Τετάρτη, Νοέμβριος 23, 2011

7. Η πονεμένη ιστορία της Σόνιας


Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια 
6. Κορόιδο

Της είπα να περάσουμε πρώτα απ΄το σπίτι μου για να πάρω μερικά πράγματα, στο μεταξύ είχα τηλεφωνήσει στον μπάρμαν του Βιτόφσκι να πεταχτεί μέχρι επάνω στο διαμέρισμα και να μαζέψει. Δεν τολμούσα βλέπεις να πάω εγώ φόρα παρτίδα, δεν είχα καμιά διάθεση να πέσω σε τίποτα κρυμμένους μπασκίνες. Ήταν, βέβαια, ακόμα νωρίς –συνήθως τους έπαιρνε πάνω από δυο μέρες να βγάλουν άκρη αλλά λίγη έξτρα προφύλαξη ποτέ δεν έβλαψε.
«Πες μου πού να σταματήσω», ζήτησε η Σόνια.
«Κόψε, πλησιάζουμε. Οδήγα σε στυλ ‘κάτι ψάχνω’», της παράγγειλα.
Γέλασε.
«Κάτι ψάχνω –υπέροχα. Κι αυτό το κάτι είναι να βρω το μπελά μου, έτσι;» σχολίασε.
Συμφώνησα χωρίς να μιλήσω.

Το αυτοκίνητο ρόλαρε έξω από την πολυκατοικία μου, ησυχία κι ερημιά –τι γινόταν όμως μέσα; Ο μπάρμαν θ΄ ανέβαινε από τη σκάλα, αν έβλεπε τίποτα περίεργο θα συνέχιζε στον πάνω όροφο, αν του την πέφτανε την ώρα που έβγαινε θα ισχυριζόταν οτι είχε το κλειδί μου κι ανέβηκε για ένα χέσιμο. Εφόσον όλα πήγαιναν καλά θα ξανάμπαινε στο σπίτι να πάρει το σακ βουαγιάζ μου. Είχαμε περάσει την πολυκατοικία όταν τον είδα από το καθρεφτάκι να βγαίνει κρατώντας το σακ βουαγιάζ.
«Σταμάτα», της ζήτησα.
Σταμάτησε δίπλα στο πεζοδρόμιο. Ο μπάρμαν μάς εντόπισε και άνοιξε το βήμα του –τώρα όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα. Έφτασε στο αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και έσπρωξε το σακ βουαγιάζ δίπλα στα πόδια μου.
«Όλα καλά;» τον ρώτησα.
«Έτσι φαίνεται», μουρμούρισε κοιτάζοντας τριγύρω.
«Αν σε ρωτήσουν, έχεις να με δεις από προχτές», του θύμισα.
Κούνησε το κεφάλι κι έφυγε προς το Βιτόφσκι όσο η Σόνια γκάζωνε. Απομακρυνθήκαμε κάπως απρόσεκτα από τη γειτονιά μου, ευτυχώς που δεν κυκλοφορούσε ψυχή εκείνη την ώρα. Άνοιξα το φερμουάρ και έψαξα στο εσωτερικό του σακ βουαγιάζ –εσώρουχα, δυο παντελόνια (δεν είχα και άλλα), τρεις μπλούζες, τα χάπια κωδεϊνης, η πεταλούδα και η Μπερέτα. Ο μαλάκας είχε ξεχάσει να βάλει μέσα τα υπόλοιπα εργαλεία μου –μικρό το κακό.
«Μουσικούλα;» αναρωτήθηκε η Σόνια.
Κι αμέσως άρχισε να σκαλίζει το ραδιόφωνο, χωρίς βέβαια να περιμένει κάποια απάντησή μου. Βρήκε έναν σταθμό με λαϊκά.
«Γουστάρεις;» ρώτησε.
Και βιάστηκε ν΄αλλάξει σταθμό, έπιασε έναν άλλο με λαϊκοπόπ.
«Αυτό;» ξαναρώτησε.
Άρπαξα το χέρι της που σκάλιζε το κουμπί.
«Άστο σε μένα και κοίτα μη μας καρφώσεις σε καμιά κολώνα», της ξεκαθάρισα.
«Την τελευταία φορά που μου ζήτησε άντρας να το αφήσω σ΄αυτόν, κατέληξα έγκυος», μούγκρισε η Σόνια –επιτέλους μιλώντας σε μένα –όσο μου έσπρωχνε το χέρι.
Στη συνέχεια ξέθαψε κάποιο σιντί και το έβαλε να παίξει. Γέλασα από μέσα μου και στράβωσα απέξω. Σιχαίνομαι τις μουσικές του ραδιοφώνου αλλά νιώθω ακόμα χειρότερα όταν πρέπει να μοιραστώ τις μουσικές επιλογές κάποιου συνανθρώπου μου. Επειδή οι περισσότεροι έχουν τη συνήθεια να μετατρέπουν το προσωπικό σε οικουμενικό –θεωρούν ας πούμε, οτι το «Έβριμπαντι χερτς» είναι οικουμενικά υπέροχο επειδή έτυχε να το ακούνε την ώρα που έπεφτε ένα καλό πήδημα. Κατέβασα μέχρι τη μέση το παράθυρο και άναψα τσιγάρο, από το σιντί ο τεράστιος Έλβις Κοστέλο πάσχιζε να πείσει την Άλισον οτι «ο στόχος του είναι αληθινός» -ένιωσα λίγο καλύτερα.
«Πού το βρήκες αυτό;» τη ρώτησα.
«Ένας μαλάκας μού το ΄γραψε για να με πηδήξει», απάντησε.
«Και τελικά;» ζήτησα να μάθω.
«Με πήδηξε».
«Άρα –όχι και τόσο μαλάκας», συμπέρανα.
«Δίνεις μεγάλη αξία στη μουσική», παρατήρησε.
«Εγώ ή εσύ που του ΄κατσες;» απόρησα.
«Άναψέ μου ένα τσιγάρο και κόψε τις βλακείες», ζήτησε.
Βιάστηκα να συμμορφωθώ –δεν έπρεπε να ξεχνάω οτι την είχα ανάγκη σε τελική ανάλυση.
«Πότε φτάνουμε;» ρώτησα.
«Σε λίγο», απάντησε.
Όσο κι αν έψαχνα τους μισοσκότεινους δρόμους δεν μπορούσα να καταλάβω που πηγαίναμε –είχαμε αφήσει τη Βουλιαγμένης εδώ και ώρα, βολοδέρναμε πέρα-δώθε στη Φιλολάου, οι γειτονιές γίνονταν όλο και πιο απροσδιόριστες.
«Εδώ είμαστε», πληροφόρησε τον αέρα η Σόνια.
Βγήκαμε έξω από το παρκαρισμένο κουπέ, το κρύο είχε μαλακώσει, δεν χρειαζόταν καν να κουμπώσω το μπουφάν μου.
«Μπροστά εγώ, δέκα βήματα πίσω εσύ. Δεύτερο όροφο μένω», μου είπε επιταχύνοντας το βήμα της.
Την ακολούθησα χαλαρά, με ύφος σουλατσαδόρου. Υπέθετα οτι θα υπήρχε κάποιο κόλπο για να παραμείνει ανοιχτή η εξώπορτα της πολυκατοικίας της, στον δρόμο δεν κυκλοφορούσε ψυχή έτσι κι αλλιώς. Η Σόνια ξεκλείδωσε, μπήκε μέσα κι εγώ τάχυνα λίγο για να προλάβω την εξώπορτα που επέστρεψε στη θέση της τεμπέλικα. Την είδα να καλεί το ασανσέρ και μετά ν΄ανεβαίνει από τις σκάλες, βιάστηκα λοιπόν να χωθώ στην καμπίνα . Φτάσαμε σχεδόν μαζί, άνοιξε την πόρτα της και μπήκαμε.
Το σπίτι μύριζε σα σπασμένο μπουκάλι αρώματος –ενός έντονα γυναικείου αρώματος απ΄αυτά που αφήνουν πίσω τους οι αξέχαστες γυναίκες –κόντεψα να βάλω επιτόπου τα κλάματα.
«Αυτό είναι όλο», με πληροφόρησε ανοίγοντας τα χέρια της λες και ήθελε να αγκαλιάσει το χώρο. «Μπάνιο, η πρώτη πόρτα δεξιά. Το δωμάτιό σου είναι ακριβώς απέναντι. Την κουζίνα τη βλέπεις. Εδώ έχουμε το καθιστικό. Σε αυτά τα δωμάτια μπορείς να κινείσαι ελεύθερα».
«Τι μένει;» απόρησα.
«Η κρεβατοκάμαρά μου ηλίθιε», ξεφύσησε.
Κούνησα το κεφάλι.
«Δεν μου πέρασε από το μυαλό», είπα.
«Κι ούτε να σου περάσει», μου ξεκαθάρισε. «Όταν έρχονται τίποτα φίλοι μου ή γνωστοί...»
«Δεν θα έρχονται φίλοι ή γνωστοί», την έκοψα.
«Εντάξει», έκανε άκεφα. «Άντε μέσα να βολευτείς».
Μπήκα στο δωμάτιο που μου είχε δείξει, πίεσα τον διακόπτη και περίμενα μέχρι ν΄ ανάψει το φως, είχε βλέπεις αυτές τις μαλακισμένες τις οικολογικές λάμπες που τους παίρνει κάνα τέταρτο μέχρι να φέξουν –σε περίπτωση που βιάζεσαι καλύτερα να κουβαλάς φακό -τέτοια κατάσταση. Το δωμάτιο ήταν συμμαζεμένο κι απρόσωπο, ένας καναπές-κρεβάτι, κάποιο σεκρετέρ-γραφείο, δυο καρέκλες-καρέκλες, αυτά ήταν όλα. Συν μια μεταξοτυπία κορνιζαρισμένη στον τοίχο που έδειχνε κάτι μπλε λουλούδια κι ένα τσιρλί ρυάκι –Μανέ, ή Μονέ, δεν έβγαλα άκρη. Τακτοποιήθηκα και βγήκα πάλι στο καθιστικό, η Σόνια κάτι πάλευε στην κουζίνα.
«Μπορείς να κάνεις μπάνιο άμα θέλεις», μου φώναξε. «Ετοιμάζω κάτι να τσιμπήσουμε».
«Δεν ήταν ανάγκη», μουρμούρισα προσπαθώντας να καλύψω το γουργούρισμα του στομαχιού μου.
«Περιλαμβάνεται στην τιμή», μου ξεκαθάρισε. «Θέλεις καμιά μπύρα μέχρι να γίνει;»
Πλησίασα στην κουζίνα και ακούμπησα στο πάσο που τη χώριζε από το καθιστικό. Από εκεί που στεκόμουν μπορούσα να τη χαζεύω με την ησυχία μου όσο έσκυβε για να φουρνίσει κάτι στην ηλεκτρική κουζίνα και θα πρέπει να παραδεχτώ οτι το θέαμα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
«Θέλεις μπύρα τελικά;» στράφηκε απότομα προς το μέρος μου επειδή δεν είχα απαντήσει και φυσικά με έπιασε να τη χαλβαδιάζω.
«Μπύρα;» αναρωτήθηκα για να κερδίσω λίγο χρόνο. «Ευχαριστώ –αλλά τις αποφεύγω τις μπύρες».
«Γιατί;»
«Μου θυμίζουν κάτουρο και φέρνουν κατούρημα –αυτοί νομίζω είναι αρκετοί λόγοι...» δικαιολογήθηκα.
«Κρασί τότε;» ξαναρώτησε.
«Έστω», καταδέχτηκα.
Μου γέμισε ένα κολονάτο ποτήρι ασορτί με το δικό της.
«Στην υγεία σου», ευχήθηκε.
«Ότι πεις», παραδέχτηκα.
Ήταν ένα καλό κόκκινο κρασί απ΄αυτά που σου αφήνουν την αίσθηση μισολιωμένης χαρτοπετσέτας στον ουρανίσκο.
Πλησίασα το παράθυρο της κουζίνας και προσπάθησα να κοιτάξω έξω –με το ζόρι διέκρινα την κολώνα του δρόμου.
«Θα κάνω ένα μπάνιο αν δεν σε πειράζει», μου εξομολογήθηκε. «Εσύ στο μεταξύ μπορείς να χαζέψεις λίγη τηλεόραση».

Με άφησε στον καναπέ του καθιστικού με την οθόνη αναμμένη σ΄ένα τυχαίο κανάλι, έψαξα για τίποτα δελτία ειδήσεων και προσποιήθηκα οτι δεν την κοίταζα όσο μπαινόβγαινε στο δωμάτιό της κουβαλώντας μια αλλαξιά εσώρουχα κι ένα ζευγάρι φόρμες στο μπάνιο. Όταν άκουσα το νερό να τρέχει άναψα τσιγάρο παρακολουθώντας μια ρετουσαρισμένη μεγαλοκοπέλα που εμφανιζόταν ανάμεσα σε βίντεο πολιτικών. Σε λίγο έπαιξε και η είδηση που με ενδιέφερε.
«Συνελήφθησαν και κρατούνται στο αστυνομικό τμήμα Κατερίνης οι ύποπτοι για την άγρια δολοφονία της Λίζας Φωτίου. Πρόκειται για δυο άτομα αλβανικής καταγωγής που κατηγορούνται για ληστείες και διαρρήξεις στη γύρω περιοχή».
Αυτό ήταν όλο. Άδειασα το ποτήρι τελειώνοντας ταυτόχρονα και το τσιγάρο μου όσο στην τηλεόραση έπεφταν οι τίτλοι του δελτίου ειδήσεων. Το κρασί μού έφερνε νύστα, εκείνη τη στιγμή βγήκε η Σόνια από το μπάνιο φορώντας φόρμες, πέρασε δίπλα μου όσο προσπαθούσε να στεγνώσει τα μακριά της μαλλιά με μια κίτρινη πετσέτα. Της ζήτησα την, αχρείαστη εδώ που τα λέμε, άδεια να κάνω κι εγώ ένα μπάνιο –κάπως έτσι πήγαν τα πράγματα μέχρι να βρεθούμε ο ένας απέναντι στον άλλο και ανάμεσα μας ένα αχνιστό πυρέξ με μακαρόνια ωγκρατέν.
Χαμογέλασα γεμίζοντας τα ποτήρια μας με κρασί, ένιωσα για λίγο άνθρωπος, κανονικός.
«Αφού πρόκειται να συγκατοικήσουμε για λίγες μέρες θα ήθελα να μάθω μερικά πράγματα για σένα», της είπα.
«Καμιά σχέση με συγκατοίκηση. Απλώς κρύβεσαι εδώ πέρα, καλό είναι λοιπόν να περάσεις απαρατήρητος», μου εξήγησε. «Απ΄όλους», συμπλήρωσε με νόημα.
Γέλασα.
«Σωστή», παραδέχτηκα. «Ακόμα κι έτσι όμως...»
«Ακόμα κι έτσι, θα ήθελες να ξέρεις κάποια πράγματα για μένα –τι είμαι, τι μου αρέσει, τι απεχθάνομαι, τι με διασκεδάζει... Γενικώς οτιδήποτε θα μπορούσε να σου εξασφαλίσει κάποιο πήδημα –έχω λάθος;» αναρωτήθηκε η Σόνια.
«Αυτό που έχεις είναι μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου», απάντησα.
«Μπορεί να ‘ναι κι έτσι...» μουρμούρισε κοροϊδευτικά.
«Μαζί με μια ενοχλητική συνήθεια να μιλάς μεγαλόφωνα στον εαυτό του», συμπλήρωσα.
«Αν έχεις πρόβλημα μ΄αυτό καλύτερα να κλείνεις τα αυτιά σου», πρότεινε.
«Μπορεί και να το κάνω, ή μπορεί και να σου κλείσω το στόμα –είναι κι αυτό μια λύση», παρατήρησα.
Άφησε κάτω το πιρούνι της και με κοίταξε.
«Την επόμενη φορά που θα σου έρθει να με απειλήσεις, σκέψου το διπλά –μπορεί να μην είναι και τόσο καλή ιδέα», σφύριξε.
Ταυτόχρονα τίναξε το χέρι της προς το μέρος μου, δεν είχα πάρει είδηση οτι κρατούσε το ποτήρι, κόκκινο κρασί με πιτσίλισε, ένιωσα έναν πόνο στο μέτωπο –εκεί ακριβώς με πέτυχε το στόμιο του ποτηριού.
Χαμογέλασα καθώς το ποτήρι έσπαγε στο πάτωμα.
«Μαλακίες», αναστέναξα.
«Αργά το κατάλαβες», είπε εκείνη.
«Ας υποθέσουμε λοιπόν οτι τίποτα απ΄αυτά δεν έγινε. Εξακολουθώ να θέλω να μου πεις μερικά πράγματα για τον εαυτό σου κι εξακολουθώ να μην έχω διάθεση για πήδημα», συνόψισα.
«Είσαι περίπτωση τελικά», ξεφύσησε η Σόνια ανάβοντας τσιγάρο.
Ακούμπησα τους αγκώνες στο τραπέζι επειδή η μάσα φαινόταν να αναβάλλεται προσωρινώς και περίμενα.
«Για να μην έχουμε μπερδέματα...» με προειδοποίησε. «Να ξέρεις οτι δεν θέλω κανέναν στο κεφάλι μου. Κάνω τους συμβιβασμούς μου, κάνω εξυπηρετήσεις, κάνω διάφορα –όσο ακριβώς χρειάζεται για να έχω την ησυχία μου».
«Δεν με ενδιαφέρει η πονεμένη ερωτική σου ιστορία», της ξεκαθάρισα.
«Δε μιλάω γι΄αυτή ρε κορόιδο», γέλασε. «Η ερωτική μου ιστορία κοστίζει πολλά περισσότερα απ΄ όσα θα βγάλεις –λάθος, απ΄ όσα θα δεις να περνάνε δίπλα σου –σ΄ ολόκληρη τη ζωή σου. Για δουλειές μιλάμε τώρα».
«Μου κάνει εντύπωση το πώς μια βίζιτα σαν κι εσένα μπορεί να διαχωρίσει τις δουλειές της από την ερωτική της ζωή», χώθηκα άσχημα για να την προκαλέσω.
Χαμογέλασε.
«Φέρε μου ένα καινούργιο ποτήρι από το ντουλάπι της κουζίνας», ζήτησε.
«Πάρε το δικό μου», έκανα άκεφα.
Γέμισα το ποτήρι μου και το έσπρωξα προς το μέρος της.
«Μεγαλώνω», παραδέχτηκε. «Κι αυτό σημαίνει οτι θα πρέπει να μετράω καλύτερα τις δυνάμεις μου, έχω δει πολλά λάστιχα να ξεφουσκώνουν στην ανηφόρα, όταν μέχρι προχτές την ανέβαιναν με τη μία.... Βλέπεις, όλοι οι άνθρωποι ψάχνουν κάτι να κυνηγήσουν –φράγκα, πούλημα μούρης, οικογένεια κι άλλο πούλημα μούρης κι ακόμα περισσότερα φράγκα –εγώ είμαι πιο εύκολη απ΄ αυτούς. Ζητάω μονάχα εξασφάλιση –κάποιο κορόιδο να πληρώνει τα έξοδά μου, κάποιον άλλον τόσο έξυπνο ώστε να διακρίνει οτι το συμφέρον του είναι να τον εξυπηρετώ αρτιμελής παρά να με χαλάσει... Επειδή βαριέμαι εύκολα –δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις... Δουλειές, συμφωνίες, διακανονισμούς –να προσέχω συνέχεια μη μου ξεφύγει κάτι, μήπως δεν υπολογίσω σωστά κι ο λόγος για όλο αυτό το πανηγύρι; Δυο τρεις καλοί πελάτες και κάνα δυο διευκολύνσεις για να έχω την ησυχία μου –αυτά αρκούν».
Άδειασε το ποτήρι της και το έσπρωξε προς το μέρος μου να το ξαναγεμίσω.
«Δεν τρως», παρατήρησε.
«Καπνίζω», είπα και βιάστηκα ν΄ ανάψω τσιγάρο.
Ήπιε λίγο ακόμα κρασί.
«Θέλεις;» με ρώτησε.
«Έλεγα να το γυρίσω σε καθαρότερο αλκοόλ», υπολόγισα.
«Όπως αγαπάς», έκανε σηκώνοντας τους ώμους αδιάφορα. «Είσαι πολύ μαλάκας –το ξέρεις;» με ρώτησε στο ξεκάρφωτο.
«Μου το έχουν πει πολλοί», παραδέχτηκα.
Γέλασε.
«Επειδή καρφώνεσαι εύκολα. Κι όσο προσπαθείς να πουλήσεις υφάκι, τόσο το χειροτερεύεις», μου εξήγησε.
«Πάει να πει;» ζήτησα να μάθω.
«Όταν σου πετάνε ένα ποτήρι στα μούτρα, το σηκώνεις και τους το χώνεις στον κώλο...»
«Κι αν δεν έχω διάθεση;»
«Τότε φροντίζεις να μη σου πετάξουν το ποτήρι», χαμογέλασε.
«Μερικές φορές ένα ποτήρι στα μούτρα είναι σκέτη αστοχία», παρατήρησα.
Ξεκαρδίστηκε.
«Θέλεις τώρα ν΄ακούσεις την πονεμένη μου ιστορία;» ρώτησε.
«Έχει καμιά σημασία η απάντησή μου;» αναρωτήθηκα.
Σηκώθηκε και πήγε προς την άλλη πλευρά του καθιστικού.
«Τι πίνεις;» με ρώτησε.
«Αν σου βρίσκεται τίποτα Στολίσναγια...» παρακάλεσα.
Σε λίγο είχα μπροστά μου ένα περιποιημένο ποτήρι με τα παγάκια να κουδουνίζουν και το τόνικ να αφρίζει διακριτικά.
«Γουστάρω τους πελάτες μου», είπε αδειάζοντας για μια ακόμα φορά το ποτήρι της. «Ψάχνω σταθερότητα σ΄αυτό το πράγμα, ρουτίνα –έτσι όλα γίνονται πιο εύκολα. Άλλωστε για όλον τον κόσμο η δουλειά είναι ρουτίνα –κάνω λάθος; Ρουτίνα και εξοικονόμηση δυνάμεων, να κάνεις το λιγότερο δυνατό, έχω άδικο; Από το να γράφω διψήφια πηδήματα κάθε μέρα προτιμώ να βλέπω τηλεόραση ή να μαγειρεύω –αυτό ειδικά... Βλέπεις, μετά το φαγητό ο άλλος φιδιάζει, γλαρώνει για να χωνέψει, συνήθως δεν προλαβαίνει ούτε να πηδήξει γιατί έχει κι άλλες δουλειές. Έτσι πάει το όλο θέμα, καμιά ανάγκη, τίποτα δακρύβρεχτο –προσπαθώ να κάνω τη δουλειά όσο πιο άκοπα γίνεται. Κι από έρωτες, συγκινήσεις, μεγάλες προσδοκίες.... Άμα γουστάρω κάποιον τον πηδάω. Αν συνεχίσω να τον γουστάρω την κοπανάω μέχρι να μου περάσει. Είναι θέμα σεβασμού προς τον άλλο –με καταλαβαίνεις;»
Γέλασα με τη σειρά μου κατεβάζοντας μια μεγάλη γουλιά από το ποτό.
«Όλα αυτά τώρα.... κάποιο απωθημένο...» υπέθεσα.
«Απωθημένο;» γέλασε. «Δεν αλλάζει τίποτα ακόμα κι έτσι».
Είχε δίκιο, το παραδέχτηκα.
Στη συνέχεια πλακωθήκαμε στη μάσα και ήταν ώρα –επειδή το στομάχι μου κόντευε να τα τινάξει συνεπαρμένο από τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου φαγητού.
«Από πότε έχεις να φας;» με ρώτησε η Σόνια.
Μαζεύτηκα καταλαβαίνοντας οτι με κοίταζε εδώ και ώρα.
«Δεν θυμάμαι», παραδέχτηκα κι έτσι ακριβώς ήταν.
«Θέλεις κι άλλο;»
«Όχι –εντάξει».
Τη βοήθησα να μαζέψει το τραπέζι και δέχτηκα να μου σερβίρει καφέ μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση. Κάθισε δίπλα μου.
«Κάπως έτσι πάει και με τους πελάτες σου;» χαζογέλασα.
«Ακριβώς έτσι», μου ξεκαθάρισε. «Είπαμε –περιλαμβάνεται στην τιμή».
«Καλό θα ήταν να μου εξηγούσες ποια ακριβώς περιλαμβάνονται στην τιμή για να μη βρεθώ εκτεθειμένος», σχολίασα.
«Άντε ρε βλάκα», γέλασε αλλάζοντας τα κανάλια με φρενήρη ρυθμό.
«Άστο εδώ», μου ξέφυγε όταν εντόπισα μια φωτογραφία της Φωτίου στην οθόνη.
Σταμάτησε το ζάπινγκ –τελικά ήταν ένα ηλίθιο αφιέρωμα στη ζωή της αδικοχαμένης πρώην σταρ. Τίποτα το ενδιαφέρον.
«Μπορείς να αλλάξεις κανάλι», της είπα.
«Εσύ τη σκότωσες;» ρώτησε.
«Νόμιζα πώς όσο λιγότερα ήξερες, τόσο το καλύτερο...» υπενθύμισα.
«Άλλο αυτό κι άλλο να έχω έναν ψυχοπαθή στο σπίτι μου», είπε.
«Δεν τη σκότωσα εγώ κι αυτός που τη σκότωσε δεν ήταν ψυχοπαθής», απάντησα. «Απλώς τυχαίνει να είμαι από τους τελευταίους που την είδαν ζωντανή».
«Τι τύπος ήταν;»
Άναψα καινούργιο τσιγάρο.
«Κυνηγημένη. Από τον εαυτό της κυρίως, γι΄αυτό δεν έβρισκε ησυχία...»
«Την ήξερες καιρό;»
«Μόνο μια φορά την είδα».
«Κατάλαβα».
«Τι πράγμα;»
«Οτι δεν τη σκότωσες εσύ».
«Και τι άλλο;»
«Οτι εσύ θα την πληρώσεις».
Έσκυψα το κεφάλι.
«Δεν έχει τίποτα καλό να δούμε;» ρώτησα.
Βρήκε μια παλιά αμερικάνικη ταινία με κάτι γέρους και γριές που είχανε μαζευτεί σ΄ένα παραθαλάσσιο εξοχικό και περιμένανε να πεθάνουν. Σύντομα με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα ακουμπισμένος στον ώμο της.
«Έλα να σε πάω στο κρεβάτι», προθυμοποιήθηκε.
«Μπορώ και μόνος μου», ψέλλισα αλλά δεν την έπεισα.
Κάπως έτσι βρεθήκαμε στριμωγμένοι στον καναπέ-κρεβάτι του δωματίου μου, φορώντας όλα μας τα ρούχα, η Σόνια έγινε ένα κουβάρι στην αγκαλιά μου, σκέφτηκα να της προτείνω να μεταφερθούμε στο δικό της κρεβάτι που θα ήταν πιο άνετα αλλά δεν κατάφερα να φτιάξω την πρόταση –την άφησα λοιπόν να γυροφέρνει μέσα στο κεφάλι μου και ήταν ακόμα εκεί το πρωί που ξύπνησα πονώντας.
«Μήπως...» ξεκίνησα να λέω, αλλά την είδα που κοιμόταν γαλήνια και προτίμησα να σηκωθώ όσο πιο αθόρυβα γινόταν για να μην την ενοχλήσω.
Άνοιξα το σακ βουαγιάζ και έψαξα για τα χάπια κωδεϊνης, μπουκώθηκα δυο-τρία και έφυγα για την κουζίνα ψάχνοντας να βρω νερό. Μετά κόλλησα στο παράθυρο, ήταν πρωί ακόμα, ο κόσμος έτρεχε για τις στάσεις λεωφορείων, τα αυτοκίνητα μάρσαραν όλο βιασύνη –η χειρότερη στιγμή της μέρας. Η δεύτερη χειρότερη αν σκεφτείς οτι το ίδιο θα γινόταν το μεσημέρι, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένας άντρας ακαθόριστης ηλικίας βγήκε από την πολυκατοικία μας, σήκωσε τους γιακάδες του παλτού του, κοίταζε ψηλά, προς κάποιο παράθυρο μάλλον, και μετά κλώτσησε όλο νεύρα τον κοντινότερο σκουπιδοτενεκέ πριν ανοίξει το βήμα του. Τον παρακολούθησα όσο χανόταν στη στροφή –αυτός ο άντρας με απέλπισε. Τελικά όλοι ήμασταν αναγκασμένοι να βολοδέρνουμε σαν τα ποντίκια στη φάκα, περιμένοντας να δράσει το δηλητήριο.
«Μου αρέσουν οι άντρες που δεν με ξυπνάνε όταν σηκώνονται από το κρεβάτι», ψιθύρισε ακουμπώντας σχεδόν το αυτί μου.
Δεν γύρισα να την κοιτάξω.
«Άρα εγώ δεν θα πρέπει να σου αρέσω ιδιαίτερα –γιατί τώρα μόλις σηκώθηκα», διαπίστωσα.
Γέλασε.
«Να φτιάξω πρωινό;» ρώτησε.
Κι επιτόπου βάλθηκε να παλεύει με τα κουζινικά. Πήγα να διαμαρτυρηθώ –είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος στους πρωινούς θορύβους, ειδικά πριν πιω καφέ –αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Έψαξα να το βρω.
«Μην κάνεις καμιά μαλακία και το σηκώσεις», φώναξε η Σόνια.
Έμεινα με το κινητό στο χέρι.
«Απενεργοποίησέ το –τι περιμένεις;» μου φώναξε.
Το απενεργοποίησα.
«Είσαι τόσο ηλίθιος;» νευρίασε.
«Απλώς δεν έχω πιει ακόμα καφέ», δικαιολογήθηκα.
Κάτι ψαχούλεψε στα ντουλάπια της κουζίνας, τελικά βρήκε ένα κόκκινο κινητό και μου το πέταξε –το έπιασα στον αέρα.
«Πού έχεις αποθηκεύσει τα τηλέφωνά σου;» με ρώτησε.
«Στη συσκευή», παραδέχτηκα.
«Βγάλε την κάρτα από το κινητό σου, βάλε αυτή που σου δίνω και κάνε μεταφορά. Αυτό θα είναι το κινητό που θα χρησιμοποιείς μέχρι να ξεμπλέξεις», μου ξεκαθάρισε δείχνοντας την κόκκινη συσκευή που κρατούσα.
«Είναι....» αναρωτήθηκα.
«Κάρτα», μου απάντησε.
«Γιατί μπαίνεις σε τόσο κόπο;» τη ρώτησα όσο μου σερβίριζε καφέ.
«Μη φτιάχνεσαι –δεν το κάνω για σένα. Απλώς δεν έχω καμιά διάθεση να με τσιμπήσουν για υπόθαλψη».
«Αφού δεν με κυνηγάνε ακόμα».
«Εντάξει –γιατί όταν σε κυνηγήσουν θα σε δώσω επιτόπου, έτσι πάει;» γέλασε.
Είχε δίκιο φυσικά.
«Πρέπει να φύγω», την ειδοποίησα.
«Έχω κι εγώ κάτι δουλειές, θα σου δώσω δεύτερο ζευγάρι κλειδιά», είπε.
«Κάποιον Αντώνη Κωνσταντινίδη μήπως τυχαίνει να τον γνωρίζεις;» πέταξα στο δήθεν άσχετο.
Με κοίταξε άγρια.
«Πας να με μπλέξεις», διαπίστωσε.
«Περισσότερο από όσο είσαι ήδη...» συμπλήρωσα.
«Τι τον θέλεις τον Κωνσταντινίδη;» ρώτησε.
Δε μίλησα.
«Δίκιο έχεις», παραδέχτηκε. «Πληροφορίες ή διεύθυνση;»
«Το δεύτερο», είπα.
Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας, στη συνέχεια πήρε το κόκκινο κινητό, πληκτρολόγησε κάτι και μου το επέστρεψε.
«Είσαι πολύ καλή», της χαμογέλασα χωρίς να το κοιτάξω.
«Ρε άντε και γαμήσου», μου ευχήθηκε.
Μετά βιάστηκε να χωθεί στο δωμάτιό της, όταν την ξανάδα ήταν ντυμένη στην πένα. Φόρεσε το κόκκινο αδιάβροχο κι έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Άδειασα τρεις κούπες καφέ και μαζί τους άδειασα το κεφάλι μου –το χρειαζόμουν μετά τον ταραγμένα ήσυχο ύπνο με τη Σόνια, φίλε, αυτή η γυναίκα ήταν μεγάλος μπελάς. Δούλευε άψογα το στυλάκι «σε γουστάρω αλλά πλήττω, κάνε κάτι να μ΄ εντυπωσιάσεις», πήγαινα στοίχημα οτι μπόλικοι άντρες θα είχαν πέσει στην παγίδα της –ξεκινάς για ένα πήδημα και καταλήγεις να της κάνεις τη μπουγάδα εκλιπαρώντας για μια ακόμα ευκαιρία. Κι εγώ ήμουν έτοιμος να την πατήσω –λάθος, ήμουν πρόθυμος πες καλύτερα –επειδή, φίλε, δεν είχα τίποτα να χαραμίσω κι από μπουγάδες τυγχάνω σκράπας λόγω δυσχρωματοψίας. Είναι κουτό να ποντάρεις τα ρέστα σου σε μια αμφίβολη παρτίδα αλλά όταν έχεις ξετιναχτεί και οι άλλοι σ΄ αφήνουν να παίζεις είναι δική τους η μαλακία. Έψαξα το κινητό που μου είχε αφήσει, βρήκα τη σημείωσή της, μια ξερή διεύθυνση κι από κάτω «να με σκέφτεσαι λίγο».
«Κουφάλα», βλαστήμησα, νιώθοντας πάντως υπέροχα.

Μού πήρε δυο ώρες μέχρι να φτάσω στο σπίτι του, άλλαξα έναν σκασμό συγκοινωνίες, έτσι, για προπόνηση –χώθηκα τέλος σ΄ένα τυροπιτάδικο ενάμιση χιλιόμετρο μακρύτερα από το σπίτι για να κόψω κίνηση, έφαγα με το ζόρι κάτι ξεραμένα φύλλα που τα πουλάγανε για μπουγάτσα, αηδίασα. Καθάρισα το στόμα μου με δυο τσιγάρα και κάμποση κοκακόλα όσο χάζευα από το μυγοχεσμένο τζάμι του μαγαζιού -η συνοικία είχε πρωινή κίνηση και τίποτα περισσότερο. Συνηθισμένο βόρειο προάστιο με τον αέρα να σφυρίζει και τους αλλοδαπούς να υπηρετούν αόρατους αφέντες, δεν φαινόταν κανένας να με έχει πάρει στο κατόπι, τίποτα περίεργο εκτός από τη ζωή την ίδια. Κάποια στιγμή αποφάσισα οτι δεν μπορούσα να βρω άλλη δικαιολογία αναβολής, κούμπωσα το μπουφάν μου, χάιδεψα τη Μπερέτα που λαγοκοιμόταν στην εσωτερική τσέπη και βγήκα στο αγιάζι χώνοντας τ΄ αυτιά μου ανάμεσα σε σηκωμένους γιακάδες.

Ο Αντώνης Κωνσταντινίδης έμενε σε μονοκατοικία. Μια μεζονέτα που έδειχνε παρακατιανή ανάμεσα στους τεράστιους κήπους, τις πισίνες και τα συγκροτήματα κατοικιών που την περιτριγύριζαν -φτάνοντας στην καγκελόπορτά του μπορούσα να μυρίσω το κόμπλεξ κατωτερότητας στον αέρα. Κοντοστάθηκα ψάχνοντας να διαβάσω το νούμερο, μετά προσπέρασα το σπίτι –απόλυτη ησυχία και κανένα ίχνος σκυλιών. Η μεζονέτα είχε μισάνοιχτα τα πατζούρια κάποιων παραθύρων αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν κανένας μέσα. Έκανα τον κύκλο του αχανούς τετραγώνου, μονάχα από την αυλόπορτα μπορούσα να μπω μέσα –η περίπτωση να πηδήξω σε κάποιο διπλανό κήπο και να ψάξω για την πίσω μεριά του σπιτιού έμοιαζε τρομερά επικίνδυνη. Κυρίως επειδή τα σπίτια γύρω από τη μεζονέτα του Κωνσταντινίδη έδειχναν γεμάτα κάμερες, συναγερμούς κι άλλα τέτοια καλούδια. Επέστρεψα στο απέναντι πεζοδρόμιο, άναψα τσιγάρο και επιθεώρησα τον δρόμο. Ησυχία –κανένας ενοχλητικός περαστικός, κανένας πειραγμένος σεκιουριτάς. Κομμάτιασα το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά μου, άφησα τον αέρα να το εξαφανίσει και πήγα βιαστικά προς την αυλόπορτα. Δεν δοκίμασα καν να την ανοίξω, απλώς χρησιμοποίησα τη φόρα μου για να πατήσω στην προεξοχή της κλειδαριάς και να πηδήξω μέσα στον κήπο –τα κατάφερα αξιοπρεπώς, πάει να πει χωρίς να σκίσω το παντελόνι μου. Όταν βρέθηκα μέσα στον κήπο άρχισα να τρέχω υπολογίζοντας πόσο χρόνο θα χρειαζόταν κάποιος να ειδοποιήσει τους μπάτσους αν τύχαινε να με έχει ήδη πάρει χαμπάρι. Άφησα την κεντρική είσοδο και πήγα από το πλάι, ανέβηκα πέντε σκαλιά, δυο μπαλκονόπορτες μού χαμογέλασαν μισάνοιχτες -υπήρχε τελικά αυτό το πράγμα που το λένε «τύχη». Έσπρωξα την κοντινότερη μπαλκονόπορτα και μπήκα με τη Μπερέτα στο χέρι –έπρεπε να ψάξω την ευκαιρία μου να εντοπίσω πρώτος όποιον κυκλοφορούσε εκεί μέσα.
Μεγάλο καθιστικό, ησυχία. Από το βάθος ακουγόταν ρυθμικό πλατάγισμα, μάλλον πλυντήριο πιάτων. Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο, ξαφνικά ακούστηκε ένα ουρλιαχτό ακριβώς από πίσω μου –τινάχτηκα, έκανα στροφή 180 μοιρών στηριγμένος μόνο στα τακούνια μου. Βρέθηκα φάτσα με μια αναμαλλιασμένη γυναίκα, της έδειξα το όπλο μου.
«Μη βγάλεις άχνα», προειδοποίησα.
Η γυναίκα ξεπάγωσε και ξαναούρλιαξε. Με δυο βήματα έφτασα κοντά της, από τα ρούχα της έβγαλα συμπέρασμα οτι έκανε τις δουλειές του σπιτιού.
«Δεν αξίζει τον κόπο να φας καμιά αδέσποτη για το αφεντικό σου», της εξήγησα.
Η γυναίκα παραπάτησε, την κράτησα να μη σωριαστεί.
«Μη ρίξεις...» ψέλλισε.
«Εντάξει», την καθησύχασα. «Είναι εδώ ο Κωνσταντινίδης;»
Κοίταξε φευγαλέα προς τον πάνω όροφο.
«Πήγαινέ με», της ζήτησα.
Ξεκίνησε παραπατώντας, η μια της σαγιονάρα έμεινε πίσω, δίστασα για λίγο –τελικά όμως την έσπρωξα να προχωρήσει πριν από μένα για να μου ανοίγει δρόμο. Ανεβήκαμε παρεούλα την μαρμάρινη σκάλα, περάσαμε έναν διάδρομο που βρώμαγε αναγουλιαστικό αποσμητικό χώρου, η γυναίκα κοντοστάθηκε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Της έκανα νόημα ν΄ανοίξει, δίστασε, την σκούντηξα με την κάνη του όπλου, τσακίστηκε.
Στο άνοιγμα της πόρτας με υποδέχτηκε το μισοσκόταδο ανακατεμένο με τη μυρωδιά του ύπνου. Έσπρωξα τη γυναίκα μέσα στο δωμάτιο και ψαχούλεψα να βρω το φως, αμέσως έγινε ανάσταση εκεί μέσα. Ο Κωνσταντινίδης πετάχτηκε σαν ελατήριο, η γυναίκα ούρλιαξε ξανά (χωρίς φανερό λόγο) κι εγώ ακούμπησα στον τοίχο προσπαθώντας να ηρεμήσω την κατάσταση.
«Κάτσε στην καρέκλα και μη βγάλεις άχνα», φώναξα στη γυναίκα.
Έκανε έτσι ακριβώς.
«Τι... πώς...» ψέλλισε ο Κωνσταντινίδης.
«Σκάσε», τον συμβούλεψα.
Μετά άρχισα τα στυλάκια, πάει να πει, καβάλησα ανάποδα μια εύκαιρη καρέκλα, τράβηξα ένα τσιγάρο και το άναψα χωρίς να σταματήσω να τους σημαδεύω, έκανα κάτι υποφερτά δαχτυλίδια με τον καπνό και χαμογέλασα.
«Γιατί δεν απαντάς όταν σου τηλεφωνώ;» ρώτησα.
«Εγώ;» κλαψούρισε η γυναίκα.
«Οοοο...» της έκανα νόημα δείχνοντας τον Κωνσταντινίδη.
Η γυναίκα ηρέμησε προσωρινά.
«Ποιος είσαι;» τσίριξε ο Κωνσταντινίδης.
Το σκέφτηκα λίγο, υπολόγισα οτι θα ακουγόμασταν μέχρι την Εθνική –κι έτσι σηκώθηκα, τον πλησίασα με αργές κινήσεις, τράβηξα ένα μαξιλάρι και το ακούμπησα στο στήθος του. Μέσα στο μαξιλάρι βύθισα την κάνη της Μπερέτας.
«Δεν ξέρεις ποιος είμαι;» απόρησα αθώα.
Η γυναίκα στη διπλανή καρέκλα ευτυχώς είχε κοκαλώσει στα πρόθυρα της αποπληξίας.
«Μηηηη...» τσίριξε ο Κωνσταντινίδης.
Υπέθεσα λοιπόν οτι με θυμήθηκε.
«Εσύ την έφαγες τη Φωτίου ή έβαλες άλλον να το κάνει;» τον ρώτησα.
Ο Κωνσταντινίδης προσπάθησε να γλείψει τα ξεραμένα χείλη του.
«Λέγε ρε παιδάκι μου κι έχω να πάω κι αλλού», θύμωσα.
«Δεν σκότωσα κανένα...» διαμαρτυρήθηκε.
«Εντάξει, ότι πεις», παραδέχτηκα. «Πού είναι η ταινία;»
«Ποια ταινία;» ψέλλισε περνώντας από την ξηρασία στην εφίδρωση.
Τον χτύπησα στο πρόσωπο με τη Μπερέτα, βόγκηξε, μάτωσε.
«Αν μου ξαναπαντήσεις με ερώτηση θα σε ξαναχτυπήσω. Αν συνεχίσεις να κάνεις τον ανήξερο θα σε πυροβολήσω στο γόνατο», του ξεκαθάρισα.
Μετά ξαναγύρισα στην καρέκλα μου αφού πρώτα έσβησα το τσιγάρο στην παχιά μοκέτα.
«Πάμε πάλι απ΄ την αρχή», είπα. «Έρχεσαι και με πληρώνεις για να βρω τη Φωτίου. Τη βρίσκω, σε ενημερώνω και η Φωτίου δολοφονείται. Ξέρω οτι εγώ δεν τη σκότωσα –ποιος μένει;»
«Και τι δηλαδή; Τι θα πει αυτό; Εγώ δεν ξέρω τίποτα...» κλαψούρισε ο Κωνσταντινίδης.
«Δυο ερωτήσεις στη σειρά», μουρμούρισα θλιμμένα.
Σηκώθηκα και τον ξαναχτύπησα, με το χέρι αυτή τη φορά. Δάκρυα τρέξανε από τα μάτια του, σε λίγο θα πλακώνανε οι μύξες.
«Δεν ξέρω ποιος σκότωσε τη Φωτίου, οι ειδήσεις είπαν...»
«Οι ειδήσεις είπαν τα παπάρια μου, ήμουν εκεί, μην το ξεχνάς», τον έκοψα άγρια. «Δεν υπήρχε γείτονας σε απόσταση ενός χιλιομέτρου και βάλε, ούτε υπάρχει αγρότης που να γυρνάει από το χωράφι του μέσα στη μαύρη νύχτα, χειμώνα καιρό. Αυτός που τη σκότωσε ειδοποίησε τους μπάτσους, οπότε ξεχνάμε τους Αλβανούς των ειδήσεων –κανένας κλέφτης δεν είναι τόσο μαλάκας ώστε να παίρνει τηλέφωνα τους μπάτσους αντί να κοιτάξει να κρυφτεί πριν τον πάρουνε χαμπάρι. Πρόσεξε τώρα τι σκέφτομαι», μαλάκωσα γέρνοντας προς το μέρος του. «Ήρθες σε μένα από την αρχή για να με στήσεις. Ήξερες που ήταν η Φωτίου, με άφησες λοιπόν να καρφωθώ ρωτώντας από ‘δω κι από ΄κει και με περίμενες όταν πήγα στο σπίτι της. Με το που έφυγα, την καθάρισες –βιάστηκες κιόλας να ειδοποιήσεις τους μπάτσους μπας και με προλάβουν στο ξενοδοχείο. Κάτι που δεν υπολόγισες ήταν οτι θα μίλαγα με τη Φωτίου και θα μάθαινα για την ταινία –κάνω λάθος;»
Σήκωσε τα χέρια να διαμαρτυρηθεί, ανασηκώθηκα κι εγώ στην καρέκλα –μαζεύτηκε.
«Δεν φταίω εγώ», είπε.
«Κανείς δεν φταίει... Το σύστημα, η παλιοκοινωνία και η ανθρώπινη αχαριστία, γνωστά όλα αυτά. Πάμε παρακάτω», έκανα νευρικά.
«Δεν έχω εγώ την ταινία, ούτε σκότωσα τη Φωτίου. Εμένα μού είπαν απλά να σε προσλάβω για να τη βρεις...» λαχάνιασε ο Κωνσταντινίδης.
«Ποιος στο είπε;»
«Ο Αλευράς...»
«Τι δουλειά είχε αυτός;»
«Δεν ξέρω».
«Παρακάτω».
«Μού είπε να σε πληρώσω για να τη βρεις και να τον ενημερώνω συνέχεια για τις εξελίξεις... Δεν ξέρω τίποτα άλλο...»
Σηκώθηκα.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησα.
«Ναι, ναι...»
Έστρεψα τη Μπερέτα προς το μέρος του.
«Όπως καταλαβαίνεις θα πρέπει να σε σκοτώσω», του εξήγησα.
Άκουσα ένα βογκητό, η γυναίκα σωριάστηκε λιπόθυμη παρασέρνοντας την καρέκλα μαζί της
«Σε παρακαλώ...» κλαψούρισε ο Κωνσταντινίδης.
«Δεν έχεις καμιά χρησιμότητα για μένα. Κι ακόμα χειρότερα, μού την έστησες», του θύμισα.
«Μπορώ να σου δώσω χρήματα...»
Χαμογέλασα.
«Κάτι άλλο;» πρότεινα.
«Δεν έχω τίποτα άλλο...»
«Την ταινία;»
«Δεν ξέρω που είναι....»
Σήκωσα αδιάφορα τους ώμους –είχα κάνει οτι μπορούσα.
«Δώσμου το κινητό σου», του ζήτησα.
Μου έδειξε το κομοδίνο δίπλα του, βρήκα μια φιγουρατζίδικη συσκευή την οποία φρόντισα να ποδοπατήσω με σχολαστικότητα.
«Θα μείνω κάνα μισάωρο ακόμα στο σπίτι σου, ξέρεις, να ψαχουλέψω λίγο, να τσιμπήσω κάτι...» του είπα. «Φρόντισε να μην ξεμυτίσεις από δω μέσα, ούτε εσύ, ούτε η κυρία...»
«Η κυρία;» μπερδεύτηκε.
Τον ξαναχτύπησα στο πρόσωπο δυνατά, άκουσα το κεφάλι του να κοπανάει στο ξύλινο προσκεφάλι του κρεβατιού.
«Δεν μου αρέσουν οι ερωτήσεις», του θύμισα.

Βγήκα από την κρεβατοκάμαρα κλείνοντας την πόρτα, κατέβηκα τις σκάλες τρέχοντας, βρήκα εύκολα την τηλεφωνική σύνδεση και την ξήλωσα. Δε μου χρειάστηκαν πάνω από δυο λεπτά για να ξαναβγώ στο δρόμο, συνέχισα το τρέξιμο μέχρι να φτάσω στον κεντρικό κι εκεί μόνο έκοψα, σε λίγο μπλέχτηκα με τους περαστικούς –ένας ακόμα μέσα στους πολλούς που περπατάγανε άσκοπα. Είχα λίγη αγωνία μέχρι να φτάσω στον σταθμό του Ηλεκτρικού αλλά μου πέρασε όταν ξεκίνησε το βαγόνι.

Έξω από το παράθυρο άλλαζε άρρυθμα η πόλη, οι πολύχρωμες φίρμες μετατρέπονταν σε σκυθρωπές ταμπέλες, στη συνέχεια το πράγμα εκφυλίστηκε σε μισογκρεμισμένα σπίτια, απλωμένα καφεκίτρινα ασπρόρουχα και πιτσιρικάδες που ψάχνανε λόγο να σκοτωθούν. Αυτή η πόλη είχε τόσες παραλλαγές της απληστίας που καταντούσε φρικιαστικό αστείο, τόσο αστείο ώστε όσοι το άκουγαν έτρεχαν να γλιτώσουν. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που αυτή η πόλη υπέφερε από μερική κώφωση.

Ο Κωνσταντινίδης ήταν μονάχα ένας ενδιάμεσος, εγώ ήμουν το κορόιδο και κάποιος μάς έπαιζε σα μαριονέτες. Ποιος όμως; Ο Αλευράς υπήρξε ο τελευταίος γκόμενος τον οποίο κορόιδεψε η Φωτίου κι αυτό ήταν ένας καλός λόγος να βάλει να την σκοτώσουν, αν μάλιστα υπήρχε και η έξτρα κονόμα της ταινίας η υπόθεση θα έστεκε μέχρι και σε αμερικάνικο δικαστήριο. Αλλά γιατί να περιμένει τόσα χρόνια; Γιατί να μην τη φάει όταν χωρίσανε; Έστω κάνα δυο χρόνια αργότερα –να μην καρφωθεί κιόλας. Όσο έφερνα στο μυαλό μου την ηλίθια μουτσούνα του Αλευρά τόσο λιγότερο πίστευα οτι αυτός κουμάνταρε το παιχνίδι.
Έκλεισα τα μάτια και ακούμπησα στο κάθισμα. Ότι κι αν ήταν θα έπρεπε να συναντηθώ με τον Αλευρά κι αυτή τη φορά χωρίς ευγένειες. Πόσο ευγενικά μπορείς να σπάσεις το κεφάλι κάποιου δηλαδή;

Δευτέρα, Νοέμβριος 21, 2011

2. Εθνική ταυτότητα: «ο κρετίνος του διπλανού θρανίου»


Έχεις απορίες;

Θα επικαλεστώ μια ανάμνηση από τα μαθητικά μας χρόνια. Την ανάμνηση εκείνου του ενοχλητικού συμμαθητή που διέκοπτε μονίμως όλους τους υπόλοιπους για να πει την άποψή του, που δεν ησύχαζε αν η άποψή του δεν γινόταν πλήρως αποδεκτή (ακόμα και με τη βία), δεν άκουγε τους άλλους (απλώς τους υπέμενε), ήξερε τα πάντα καλύτερα από τους πάντες, ισχυριζόταν οτι ήταν ο καλύτερος μαθητής χωρίς ποτέ να διαβάζει αλλά οι καθηγητές συνωμοτούσαν εναντίον του προκειμένου να τον μειώσουν. Εκείνου του συμμαθητή μας που έκανε ενοχλητικές πλάκες σε βάρος των υπολοίπων απαιτώντας να απολαμβάνει την συντροφική ασυλία ενώ, όταν ο ίδιος γινόταν αντικείμενο πλάκας, έτρεχε να το καταγγείλει στον διευθυντή του σχολείου. Ποιος δεν θυμάται τον συγκεκριμένο συμμαθητή του;

Αυτός ο συμμαθητής δεν ήταν απλώς ένα περαστικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με το στρεβλό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας –αυτός ο συμμαθητής ήταν (και παραμένει) ο εκπρόσωπος της κυρίαρχης κοινωνικής αντίληψης όσον αφορά τη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν θελήσουμε να εξετάσουμε τη δόμηση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας θα χρειαστεί να ρίξουμε μια ματιά στα υλικά από τα οποία αυτή συστάθηκε –πιστεύω πως η κυρίαρχη εθνική αντίληψη είναι ένα από αυτά. Γι΄αυτό θα επιχειρήσω μια ανάγνωση του παράγοντα ο οποίος ονομάζεται εθνική ταυτότητα.

Είναι ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη οτι η εθνική ταυτότητα προϋπήρχε της ίδρυσης του ελληνικού κράτους (πρωτόκολλο του Λονδίνου –ή αλλιώς της Ανεξαρτησίας –το 1830). Υποστηρίζεται οτι η εθνική ταυτότητα διατηρήθηκε αναλλοίωτη (αναφορικά με τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της) από την εποχή των Περσικών πολέμων (κάποιοι τερατολόγοι εντοπίζουν την πρώτη εμφάνιση τής εθνικής ταυτότητας στα Ομηρικά έπη) μέχρι τις ημέρες μας. Αυτό, εάν ίσχυε, θα σήμαινε τα παρακάτω:

-Για μια και μοναδική φορά στην παγκόσμια ιστορία, διαφορετικές εθνότητες (Αχαιοί, Δωριείς, Μακεδόνες κλπ) απέκτησαν κοινή ταυτότητα όντας αυστηρά φυλετικά περιχαρακωμένοι. Αυτή δε η κοινή εθνική ταυτότητα θα πρέπει να αποκτήθηκε δι΄ επιφοιτήσεως και όχι μέσα από την κοινωνική συμβίωση.

-Η εθνική ταυτότητα του θεωρούμενου ως ελλαδικού χώρου παρέμεινε μεν αναλλοίωτη αλλά τροποποιήθηκε τόσες φορές, περιλαμβάνοντας τόσες αλληλοσυγκρουόμενες πτυχές, ώστε είναι αδύνατο να την ορίσουμε. Πράγματι, η εθνική ταυτότητα περιελάμβανε τόσο την αθηναϊκή δημοκρατία όσο και την σπαρτιατική τυραννία αλλά ταυτόχρονα και την μακεδονική μοναρχία. Η εθνική ταυτότητα περιελάμβανε τόσο τον μικρασιατικό στωικισμό, όσο και τον αθηναϊκό «ηθικό λόγο» αλλά και τον μετέπειτα αριστοτελικό σχολαστικισμό. Αυτή η εθνική ταυτότητα λοιπόν, διαμορφώθηκε τους προ Χριστού αιώνες περιλαμβάνοντας σχεδόν τα πάντα και ταυτόχρονα αποκλείοντάς τα.

-Η εθνική ταυτότητα (αν παρ΄όλα αυτά δεχτούμε την ύπαρξή της) παρέμεινε αναλλοίωτη (ας πούμε καλύτερα αναγνωρίσιμη) κατά τη μακεδονική κατοχή όπως και κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής του θεωρούμενου ως ελλαδικού χώρου. Αυτό ήταν συνέπεια της διοικητικής πρακτικής των Μακεδόνων και των Ρωμαίων. Όταν όμως η Βυζαντινή αυτοκρατορία διαδέχτηκε την Ρωμαϊκή, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Η (ας την δεχτούμε ως) ενιαία εθνική ταυτότητα βρέθηκε στο στόχαστρο του βίαιου εκχριστιανισμού που αποτέλεσε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα. Το κυνήγι των «εθνικών» υπήρχε λυσσαλέο με αποτέλεσμα να καταστραφεί η πλειονότητα των γραπτών πηγών, να γκρεμιστούν ναοί, με μια κουβέντα να «ισοπεδωθεί ο παλιός κόσμος». Ακόμα κι αν δεχτούμε λοιπόν οτι αυτή η εξ αποκαλύψεως οντότητα η οποία ονομάζεται «εθνική ταυτότητα» επιβίωσε δια μέσου των αιώνων «εκπολιτίζοντας» τους βαρβάρους (Μακεδόνες, Ρωμαίους) δεν μπορούμε να παραβλέψουμε οτι δέχτηκε μοιραίο πλήγμα στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

-Η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση συνέπεσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον ελλαδικό χώρο. Η, ήδη αποκτηθείσα βυζαντινή (μεσαιωνική) ταυτότητα μεταβλήθηκε για μια ακόμα φορά υπό την επιρροή των Οθωμανών αλλά και με βάση την «παλινόρθωση» των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων όπως αυτή έγινε μέσω, κυρίως, καθολικών μοναχών.

Συμπερασματικά δικαιούμαστε να υποστηρίξουμε οτι: το συνονθύλευμα διαφορετικών και αντιτιθέμενων αντιλήψεων σε κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο που ξεκίνησε από τα αρχαϊκά χρόνια για να καταργηθεί κατά τον Βυζαντινό Μεσαίωνα και να επανέλθει, στην κυριολεξία αγνώριστο, μέσω των δραστικών παρεμβάσεων των μοναχών της Αναγέννησης, σαφώς επηρεασμένο από την Βυζαντινή και την Οθωμανική κοσμοθεωρία, διαμόρφωσε την κυρίαρχη εθνική ταυτότητα της Ελλάδας.

Αν έτσι διαμορφώθηκε η εθνική ταυτότητα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, η ιστορική του πορεία προς την «εδαφική ολοκλήρωση» ήταν ακόμα πιο συγκεχυμένη. Το ελληνικό κράτος οριοθετήθηκε μέσα από αλλεπάλληλες πολεμικές ήττες (παραθέτω ενδεικτικά):

-Την ήττα του επαναστατικού κινήματος του 1821 η οποία κατέληξε σε επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και, τελικά, ίδρυση του ελληνικού κράτους.
-Την ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.
-Την συμμετοχή με τις νικήτριες δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η οποία κατέληξε στην Μικρασιατική Καταστροφή.
-Την συμμετοχή με τις νικήτριες δυνάμεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η οποία οδήγησε, μέσα από την ήττα και τη γερμανική κατοχή, στον Εμφύλιο πόλεμο.

Η εθνική ταυτότητα (αλλιώς και εθνική συνείδηση) χρησιμοποίησε όλες αυτές τις «πρώτες ύλες» για να παγιωθεί, ιδιαίτερα τις τελευταίες, μεταπολεμικές, δεκαετίες. Συγκεκριμένα:

-Στη δεκαετία του ’50 το κλίμα κρατικής τρομοκρατίας διαμόρφωσε ένα ελληνοχριστιανικό ιδεώδες στα ίχνη των σκοτεινότερων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το «αντίπαλο δέος», ο κομουνιστικός παράγοντας, προσπαθούσε να εκπληρώσει τον ακροβατικό του ρόλο (να μην αυξήσει δηλαδή την επιρροή του σε επίπεδα πέραν του διεθνώς επιτρεπτού, αλλά και να παραμείνει εν δυνάμει απειλή) μετά από μια κεφαλαιώδη ήττα και εν μέσω ανηλεών διώξεων.

-Στη δεκαετία του ’60 έγινε μια πρώτη προσπάθεια «εξευρωπαϊσμού» της εθνικής ταυτότητας –η κρατική διαχείριση έκανε απόπειρες εκδημοκρατισμού (μέσα και από την άνοδο των ανεκτικότερων «κεντρώων» στην εξουσία). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να παρεισφρήσουν ιδέες από το παγκόσμιο αντιπολεμικό καθώς και το φεμινιστικό κίνημα στη διαμόρφωση των νεανικών διεκδικήσεων –για πρώτη φορά διακρίνεται λοιπόν η ύπαρξη αιτημάτων με ισχύ η οποία υπερβαίνει τα στενά όρια της χώρας (και δεν αφορά αλυτρωτικές τάσεις). Συνέπεια αυτού είναι η δημιουργία εναλλακτικών αριστερών κινημάτων και η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας του ΚΚΕ στους κοινωνικούς αγώνες. Το κατεστημένο επεμβαίνει, βέβαια, σ΄αυτή την προοπτική δημιουργίας αστάθμητων κοινωνικών παραγόντων με την εγκαθίδρυση της χούντας.

-Στη δεκαετία του ’70 έχουμε για μια ακόμα φορά τη βίαια επιβολή του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους από την χούντα η οποία μεταλλάσσεται μέσα από τη φυγόκεντρο κυριαρχία μιας αριστερίζουσας (αλλά σπανίως αριστερής) ιδεολογικής κατεύθυνσης μετά την κατάρρευση της χούντας. Πρόκειται για τη δεκαετία όπου οι ιδεολογικές τοποθετήσεις χαρακτηρίζονται από την ακραία όξυνση και την (συνεπώς επακόλουθη) αλληλο-ακύρωσή τους.

-Στη δεκαετία του ’80 φαίνεται να κυριαρχεί ένα εξάμβλωμα πατριωτικής αριστερίστικης ιδεοληψίας διάτρητο από εφαρμοστικούς αστερίσκους. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο παραμένει «το όπιο του λαού» (σε μια βολική παράφραση του σχετικού μαρξιστικού αποφθέγματος, κατάλοιπο της προηγούμενης δεκαετίας) αλλά «το μπάσκετ είναι διαφορετική υπόθεση, άλλωστε και λίγη μπαλίτσα δεν βλάπτει, αρκεί να μην την πάρεις στα σοβαρά». Οι Αμερικάνοι παραμένουν «φονιάδες των λαών», αλλά η εκδίωξή τους αναβάλλεται για «όταν θα σταθούμε στα πόδια μας». Η ΕΟΚ παραμένει «των μονοπωλίων» αλλά «αν δεν υποστηρίξουμε την ένταξή μας θα οδηγηθούμε σε διεθνή απομόνωση». Ο Καντάφι, ο Αραφάτ, ο Τσαουσέσκου μπορεί να είναι ηγέτες ολοκληρωτικού τύπου αλλά είναι «οι δικοί μας άνθρωποι που αγωνίζονται απέναντι στον κοινό εχθρό».

-Στη δεκαετία του ’90, με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ συμπαρασύρεται το σύνολο σχεδόν της αριστερής θεώρησης του κοινωνικού γίγνεσθαι. Το, όποιο, αριστερό πρόθεμα αφαιρείται από την εθνική ταυτότητα και κυριαρχεί μια μεγαλοϊδεάτικη «επιστροφή στις ρίζες», μια πιο «ελαφριά» προσέγγιση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους ενδυναμωμένη από ακατάσχετη παρελθοντολαγνεία.

-Στη δεκαετία του ’00 παρακολουθούμε την προσπάθεια εξάλειψης οποιουδήποτε ίχνους διεθνισμού ο οποίος πλέον αναγορεύεται σε εχθρική λαίλαπα και ονομάζεται «παγκοσμιοποίηση». Έτσι, το «πλανητικό χωριό» (ανέκαθεν επιδίωξη της ακηδεμόνευτης αριστεράς) δαιμονοποιείται στα πλαίσια της κυρίαρχης εθνικής ιδεολογίας και η χρησιμοποίησή του εκ μέρους αντιεξουσιαστικών ομάδων καταγγέλλεται σαν «εξυπηρέτηση σκοτεινών συμφερόντων». Το εθνικό ιδεολογικό πεδίο είναι πλέον πρόσφορο για την καλλιέργεια ελληνοχριστιανικών τάσεων επαυξημένης σκοταδιστικής δυναμικής, πράγμα που σημαίνει οτι ο «βυζαντινισμός» πέραν του καθορισμού της ιδεολογικής γραμμής επεκτείνεται και στο πεδίο της διαχείρισης των κοινών, το πεδίο της πολιτικής πρακτικής δηλαδή.

Δυο ακόμα μεταβλητές οι οποίες προσδιορίζουν την σύγχρονη εθνική ταυτότητα είναι:

1.Η οικονομική κρίση η οποία δημιουργεί συνθήκες πολέμου «όλων εναντίον όλων» κονιορτοποιώντας την οποιαδήποτε πρόθεση συλλογικών διεκδικήσεων.
2.Τα μεταναστευτικά ρεύματα που εισρέουν στη χώρα αφυπνίζοντας τον ανανεργό (αλλά πάντα υπάρχοντα) ρατσισμό των Ελλήνων. Εδώ αξίζει να γίνει μια επιγραμματική αναφορά στον ελληνικό ρατσισμό ο οποίος αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της εθνικής ταυτότητας: για λόγους που θα αναλυθούν στη συνέχεια, οι Έλληνες διέπονταν από ακραίες ρατσιστικές αντιλήψεις τουλάχιστον τα τελευταία 50 χρόνια –συγκεκριμένα η πάγια θεώρηση αντιμετώπιζε ως υπανθρώπους τους Τούρκους, βρώμικους τους μαύρους, απατεώνες τους Βαλκάνιους και διανοητικά υποδεέστερους τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους.

Νομίζω οτι μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε τη σύγχρονη εθνική ταυτότητα αφού ορίσαμε τις ιστορικά διαμορφωμένες συντεταγμένες της. Ας καταγράψουμε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα:

1.Παρελθοντολαγνεία. Οτιδήποτε προέρχεται από το παρελθόν είναι καθαγιασμένο. Οι προηγούμενες δεκαετίες ήταν «υπέροχες, συναρπαστικές, αληθινές» σε σχέση με τη σημερινή «ψεύτικη, μίζερη, καταθλιπτική» εποχή μας. Η μουσική χειροτερεύει με το πέρασμα των χρόνων. Οι κοινωνικοί αγώνες χάνουν το νόημά τους, επίσης.. Οι άνθρωποι απανθρωποποιούνται όσο περνάνε τα χρόνια. Μέσα από την παρελθοντολαγνεία επιτυγχάνεται η απάλειψη των ευθυνών του σύγχρονου ανθρώπου. Αφού όλα είναι χάλια δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσπαθήσει κανείς να κάνει το οτιδήποτε.

2.Φυλετική ανωτερότητα. Η γεωδυναμική θέση της χώρας προσέδωσε στους κατοίκους μνημειώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία καμιά άλλη χώρα δεν μπορεί να προσδώσει (εφόσον μόνο η Ελλάδα εδρεύει στον γεωδυναμικό χώρο της Ελλάδας!!!) Η φιλοσοφία γεννήθηκε σε αυτή τη χώρα (αναληθές βεβαίως –εφόσον τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα εισήχθησαν στον ελλαδικό χώρο από την Ανατολή), η φιλοξενία εφευρέθηκε εδώ (μόνο σαν αστείο μπορεί να εκληφθεί αυτό), η πολεμική ανδρεία είναι ίδιον των Ελλήνων (αν εξαιρέσουμε το γεγονός οτι ο ελλαδικός χώρος υπήρξε από τους περισσότερο κατακτημένους), οι Έλληνες υπήρξαν ανέκαθεν αδούλωτοι (αν ξεχάσουμε την αγαστή τους συνεργασία με Μακεδόνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Οθωμανούς και Γερμανούς κατακτητές), το «ελληνικό δαιμόνιο» μεγαλούργησε παγκοσμίως (σε εφοπλιστικές βυθίσεις πλοίων για την είσπραξη ασφαλειών, στο πεδίο της μαύρης αγοράς κλπ) και γενικότερα η ελληνική φυλή είναι μοναδική (απολύτως αναληθές εφόσον μοναδική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια αμιγής φυλή όπως των Μάο Μάο ή των Ιροκέζε για παράδειγμα). Η φυλετική ανωτερότητα χρησιμεύει στην παράβαση των κανόνων εκ μέρους μας ενόσω, ταυτοχρόνως, απαιτούμε τη συμμόρφωση όλων των άλλων στους κανόνες αυτούς.

3. Προδιάθεση υπακοής σε φωτισμένους ηγέτες. Στα πλαίσια μιας αξιακής ταξινόμησης η οποία προκύπτει «έξωθεν» της κοινωνίας η προσδοκία ύπαρξης «ανώτερων όντων» είναι φυσικό επακόλουθο. Αν το υποκείμενο τοποθετεί τον εαυτό του στο επίπεδο των «εκλεκτών», σίγουρα θα υπάρχει κι ο «εκλεκτός των εκλεκτών», ο «πρώτος μεταξύ ίσων», ο «φωτισμένος». Ο ηγέτης έτσι γεννιέται (δεν γίνεται) με το χάρισμα, προκύπτει σαν, πέραν των κοινωνικών κανόνων, «δώρο των θεών». Οι «εκλεκτοί» είναι λοιπόν ένας «στρατός σε αναμονή», έτοιμοι να μπουν κάτω από τη σημαία του ηγέτη και να αποδείξουν τη μοναδικότητά τους.

4. Άγνοια και επακόλουθη εχθρότητα προς κάθε είδους γνωστική εμπειρία. Όσο κι αν η άγνοια, η έλλειψη κοινωνικοποίησης και πνευματικής καλλιέργειας είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων κοινωνικών δομών, η μη παραδοχή τους αποτελεί χαρακτηριστικό κόμπλεξ των πολιτών σε παθογενείς κοινωνίες. Η άγνοια στερεί το δικαίωμα στην παντογνωσία –δικαίωμα το οποίο κατέχεται λόγω φυλετικής ανωτερότητας. Η τυχόν απόδειξη της άγνοιας αυτομάτως δημιουργεί υποχρέωση προσπορισμού γνώσης η οποία όμως ενέχει την αυξημένη επικινδυνότητα να ανατραπεί το προσωπικό αξιακό σύμπαν του καθενός.

5. Κοινωνιοφοβία. Η κοινωνία είναι ένας εχθρικός χώρος, ένας στίβος μάχης ανάλογος της στρεβλής ιδέας η οποία έχει καλλιεργηθεί για την ζούγκλα. Σε αυτόν τον στίβο βγαίνουμε για να επικρατήσουμε συντρίβοντας όλους όσους δεν παραδέχονται την ανωτερότητά μας. Και η επικράτησή μας θα πρέπει να είναι πλήρης –από τη δουλειά όπου θα υπερκεράσουμε τους συναδέλφους μας προκειμένου να εξελιχθούμε, στο σπίτι όπου θα πρέπει να διαμορφώσουμε τα παιδιά μας σύμφωνα με τα σωστά πρότυπα (τα δικά μας πρότυπα δηλαδή), μέχρι την άσφαλτο η οποία ανήκει σε εμάς και το αυτοκίνητό μας, τις υπηρεσίες οι οποίες υπάρχουν για να εξυπηρετούν αποκλειστικά εμάς κλπ.

6. Ανάγκη παραποίησης της πραγματικότητας. Η επίπλαστη ανωτερότητά μας έχει την ανάγκη ενός παράλληλου σύμπαντος προκειμένου να υπάρξει. Τα γεγονότα έχουν πολύ μικρή αξία –ότι ταιριάζει με την ψευδαίσθησή μας είναι αποδεκτό, οτι προσπαθεί να την διαλύσει θα πρέπει να καταγγέλλεται. Η ανάγκη παραποίησης της πραγματικότητας ενδυναμώνεται ανάλογα με την ιδιότητα της πραγματικότητας να είναι αδιάψευστη. Ένας χαμένος ποδοσφαιρικός αγώνας είναι αποτέλεσμα «πουλημένης» διαιτησίας. Μια χαμένη προαγωγή είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας. Μια απόρριψη στον ερωτικό τομέα είναι αποτέλεσμα του ανήθικου χαρακτήρα αυτού που μας απέρριψε. Τίποτα δεν είναι δικό μας λάθος.

7. Νόθος μεγαλοαστισμός. Η ανάγκη να αποδείξουμε οτι ανήκουμε στην παραπάνω τάξη σαν σύμπτωμα της αδυναμίας μας να ανέλθουμε κοινωνικά σε αυτή. Η ανάγκη επιδεικτικής κατανάλωσης και κατοχής αγαθών τα οποία δηλώνουν πλούτο.

8. Τάση για ετεροκαθορισμό. Δεν είμαστε αφ΄εαυτού μας –είμαστε δια μέσου των περιουσιακών μας στοιχείων και σε αντιπαράθεση με κάποιους «άλλους». Είμαστε το επάγγελμά μας, η μεζονέτα και το εξοχικό μας, το θηριώδες μας τζιπ, ο ακριβός μας ρουχισμός, οι φωτογραφίες και τα βίντεο από τα ανούσια ταξίδια «αναψυχής» μας, η αγορασμένη συντροφιά με την οποία ξεφαντώνουμε «πρώτο τραπέζι πίστα», τα χόμπι τα οποία πληρώνουμε ακριβά και δεν τα εξασκούμε σχεδόν ποτέ. Είμαστε επίσης «αυτοί που δεν είναι». «Αυτοί που δεν είναι γύφτοι, πακιστανοί, αραπάδες, Αλβανοί, βλάχοι, πούστηδες, άπλυτοι....»

Ας καταλήξουμε λοιπόν οτι η εθνική ταυτότητα της σύγχρονης Ελλάδας είναι αυτό το σύνδρομο ρατσισμού το οποίο αντλεί τις προσλαμβάνουσές του από την παρελθοντολαγνεία, ωθώντας στην προδιάθεση ποδηγέτισης, την αποθέωση της άγνοιας και τελικά την κοινωνιοφοβία ενδυναμωμένη από την έντονη τάση παραποίησης της πραγματικότητας προς όφελος του ατομικού ετεροκαθορισμού.

Ξαναβλέποντας τον ορισμό αναγνωρίζω με φρίκη, όχι μονάχα τον ενοχλητικό συμμαθητή από τα μαθητικά μου χρόνια αλλά και πολλούς ακόμα της αυτής κατηγορίας με τους οποίους δεν είχα την ατυχία να πηγαίνω στο ίδιο σχολείο. Η οικειότητα που νιώθω με τα παραπάνω αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μού δημιουργεί την αίσθηση οτι δεν έπεσα εντελώς έξω.

Τετάρτη, Νοέμβριος 16, 2011

1. Εισαγωγικά: «κι όμως κινείται!»

Φαντάσου ένα αυτοκίνητο του οποίου η λειτουργία δεν υπακούει στις αρχές της μετατροπής ενέργειας και γενικότερα της μηχανικής. Σκέψου οτι αυτό το όχημα (όχι απαραίτητα αυτοκίνητο) δεν μετατρέπει τη θερμική ενέργεια σε κινητική κι ακόμα περισσότερο έχει τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης, τα δε αμορτισέρ του ενισχύουν τους κραδασμούς αντί να τους απορροφούν. Θα υπέθετες κάτι διαφορετικό από το προφανές –οτι δηλαδή το συγκεκριμένο όχημα αποκλείεται να κινηθεί; Κι αν σου έλεγαν οτι αυτό το πράγμα κινείται;


Αρκεί στην παραπάνω μεταφορά ν’ αντικαταστήσεις τη λέξη «όχημα» με τη λέξη «κοινωνία» για να στείλεις δεκάδες δομολειτουργιστές στην πλησιέστερη ψυχιατρική κλινική –ευτυχώς λοιπόν που εδώ, στην Ελλάδα, δεν ευδοκίμησε το συγκεκριμένο θεωρητικό ρεύμα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μοιάζει να μην εφαρμόζεται σχεδόν κανένας κανόνας κοινωνικής συμβίωσης αλλά, παρ΄όλα αυτά, η κοινωνία παραμένει ζώσα (με δεδομένο οτι ακόμα και τα παράσιτα είναι ζωντανοί οργανισμοί).

Εγκαταλείποντας τις μεταφορές και τους συμβολισμούς θα πρέπει να παραδεχτούμε οτι οι κανόνες είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας. Κι όταν λέμε κοινωνικός κανόνας, εννοούμε την κωδικοποιημένη πιθανότητα επανάληψης τυποποιημένης αντίδρασης από συγκεκριμένο ερέθισμα. Ας το απλουστεύσω με κάποια παραδείγματα:
-Αναμένουμε την ανταπόδοση της ευχής για «καλημέρα» από τον γείτονά μας (κανόνας της ευγένειας).
-Αναμένουμε την απόθεση των σκουπιδιών στον ειδικό κάδο και όχι τον διασκορπισμό τους έξω από το σπίτι μας (κανόνας της συμβίωσης).
-Αναμένουμε την τιμωρία του δολοφόνου ο οποίος έχει συλληφθεί από τις αρχές (νομικός κανόνας)
Αν ο γείτονας μάς εύχεται να πάμε στον διάολο κάθε φορά που τον καλημερίζουμε και σκορπίζει τα σκουπίδια του έξω από την πόρτα μας αυτομάτως κατατάσσεται στους «κακούς» γείτονες –πράγμα που σημαίνει οτι δεν εκπληρώνει τον ρόλο του σύμφωνα με τα αναμενόμενα, όπως ακριβώς ο «κακός» ηθοποιός που καλείται να παίξει τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, αλλά στην κορύφωση του έργου αναφωνεί «μα τους θεούς, εγώ βλέπω πεντακάθαρα!»
Αν ο δολοφόνος συλλαμβάνεται, αποδεικνύεται η ενοχή του και αθωώνεται, αυτομάτως ο ρόλος του κράτους–εγγυητή της εφαρμογής των νόμων αμφισβητείται κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό από την «κακή» απόκριση σε ένα ρόλο σε ατομικό επίπεδο.

Ο προσεκτικός αναγνώστης (πρόσωπο ιδιαιτέρως χρηστικό για τον εκάστοτε γράφοντα, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτο) θα παρατήρησε ήδη την διαφοροποίηση μεταξύ άγραφων και γραπτών κανόνων (νόμων) στο παραπάνω παράδειγμα. Αυτή η διαφοροποίηση είναι σημαντική, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, για τις κοινωνίες. Υπάρχουν λοιπόν:
-Κανόνες οι οποίοι έχουν καθιερωθεί μέσω της διαχρονικής επαναληπτικής εφαρμογής τους (θεσμοθέτηση) και ονομάζονται έθιμα ή πιο γλαφυρά: άγραφοι νόμοι.
-Κανόνες οι οποίοι αντλούν την άμεση ισχύ τους την στιγμή της γραπτής εμφάνισής τους  από τα, έστω και τυπικά, αναγνωρισμένα όργανα του κράτους (θεσμοποίηση) και ονομάζονται νόμοι.
Πολλές φορές ένα έθιμο γίνεται νόμος του κράτους αλλά είναι αδύνατο ένας νόμος να μετακυλήσει σε έθιμο.

Έρχομαι στην αρχική παραδοχή περί κανόνων οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας για να ξεκαθαρίσω κάποια (λίγο ως πολύ) προφανή:
-Δεν υπάρχει κοινωνική θεωρία η οποία να αρνείται ολοκληρωτικά την εφαρμογή κανόνων κι όποιος πιστεύει οτι (για παράδειγμα) ο αναρχισμός αποσκοπεί στην κατάργηση των υπαρχόντων κανόνων και στη μη αντικατάστασή τους από άλλους, απλώς δεν γνωρίζει τι πρεσβεύει ο αναρχισμός.
-Η ύπαρξη κανόνων αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκαία για την κοινωνική συνύπαρξη –πράγματι, τα μέλη μιας κοινωνίας δεν θα μπορούσαν να κάνουν ούτε βήμα σε μια κοινωνία στην οποία τίποτα δεν θα ήταν σε ισχύ. Απλό παράδειγμα: χωρίς κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία θα ήταν αδύνατη η κίνηση των οχημάτων μέσα στις πόλεις.
-Η τήρηση των κανόνων από τα μέλη μιας κοινωνίας (τόσο του γραπτού όσο και του άγραφου δικαίου) εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από τη λειτουργικότητα του κάθε κανόνα. Αυτό σημαίνει οτι αν ένας κανόνας δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών πέφτει σε αχρηστία ή επιβάλλεται με τη βία (προφανές παράδειγμα οι θρησκευτικοί κανόνες).

Οι κοινωνικοί κανόνες δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν το βασικό μειονέκτημα κάθε είδους κωδικοποίησης το οποίο είναι η έλλειψη αντοχής στο χρόνο. Κι επειδή πρόκειται για φαντασιακά δημιουργήματα (φαντασιακό είναι οποιοδήποτε παράγωγο της ανθρώπινης διάνοιας το οποίο δεν απαντάει αποκλειστικά σε μια άμεση ανάγκη αλλά αποσκοπεί και στη διαχείριση μιας κατάστασης σε βάθος χρόνου) χρειάζονται αδιάκοπη αναπροσαρμογή προκειμένου να ανταποκρίνονται στις συνεχώς εξελισσόμενες κοινωνικές καταστάσεις. Απλό παράδειγμα ο ορισμός του φόνου. Ενώ στις παλαιότερες κοινωνίες ο φόνος αφορούσε την αφαίρεση ζωής με πρόθεση κι εφόσον ο θύτης δεν μπορούσε να προσδώσει νομιμοποίηση στην πράξη του (νόμιμος ήταν ο φόνος για λόγους αυτοάμυνας ας πούμε, ή ακόμα και ο φόνος κάποιου δούλου) στις σύγχρονες κοινωνίες η πρόθεση δεν αποτελεί κριτήριο (φόνος εξ αμελείας) ενώ δεν υπάρχει κανενός είδους νομιμοποίηση της πράξης -το πολύ να συνυπολογιστούν οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσής της σαν ελαφρυντικά αναφορικά με την επιβαλλόμενη ποινή.

Έγραψα παραπάνω οτι ο άνθρωπος ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τα αναμενόμενα στον ρόλο που καλείται να εκπληρώσει αντιμετωπίζεται αρνητικά από την κοινωνική του ομάδα –εδώ όμως παρεμβάλλονται δυο ισχυρές και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές:
1.Η κατανόηση του ρόλου από το υποκείμενό του (τον άνθρωπο δηλαδή).
2.Οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι τους οποίους καλείται να εκπληρώσει ο ίδιος άνθρωπος.
Στο παράδειγμα του ηθοποιού που χρησιμοποίησα παραπάνω, η παρεμβολή των συγκεκριμένων μεταβλητών θα μπορούσε να σημαίνει οτι αναμένουμε από αυτόν, όχι μόνο να παίξει τον ρόλο του Οιδίποδα χωρίς να έχει διαβάσει το κείμενο αλλά να παίζει ταυτοχρόνως και τον ρόλο του Κρέοντα! Κι αν αυτό δεν οδηγήσει στη σχιζοφρένεια έναν ηθοποιό, λόγω του περιορισμένου χρόνου της παράστασης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τον άνθρωπο που καλείται να το υποστεί σε καθημερινή βάση.

Ισχυρίζομαι οτι το ποσοστό κατανόησης του ρόλου από το υποκείμενό του εξαρτάται από το ποσοστό της επικρατούσας κοινωνικής ανομίας όσο οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι αποτελούν παθογένεια του εκάστοτε υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.

Αναφορικά με την κοινωνική ανομία χρήσιμος είναι ο προσδιορισμός της όπως αποδόθηκε από τον Εμίλ Ντυρκάιμ. Σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο, σε καταστάσεις ανομίας εκλείπουν οι σαφείς ρυθμίσεις, οι κανόνες και τα πρότυπα που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Οι πολίτες δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με κανόνες τους οποίους κρίνουν ανίσχυρους και ως συνέπεια αυτού αισθάνονται αποπροσανατολισμένοι και διακατέχονται από άγχος. Το φαινόμενο της ανομίας -δηλαδή της μη εφαρμογής των νόμων- αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ενός λαού, εφόσον πιθανόν είναι να επιφέρει τον κοινωνικό κατακερματισμό και τη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης. Καταστάσεις ανομίας βιώνει η ανθρωπότητα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, διαπίστωνε ο Ντιρκάιμ. Όμως, φαινόμενα ανομίας παρουσιάζονται και σε εποχές ευδαιμονίας, όταν η επαναστατικότητα τείνει να ταυτιστεί με την καταπάτησή των κανόνων και των νόμων. Ο Ντιρκάιμ συνέδεσε την ανομία με τον καπιταλισμό και είχε, φυσικά, δίκιο. Ως χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, η ανομία που καταλήγει στην περιφρόνηση του κοινωνικού συνόλου και στην πλήρη απορρύθμιση θίγει τελικά τους αδυνάτους.

Το φαινόμενο της ανομίας αιτιολογεί μια χαρά την απαξίωση του κράτους την οποία υπαινίχθηκα παραπάνω αλλά αδυνατεί να εξηγήσει την, παρ΄όλα αυτά, επιβίωση του συγκεκριμένου κοινωνικού μορφώματος. Με απλά λόγια, κατανοούμε την ύπαρξη του οχήματος της πρώτης παραγράφου (αυτού με τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης και με τα αμορτισέρ που ενισχύουν τους κραδασμούς) αλλά εξακολουθεί να παραμένει ανεξήγητη η δυνατότητα κίνησής του. Πώς τα καταφέρνει το όχημα να κινείται ακόμα; Πώς τα καταφέρνει να επιβιώνει ακόμα αυτό το κοινωνικό καρκίνωμα που ονομάζεται «σύγχρονη ελληνική κοινωνία»; Για μια ακόμα φορά η ίδια η ερώτηση περιέχει την απάντησή της.

«Η κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί το κενό. Για να μπορέσει η ζωή να συνεχίσει, πρέπει να επιβληθεί μια οποιαδήποτε ‘τάξη’», έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσω να δείξω, στη συνέχεια.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε από συγκεκριμένες συνθήκες και η τωρινή της μορφή είναι αποτέλεσμα επίδρασης αντίρροπων δυναμικών. Θα γίνει λοιπόν μια προσπάθεια, συνοπτικής έστω, παρουσίασής τους προκειμένου να ορίσω την παράδοξη ύπαρξη ενός κοινωνικού μορφώματος που μισεί τη γενεσιουργό του αιτία –αυτό το μόρφωμα επιλέγω (αυθαίρετα για την ώρα) να το ονομάσω: ανθρωποφοβική κοινωνία.

Νομίζω οτι δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο σ΄αυτόν τον πρόλογο πέρα από την έκκληση για κάθε δυνατή βοήθεια (η ανάδραση μέσω των σχολίων είναι, εδώ, απαραίτητη) την οποία ο αναγνώστης θα ήθελε να προσφέρει.

Δευτέρα, Νοέμβριος 14, 2011

6. Κορόιδο

Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια

Ο πόνος άρχισε ακριβώς τη στιγμή που έφτασα στο ξενοδοχείο. Στα μουλωχτά, λες κι έσταζε μέσα από τα κόκαλά μου, μια προειδοποίηση απ΄αυτές που δεν γίνεται να αγνοήσεις. Οι φλέβες μου έμπηξαν επιτόπου τα κλάματα. Κάτι είπε η γυναίκα στη ρεσεψιόν, δεν άκουσα, δεν κατάλαβα, δε με ενδιέφερε.

Χώθηκα στο δωμάτιό μου, στράγγιξα τα υπολείμματα της βότκας χωρίς να νιώσω την παραμικρή βελτίωση, άδειασα στο κορμί μου ένα καζάνι ζεστό νερό, νομίζω μάλιστα οτι κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος στην μπανιέρα γιατί ξύπνησα πονώντας από κράμπες.  Ντύθηκα βιαστικά, επιθεώρησα το δωμάτιο για να μην ξεχάσω τίποτα πίσω μου, πλήρωσα και την κοπάνησα λες και με κυνηγούσαν χίλιοι διάβολοι. Στον σταθμό του τρένου αναγκάστηκα να περιμένω τρεις ώρες μέχρι να ξεκινήσω για την Αθήνα, η Κλωτίλδη Τρολ ακόμα δεν είχε βρει το θάρρος να εξομολογηθεί τον έρωτά της στον Φιλιμάριο Ντυμπλέ κι όλος ο κόσμος έμοιαζε αβάσταχτος.

Όταν άκουσα το τρένο να βρυχάται στην αποβάθρα πετάχτηκα σαν ελατήριο, ιδρώτας στην πλάτη και μια παράλογη ανησυχία οτι θα φεύγανε τα βαγόνια χωρίς εμένα, δεν πρόλαβε ν΄ανοίξει η πόρτα κι είχα ήδη χωθεί στη θέση μου. Προσπάθησα να κοιμηθώ για να μικρύνω το ταξίδι αλλά δεν μπορούσα να κυριαρχήσω στο τρέμουλο –πόνος, δόντια που χτυπάνε, ιδρώτας –ήμουν κάθε άλλο παρά υπόδειγμα συνταξιδιώτη. Ευτυχώς που δεν υπήρχε καμιά μαύρη να υπερασπιστώ εκεί μέσα γιατί θα της έβαζα φωτιά στη μέση της αμαξοστοιχίας μπας και ζεσταθώ από το λίπος της.

Όταν έφτασα στην Αθήνα, μετά από μισό αιώνα ταξίδι, δεν είχα κουράγιο ούτε να περιμένω ταξί. Έτρεξα στους πολυσύχναστους δρόμους, Ρώσοι νταβατζήδες με κοίταξαν απορημένοι, φωτεινοί σηματοδότες δεν μου έκαναν την παραμικρή χάρη –ούτε ξέρω πως κατάφερα να φτάσω σπίτι μου.

Κατέβασα τόσο απότομα τα χάπια που πνίγηκα, σταμάτησα ν΄ ανασαίνω για να μην τα κάνω εμετό κι αναγκαστώ να τα ξαναπάρω. Πριν περάσουν τα δεκαπέντε αναγκαία λεπτά πέρασα εγώ σε λιποθυμική κατάσταση.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε μεσημέρι. Τα σκεπάσματα του κρεβατιού μου είχαν περισσότερη υγρασία από παγκάκι σε πρωινή παραλία, για μια στιγμή νόμισα οτι κατουρήθηκα στον ύπνο μου. Αλλά ήταν απλώς ιδρώτας, όσο απλός μπορεί να είναι ο ιδρώτας... Ξύπνησα νιώθοντας έτοιμος να κατακτήσω τον κόσμο, να ισοπεδώσω ότι τολμούσε να σταθεί μπροστά μου, να ανέβω στο ψηλότερο βουνό με μια ανάσα –αλλά, και ταυτόχρονα, ανίκανος να φτάσω μέχρι τη μπανιέρα. Τα άκρα μου είχαν υγροποιηθεί ποτίζοντας τα σκεπάσματα, αυτό ήταν ολοφάνερο. Κι έτσι με ξαναπήρε ο ύπνος. Όταν κατάφερα να συνέλθω, η μέρα ετοιμαζόταν να μετακομίσει στην Αυστραλία –σύρθηκα ληθαργικά κάτω από το ντους και έδιωξα τα κακά δαιμόνια μαζί με τα καλά. Σε λιγότερο από μισή ώρα, φρέσκος και μοσχοβολιστός σαν πετούνια βρισκόμουν στο δρόμο για το Βιτόφσκι, σφυρίζοντας κάποιον άθλιο σκοπό και με μια ανεξήγητη εντύπωση οτι η ζωή τελικά μπορεί και να μην ήταν ανυπόφορη.
«Καλώς τον ταξιδιώτη», μουρμούρισε ο μπάρμαν χωρίς καν να με κοιτάξει.
«Όχι πολλά λόγια Ιάκωβε –βάλε μου ένα ποτό κι ετοιμάσου να εισπράξεις το ποσοστό σου», χαμογέλασα.
«Τι μου λες;» απόρησε. «Την τελείωσες τη δουλειά;»
«Ολοσχερώς».
«Και πότε με το καλό;»
«Λίαν συντόμως καθότι ο πελάτης αξιόπιστος. Μη σου πω σήμερα, μη σου πω τώρα...» κι έπιασα το κινητό μου, επέλεξα το νούμερο του Κωνσταντινίδη, περίμενα όσο η μηχανική φωνή με πληροφορούσε οτι ο συνδρομητής δεν ήταν διαθέσιμος –δεν έχασα πάντως το κέφι μου.
Άραξα στο προσωπικό μου τραπέζι, απλώθηκα κι άρχισα να χαζεύω τα δυο-τρία άτομα που σουλατσάριζαν στο μπαρ, σπρωγμένα μάλλον από την κακή τους τύχη. Δυο κυρίες περασμένης ομορφιάς κι ένας γυαλάκιας που αγωνιζόταν να διαβάσει το βιβλίο του στο ημίφως –χαμένες υποθέσεις κοντολογίς. Είχα φτάσει στη μέση του ποτηριού όταν ανακάλυψα οτι ξέμενα από τσιγάρα. Κάτι τέτοια μικροπράγματα μπορούσαν να σου καταστρέψουν ένα υπέροχο βράδυ, να βρεθείς ας πούμε στη γύρα για τσιγάρα μισομεθυσμένος ενώ τα περίπτερα θα είχαν κλείσει και να φτάσεις ψάχνοντας μέχρι Ομόνοια –ανατριχιαστική προοπτική. Πετάχτηκα ανήσυχος.
«Δεν θέλεις τίποτα απέξω», διαπίστωσα αυθαίρετα περνώντας δίπλα από τον μπάρμαν.
Κι αν ήθελε δηλαδή...

Ο περιπτεράς είχε παρατήσει κάθε προσπάθεια να ζεσταθεί με το αερόθερμο προτιμώντας να` μετατραπεί σε Εσκιμώο –με το ζόρι ξεχώρισε η μύτη του.
«Κουφόβραση», διαπίστωσα βλέποντάς τον.
Κούνησε το κεφάλι του άκεφα, τραβώντας δυο πακέτα Πλέιερς Σπέσιαλ Νέιβι Κατ από κάποιο συρτάρι. Καθυστέρησα λίγο να τον πληρώσω επειδή χάζευα τις αθλητικές, ο Θρύλος εξακολουθούσε να πηγαίνει τρένο, τα πρωτοσέλιδα ασχολούνταν αποκλειστικά με ρεκόρ που σπάγανε και ο πιτσιρικάς ο Βραζιλιάνος έκοβε, μοίραζε, μάρκαρε, σκόραρε –αν μάλιστα διάβαζα τα κυρίως άρθρα πήγαινα στοίχημα πως θα ανακάλυπτα οτι στις προπονήσεις έψηνε και πίτσες για να κολατσίζουν οι συμπαίκτες του.
«Μη χαίρεσαι», με προειδοποίησε ο περιπτεράς. «Σύντομα θα έρθει η ώρα σας».
«Πάντα κάτι έρχεται και κάτι φεύγει –εκτός από τα πρωταθλήματα», τον κούρδισα.
Μουρμούρισε, δεν τον άκουσα γιατί ήμουν απασχολημένος με τα πρωτοσέλιδα των κρεμασμένων εφημερίδων –κάτι είχε πάρει το μάτι μου, φευγαλέα και τώρα το ‘ψαχνα. Πολιτικές φυλλάδες που είχαν απολίτικους τίτλους για την πολιτική κατάσταση –δεν ήταν αυτό που είχα δει. Εφημερίδες αγγελιών –καμιά σχέση. Περιοδικά με φωτογραφίες κοσμικών –απομακρυνόμουν από το θέμα. Όχι και τόσο...

Ήταν πρωτοσέλιδο σε μια κακοτυπωμένη κουτσομπολίστικη φυλλάδα: «Άγρια δολοφονία πρώην μεγάλης σταρ του σινεμά». Κάτω από τον τίτλο η Λίζα Φωτίου με κοίταζε παιχνιδιάρικα, σε μια φωτογραφία από τις ημέρες της δόξας. Φορούσε λαμέ φόρεμα και είχε τα μαλλιά πιασμένα πίσω από τ΄ αυτιά –μισοχαμογελούσε κιόλας. Ζαλίστηκα. Έκανα μερικά βήματα πίσω, ήθελα να τρέξω και να κρυφτώ...
«Τι έπαθες; Φάντασμα είδες;» κορόιδεψε ο περιπτεράς.
Δεν του μίλησα.
«Τα τσιγάρα;» αναρωτήθηκε.
Έχωσα τα πακέτα στην τσέπη τρέμοντας, τον πλήρωσα κι έφυγα, δεν πρόλαβα να κάνω δυο βήματα –ξαναγύρισα.
«Πόσο κάνει αυτή;» τον ρώτησα βγάζοντας την κουτσομπολίστικη από τα μανταλάκια.
«Άστη –θα σου δώσω άλλη από μέσα», διαμαρτυρήθηκε.
Την ξανάβαλα στη θέση της.
«Δεν ήξερα οτι σε ενδιαφέρουν οι αστέρες», γέλασε.
«Τώρα το ‘μαθες», μούγκρισα φεύγοντας.
Στην είσοδο του Βιτόφσκι δίστασα λίγο, όμως ήταν προτιμότερο εκεί μέσα παρά στο σπίτι μου. Προτιμότερο από ποιας απόψεως;

Χώθηκα στο τραπέζι μου, έσκισα τα φύλλα της εφημερίδας παλεύοντας να φτάσω στο άρθρο που με ενδιέφερε.
«Νεκρή βρέθηκε από την αστυνομία η παλιά δόξα του κινηματογράφου Λίζα Φωτίου στην αγροικία που διέθετε στο χωριό Τόξο Κατερίνης αργά χτες το βράδυ. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, το πτώμα της άτυχης γυναίκας εντοπίστηκε από γείτονες οι οποίοι είδαν σκοτωμένα τα σκυλιά της εκλιπούσας και κάλεσαν την αστυνομία. Η Φωτίου πυροβολήθηκε περισσότερες από μια φορές ενώ στο πτώμα της βρέθηκαν σημάδια βίας. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των αστυνομικών η Λίζα Φωτίου έπεσε θύμα ληστείας. Ως ύποπτοι αναζητούνται δυο αλλοδαποί Αλβανικής καταγωγής οι οποίοι κυκλοφορούσαν στην γύρω περιοχή το τελευταίο διάστημα.
Η Λίζα Φωτίου υπήρξε η απόλυτη καλλονή των δεκαετιών ’60 και ’70 οπότε και παντρεύτηκε τον Νίκο Μανιάτη με τον οποίο γνώρισε λαμπρή καριέρα. Το διαζύγιό τους εν μέσω χούντας ήταν επεισοδιακό...»
Σταμάτησα να διαβάζω την εφημερίδα. Νεκρή από πυροβολισμούς –σημάδια βίας, κάποιος καργιόλης τη γλέντησε πριν την καθαρίσει. Γιατί όμως; Η ληστεία αποκλειόταν, όσο ηλίθιος και να ήταν κανείς, αποκλειόταν να μπει στο σπίτι της Φωτίου για να κλέψει –βρώμαγε η εγκατάλειψη από χιλιόμετρα... Η περίπτωση των Αλβανών ληστών απέκλειε και το ενδεχόμενο να μπήκαν σπίτι της γνωρίζοντας οτι παλιά ήταν διάσημη. Είτε λοιπόν οι μπάτσοι αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν γρήγορα με την υπόθεση και σφύριξαν τα κλασσικά τους παραμύθια, είτε ο δημοσιογράφος έγραφε πάνω σε προσχεδιασμένη είδηση, απ΄αυτές που μόνο το όνομα, τον τόπο και τον τρόπο δολοφονίας αλλάζεις. Άραγε τα σημάδια βίας να ήταν κομμάτι του προσχεδίου ή όντως η Φωτίου είχε βασανιστεί; Έσβησα το τσιγάρο κι αυτομάτως άναψα εγώ.
 «Την ταινία θέλουν ρε βλάκα», γέλασε κουρασμένα η Φωτίου.
«Ποια ταινία;» ρώτησα.
«Εγώ, ο συχωρεμένος ο Κουδουνάς κι ο Μανιάτης....»
«Κουδουνάς;»
«Ένας κομπάρσος με θητεία σε τσόντες».
«Λοιπόν;»
«Ε, δεν καταλαβαίνεις;»
Καταλάβαινα.
«Προσπάθησαν κι άλλες φορές να μου την πάρουν –τότε την ήθελαν για να προφυλάξουν το Μανιάτη. Αλλά η ταινία ήταν το μοναδικό χαρτί που είχα στα χέρια μου. Αν την έχανα θα με φύτευε...»
«Ποιος;»
«Ποιος άλλος;»

Η Φωτίου, ο Κουδουνάς κι ο Μανιάτης –άπαντες μακαρίτες πλέον. Το μόνο που απέμενε ήταν μια τσόντα όπου (κι απ΄όσο μπορούσα να καταλάβω) ξεκινούσε η Φωτίου με τον αβυσσαλέο Κουδουνά και στη συνέχεια παρέμβαινε ο Μανιάτης. Αν μάλιστα υπήρχε πλάνο με όλο το καστ επί σκηνής, ακόμα καλύτερα. Όσο ζούσαν οι συμμετέχοντες η κυκλοφορία της ταινίας ήταν από επικίνδυνη έως νομικά αδύνατη. Μπορεί η Φωτίου να την κράταγε για προστασία αλλά αν τολμούσε να την κυκλοφορήσει θα πέρναγε την υπόλοιπη ζωή της στα δικαστήρια –τώρα τα δεδομένα άλλαζαν. Στην περίπτωση που θα κυκλοφορούσε από ‘δω και πέρα η τσόντα κανένας δεν μπορούσε να αποδείξει οτι πρόκειται για την μοναδική κόπια την οποία έκρυβε η Φωτίου, φανταζόμουν ήδη τη δημοπρασία: τολμηρή ταινία διασήμων η οποία ανακαλύφθηκε τυχαία σε σκουπιδοτενεκέ με νεγκατίφ ή κάτι εξίσου αεράτο. Τηλεφώνησα ακόμα μια φορά στον Κωνσταντινίδη σίγουρος οτι το τηλέφωνό του θα ήταν κλειστό. Είχα πανικοβληθεί, έγειρα πίσω και άφησα τον πανικό να δουλεύει μπας και με βοηθήσει να κατεβάσω κάποια ιδέα.
«Είσαι καλά ή να βάλω τις φωνές», με ρώτησε ο μπάρμαν που είχε τηλεμεταφερθεί πάνω απ΄το κεφάλι μου χωρίς να τον πάρω είδηση.
«Καλά, προσεχώς καλύτερα», ψέλλισα.
Κοίταξε την ανοιχτή εφημερίδα.
«Την ήξερες;» απόρησε.
«Επαγγελματικά», μουρμούρισα.
«Εννοείς...»
«Η δουλειά που σου ΄λεγα...»
«Να σκοτώσεις τη γριά;»
«Όχι ρε ηλίθιε –να τη βρω».
«Και λοιπόν;»
«Τη βρήκα. Χτες».
Κάθισε αμήχανα στην καρέκλα απέναντί μου.
«Ζωντανή;»
«Σα λουλούδι σε ανθοδοχείο».
«Και μετά;»
«Ειδοποίησα τον πελάτη, αυτό ήταν όλο».
«Δηλαδή ο πελάτης...»
«Δεν ξέρω –έχω χεστεί πάνω μου».
Σηκώθηκε.
«Να μαζέψω –φεύγεις έτσι;» ρώτησε χωρίς να μου αφήνει άλλη επιλογή.
Ένευσα καθώς σηκωνόμουν. Πριν φτάσω στην πόρτα με άρπαξε.
«Λες να στο φορτώσουν;»
«Γιατί όχι; Ξέρεις κάνα καλύτερο κορόιδο;»
«Ξέρω κάμποσους –αλλά είσαι ο μόνος εύκαιρος για την ώρα».
Χαμογέλασα κίτρινα.

Στο δρόμο είχε πέσει μια παγωνιά, ξυράφι κανονικό, σήκωσα τους γιακάδες μου έσκυψα το κεφάλι και τάχυνα το βήμα, το θέμα ήταν οτι δεν ήξερα πού να πάω. Πόσο χρόνο είχα πριν γυρίσουν οι έρευνες προς το μέρος μου; Και τελικά οι Αλβανοί ύποπτοι της εφημερίδας ήταν πραγματικότητα ή παραμύθι για να νιώσει ήσυχος ο κανονικός ύποπτος; Έφτασα κάτω από την πολυκατοικία που βρισκόταν το διαμέρισμά μου και προσπέρασα χωρίς δισταγμό ξέροντας οτι η κυνηγετική περίοδος αρχίζει πάντα, λίγο πριν ακουστούν οι σφυρίχτρες. Βγήκα στην άδεια Ακαδημίας, σύντομα βρέθηκα να κατεβαίνω τα σκαλιά του Μετρό. Άνθρωποι με σκεπασμένα αυτιά ανέβαιναν αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
Το βαγόνι όρμησε ουρλιάζοντας ανάμεσα στους μαύρους τοίχους, σποραδικές φωτεινές πινακίδες απλώς χειροτέρευαν το αίσθημα αποκλεισμού –όποιος σκέφτηκε αυτόν τον τρόπο μετακίνησης πρέπει να είχε αχαλίνωτα κόμπλεξ κατωτερότητας. Βγήκα βιαστικά από τον υπόγειο σταθμό επιχειρώντας μια φτηνιάρικη μίμηση της Απόδρασης από το Αλκατράζ η οποία πάντως δεν μου έφτιαξε καθόλου τη διάθεση.

Κατ Μπαλού. Επιεικώς αστεία ταινία και εμφανώς κακόηχο όνομα για μαγαζί αλλά ο Βασιλάκης ο Τηνιακός είχε, μάλλον διαφορετική άποψη.
«Παπάρια», μου φύσηξε τον καπνό του τσιγάρου στα μούτρα. «Δεν το σκέφτηκα εγώ το όνομα, έτσι το λέγανε το μαγαζί όταν το νοίκιασα –είπα να μην το αλλάξω μπας και στραβωνόταν κανένας από τους παλιούς πελάτες και ξανάμπαινε».
Χαμογέλασα.
«Και πώς τα πας από δουλειές; Στραβώθηκε κανένας;»
Ο Τηνιακός πέρασε έξω από τη μπάρα και στάθηκε δίπλα μου.
«Εσύ τι βλέπεις;» με ρώτησε σαρώνοντας με τη χερούκλα του τον αέρα προς τα άδεια τραπέζια.
«Μπορεί να είναι νωρίς ακόμα...» δικαιολογήθηκα.
«Παπάρια νωρίς. Άμα δεν είχα επεκτείνει την επιχείρηση θ΄ αναγκαζόμουν να καταφύγω σε απολύσεις».
«Έχεις κι άλλο προσωπικό;» τον ρώτησα.
«Όχι –μόνος μου το κρατάω το μαγαζί», έδειξε έκπληκτος με την απορία μου.
«Τέλος πάντων», επιχείρησα να ξεγλιστρήσω. «Ήρθα για τον Γκας».
«Είναι νωρίς ακόμα», μουρμούρισε καθαρίζοντας με την πατσαβούρα ένα κοντινό τραπέζι.
«Θα έρθει; Να τον περιμένω;»
Μου έκανε νόημα να καθίσω στο φρεσκοκαθαρισμένο τραπέζι.
«Θα έρθει –κάτσε. Τι θα πεις;»
Κοίταξα τον χώρο τριγύρω όσο ο Τηνιακός έφτιαχνε το ποτό μου. Καταφανώς κωλάδικο, διέκρινα στο βάθος κι ένα ετοιμόρροπο σεπαρέ.
«Λοιπόν; Εσύ πώς τα καταφέρνεις;» ρώτησε ο Τηνιακός ενώ θρονιαζόταν απέναντί μου με μια μπύρα στο χέρι.
«Υπέροχα –δεν βλέπω την ώρα να ξαναμπώ μέσα», είπα.
Γέλασε πάλι.
«Έχουν δυσκολέψει οι καιροί», διαπίστωσε. «Μας βγαίνει ο κώλος για ψίχουλα...»
Ήπια το ποτό μου αμίλητος –η προοπτική ανάλυσης της διεθνούς και εγχώριας οικονομικής κρίσης δεν με ενθουσίαζε.
«Πέρασε από δω ο Γιούρι τις προάλλες...» μου είπε συνωμοτικά.
«Αλήθεια; Τι κάνει;»
«Κάτι λαθραία είχε για σπρώξιμο...»
«Μονίμως δραστήριος εμπορικά ο Γιούρι...»
«Παπάρια. Δεν υπάρχει χρήμα στα λαθραία έτσι που έχει καταντήσει το πράγμα.... Λαθραία σπρώχνουν πλέον μέχρι και τα μαγαζιά της Ερμού –σιγά μην επιβιώσει ο Γιούρι. Του το ‘πα –μόνο η ζα βγάζει χαρτζιλίκι τη σήμερον».
Κούνησα το κεφάλι μου –ευτυχώς εκείνη τη στιγμή μπήκε ένα ζευγάρι για κονσομασιόν, ο Τηνιακός τσακίστηκε να τους βολέψει. Έμεινα για λίγο μόνος προσπαθώντας να βρω κάποια λύση, ο πανικός είχε υποχωρήσει χωρίς να με βοηθήσει ιδιαίτερα.
«Πουλάκι μου –στον ουρανό σε έψαχνα», ακούστηκε βροντερή η φωνή του, δεν χρειαζόταν να γυρίσω προς την πόρτα.
Με ζώσανε οι δικοί του (τρεις τον αριθμό) όσο ο Γκας σωριαζόταν στην καρέκλα.
«Ρε μουνί, έχεις πεθάνει –το ΄ξερες;» με ρώτησε.
«Όχι, αλλά γι΄αυτό υπάρχουν οι φίλοι», απάντησα.
«Με έμπλεξες άσχημα, δεν κάνω πλάκα», μου σφύριξε.
«Γι΄αυτό υπάρχουν οι φίλοι», του υπενθύμισα.
«Οι φίλοι λέει το αρχίδι», θαύμασε ο Γκας. «Ρε –είπες στον Αλευρά οτι θα τον καθαρίσεις με το χρέος του;»
«Μπορεί και να το είπα».
«Από πού κι ως πού;»
«Έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου».
«Κι εγώ;»
Γέλασα.
«Πλάκα μου κάνεις; Από πότε υποχρεώνεσαι να εφαρμόσεις οτι λέει ο κάθε άσχετος;»
«Από τη στιγμή που ο άσχετος πάει και σκοτώνει αυτή για την οποία ψάχνει πληροφορίες ρε καργιόλη», μου ψιθύρισε όλο χολή ο Γκας.
«Δεν τη σκότωσα εγώ», είπα.
«Αυτά φύλα τα για τον παπά που θα σε κοινωνήσει», μούγκρισε ο Γκας.
«Όχι –αλήθεια», διαμαρτυρήθηκα. «Για την ακρίβεια ήρθα σε σένα για να με βοηθήσεις...»
Ξεκαρδίστηκε κοντεύοντας να σπάσει την καρέκλα που καθόταν. Στη συνέχεια μετακίνησε το γομαρίσιο κορμί του προς το μέρος μου.
«Έχεις θράσος μπαγάσα –σε παραδέχομαι», έκανε.
«Χρειάζομαι βοήθεια», παραδέχτηκα με τη σειρά μου.
«Εντάξει»,  ξεφύσησε. «Δεν θα βάλω τα παιδιά να σε λιώσουν στο ξύλο –αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω. Ξεκουμπίσου τώρα».
Άναψα τσιγάρο, ήπια και λίγο ποτό για να κατέβει ο καπνός.
«Υπολόγιζα οτι θα μου έβρισκες ένα μέρος να κρυφτώ μέχρι να περάσουν τα δύσκολα», μουρμούρισα.
«Κάτι μπορεί να γίνει...» έδειξε να το σκέφτεται. «Πώς σου φαίνεται η χωματερή στα Λιόσα; Ογδόντα πόντους σκάψιμο και δεν θα σε βρει ποτέ κανένας».
«Σκεφτόμουν κάτι με λιγότερη υγρασία», παραδέχτηκα.
«Τσακίσου φύγε από δω μέσα όσο σε παίρνει», μούγκρισε καθώς σηκωνόταν.
«Θα σου έχω υποχρέωση», είπα.
Κοντοστάθηκε πριν ξανακαθίσει.
«Πάει να πει;» αναρωτήθηκε.
«Μια φτιάξη, μόνο 10 τις εκατό», απάντησα.
«Τρεις και το πολύ 5», είπε.
«Μια και δωρεάν», αντιπρότεινα.
«Δυο και 5».
«Δεκτό».
Έβγαλε την ταμπακέρα του και μου πρόσφερε τσιγάρο, αρνήθηκα.
«Για πόσον καιρό θέλεις κάλυψη;»
«Μέχρι να δω πώς θα ξεμπλέξω».
«Τι σκέφτεσαι;»
«Ο τύπος που με πλήρωσε να βρω τη Φωτίου, ο Κωνσταντινίδης.... Λογαριάζω να τον πετύχω και να μάθω γιατί με έμπλεξε».
Γέλασε.
«Και μετά;»
«Μετά.... δεν ξέρω...»
«Θες να πεις οτι αυτός ο Κωνσταντινίδης σε έστησε;»
«Βρήκα τη Φωτίου και τον ειδοποίησα. Το επόμενο που έμαθα ήταν οτι η Φωτίου δολοφονήθηκε και ο αριθμός κινητού του Κωνσταντινίδη δεν λειτουργεί προσωρινά».
«Σε είδε κόσμος να μιλάς μαζί της;»
«Αν με είδε κόσμος... Εδώ αναστάτωσα την Αθήνα, μέχρι την ανιψιά της ρώτησα, για να βρω πού μένει...»
«Την έχεις άσχημα νομίζω».
«Δεν βλέπω λόγο να διαφωνήσω μαζί σου», παραδέχτηκα.
«Όχι επειδή σε έστησε –αυτό διορθώνεται...» υπολόγισε χαμηλόφωνα ο Γκας. «Την έχεις άσχημα γιατί δεν μπορείς να σώσεις την παρτίδα –ακόμα κι αν τον βρεις, το πολύ να τον καθαρίσεις... Πάντως, να τον πείσεις να παραδοθεί στους μπάτσους –αποκλείεται...»
«Το ξέρω, αλλά ακόμα κι έτσι δεν μπορώ να καταπιώ το στήσιμο», είπα.
«Πάει να πει –στον έναν φόνο θα προσθέσεις άλλον ένα...» γέλασε ο Γκας.
«Γιατί –κάνει διαφορά;» αναρωτήθηκα.
«Απολύτως καμία –φρόντισε μόνο να έχεις ξοφλήσεις τις υποχρεώσεις σου απέναντί μου πριν σε τσιμπήσουν. Γιατί έχω χέρια μέσα-έξω», μου υπενθύμισε.
Σήκωσα συγκαταβατικά τους ώμους όσο ο Γκας διάλεγε έναν αριθμό στο κινητό του.
«Έλα», είπε μιλώντας στη συσκευή. «Έχω ένα δικό μου παιδί που ψάχνει για σπίτι.... για καμιά βδομάδα (με κοίταξε, του έκανα νόημα)... ή λίγο περισσότερο... Ναι... Έρχεσαι από δω και τον παίρνεις.... πότε; Εντάξει», έκλεισε το τηλέφωνο. «Σε μισή ώρα», μου είπε.
Τον ευχαρίστησα και παράγγειλα ακόμα μια Στολίσναγια τόνικ.
«Έχω κλείσει μια παρτίδα –σκέτος αφρός...» μου εκμυστηρεύτηκε στο άσχετο.
«Από;» ρώτησα.
«Λατινική Αμερική, άνοιξαν οι αγορές εκεί πέρα –πάρε κόσμε...»
«Ενδιαφέρον», έκανα αδιάφορα.
«Άμα θέλεις σου κερνάω...»
«Δεν θα πάρω, για την ώρα», του ξέκοψα.
«Πάντα ο ίδιος», κορόιδεψε. «Ποιος νομίζεις οτι είσαι ρε πούστη; Ο πρίγκιπας της Ζαμούντα;»
«Κάποιος πρίγκιπας...» έκανα αφηρημένα.
Επειδή εκείνη τη στιγμή μπήκαν στο μαγαζί δυο περίεργοι –μόνο ο φάρος τούς έλειπε από τα κεφάλια για να δείχνουν περισσότερο μπάτσοι. Ο Γκας έπιασε το βλέμμα μου.
«Μην ανησυχείς –είναι δικά μας τα παιδιά», είπε.
«Έχεις παρτίδες και μαζί τους τώρα;» κούμπωσα.
«Εμπόριο φίλε μου –εισαγωγές/εξαγωγές», υπενθύμισε.
«Κοίτα μην κάνεις καμιά μαλακία...» μούγκρισα.
«Αν το ξαναπείς αυτό καλύτερα να έχεις έτοιμο φέρετρο», απάντησε ο Γκας.
«Ένα φέρετρο θα το χρειαστούμε, όπως και να ΄χει», παραδέχτηκα.
Ο Γκας μού ζήτησε συγνώμη κι έφυγε προς το μέρος των μπάτσων. Ζάρωσα στη θέση μου αν και δεν είχα κανένα λόγο ν΄ ανησυχώ. Οι μπάτσοι χώθηκαν με τον Γκας στο σεπαρέ, ο πελάτης με την κοπέλα απομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από τα γομάρια του Γκας, κοίταξα τριγύρω όσο όλα έβρισκαν τον ρυθμό τους.
«Ένα σφηνάκι για το καλό», είπε ο Τηνιακός αφήνοντάς μου το κοντό ποτήρι ξέχειλο στο μαυροζούμι.
«Τι σκατά είναι αυτό;» απόρησα.
«Δική μου συνταγή», περηφανεύτηκε ο Τηνιακός.
Το κατέβασα με συγκρατημένη αηδία. Στη συνέχεια βυθίστηκα σε μια άβολη (λόγω καθίσματος) νιρβάνα –η μουσική του χώρου, κάτι κλασικά χαρντ ροκ απ΄αυτά που συνηθίζονται στα στριπτιζάδικα, με ενοχλούσε όλο και λιγότερο. Σκεφτόμουν κιόλας να πιω ακόμα μια βότκα αν και το πετρέλαιο που μου έφερνε ο Τηνιακός είχε τόση σχέση με Στολίσναγια όση ο Μπρέζνιεφ με τον κομμουνισμό –σήκωσα το χέρι να παραγγείλω κι αμέσως το κατέβασα. Ίσως γιατί το ξανασκέφτηκα το θέμα αλλά κυρίως επειδή μια περίεργη γυναίκα με μακριά κατάμαυρα μαλλιά κι ακόμη πιο μακριά κατακόκκινη καμπαρτίνα στεκόταν ακίνητη μπροστά μου.
«Δεν άργησα», διαπίστωσε μιλώντας βραχνά, μάλλον στον εαυτό της.
«Ότι πεις», έκανα αμήχανα και μετά έγειρα  στο πλάι προσπαθώντας να εντοπίσω τον Τηνιακό.
«Λοιπόν;» έκανε η γυναίκα αλλάζοντας ανεπαίσθητα θέση για να παραμείνει ολόκληρη στο οπτικό μου πεδίο.
«Τι λοιπόν;» νευρίασα. «Δεν ενδιαφέρομαι όποια κι αν είναι η πρότασή σου –πήγαινε παραδίπλα γιατί ψάχνω τον μπάρμαν».
Γέλασε χωρίς να κινηθεί από τη θέση της.
«Τότε κακώς με ειδοποίησε ο Γκας», διαπίστωσε, μιλώντας πάλι στον εαυτό της.
Συνήλθα.
«Είσαι...» μουρμούρισα.
«Αυτή ακριβώς», μου επιβεβαίωσε.
Τώρα έψαχνα με τα μάτια τον Γκας.
«Δηλαδή...» είπα.
«Κοίτα –έχω παρκάρει στη μέση του δρόμου με τα αλάρμ αναμμένα και την μπαταρία ετοιμοθάνατη. Θα μου κάνεις λοιπόν τη χάρη;» είπε σοβαρά η γυναίκα.
Σηκώθηκα χωρίς άλλη κουβέντα.
«Φεύγεις;» έκανε ο Τηνιακός.
«Ναι –πες το στον Γκας», του ζήτησα.
«Πώς πάει Σόνια;» τη χαιρέτησε ο Τηνιακός.
«Όπως τα ‘ξερες», απάντησε εκείνη αδιάφορα.
Μετά μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω και βγήκε από το μαγαζί.
«’σου πω –τι ρόλο βαράει η γκόμενα;» πλεύρισα τον Τηνιακό.
«Ξηγημένο παιδί, πρώην βίζιτα, τώρα κάνει εξυπηρετήσεις για να μη τη χαρακώσει κάνας αψίθυμος», με πληροφόρησε ο Τηνιακός.
Βγήκα στον παγωμένο αέρα, ένιωσα μια περαστική ζαλάδα αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να χωθώ δίπλα της στο κόκκινο κουπέ που μπλόκαρε τον μισό δρόμο.
«Φύγαμε», είπε η Σόνια.
«Λούης», της συστήθηκα.
Με κοίταξε για λίγο, μετά έστρεψε ξανά το βλέμμα της στο δρόμο.
«Όσο λιγότερα ξέρω τόσο καλύτερα», μουρμούρισε.
«Εντάξει –αλλά κάνε μου μια χάρη», της ζήτησα.
Με κοίταξε φευγαλέα περιμένοντας.
«Όταν μιλάς στον εαυτό σου, κάντο πιο αθόρυβα», είπα.
Γέλασε νευρικά και σοβάρεψε απότομα.
«Ακούγομαι;» αναρωτήθηκε.
«Εσύ τι λες;» έκανα.
«Μπορεί και να το κάνω ηθελημένα», μονολόγησε.
Σήκωσα τους ώμους καρτερικά όσο το κουπέ άφηνε την κεντρική λεωφόρο για να χωθεί σε μισοσκότεινα στενά.
«Πού μένεις;» τη ρώτησα.
«Στο ίδιο σπίτι με σένα», απάντησε.
Νευρίασα λίγο.
«Σου φαίνομαι να έχω όρεξη γι΄ αστεία;» της μπήκα.
«Γιατί –εγώ σου φαίνομαι να αστειεύομαι;»  απόρησε παγωμένα.
Κι έκοψε το τιμόνι απότομα για να βγει από το στενό –βρέθηκα με τα μούτρα στο τζάμι.
«Θα συνηθίσεις», μουρμούρισε κοιτάζοντάς με φευγαλέα.
Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος γι΄αυτό.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι