Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

14. «Αντίο αγαπούλα»

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.


Δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου, ούτε πίσω μου, ούτε στα πλάγια δηλαδή. Ο ουρανός άδειαζε μανιασμένα, έσπρωχνα τα νερά με τους αγκώνες για να χωρέσουμε ανάμεσά τους. Εγώ, κι η Τενερέ που προσπαθούσε φιλότιμα να μην αφήσει το μπουζί της να παπαριάσει. Βγήκα στην παραλιακή, η θάλασσα είχε χαθεί πίσω από ένα πράσινο κινούμενο φάσμα. Το δερμάτινο, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου κρατούσε ακόμα, αλλά κατά τα υπόλοιπα … το σώβρακό μου ζύγιζε 30 κιλά κι έπρεπε να κάνουν κρόουλ τα δάχτυλα μέσα στις μπότες για να πετύχουν το λεβιέ των ταχυτήτων. Φρένα και τέτοιες πολυτέλειες –ξέχασέ τα.

Έσβησα τον κινητήρα όταν μπήκα στο κατηφορικό δρομάκι της μαρίνας -δεν χρειαζόταν να μας πάρουν χαμπάρι τίποτα μισοκοιμισμένοι φύλακες. Ένα σκυλί ούρλιαξε από μακριά, υπήρχαν λοιπόν ακόμα ζωντανά πλάσματα σε αυτόν τον πλανήτη! Περπάτησα ξύλινος μέχρι τη γέφυρα, έβλεπα κάποιο φωτάκι στην κοιλιά του καταμαράν –χτύπησα την πόρτα συνθηματικά.
«Πως έγινες έτσι;» άνοιξε τα μάτια διάπλατα η Έλλη.
«Γιατί, τι έχω;» αναρωτήθηκα.
«Μπες και γδύσου αμέσως!» φώναξε.
«Σαν πολύ απότομα δεν το προχωράς; Θα προτιμούσα κάποια μουσική, κεράκια κι ένα κρασί να παγώνει σε σαμπανιέρα …»
Μ΄έγραψε κανονικά –γύρισε προς τα μέσα και φώναξε «Ρέα, έχεις τίποτα ρούχα να φορέσει ο μαλάκας;»
Εγώ θα πρέπει να ήμουν ο μαλάκας, δεν υπήρχε άλλος τριγύρω. Μπήκα μέσα, κάθισα, κοκάλωσαν τα βρεγμένα πάνω μου. Έπρεπε να μαζέψω τα δόντια μου, γιατί τα έβλεπα να παίζουν καστανιέτες εντός ολίγου.

Βρέθηκα λοιπόν με ένα φούξια μπουρνούζι, μια μυρωδιά τριαντάφυλλου έβγαινε από το πετσετέ ύφασμα –σκέτη μαστούρα. Άρπαξα την καπνοσακούλα, δίπλα της σύρθηκε η σαλαμάνδρα κουβαλώντας τον zippo στην πλάτη της. Καπνός χύθηκε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, το χαρτάκι τσαλακώθηκε.
«Άσε, θα το κάνω εγώ», προθυμοποιήθηκε η Έλλη.
Την άφησα να το κάνει για μένα όσο καθόμουν εκεί, σκέτη αισθητική παραφωνία, και τη χάζευα. Σκεφτόμουν κιόλας ότι θα είχε γαμώ τις φάσεις να μπουκάρανε ξαφνικά οι μπασκίνες και να με βρίσκανε σ΄αυτά τα χάλια. Ε ρε γέλια που θα κάναμε όλοι μας!
«Δικό σου», είπε η Έλλη.
Το είχε στρίψει σφιχτό σαν βουλωμένη καμινάδα, θα ξέσκιζα τα πνευμόνια μου προσπαθώντας να το καπνίσω.
«Είναι εντάξει;» ρώτησε.
«Μια χαρά –σκέτη διαφήμιση!» υποστήριξα. «Κατά του καπνίσματος», συμπλήρωσα, αλλά από μέσα μου για να μην τη στεναχωρήσω.
«Τι είναι αυτό ρε ξεφτίλα;» τσίριξε η Ρέα, κρατώντας τη σαλαμάνδρα.
«Αναπτήρας –τι θες νάναι;» απόρησα.
«Σώπα ρε! Κι εγώ νόμισα πως είναι υπερωκεάνιο!»
«Όχι, όχι!» έκανα αθώα. «Αναπτήρας είναι!»
Η Ρέα ξεφύσησε νευριασμένα.
«Πήγες λοιπόν;»
«Πήγα», παραδέχτηκα.
«Ναι αλλά …»
«Χωρίς ‘αλλά’. Πήγα –τέλος κουβέντας», είπα απότομα.
Η Ρέα το έκοψε, έπιασε κάποιο περιοδικό που σερνόταν πάνω στο τραπέζι και το ξεφύλλισε όσο η βροχή κοπάναγε τα σανίδια της καμπίνας. Η Έλλη πλησίασε.
«Θέλω να κουβεντιάσουμε κάτι», είπε.
«Όλος αυτιά», δήλωσα.
«Μόνοι μας», πρότεινε.
Κοίταξα τη Ρέα. Της έκανα νόημα, «θα είχες την καλοσύνη;»
«Ρε, δεν πάτε να γαμηθείτε κι οι δυο σας;» μουρμούρισε καθώς σηκωνόταν για να τρυπώσει στην πίσω καμπίνα.
Γέλασα, αλλά δεν απάντησα με το συνηθισμένο μου «ευχαρίστως». Δεν ήταν ώρα για μαλακισμένο χιούμορ.

«Σ΄ακούω», είπα κι έκανα μια προσπάθεια να γύρω πίσω στον καναπέ αλλά το μετάνιωσα επειδή το κωλομπουρνούζι ετοιμαζόταν να προβεί σε συνταρακτικές αποκαλύψεις.
«Υπάρχουν δυο θέματα που με απασχολούν», ξεκίνησε. «Το πρώτο είναι ότι δεν εμπιστεύομαι ακόμα τη Ρέα. Εντάξει, μια χαρά άτομο και τα λοιπά … Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα ήμουν πολύ χαρούμενη να την έβλεπα δίπλα στον Πέτρο, αλλά …»
«Αλλά όταν η κατάσταση ζορίζει, η εμπιστοσύνη γίνεται πιο σπάνια από κλιματιστικό στον Βόρειο Πόλο, σωστά;»
«Κάπως έτσι», χαμογέλασε.
«Άκου κάτι», είπα συγκρατημένα. «Η Ρέα ήταν εδώ από πάντα, κατάλαβες; Πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, πριν τα τρόλεϊ βγάλουν κεραίες, υπήρχε η Ρέα. Και επειδή έτσι είναι τα πράγματα, η Ρέα δεν πρόκειται να φύγει. Μπορεί να είναι η μεγαλύτερη καργιόλα του λεκανοπέδιου, μπορεί να μας έχει ήδη δώσει στους μπάτσους τώρα που μιλάμε, μπορεί να είναι μέλος της διεθνούς συνωμοσίας που έκλεισε τον Πέτρο στα λευκά δωμάτια …. Εντάξει; Αλλά κι έτσι να είναι –δεν γίνεται τίποτα. Θα καθίσουμε να μας γαμήσει, απλά και νοικοκυρεμένα. Αυτός είναι ο κανόνας».
«Και ποιος βάζει τέτοιους κανόνες;» ρώτησε ξαναμμένη.
«Εγώ –τραβάς κανά ζόρι;» φούντωσα.
«Δεν είσαι μόνος σου στον κόσμο –ξέρεις», υπογράμμισε.
«Μόνος μου είμαι κι έτσι μ΄αρέσει. Και ο κόσμος δικός μου, άμα θέλω του τραβάω μια και τον κάνω χαλκομανία. Αλλά επειδή ξεκινήσαμε την κουβέντα, σκέφτηκες καθόλου ότι μπορεί να μην σου έχουμε κι εμείς ιδιαίτερη εμπιστοσύνη; Μπορεί, ας πούμε, να σε φοβάται η Ρέα, γιατί …», την κοίταξα κατάματα, επώδυνα, «ποια είσαι τέλος πάντων ρε Έλλη; Αδερφή του Πέτρου σωστά και μπράβο στους γονείς σας που κάνανε τέτοια μπερεκέτια, αλλά ποια είσαι ρε φιλενάδα; Που σε ξέρουμε; Πότε σε γνωρίσαμε; Ήρθες μαζί μας κι αυτό σημαίνει ότι έπιασες τον παπά απ΄τ΄αρχίδια να πούμε;»
Περίμενα να κατεβάσει το κεφάλι, να βάλει τα κλάματα. Ή ν΄αρπάξει ότι βρισκόταν τριγύρω και να μου το σκάσει στο κεφάλι –το ίδιο θα ήταν. Αλλά δεν περίμενα ότι θα με κοίταζε με χαμόγελο έξτρα λαρτζ και ύφος «οι σταρ χρησιμοποιούν μόνο σαπούνι Λουξ»!
«Λοιπόν, σ΄ευχαριστώ που το έθεσες με τέτοιον τρόπο, για να περάσουμε στο δεύτερο θέμα. Με γουστάρεις τρελά, έτσι; Κολλημένα, θα μπορούσαμε να πούμε. Κι αυτό δεν είναι κακό, επειδή σε γουστάρω το ίδιο. Μήπως να ξεμπλόκαρες το κεφάλι σου από τις σαχλαμάρες και να κάναμε κάτι; Εννοώ … και συγνώμη κιόλας, δεν είναι αυτό το στυλ μου να την πέφτω σε γκόμενους, αλλά ο χρόνος πιέζει και δεν μας παίρνει για πολυτέλειες. Καταλαβαίνεις;»
Το τελευταίο πρέπει να το ρώτησε γιατί είχα μείνει ροφός σε ψαραγορά.
«Πάμε για μπόμπα χαρακίρι λοιπόν –μέσα και τα ρέστα δικά σου!» πανηγύρισα όταν συνήλθα. «Φυσικά και σε γουστάρω πιτσιρίκα, σε γουστάρω περισσότερο από όποια γυναίκα θυμάμαι να κυκλοφόρησε τριγύρω μου την τελευταία δεκαετία –για πιο πριν έχω μηδενίσει λόγω περιορισμένου χώρου μνήμης. Σε χαζεύω όταν δε με βλέπεις αν και πάντα με βλέπεις, τώρα που το σκέφτομαι. Όταν περπατάω μόνος, ονειρεύομαι ένα σπιτάκι στα απέραντα λιβάδια του πουθενά κι εσένα μέσα εκεί –μια κρεβατοκάμαρα μονίμως ξέστρωτη και δυο κουνιστές καρέκλες με θέα το ηλιοβασίλεμα. Αυτά ονειρεύομαι. Αλλά μετά πατάω πάλι στο χώμα –πόσο μπορείς να περπατήσεις στα σύννεφα; Όλο και κάπου θα κοπανήσεις το κεφάλι σου, θα ξυπνήσεις. Τότε λοιπόν θυμάμαι ότι είσαι η αδερφή του Πέτρου, ότι εκείνος θα έχει όλα τα δίκια του κόσμου να πιστεύει πως τον πούλησα κι άφησα να τον αρπάξουν. Ξέρεις κάτι; Μπορεί και να είναι έτσι τα πράγματα στην τελική. Σκέψου λοιπόν –δες τη φάση -ας πούμε ότι βγάζουμε έξω τον Πέτρο. Κι εγώ, σένιος, ‘τι κάνεις κολλητέ; πως τα πέρασες στο τρελάδικο που σ΄άφησα; α, ναι ρε γαμώτο, τώρα που το θυμήθηκα, άκου φάση –πηδάω και την αδερφή σου λίαν προσφάτως, δεν τρέχει τίποτα, μην ανησυχείς –έχω κάνει εξετάσεις, όλα καλά’. Σε προλαβαίνω, ο Πέτρος που ήξερα., μάλλον δεν θα είχε κανένα πρόβλημα. Ίσως να έλεγε μόνο, ‘πρόσεχε καθίκι, μην την πληγώσεις γιατί θα σου φάω το λαρύγγι’ κάπως έτσι θα το έλεγε. Και τότε; Κάτι θα έπρεπε να απαντήσω –έτσι δεν είναι; Κάτι σαν ‘εντάξει, μην ανησυχείς –βέβαια, το πιο πιθανό είναι να με φάνε οι μπάτσοι στην επόμενη γωνία, αλλά σιγά τώρα μην πληγωθεί η πιτσιρίκα! την πλάκα μας κάνουμε άλλωστε!’ Καταλαβαίνεις το δικό μου θέμα;» σταμάτησα να πάρω ανάσα, την κοίταξα κιόλας –του πούστη, κάπου εδώ θα έπρεπε να σπάσει!
Τότε εκείνη σηκώθηκε, ήρθε να καθίσει στα πόδια μου, αμέσως μετά με φίλησε σε στυλ «ψάχνω να σου πετάξω τα μάτια έξω με τη γλώσσα μου». Κι αυτή είναι μια δύσκολη κατάσταση όταν φοράς στενό μπουρνούζι.
«Ξέχασες να ρίξεις τις μπούφλες σου, για το ‘πιτσιρίκα’», διαπίστωσα προσπαθώντας να συμμαζευτώ.
«Δεν με πείραξε. Για την ακρίβεια, μου άρεσε πολύ έτσι όπως το είπες!»
Γύρισα το κεφάλι αλλού –όσο περισσότερο γνώριζα τις γυναίκες τόσο βεβαιωνόμουν ότι το πιο ασφαλές πράγμα για έναν άντρα είναι να πηγαίνει αποκλειστικά και μόνο με άντρες!
«Θα πέσει κάποιο πήδημα τώρα; Να φέρω κεράκια;» ρώτησε το κεφάλι της Ρέας καθώς έβγαινε από την πόρτα της καμπίνας.
«Ναι, φέρε τα μανουάλια και γδύσου γιατί την έχω δει εντελώς Ιτάλιαν Στάλιον απόψε», είπα πρόσχαρα.
Μετά γύρισα στην Έλλη.
«Ξέρεις να οδηγείς;» τη ρώτησα.
«Άμα θέλω να πάω κάπου, ξέρω κι απ΄αυτό», απάντησε.
Την έσπρωξα ελαφρά για να σηκωθώ.
«Ρέα, κλειδιά αυτοκινήτου στην Έλλη. Θα πάμε μια βόλτα ν΄απολαύσουμε το ξημέρωμα –εσύ, στο μεταξύ, πάρε την κλινική, ρώτα αν μπορεί να έρθει στο τηλέφωνο ο Πέτρος, παίξτο αδερφή του, μάνα του, παίξτο όπως θέλεις».
«Ναι, σιγά μην έρθει!» απάντησε εκείνη.
«Σιγά μην έρθει –εντάξει. Αλλά εσύ θα έχεις κόψει κίνηση, θα καταλάβεις αν είναι ακόμα μέσα. Μετά, μην ξεχάσεις να φουντάρεις το κινητό σου από την πρύμνη –δεν έχω εμπιστοσύνη σ΄αυτά τα διαόλια. Ξηγηθήκαμε;»
Με κοίταξε.
«Εσείς που θα πάτε;» ρώτησε.
«Σε μια κηδεία Ρέα. Στάχτες στις στάχτες, χώμα στο χώμα –που έλεγε κι ο σοφός Δαβίδ».
«Να μην έρθω κι εγώ;» προθυμοποιήθηκε.
«Να μην έρθεις», την έκοψα.
Και μετά, πήγα στην καμπίνα για να φορέσω τα καλά μου. Λόγω επικείμενης κηδείας.

Φόρεσα το μαύρο ναυτικό πουλόβερ κι εκείνο το 501 που είχα αγοράσει, σχεδόν καινούργιο, από μια αμερικάνικη αγορά του Άμστερνταμ. Οι μπότες κράταγαν ακόμα κάποια υγρασία, αλλά τουλάχιστον είχαν φύγει τα βατράχια. Χτενίστηκα στην πένα κι ας ήμουν σίγουρος ότι στα δυο μέτρα θα γέμιζαν λάσπη πάλι τα μαλλιά μου. Ήθελα να καταλάβει ότι δεν την ξεφορτώνομαι στο πρόχειρο και το αδιάφορο. Σήμαινε για μένα πολλά πράγματα, στο κάτω-κάτω.
Ένευσα στην Έλλη κι εκείνη με ακολούθησε βιαστικά, όταν πηδήξαμε στην προβλήτα την άρπαξα από τη μέση και της έκανα ένα φιλί-κεφαλοκλείδωμα έτσι για να μην έχουμε χρωστούμενα.
«Πως αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Για το δρόμο», την διαβεβαίωσα. Πάλι ψέματα έλεγα –δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Βγήκαμε στο κυνήγι -εγώ μπροστά, ο κουβάς της Ρέας, με την Έλλη στο τιμόνι, να λαχανιάζει από πίσω –η βροχή το είχε γυρίσει σε κατούρημα. Μετά τον Φλοίσβο τη διπλάρωσα, άνοιξε παράθυρο, έσκυψα για να μ΄ακούσει.
«Θα πάμε από Βουλιαγμένης», τσίριξα.
«Τιιιι;» έκανε μέσα από την πηχτή μουσική που ντουμάνιαζε τ΄αμάξι.
«Βουλιαγμένης, Βουλιαγμένης», ούρλιαξα κάνοντας ταυτόχρονα το σημάδι του υποβρυχίου με το δεξί μου χέρι.
«Αααααα», απάντησε.
Τώρα –τι είχε καταλάβει … ψάξε βρες και κάτσε ρώτα!
«Τι είναι αυτό που ακούς;» φώναξα.
«Μπάκλεϊιιιιιιι».
Ξύστηκα.
«Αυτό το χάλι είναι Μπάκλεϊ; Στη χέστρα τον ηχογράφησε το δίσκο;»
Χαμήλωσε την ένταση.
«Γιατί; Τι έχει;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.
«Ξέρω ‘γω αδερφούλα … δεν είχα ξανακούσει τόση βαβούρα από τον Τιμ Μπάκλεϊ», μουρμούρισα.
«Δεν είναι ο Τιμ. Ο Τζεφ, ο γιος του …»
«Ααααα», έκανα με τη σειρά μου. «Γι΄αυτό οι πατεράδες κλείνουν τα παιδιά τους στα τρελάδικα από νωρίς!»
«Πέθανεεεε», μου φώναξε.
«Ποιος;»
«Κι ο πατέρας και ο γιος».
Δεν λυπήθηκα καθόλου εκείνη τη στιγμή -για τον πατέρα το ήξερα, για τον γιο … είχα τις δικές μου σκοτούρες.
«Ξεκινάμε. Βουλιαγμένης», είπα φτύνοντας ψιχάλες κι έφυγα σφαίρα.

Περάσαμε τα σύνορα της Βούλας και τότε αντίκρισα το βουνό. Έβγαλα φλας 100 χρόνια πριν τη στροφή για να την προετοιμάσω. Μετά αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, ο δρόμος σκέτο ποτάμι, κατέβαζε ξύλα και λάσπη. Κάθε φορά που ακούμπαγα πόδι κάτω ένιωθα την υγρασία να φτάνει μέχρι σπονδυλική στήλη –γαμώ τα μπαζωμένα ρέματά τους μέσα. Φρόντιζα να κρατάω το αυτοκίνητό της στον καθρέφτη, δεν ήταν εύκολη η ανάβαση. Κάπου στη μέση φρέναρα, της έκανα νόημα –παρκάραμε στο ξέφωτο.
«Τι είναι εδώ;» αναρωτήθηκε.
«Κρεμαστός Λαγός», μουρμούρισα.
«Και γιατί ήρθαμε; Θα φάμε στιφάδο;»
Γέλασα.
«Τα κουνέλια γίνονται στιφάδο, οι λαγοί γίνονται χάλια».
«Χάλια;»
«Μαύρα!»
Σώπασε.
«Εσύ θα περιμένεις εδώ», είπα. «Δεν θα μου πάρει πολύ».
«Γιατί; Τι θα κάνεις;» ρώτησε.
«Ότι πρέπει κοριτσάκι. Ότι πρέπει», μουρμούρισα.
Πήγε να μιλήσει, άγγιξα τα χείλη της με το δάχτυλό μου και έφυγα βιαστικά για να μη χάσω την αίσθησή της.
Εκατό μέτρα πιο πάνω οι χείμαρροι λιγόστευαν, ένα φίδι αργοσάλευε στην άσφαλτο περνώντας απέναντι. Φρέναρα, αλλά δε γλίστρησα. Γιατί πήγαινα σιγά πλέον, γύρευα να τεντώσω τον χρόνο, να σπρώξω πέρα τη μοίρα. Λες κι αυτό ήταν ποτέ δυνατό!
«Καλημέρα κύριε φίδι, τα χαιρετίσματά μου στους πεθαμένους», είπα και το φίδι δεν έστρεψε καν το κεφάλι να με δει. Συνέχισα προς τα πάνω –τι άλλο να ‘κανα δηλαδή;

Ο δρόμος άνοιγε λίγο πριν το πλάτωμα της κορυφής, εκεί διάλεξα να κατεβάσω απότομα ταχύτητα, κράτησα τον συμπλέκτη περισσότερο απ΄όσο έπρεπε, γέμισα το γκάζι και τότε άφησα την Τενερέ να φύγει κλωτσώντας. Εκείνη βόγκηξε υπόκωφα και πετάχτηκε στην ανύπαρκτη ευθεία, λύθηκα πάνω της, περίμενα να σιγουρευτώ ότι έχει πάρει τα ίσα της πριν πηδήξω στο πλάι. Παλιά θα τα κατάφερνα καλύτερα, θα έφευγα από τη σέλα χωρίς ν΄αλλάξω την πορεία της μοτοσυκλέτας –παλιά. Τώρα βρήκε η δεξιά μου μπότα στο ντεπόζιτο, η Τενερέ πλάγιασε κι εγώ την είδα να ακουμπάει στα γαϊδουράγκαθα πριν βουτήξει στο γκρεμό. Πονούσα κάπως –πιο πολύ από μέσα παρά απέξω, σηκώθηκα όμως και πήγα μέχρι την άκρη του δρόμου, κοίταξα κάτω. Η Τενερέ έξυνε ανατριχιαστικά τα μυτερά βράχια καθώς χανόταν. Ανατρίχιασα –ένιωθα ένα αόρατο χέρι να ξεκολλάει την καρδιά μου, μετά το χέρι έκανε ημικύκλιο, σημάδεψε και έστειλε την καρδιά μου να καρφωθεί στο σκοτεινό βάραθρο λες και ήταν μπαλάκι του μπέιζμπολ.
«Για σένα ρε μαλάκα», του είπα, «για πάρτη σου», αλλά δεν ήταν εδώ να μ΄ακούσει.
Γύρισα την πλάτη, τινάχτηκα, τα χέρια μου γέμισαν από τις λάσπες των ρούχων μου, η Τενερέ ακόμα κατρακύλαγε. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, δεν άντεχα ούτε τσιγάρο να κάνω εκεί πέρα, φοβόμουν μη σηκωθεί η Τενερέ από τον τάφο της και με ξεσκίσει. Γιατί κάποιες φορές, οι μηχανές έχουν περισσότερη ψυχή από τους ανθρώπους.

Δεν είδα κανένα ζωντανό πλάσμα στην επιστροφή, μόνο κλωστές από τη βροχή κρέμονταν στο πρόσωπό μου και δεν σκεφτόμουν τίποτα απολύτως. Ήξερα πως, ότι και να γινόταν, δεν θα μας έπιαναν ζωντανούς –αυτό μόνο.
Η Έλλη με περίμενε έξω από το αυτοκίνητο αψηφώντας το νερό που έπεφτε. Σταγόνες στο μέτωπό της, δάκρυα από τον ουρανό –σταγόνες στα μάγουλά της, κι άλλα δάκρυα.
«Είσαι καλά;» έτρεξε κοντά μου.
«Ναι –ούτε πέρσι δεν ήμουν καλύτερα», μουρμούρισα.
«Τι έγινε;» ρώτησε πάλι.
«Τίποτα δεν έγινε –όλα καλά, το είπαμε αυτό».
«Η μοτοσυκλέτα;»
«Ποια μοτοσυκλέτα;»
«Η….»
«Γλυκιά μου δεν υπήρξε ποτέ, καμιά μοτοσυκλέτα. Αλλά υπήρξε κάποτε μια Τενερέ –αυτή που λες, είχε γεννηθεί σ΄ένα σκοτεινό αλουμινένιο τολ κάπου στην Ιταλία, γεννήθηκε μέσα από πόνο και δάκρυα τρομαγμένων εργατών γιατί τ΄αφεντικά τούς είχαν κρύψει τα διαβατήρια. Μετά, η Τενερέ ήρθε στην Ελλάδα κι εμείς την είδαμε –αποφασίσαμε να υπηρετήσουμε τη χάρη της, να γίνουμε τα χέρια που χρειαζόταν για να περπατήσει στις λεωφόρους. Μέχρι τη στιγμή που έφτασε η ώρα της Τενερέ να φύγει, αλλά ο Παράδεισος είναι πολύ κλειστό κλαμπ γι΄αυτό η Τενερέ κατέβηκε στην Κόλαση. Θα νιώθει πιο ζεστά εκεί κάτω –της ταιριάζουν και οι αναθυμιάσεις του αέρα».
Με κοίταζε για λίγο, πριν βάλει το χέρι της στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν μου και αρπάξει την καπνοσακούλα. Μου έστριψε ένα τσιγάρο, όχι τόσο χάλια όσο το προηγούμενο και το άναψε –μπήκα στη θέση του συνοδηγού καπνίζοντας. Άνοιξα το παράθυρο.
«Κλείστο καλύτερα, θα γεμίσουμε νερό εδώ μέσα», είπε εκείνη.
«Θα ντουμανιάσουμε αν το κλείσω», απάντησα.
«Δεν τρέχει τίποτα –μερικές φορές είναι ανάγκη να μπαίνει ο καπνός στα μάτια σου», μουρμούρισε.
Είχε δίκιο και έκλεισα το παράθυρο, άφησα τον καπνό να πνίξει τις ανάσες μας.
Ξεκίνησε προσεκτικά.
«Να βάλω μουσική;» ρώτησε.
«Άστο καλύτερα», απάντησα.

Γιατί, βλέπεις, ήθελα να κρατήσω το βραχνό της αντίο στ΄αυτιά μου όσο περισσότερο γινόταν.


(η συνέχεια επί του πληκτρολογίου)

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Puppet_Master είπε...

o motorcycled prospathise na mas parousiasei erwtikh skhnh xaxaxa to idame k afto.k mas elege sta proigoumnea oxi den tha ginei tpt :P
plakitsa kanw.mas exeis kopsei thn anasa borw na pw.mallon to mono pou borw na pw.

The Motorcycle boy είπε...

Χεχε, δεν ήρθε ακόμα η ερωτική σκηνή -αυτό μόνο μπορώ να σου αποκαλύψω. Στο δρόμο είναι πάντως.

Είπα οτι δεν τα καταφέρνω με τις ερωτικές σκηνές μεταξύ ανθρώπων, όχι με τις ερωτικές σκηνές μεταξύ ανθρώπου και μοτοσυκλέτας! Σε αυτά είμαι τίγκα λυρικός και ρομαντικός άμα λάχει.

Mr.Fixit είπε...

Narkwtika.Polla narkwtika.Kai 8a parw kai perissotera ama den teleiwsei syntoma na dw ti 8a ginei?
H mipws na mhn teleiwsei?
Grrrrrrrrrrr.

άσωτος είπε...

στην ιταλία;;;;; τα τενερε τοτε δεν ηταν made in japan; μη με τρελανεις. οταν αποχωριζεσαι μια μηχανη (και γυναικα) χανεις ενα μικρο κομματι απο τον εαυτο σου. ομως οσο μεγαλωνεις χανεις και μικροτερο γιατι σου τελειωνουν σιγα σιγα τα κομματια.

The Motorcycle boy είπε...

Fixit, κι απ΄αυτά θα βάλουμε στο περίπτερο έτσι όπως το πάμε! Ξέρω γω ρε φίλε πόσο σύντομα θα τελειώσει; Θα δείξει από μόνη της.

Άσωτε, ναι στην Ιταλία τα συναρμολογούσαν και τα ρύθμιζαν (τουλάχιστον κάποιες γραμμές παραγωγής τις οποίες εμείς προτιμούσαμε -συνήθως ήταν τα μπλε κίτρινα). Λόγω κάποιας χαζής ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ήταν τότε πριν πάει το εργοστάσιο στη Γερμανία.

Ναι, όντως χάνεις μικρότερο κομμάτι γιατί όσο περνάει ο καιρός έχεις χάσεις και κομμάτια λόγω της μηχανής (δάχτυλα, μάτια, δόντια κ.λ.π.)

Ανώνυμος είπε...

Καλά πλάκα πλάκα ο αποχαιρετισμός με την Τενερέ ήταν εξίσου ερωτικός με τον αποχαιρετισμό του Ρόμπερτ Μήτσαμ.
Μπράβο σου, "κάποια ευαισθησία κάτω απ' το λίπος"... που έλεγε και κάποιο Κουρέλι...

Πολύ μου άρεσε το σημερινό κομμάτι, μαζί με την βροχή γι' ατμόσφαιρα...

Ο γνωστός Ανώνυμος ξαναχτυπά!

Που είναι η ΕΙΙ μου?

The Motorcycle boy είπε...

Και πρέπει να χτυπά αυτός ο γνωστός άγνωστος για να ενισχύεται η ιστορία.

Ναι, όντως -ευαισθησία για τα σίδερα, αναισθησία για τους συνανθρώπους!

Η καημένη η Ell έμεινε εκτός δουλειάς και ίντερνετ. Φαίνεται οτι τη χάσαμε.

Ανώνυμος είπε...

Αν όντως υπάρχει ευαισθησία για τα σίδερα και αναισθησία για τους συνανθρώπους, τότε ξέρω πολλούς σιδερένιους ανθρώπους που γουστάρουν την αναισθησία του ήρωα...

The Motorcycle boy είπε...

Κάποια αναισθησία κάτω από το δερμάτινο, αεροπορικού τύπου, μπουφάν.

Υ.Γ.: Νομίζω πως αυτού του είδους η αναισθησία είναι η μέγιστη ευαισθησία αφού μπαίνει ασπίδα γύρω από τους δικούς σου για να τους προστατέψει από τα χτυπήματα.

Ανώνυμος είπε...

Ασε καλλίτερα, γιατί υπήρξα πολύ αναίσθητος στη ζωή μου κ δεν γουστάρω ευαισθησίες...

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, εντάξει. Κι εγώ υπήρξα πρέσβης στη Ζουαζιλάνδη, αλλά δεν ήταν καλά τα λεφτά και παραιτήθηκα.

Ανώνυμος είπε...

Καλά είσαι πολύ κορόιδο που έφυγες από τον πλανήτη Ζουαζιλάνδη κι' ηρθες εδώ.... Τουλάχιστον τα λεφτά είναι καλίτερα?

Ωραία σχόλια γίνονται για το κομμάτι σου αυτό...
Μήπως κάποια αμηχανία?

The Motorcycle boy είπε...

Όχι -τα λεφτά είναι χειρότερα αλλά έχει καλύτερο κλίμα, χαχαχα.

Αυτό που συμβαίνει είναι οτι οι άντρες που διαβάζουν το κομμάτι ντρέπονται να κλάψουν δημοσίως και οι γυναίκες απεχθάνονται να σχολιάζουν για υποκατάστατά τους.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι