είμαστε τώρα σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα της γέφυρας και χαζεύουμε το καράβι να απομακρύνεται από το λιμάνι. Έχει συννεφιά βαριά κι ευγνωμονούμε όλες τις αρχαίες θεότητες γι΄αυτό. Ο Τάκης κρατάει αγκαλιά τη Νανά, εγώ κρατάω το παγωμένο χέρι της Άλεξ που δεν λέει να ζεσταθεί ούτε με πυρότουβλα.
«Πότε θα φτάσουμε;» ρωτάει η Νανά.
«Σημασία έχει το ταξίδι, όχι η αποβίβαση», απαντάω φιλοσοφημένος.
«Ναι αλλά χέζομαι και σιχαίνομαι να πάω στις τουαλέτες του καραβιού», επισημαίνει η Νανά.
Κοιτάζω τον Τάκη. Βάζει τα δάχτυλά του στο στόμα και παίζει στην αόρατη τρομπέτα του τη Σερενάτα του Σεληνόφωτος. Σηκώνω τους ώμους.
«Κάλλιο αργά παρά αργότερα», καταλήγω.

Ένας γλάρος τσιμπάει σκουπίδια στα αφρόνερα του πλοίου. Συνέχεια, το κάνει αυτό –υπολογίζω ότι θα σκάσει όπου νάναι από το πολύ φαΐ.
«Σιχαίνομαι τους γλάρους», λέει η Άλεξ.
Καθόμαστε σε κάποιο πάγκο του καταστρώματος. Μόνοι μας –το ζευγαράκι έχει πάει για περιήγηση.
«Όλους τους γλάρους; Και τον Ιωνάθαν;» ρωτάω.
«Ειδικά αυτόν», απαντάει.
«Γιατί;»
«Επειδή θέλει να μας ψήσει ότι υπάρχει ελπίδα, ότι υπάρχει κάποια διέξοδος, αρκεί να ψαχτείς μέσα σου…»
«Άδικο έχει;»
Με κοιτάζει ειρωνικά.
«Ψάχτηκες ποτέ μέσα σου;»
Δεν απαντάω.
«Αν το έκανες και βρήκες τίποτα διαφορετικό από σκουπίδια, πόνο και δυστυχία –πες του μου κι εμένα να το μάθω».
Δικός της ο πόντος.

Χαζεύουμε τις κοπέλες όσο ψαχουλεύουν στην προθήκη του κυλικείου, λες και υπάρχει κρυμμένος θησαυρός κάτω από τα γαριδάκια.
«Κυκλοφορούμε με πρώτες γυναίκες!» παρατηρεί ο Τάκης.
«Αλλά κι εμείς είμαστε οι πρώτοι τυπάδες –τι σου λέει αυτό;» συμπληρώνω.
«Ότι σε μαστούρωσε ο καφές και δε βλέπεις τη μύτη σου –αυτό μου λέει».
Τον κοιτάζω.
«Είσαι καλά;»
Απορεί κάπως.
«Μια χαρά, κάπως βαρύ κεφάλι αλλά εντάξει …»
Τον κοιτάζω καλύτερα.
«Είσαι σίγουρος;»
«Γιατί ρωτάς»
«Επειδή έχεις κοκκινίσει –σα σφουγγαρίστρα έχει γίνει η μούρη σου!»
«Η ιδέα σου είναι ρε!»
Αλλά δεν είναι μόνο η ιδέα μου.

Έχουμε βρει κάτι μανιοκαταθλιπτικά δωμάτια, υγρασία, μούχλα, ξεχαρβαλωμένα, παλιά έπιπλα. Η γυναίκα που τα νοικιάζει μας έχει κεράσει κονιάκ, Μεταξά τριάρι –σκέτο πετρέλαιο. Είμαι ξαπλωμένος κανονικά στο κρεβάτι προσπαθώντας να το μεταβολίσω και χαζεύω την Άλεξ που βγαίνει από το μπάνιο. Έχω προηγηθεί στο πλύσιμο γι΄αυτό και φοράω το πεντακάθαρο μαύρο μπλουζάκι μου με την ξεθωριασμένη στάμπα «Jesus loves Black and White, but he prefers Johnnie Walker», είναι λοιπόν η Άλεξ απέναντί μου, με ένα σέξι κυλοτάκι. Αλλά δεν μπορώ να τη δω ερεθιστική επειδή για πρώτη φορά διακρίνω τις σπασμένες φλέβες στα μπράτσα της. Και μάλλον θέλω να κλάψω.
Τότε χτυπάει η πόρτα. Πετάγομαι ν΄ανοίξω. Από πίσω περιμένει ο Τάκης, κανονικός ερυθρόδερμος!
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;»
«Φαίνεται πολύ;»
«Όσο να πεις…»
«Γάμησέ τα. Ερυθρά!»
«Ερυθρά; Τι ερυθρά; Αιμοσφαίρια;»
«Ερυθρά ρε ηλίθιε –η αρρώστια!»
«Η παιδική;»
«Αυτή!»
Πάω να πω κάτι αλλά η Άλεξ έχει πάρει χαμπάρι τη φάση και κατουριέται στα γέλια. Ο Τάκης τη βλέπει, αλληθωρίζει συνωμοτικά και μου κάνει νόημα –«γκομενάρα!»
«Ρε άστα αυτά, με σένα τι θα γίνει τώρα;» ρωτάω γελώντας.
«Πρέπει να βρω ασπιρίνες –έχω ανεβάσει και πυρετό».
Ντύνομαι στο φτερό και βγαίνω έξω μαζί του. Φαρμακείο ούτε για δείγμα. Στριφογυρνάμε στην πλατεία σα νεροχελώνες.
«Είσαι καλά;»
«Ζαλίζομαι μαλάκα μου!»
Βλέπω ένα καφενείο ανοιχτό, του το δείχνω και πάμε κατά κει.

Μέσα τσίκνα από ψησταριά, τσιγαρίλα και τραπέζια γεμάτα γέρους που παίζουν πρέφα. Περπατάμε στις μύτες. Ο καφετζής μας βρίσκει στα μισά του μαγαζιού.
«Τι θέλουν τα παιδιά;»
«Καμιά ασπιρίνη σου βρίσκεται;»
«Και τι είμαι εγώ ρε; Φαρμακοτρίφτης;»
Απελπίζομαι.
«Δώσε κάτι ρε θείο, δεν τον βλέπεις αυτόν εδώ που έχει γίνει σα φανέλα του Ολυμπιακού;»
Γυρίζει να δει τον Τάκη –μαγκώνει.
«Τι έπαθε;»
«Ερυθρά».
«Κοτζαμάν άντρας;»
«Ε, τι να γίνει τώρα; Δεν την είχε περάσει μικρός φαίνεται …»
«Για περιμένετε λίγο!» λέει όσο χάνεται πίσω από τον πάγκο του.
Σε δυο λεπτά επιστρέφει.
«Θα πεταχτώ μέχρι το σπίτι να δω αν έχει τίποτα η γυναίκα. Εσείς καθίστε εδώ…» κοιτάζει τριγύρω, δεν υπάρχει άδειο τραπέζι. Μας κάνει νόημα να βολευτούμε δίπλα σε κάτι γέρους που παίζουν πρέφα. Μας κοιτάζουν κλεφτά, μετά αφιερώνονται στο παιχνίδι τους.
«Σόλων Σόλων, μισόν ή όλον; Κι ο Σόλωνας απάντησε με ανοιχτόν τον κώλον …» μουρμουρίζει ένας γέρος.
«Όλον!» φωνάζει ο απέναντί του.
Κοιταζόμαστε με τον Τάκη –σα δε ντρέπονται γέροι άνθρωποι!

«Τι θα κάνεις τώρα ρε μαλάκα;»
Ο Τάκης κουνάει το κεφάλι του.
«Στην κατάσταση που είμαι τι μου μένει να κάνω;»
«Να πάρουμε το πρώτο πρωινό και να γυρίσουμε πίσω;»
«Είσαι τρελός; Θα κάνω πυρετώδες σεξ δικέ μου, τι νόμισες; Μασάει το ιππικό; Πότε θα μου ξανατύχει τέτοια ευκαιρία;»
«Για τη Νανά λες; Σιγά μωρέ –το κάνετε άλλη φορά, στην Αθήνα».
«Ποια Νανά ρε; Άλλο λέω! Πότε θα μου ξανατύχει η ευκαιρία να γαμήσω με πυρετό;»
Δε λέω τίποτα. Γονατίζω –προσκυνώ. Τάκης!

Επιστρέφουμε στα δωμάτιά μας, ευτυχώς ο καφετζής έχει εφοδιάσει τον Τάκη με ένα κουτί ολόφρεσκες ασπιρίνες. Τον χτυπάω στην πλάτη, «είσαι σίγουρα καλά;» μου κλείνει το μάτι και φεύγει με τις πάντες.
«Βρήκατε τίποτα τελικά;» ρωτάει η Άλεξ.
«Ναι εντάξει. Αλλά μ΄αυτά κι αυτά δεν έχω όρεξη να τον πάρω μάτι».
«Γιατί; Θα την πηδήξει τελικά;»
«Δεν τον ξέρεις καλά τον Τάκη!» κοκορεύομαι.
Μετά βγάζω τα ρούχα μου, ξαπλώνω στο κρεβάτι, έρχεται δίπλα μου. Κοιτάζω το πρόσωπό της, κεντράρω στα μάτια της και είναι θολά, ανέκφραστα –δεν εστιάζουν πουθενά.
«Έγινες;» τη ρωτάω.
«Κάτι χάπια», ψιθυρίζει.
«Πάει καλά. Να κοιμηθούμε τώρα; Τι λες;»
«Δε νυστάζω».
«Διάβασε κανένα βιβλίο», μουρμουρίζω γυρίζοντας από το άλλο πλευρό.
«Νυστάζεις;» φυσάει απαλά στο αυτί μου.
«Δε νυστάζω ρε Άλεξ, αλλά δε γουστάρω κιόλας!»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή δεν πηδάω φτιαγμένες».
Σφίγγεται.
«Άντε γαμήσου!» λέει.
«Μπορεί, αλλά όχι μαζί σου», την πληροφορώ.
«Τι μαλακίες είναι αυτές τώρα;» αναρωτιέται.
«Μαλακίες είναι αυτά που κάνεις εσύ. Δεν μπορούσες να μη γίνεις δηλαδή; Δεν άντεχες να περάσουμε τη νύχτα οι δυο μας;»
Έρχεται πάνω μου, ακουμπάει το κεφάλι στο στήθος μου.
«Οι δυο μας είμαστε», λέει.
«Ναι –δε λες τίποτα! Εγώ εδώ κι εσύ στην παραμυθούπολη!»
«Κάνεις λάθος. Τώρα είμαι περισσότερο εδώ, ολόκληρη εδώ, χωρίς τα άγχη, χωρίς τους φόβους και τα κόμπλεξ μου!»
Την σπρώχνω μακριά, ανασηκώνομαι στον αγκώνα μου.
«Εγώ όμως αυτά ήθελα Άλεξ. Τα άγχη σου, τους φόβους, την ψυχή σου την ίδια. Και όλα αυτά δεν είναι εδώ –τι μένει; Πες μου!»
Χαμηλώνει το κεφάλι, με αγκαλιάζει.
«Την ψυχή μου;»
Δε λέω κουβέντα –έχω ήδη μετανιώσει που μου ξέφυγε και το είπα.
«Ο άντρας που θα ερωτευτώ, θα ήθελα …»
Της πιέζω τα χείλη με τα δάχτυλα για να σωπάσει.
«Κοιμήσου όμορφη. Αύριο θα είναι όλα χειρότερα», λέω.

Και όντως, έτσι γίνεται. Το επόμενο πρωί ο Τάκης έρχεται να μας βρει –ράκος κανονικό. Επειδή ανακάλυψε ότι με 40 πυρετό δεν υπάρχει περίπτωση να σου σηκωθεί, κατάλαβες;
«Κατάλαβα», λέω.
Περπατάμε στους έρημους δρόμους, αλατισμένες πέτρες στο λιμάνι, ψιλόβροχο στην αφρόντιστη πλατεία, είναι όμορφα εδώ αλλά εμείς δεν μπορούμε να το δούμε. Έχουμε πολλά στα κεφάλια μας, χαμένες ευκαιρίες και γυναίκες τόσο κοντά μας που δεν μπορούμε να αγγίξουμε, κάποια αμηχανία μαζί με διάθεση φυγής –να κρυφτούμε φίλε, να χαθούμε από παντού γιατί μας έζωσαν οι αποφάσεις, αν απλώσουμε το χέρι θα τις πάρουμε κι εμείς δε θέλουμε, δεν μπορούμε, τρομάζουμε. Γιατί κάθε επιλογή είναι και μια παραίτηση κι εμείς δεν είμαστε πρόθυμοι να παραιτηθούμε. Τα θέλουμε όλα κι ας μην τα αποκτήσουμε ποτέ –μη μας κατηγορείς, επειδή έτσι είμαστε. Και κάνε στην άκρη γιατί φοράμε χοντρά παπούτσια, κάνε στην άκρη μην περάσουμε από πάνω σου μαλάκα.

«Γυρίζουμε πίσω;» ρωτάει ο Τάκης.
«Γιατί, πότε φύγαμε;» αναρωτιέμαι.

Και πότε ήμασταν εδώ; Ποιος ρωτάει τώρα;

12 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Madame de la Luna είπε...

Μερικά πράγματα δεν περνάνε ούτε μέσα απο λέξεις, ούτε μέσα απο καταγραφές. Ασθματική αίσθηση. "Ο χαμένος τα παίρνει όλα" ας πούμε. Αλλά ένιωσα. Κι ήταν ωραία...

Madame de la Luna είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
The Motorcycle boy είπε...

Τίποτα σχεδόν δεν περνάει μέσα από λέξεις και καταγραφές. Αν όλα αυτά καταφέρουν να λειτουργήσουν σαν καθρέφτης για τον αναγνώστη, έχουν κάνει τη δουλειά τους. Ο χαμένος τα έχει όλα, γι΄αυτό και μπορεί να χάσει.

Ανώνυμος είπε...

www.arelis.gr
περιεχει την ποιητικη συνθεση εκθεση ορθοδρομης αναδρομιας και το μεταφυσικο φιλοσοφικο θεατρικο εργο μεταξυ ενδοκοσμικου και υπερβατικου

άσωτος είπε...

λιγο μελο μου φανηκε αλλα οκ....

The Motorcycle boy είπε...

Είχα το λόγο μου που την έριξα τη μελούρα. Αρχές χειμώνα είναι, συνεργασίες χαλάνε, που ξέρεις; Μπορεί να στραβώσει το καινούργιο του Παπακαλιάτη και να πάρουν το δικό μου στη θέση του. Ε;

ell είπε...

Ωραίο, αλλά καλύτερα που είχα σταματήσει να σε διαβάζω

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, αυτό πες το και ξαναπέστο φιλενάδα! Παρακάτω χειροτερεύει -σε ειδοποιώ

ell είπε...

Καλά που με προειδοποιείς!
Να κάνω καμιά αποτοξίνωση... δε μου ρχεται να βγω έξω κ κάνω όσα τσιγάρα δεν έχω κάνει στη ζωή μου

σήμερα όμως όσο χάλια κ αν είμαι (κ άυπνη) θα την κάνω... κ το κακό είναι ότι προβλέπεται πολύ καταχρηση μ αυτόυς που θα βγώ

αν δεν είχα καπ΄νισει τόσα τσιγάρα με σενα κ με τις ιστορίες σου, δε θα με πείραζε

καλά λένε "no man no cry"... :)

The Motorcycle boy είπε...

Και να μη βρίσκεται ρε παιδί μου ένας κοπρίτης από την καπνοβιομηχανία να μου δώσει κάποιο μπόνους που ανεβάζω τις πωλήσεις τσιγάρων!
Έτσι πάει όμως φιλενάδα -δεν θα καπνίζω μόνο εγώ που τα γράφω... κάτσε δηλαδή, μόνος μου να τον πάθω τον καρκίνο;

ell είπε...

Χαχαχα άστα να πάνε...

άσε δε συμφέρεις σου λέω!

αν κ δυνήθως όταν διαβάζω κομμάτια που μου αρέσουν ίσα-ίσα δεν καπνίζω

τα δυνατά παραμύθια σε κάνουν να ξεχνιέσαι, όπως όταν είσαι πιτσιρικι κ δε θέλεις να φας μου λέγανε ότι όταν εμενα εκπληκτη κ άνοιγα το στομά από ιστορίες τότε μπορούσανε κ μου χωνανε κ καμια μπουκια στη ζούλα :)

The Motorcycle boy είπε...

Ναι ε; Εγώ πάντως όταν ήμουνα μικρός έλεγα "όταν τρώνε δεν μιλάνε" επειδή δε γούσταρα να με διακόπτουν από το φαγητό μου.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι