Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

26. «Στον αέρα πήδηξε ο διάβολος»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
20. "Και δεν θα ξεχάσω ν΄αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου"
21. Η μέρα πριν
22. Σελιλόιντ από λιωμένη ζάχαρη
23. "Επιστρέφεται στον παραλήπτη"
24. Επειδή γαμψά νύχια χάιδεψαν τα κεφάλια μας
25. Εισιτήριο από τον άλλο κόσμο

Εκείνο το πρωινό έφυγα σαν κλέφτης από το σπίτι της και μετά χώθηκα, σίφουνας, στο δικό μου, να μαζέψω ότι προλάβαινα σε ένα κόκκινο σακ βουαγιάζ, να την κοπανήσω μια ώρα αρχύτερα –πάει κοντά μια βδομάδα από τότε. Στην αρχή δεν έβλεπα, δεν άκουγα, δεν καταλάβαινα. «Η νύχτα της μεγάλης απόδρασης», μόνο που έγινε πρωί –κατάλαβες; Όταν βρέθηκα στους πέντε δρόμους, τους ξαναμέτρησα κι ανάθεμα αν μου έμενε κανένας τους ανοιχτός –σπίτι να με φιλοξενήσει δεν υπήρχε ούτε για δείγμα, όλοι οι γνωστοί χαμένοι στις δικές τους ιστορίες, σκέφτηκα κάπως τη Μιτσούκο, να πάω, να τη βρω, ν΄αράξω για λίγο. Μαλακίες, η Μιτσούκο μπορεί να είχε κατανόηση, αλλά εγώ δεν ήμουνα αρκούντως ξοφλημένος για να την δεχτώ. Έπεφτε μια σκατοβροχή και υπολόγιζα οτι δεν θα έπαιρνε πολύ ακόμα για να παπαριάσουν τα σώβρακά μου στο σακ βουαγιάζ, οδηγούσα τη μηχανή σε φάση κωλοβαρέματος όταν βρέθηκα έξω από το σπίτι της Νάντιας. Καλή ιδέα μου φάνηκε -η Νάντια, πάντα ντυμένη στην τρίχα, ετοιμοπόλεμη και πρόθυμη. Ή αυτή ή η υγρασία –δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Πάρκαρα, τινάχτηκα σα σκυλί να φύγουν τα βροχόνερα και χτύπησα το κουδούνι της.

Στην πόρτα με περίμενε μια Νάντια κλασσική, κανονικό τραγούδι της Πέγκυ Λη από τζουκ μποξ –καλοκουρδισμένη. Δεν έδειξε να χάρηκε που με είδε, δεν έδωσα σημασία. Λάθος μου. Καθότι στο σαλόνι της άραζε τις ποδάρες του ένας φαντάρος, σπυριάρης και βρωμερός σα φούμο για αρβύλες.
«Πως από δω;» ρώτησε αδιάφορα η Νάντια.
«Περνούσα και είπα να δω τι κάνεις», μουρμούρισα.
«Μετά από τόσον καιρό; Που με θυμήθηκες;» γέλασε.
Ο φαντάρος με κοίταζε σαν παραδείσιο πουλί.
«Ξέρω ΄γω που σε θυμήθηκα; Έτσι στο ξεκάρφωτο», είπα.
«Εντάξει τότε», παρατήρησε εκείνη αλλά δεν μου έκανε νόημα να καθίσω.
«Ωραία λοιπόν. Μια χαρά είσαι, το αυτό επιθυμείς και δι υμάς –άντε να πηγαίνουμε τώρα», αποφάσισα.
«Στο καλό και να μας γράφεις!» γέλασε η Νάντια.
Είπα να της ρίξω κανένα μπινελίκι επειδή και πολύ σκάρτη δηλαδή! Πως την έχεις δει κυρά μου; Χανόμαστε για κάνα χρόνο και τσουπ να βρεις καινούργιο γκόμενο; Υπομονή μηδέν σα να λέμε; Γέλασα με τη σκέψη μου –ένιωσα πολύ ανάλαφρος που μπορούσα ακόμα να είμαι τόσο μαλάκας και βρόντηξα την πόρτα φεύγοντας.
Πάνε κοντά πέντε μέρες από τότε.

«Τέλειωσες με το παράθυρο σύντροφε;»
Σηκώνω το κεφάλι, χαμογελάω στα ράστα μαλλιά του και δείχνω απέναντι. Το παράθυρο έχει γίνει σένιο, έβαλα έξτρα σανίδες για να συγκρατείται το σπασμένο κούφωμα, μέχρι τις γρίλιες επιδιόρθωσα –όσες γινόταν δηλαδή. Ένα χεράκι βάψιμο χρειάζεται και το δωμάτιο θα σταματήσει να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο. Δεν είναι και άσχημα αν σκεφτείς οτι βρίσκομαι τόσο λίγες μέρες στην κατάληψη –πέρναγα τυχαία απέξω μετά την αποτυχημένη επίσκεψη στης Νάντιας, είδα τους αραχτούς στα σκαλιά, σταμάτησα. Σκεφτόμουν να κάνω ένα στεγνό τσιγάρο παρέα τους αλλά τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Επειδή πέτυχα εκεί πέρα κάτι παλιούς Εξαρχειώτες κι ανάμεσά τους ο Άρης ο Γομάρης. Όπου Άρης ένα παλικάρι ίσα με δυο μέτρα και 150 κιλά –τεράστιος να πούμε, εξ ου και Γομάρης. Μου είχε σώσει τον κώλο κανονικά πριν κάτι χρόνια στους υπονόμους του Χημείου, αν δεν ήταν αυτός θα ψόφαγα στα βρομόνερα, ωραίος τύπος. Και είχε χαρεί όλως ιδιαιτέρως που ξαναβρεθήκαμε, μου τράβηξε μια σβουριχτή στην πλάτη –ακόμα πονάω. Εκείνος πρότεινε να μείνω στην κατάληψη μέχρι να βρω άκρη σχετικά με το τι θα κάνω.
«Θα κάνουμε μάζωξη στο αίθριο, έλα αφού δεν έχεις δουλειά», πρότεινε ο ράστα.
Μετά χαράς, καθότι οι μαζώξεις της κατάληψης δεν ήταν σαν τους φοιτητικούς πονοκέφαλους, αράζαμε πλάτη-τοίχο, πίναμε ρετσίνες και φούντα. Μιλάγαμε κι όλας, μη φανταστείς!

Κατεβαίνω τις ετοιμόρροπες σκάλες όσο βγαίνουν δίπλα μου τα υπόλοιπα παιδιά. Γύρω στα σαράντα άτομα μένουν εδώ μέσα, αλλά συνήθως έχει της πουτάνας τον κόσμο. Φίλοι, παρέες, άσχετοι που έρχονται για συμπαράσταση... Στο αίθριο υπάρχουν ακόμα αδειανές καρέκλες αλλά προτιμάω να καθίσω σ΄ένα πεζούλι. Όσοι μπαίνουν χαιρετάνε, λένε αστεία και κάθονται.
«Σύντροφοι πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με το φαγητό, να οργανωθούν ομάδες καθαριότητας και να μην ξεχνάμε την περιφρούρηση!» φωνάζει ένας αχτένιστος με χοντρά γυαλιά.
Κοιταζόμαστε.
«Τι λέει;» ρωτάει μια πάνκισα μπροστά μου.
«Κάτι για περιφρούρηση, ξέρω ‘γω;» απορεί ο διπλανός της.
«Ας περιφρουρήσει το μουνί μου τότε, γιατί χτες βράδυ κάποιος έκανε μπανιστήρι όσο πλενόμουνα», αποφαίνεται η πάνκισα.
«Παίζει κάποιο πόστο καλό για μπανιστήρι;» γελάω από πάνω τους.
«Και τι σε νοιάζει εσένα;» κάνει η πάνκισα.
«Με νοιάζει επειδή είμαι οπτικός τύπος», απαντάω.
«Σου βουλώσω κάνα μάτι, σσσου πω εγώ!» μουγκρίζει η πάνκισα.
Καλή γκομενίτσα –αλλά πολύ νεύρο αδερφάκι μου!
«Αυτόν! Αυτόν τον πούστη να βάλετε συνεργείο καθαριότητας!» γκαρίζει ο Άρης κατεβαίνοντας τα σκαλιά και δείχνοντάς με.
Ζαρώνω.
«Και γιατί δεν μπαίνεις εσύ μωρή χαμούρα;» προτείνω σιγά. «Άλλωστε λερώνεις περισσότερο από μένα!»
«Ναι, αλλά έχω αλλεργία στη χλωρίνη –είμαι ευαισθητούλης», απαντάει ο Άρης και μου ξηγιέται μια σφαλιάρα τσίλικη όσο σωριάζεται δίπλα μου. «Πως πάει αδερφάκι; Βολεύτηκες;»
Κουνάω τους ώμους συγκρατημένα.
«Μη σε νοιάζει, θα περάσουμε ζάχαρη εδώ πέρα», λέει.
«Ξέρω ‘γω ρε; Τους βλέπω κάπως –πολύ δυσκοίλιους κι έτσι».
«Μη σκας. Έχουν τα κολλήματά τους αλλά είναι καλά παιδιά».
Εκείνη την ώρα ανάβει μια μπουρού τετράφυλλη και χάνεται η συνοχή. Η πάνκισα από κάτω παίρνει να γλυκαίνει όσο κοιτάζει τον Άρη, αλλά εκείνος πουλάει ομίχλη κανονικά και με το νόμο.
«Σε γουστάρει ρε βουνό», τον σκουντάω.
«Ίσα μωρέ με τη σαρωματίνα!» κάνει εκείνος γελώντας. «Εγώ φίλε δεν τις πάω αυτές –στην αρχή σου φαίνονται εντάξει και μετά από λίγο θέλουν να χαράζεις τα βυζιά σου με σπασμένα μπουκάλια σαν τον Σιντ Βίσιους!»
«Ενδιαφέρον», σχολιάζω.
«Ε, άμα σε ενδιαφέρει, τραβήξου –τι περιμένεις;»
«Δεν είμαι σε φάση», λέω.
«Ακούστηκε στην πλατεία οτι τραβιόσουνα με ένα πρεζόνι», μουρμουρίζει αδιάφορα ο Άρης.
«Και λοιπόν;» κουμπώνω εγώ.
«Τίποτα. Απλά σου λέω».
«Να μη λες γιατί θα γίνουμε μπίλιες εδώ μέσα».
Ξεκαρδίζεται καθότι είμαι όσος το δεξί του χέρι.
«Καψούρα μεγάλη;» ρωτάει μετά.
«Άλλαξε κουβέντα», προειδοποιώ.
«Τόσο πολύ!» διαπιστώνει.
Πιάνω το τσιγάρο και τραβάω κάποιες γεμάτες. Έρχεται και μια ρετσίνα ζεστή σαν κάτουρο, της ξηγιέμαι να καθαρίσει ο λαιμός μου. Καλά είμαι εδώ –λέω να πέσω.

«Είσαι καλά φίλε;» λέει η φωνή.
Ανοίγω τα μάτια, ένα αδύνατο παιδί με στρογγυλά Τζον Λένον γυαλιά στέκεται πάνω μου αμήχανο.
«Εντάξει», κάνω. «Ούτε πέρσι δεν ήμουν χειρότερα».
«Ανησύχησα επειδή ...» μουρμουρίζει.
«Μια χαρά είμαι ρε!» γελάω. «Εσύ τι κάνεις εδώ;»
«Τι να κάνω; Κατάληψη όπως όλοι!»
«Καινούργιος;»
«Ναι, πριν δυο ώρες μπήκα».
«Βρήκες που να μείνεις;»
«Όχι... αλλά λέω...»
Κάθομαι καλύτερα και τον κοιτάζω. Καλό παιδί φαίνεται.
«Έχει χώρο στο δωμάτιό μου», αποφασίζω τελικά. «Πως σε λένε;»
«Βασίλη».
«Βασιλάκη –πάρε τις βαλίτσες σου και ακολούθα με!» πετάγομαι όρθιος.
«Ποιες βαλίτσες;» απορεί.
«Κάποιες βαλίτσες», τον καθησυχάζω ανεβαίνοντας τις σκάλες.
Είναι ωραίο να έχεις συγκάτοικο.

Μόνο που κάνει ανήσυχο ύπνο. Όλο στριφογυρίζει στο στρώμα απέναντί μου, κάτι μουρμουρίζει, δε βγάζω άκρη –αλλά αναστατώνομαι και χάνω τον ύπνο μου. Τον παίρνω μάτι κουκουλωμένος στο κουρελίδικο σλίπινγκ μπαγκ μου, ξυπνάει μετά το παραμιλητό, κοιτάζει τριγύρω να δει μήπως με ενόχλησε, κάνω τον ψόφιο κοριό, ξανακοιμάται. Ή έτσι δείχνει. Κι όταν ξημερώνει τρύπιες κάλτσες σηκώνομαι μαχμουρλίδικα, τον σκουντάω.
«Θα κάνω καφέ Βασιλάκη, θέλεις;»
«Ναι, ευχαριστώ», λέει φοβισμένα.
Στήνομαι στην ουρά της κουζίνας εκστρατείας που λειτουργεί εκεί μέσα, βαρύς κόσμος από τον ύπνο, κάποια ζευγαράκια αγκαλιασμένα χαμουρεύονται όσο περιμένουν. Τελικά φτιάχνω δυο καφέδες-νεροπλύματα.

«Για πες μου την πονεμένη σου ιστορία», του λέω όσο κάθεται ανακούρκουδα για να πει τον καφέ του.
Πασάρω κι ένα τσιγάρο, ευχαριστεί αλλά δεν καπνίζει.
«Τι να σου πω; Δεν υπάρχει καμιά ιστορία…» ψελλίζει.
«Έλα τώρα! Όλοι έχουμε από μία, μερικοί μάλιστα έχουν και περισσότερες».
Χαμογελάει –δεν καταλαβαίνει.
«Πόσων χρονών είσαι ρε;» του ρίχνω μια σχετική διευκόλυνση.
«Ααα, 19 είμαι. Πρωτοετής Νομική…»
«Αθηναίος;»
«Κάπως έτσι. Δηλαδή, εδώ μένουν οι γονείς μου…»
«Και στην κατάληψη πως δηλαδή; Σε στυλ πολιτικοποιημένο να πούμε ή βρήκες πόρτα και μπήκες;»
«Και τα δυο …»
Τον κοιτάζω, περιμένω κάτι περισσότερο.
«Ο κόσμος εκεί έξω…» μουρμουρίζει, «δεν τους αντέχω, δεν μπορώ άλλο. Οι γονείς μου σκέτο πρήξιμο, είπα ότι θα ξεμπέρδευα τώρα που μπήκα σε σχολή –μαλακίες! Τα ίδια με πριν και χειρότερα! Η Νομική βρωμάει φορμόλη, από τα πατώματα μέχρι τους καθηγητές… Οι κολλητοί μου έφυγαν, πέρασαν σε άλλες πόλεις –δεν έχω φράγκο να πάω να τους δω…»
«Παρακάτω», τον ενθαρρύνω.
«Τι παρακάτω;» κάνει.
«Έχει κι άλλα, δεν είναι μόνο αυτή η ιστορία…»
«Ναι, δεν είναι…»
Αλλά δε δείχνει διατεθειμένος να πει περισσότερα, οπότε η κουβέντα μένει μετέωρη. Είναι καλό παιδί πάντως, φιλότιμο. Περνάμε όλο το πρωί παρέα, φτυαρίζοντας μπάζα από την πίσω αυλή της κατάληψης. Κάθε λίγο πέφτουμε σε ψόφιους αρουραίους, τους αγνοούμε –όμως κάθε φορά που τον κοιτάζω βλέπω ότι σκέφτεται το ίδιο με μένα. Αν υπάρχουν πεθαμένοι σημαίνει ότι κυκλοφορούν και ζωντανοί. Κι άμα κάνουν κατά το δωμάτιό μας την ώρα που κοιμόμαστε θα καταντήσουμε δαντέλες. Ευτυχώς που σήμερα είναι η μεγάλη μέρα –χαϊδεύω κάθε λίγο το εισιτήριο στην τσέπη του τζιν μου, όταν νυχτώσει θα πάω να ακούσω τον Αρχηγό. Και η Άλεξ; Γελάω μέσα απ΄τα δόντια μου. Φυσικά και δεν θα είναι εκεί –όλος ο κόσμος μπορεί να έρθει, αλλά όχι εκείνη. Όχι σήμερα το βράδυ. Τη σκέφτομαι συνέχεια κι αυτό με βοηθάει να πονάω λιγότερο –τα πλευρά μου εξακολουθούν να τριβελίζουν, το κεφάλι μου ζητάει παυσίπονα σα μουλάρι σκασμένο για νερό, αλλά τότε θυμάμαι την Άλεξ και τίποτα δεν συγκρίνεται μ΄αυτό. Το μυαλό μπλοκάρει, ο πόνος θολώνει, δυναμώνει –γίνεται ένα με το μυαλό μου. Να σκέφτεσαι σημαίνει να σπαράζεσαι, έτσι πάει.

«Δε σε κουβαλώ με τη μηχανή μου!»
«Έλα ρε αδερφάκι! Δε με λυπάσαι να πηγαίνω με τα πόδια;»
«Σε λυπάμαι. Αλλά λυπάμαι περισσότερο τη μηχανή!»
«Τι γαμημένος φετιχιστής που είσαι!»
«Ναι, έχω κάποιον φετιχισμό με τις μπιέλες, ειδικά αν πρόκειται να μου μείνουν στο χέρι!»
Ο Άρης σηκώνει τους ώμους αγανακτισμένος –πολλά παιδιά θα πάνε το βράδυ στο ΡΟΔΟΝ αλλά δεν θέλω να κατέβω μαζί τους. Εγώ έχω εισιτήριο, δεν πρόκειται να μπλέξω σε ντου, δεν έχω όρεξη να χάσω δευτερόλεπτο από τον Αρχηγό. Ο αχτένιστος με το υπόλοιπο συντονιστικό της κατάληψης έχουν βγάλει καντήλες που θα λείπουμε σχεδόν όλοι το βράδυ. Ακούγεται ότι θα μας την πέσουν κάτι αγανακτισμένοι γείτονες, αλλά δε δίνουμε σημασία –όλο τέτοια ακούγονται στις καταλήψεις. Ξέρουμε όμως, όσο τρέχουν νερό οι βρύσες, είμαστε ασφαλείς. Επειδή στα κόβουν όλα, σε στριμώχνουν πριν σου την πέσουν –έτσι είναι η τακτική τους.
«Εσύ θα έρθεις το βράδυ;» ρωτάω τον Βασίλη.
«Μπα… θα κάτσω περιφρούρηση», λέει.
Κουνάω το κεφάλι –μαλακίες! Σιγά μη μας την πέσουν -και να γίνει δηλαδή καλύτερα να λείπουμε. Αφού δεν θα είμαστε πολλοί, καλύτερα να μην βρουν κανένα εδώ μέσα. Παίρνω σειρά στο μοναδικό μπάνιο που λειτουργεί –για τον απαραίτητο καλλωπισμό.

Φεύγω πρώτος απ΄όλους, θέλω το χρόνο μου –να βολτάρω, να προετοιμαστώ. Περνάω πρώτα από την πλατεία, ερημιά στη μέση, αλλά κίνηση στα γύρω στενά. Κάνω μια γύρα στο περπατητό, χαιρετάω κάτι νεκροζώντανους πρώην γνωστούς, σαπίζει η πλατεία, σε λίγο θα βγουν σκουλήκια από τις πλάκες των πεζοδρομίων. «Πως πάει;» «Όπως τα ξέρεις». «Οι άλλοι;» «Έχω καιρό να τους δω». «Πολύ;» «Που να θυμάμαι;» «Εσύ;» «Μια απ΄τα ίδια». Χανόμαστε χωρίς ν΄αφήσουμε κανένα ίχνος πίσω μας, μια απ΄τα ίδια.
Στα περίπτερα κρέμονται αναιμικές οι εφημερίδες, καταδικάζουν το μέγα σκάνδαλο, ζητάνε τα κεφάλια των ενόχων, πανηγυρίζουν το ξημέρωμα του παρελθόντος που το πλασάρουν για μέλλον, επειδή αυτές είναι εφημερίδες –ποιος θα αγόραζε μπαγιάτικα νέα; Η ιστορία ξαναπαίζεται σε στυλ παντομίμας, νέα Βάρκιζα με σουτζουκάκια αντί για φυσεκλίκια, ποδόσφαιρο κανονικό καταντήσαμε αλλά η ομαδάρα σέρνεται. Η κατάσταση θα αντιμετωπιστεί με την αξιοποίηση της χρυσής εφεδρείας, έχουμε πάγκο εμείς, τους άλλους να κλαις, «Τσίγκοφ κατούρα να γίνουμε μαστούρα», «ψηφίσατε Βελουχιώτη και σας βγήκε Γκελεστάθης», «ωραία μέρα σήμερα –ότι πρέπει για θάνατο!».
Ο Φιλόσοφος ξεπροβάλει την αφάνα του όσο ξεφυλλίζω τις φυλλάδες.
«Τι γίνεται; Όλα καλά;»
«Καλά να λέμε μπας και το πιστέψουμε».
«Πως τη βλέπεις την κατάσταση;»
«Ήρθαν οι δεξιοί, έφυγαν οι αδέξιοι».
Φεύγω χαμογελώντας.

Ο δρόμος μυρμηγκιάζει στους προσκυνητές –τους προσπερνάω κάθως προχωρούν καμπουριασμένοι, μισόλογα και πειράγματα αμήχανα. Φτάνω από τους πρώτους, κλειδώνω τη μηχανή και περνάω τον έλεγχο.
«Πρόσεξε αδερφούλη μη μου καταστρέψεις το εισιτήριο».
Ο ντουλάπας χαμογελάει, κόβει μια γωνίτσα και μου το επιστρέφει σχεδόν άθικτο –κάνω συλλογή. Με τους αποχαιρετισμούς της. Περνάω το κιγκλίδωμα, άλλος κόσμος μέσα στο μαγαζί, κυριλάτος. Σπρώχνω ελαφρά, να φτάσω μέχρι την κουπαστή της σκηνής. Από τα ηχεία παίζουν κάτι αυστραλέζικα ανακατεμένα με γκαράζ και τέτοια. Αρπάζομαι στην κουπαστή, ανάβω τσιγάρο, θα ήθελα κάποιο ποτό αλλά τρέχα γύρευε τέτοια ώρα.

Σε λίγο ένα κύμα πάνκηδων σκάει δίπλα μου, αγριεμένοι, γκόμενες με φούξια μαλλιά, μπλε ελεκτρίκ μαλλιά –φωτίζεται απειλητικά ο τόπος. Παραδίπλα κάτι μυστήριοι με μαύρα στενά κοστούμια και γραβάτες-θερμόμετρο. Χαλαρώνω ακουμπώντας πάνω τους, είναι δικοί μου άνθρωποι, οικογένεια –αλλά αν κάνω και πέσω θα μου λιώσουν το κεφάλι χωρίς να πάρουν χαμπάρι. Έτσι είναι. Οικογένεια.
«Έγινε ντου;» ρωτάω κάποιο σταυροκούμπωτο δίπλα μου.
«Αρχίδια. Δεν αφήνουν τίποτα να περάσει οι χαμούρηδες», φτύνει λέξεις εκείνος.
Κοιτάζω τριγύρω –τιγκάραμε κι ακόμα μπαίνει κόσμος. Κάποια κλειστοφοβία. Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα, τότε θα ψάξω για την Άλεξ, όταν θα είμαι σίγουρος ότι θα είναι εκεί –αόρατη.

Βγαίνουν οι δικοί μας οι Σάουθ οφ νο Νορθ, τα παιδιά χοροπηδάνε για να ξεμουδιάσουν –νιώθω καλύτερα. Τραγουδάνε για 10.000 Μάτια κι Ακόμα μια Πεθαμένη Μέρα, στη μέση τραβάνε μια εικοσάλεπτη εκτέλεση της Άναμπελ Λη –αρχίζουμε να αδημονούμε. Αλλά χειροκροτούμε, ενθαρρύνουμε –μετά από λίγη ώρα το συγκρότημα φεύγει χαμογελαστό. Του κερατά, κι εγώ αν είχα το προνόμιο να μοιράζομαι τα ίδια παρασκήνια με τον Αρχηγό, μέσα στα χαμόγελα θα ήμουνα.

Περιμένουμε. Τα φώτα ξανανάβουν και περιμένουμε ακούγοντας Κραμπς. Λες να;

Τα φώτα σβήνουν κι ο κόσμος ουρλιάζει.

Ένα γνωστό επαναλαμβανόμενο ριφ στο σκοτάδι. Ξέρουμε περί τίνος πρόκειται.

Προβολείς. Ο Αρχηγός πετάγεται βιαστικός, «θέλω να σου πω για ένα κορίτσι…», οι Μπαντ Σιντς στα πόστα τους, μόνο εγώ λείπω από εκεί πάνω αλλά έχει έρθει ο θρυλικός Κιντ Κόγκο Πάουερς, παρανοημένος Λατίνος μαχαιροβγάλτης –σκίζει τα ακόρντα χαμογελώντας στον Μπλίξα. Ανατριχιάζω. Ο Αρχηγός ξεκινάει Απ΄αυτήν και θα το πάει ως την αιωνιότητα.

«Στέκεσαι μπροστά στον πλάστη σου/ καταντροπιασμένος/ επειδή τα ρούχα σου είναι μέσα στη λάσπη/ επειδή όταν γονάτισες μπροστά στα πόδια/ μιας γυναίκας του δρόμου/ οι υπόνομοι ξεχύλιζαν αίμα/ ξεχύλιαζαν αίμα», ο Αρχηγός έχει γονατίσει μπροστά μας κι εμείς τιναζόμαστε σαν ελατήρια να τον ακουμπήσουμε. Ουρλιάζουμε, «καλύτερα να τρέξεις/ τρέχα για την Πόλη-Καταφύγιο».
Μας κάνει τότε νόημα να ησυχάσουμε. «Τις μέρες της τρέλας/ αδελφέ μου, αδελφή μου/ όταν σε σέρνουν στο Στόμα της Κόλασης/ θα εκλιπαρείς στο τέλος/ αλλά δεν θα βρεθεί κανένας φίλε/ κι ο τάφος σου θα σε ξεβράσει/ θα σε ξεβράσει», τινάζεται πίσω, τα μαλλιά του φίδια πάνω απ΄τα μάτια του. «Καλύτερα να τρέξεις/ τρέχα για την Πόλη-Καταφύγιο», μουγκρίζει μαζί μας.
Και η σκηνή κουνιέται σαν καταιγίδα, ο Κιντ Κόγκο πέφτει στο πάτωμα βγάζοντας αφρούς από το στόμα, ο Μπλίξα χαμογελάει χαιρέκακα, η ζωή μας όλη δεν αξίζει τίποτα εδώ μέσα.

Σφίγγω τη γροθιά μου, τινάζομαι ελατήριο μαζί με τους πάνκηδες, σπρώχνω, σπρώχνομαι –ένας Εγγλέζος δίπλα μου αγανακτεί. «Ριλάξ μαν, μουβ γιορ χαντ μπακ –χι έιντ γκονα κις ιτ, γιου νόου», λέει κοιτάζοντάς με. Μαζεύομαι. Καιρός να ξαναμπούμε στους τάφους μας.

«Γλυκιά μου, γλυκιά μου/ αυτός ο άντρας είναι κακός/ ο δρόμος που σε πάει/ γλυκιά μου είναι παγίδα», αγωνιά ο Αρχηγός, τον καταλαβαίνω πλήρως.
«Θα γίνεις η βασίλισσά του για μια νύχτα/ αλλά το πρωί όταν ξυπνήσεις/ οι Λόρδοι και οι Κυρίες των Τιμών/ θα σαπίζουν στον πάτο της λίμνης», διπλώνω τα χέρια μπροστά στο στήθος, ξέρω τη συνέχεια.
«Γλυκιά μου γλυκιά μου/ αυτός ο άντρας είναι άγριος/ κι εσύ είσαι ακόμα παιδί./ Καλύτερα, κάνε την προσευχή σου, ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΟΥ», χαμογελάω επειδή δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ακόμα χρόνος για κάτι τέτοιο Αρχηγέ.
Κι εκείνος σοβαρεύει ξαφνικά, σταματάει να χορεύει, δείχνει κάπου πίσω μας –δεν έχουμε καμιά διάθεση να βρεθούμε στη γραμμή των ματιών του.
«Γλυκιά μου, γλυκιά μου/ προσπάθησε να καταλάβεις/ είμαι ένας άγγελος του Θεού/ είμαι ο φύλακάς σου./ Εκείνος μυρίζεται την αθωότητα σου/ κι έρχεται σαν το σκυλί/ και σαν σκυλί που είναι/ θα τον σκοτώσω!/ Γλυκιά μου, γλυκιά μου πώς να στο εξηγήσω;/ πρέπει να σκοτώνω αυτόν τον πούστη κάθε μέρα!/ Καλύτερα, κάνε την προσευχή σου/ κάνε την προσευχή σου!», ο Αρχηγός τσακίζει στα δύο, γονατίζει, καλά κάνει –δεν έχουμε άλλα μάτια να τον δούμε πλέον.

Το συγκρότημα φεύγει βιαστικά για τα παρασκήνια, ο Μπλίξα γκρινιάζει στον Αρχηγό, ξέρω τι πουτάνα είναι –άμα δεν του κάνεις τεμενάδες στραβώνει, ακόμα θυμάμαι τον καθρέφτη που είχε σπάσει στο ΧΥΜΑ και κόπηκε στη μέση η συναυλία. Ο Μικ Χάρβεϊ σκουπίζει τον ιδρώτα του, φεύγει με τη σειρά του, αλλά βλέπουμε τον Κιντ Κόγκο καρφωμένο πάνω στο ηχείο να παραμορφώνει ανελέητα, εντελώς στον κόσμο του. Χειροκροτούμε, «ξηγήσου ρε κτήνος!», «κάψτον τον ρημάδη!» -ο Κιντ δεν παίρνει χαμπάρι, δεν ακούει, δε βλέπει, δε νιώθει –εμφανίζονται δυο Σιντς και τον τραβολογάνε για τα παρασκήνια, γελάμε.

Σκέφτομαι. Τα ήξερα όλα αυτά, τα είχε πει ο Αρχηγός και στο δίσκο του. Αλλά δεν ήθελα ν΄ακούσω, «πρέπει να σκοτώνω αυτόν τον πούστη κάθε μέρα», εγώ δεν το έκανα. Την κοπάνησα και άφησα τον πούστη ν΄αλωνίζει. Ποιος είναι ο πούστης; Εκείνος που γαμάει τη ζωή της Άλεξ; Ποιος είναι ο πούστης; Εγώ είμαι ο πούστης. «Πρέπει να σκοτώνω… καλύτερα, κάνε την προσευχή σου, γλυκιά μου» -μπας και σε σώσει κανένας από μηχανής γιατί αν περιμένεις από μένα…

Δεν έχω κουράγιο ούτε τα κλάματα να βάλω.

«Είναι δύσκολο να σου πω πόσα χάνω/ επειδή ποτέ δεν είχα ξανιώσει τόσο μόνος./ Μαίρη, πάρε το παιδί, ο ποταμός φουσκώνει/ τα Λασπωμένα Νερά παίρνουν πίσω το σπίτι μου».

Κουδουνίζουν στα αυτιά μου οι τελευταίοι στίχοι του, μετά έφυγε και μας άφησε στο σκοτάδι του άπλετου φωτισμού. Είχε δίκιο, αλλά τι να γίνει; Αν μπορούσα να είμαι σαν αυτόν δεν θα ήταν εκείνος ο Αρχηγός –έτσι πάει. Άλλωστε κι αυτός, χάλια τα πήγαινε με την πάρτη του –εξόριστος των τούρκικων καφενειών, παραζαλισμένος σε βερολινέζικες πλατείες, καλλιτέχνης-πρεζόνι με τη ρετσέτα του καταραμένου. Σκούρα τα πράγματα Αρχηγέ, άσε που δεν πουλάνε ομαδικά εισιτήρια για την κόλαση, ο καθένας πρέπει να καθαρίσει για πάρτη του. Έκοψα απότομα δεξιά, προς την κατάληψη –ρέστος από κουράγιο.

Για να ανακαλύψω ότι η συντονιστική έχει μερικές φορές δίκιο. Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Σπασμένη η κεντρική πόρτα, κανιβαλισμένα τα παράθυρα. Παρκάρω με τα μάτια στις σκιές των γύρω δρόμων. Πατάω σε γυαλιά θρυμματισμένα. Έφυγαν οι καργιόληδες;

Μια κοπελίτσα με ινδική φούστα κλαίει δίπλα στην είσοδο, πάω να πλησιάσω αλλά κόβω απότομα –έχει αίματα στο πάτωμα.
«Τι έγινε;» φωνάζω από εκεί που βρίσκομαι.
«Ήρθαν αυτοί!» κλαψουρίζει.
Τρέχω στο πίσω αίθριο, δεν υπάρχει ψυχή. Μόνο σπασμένα, τα πάντα σπασμένα –δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο. Αφίσες σκισμένες, πιάτα στους διαδρόμους, κουτάλια, μπρίκια του καφέ. Ανεβαίνω τις σκάλες, κάτι μπερδεύεται στο παπούτσι μου, σκύβω –μια δερμάτινη ζώνη με καρφιά, η αγκράφα της να χάσκει διαλυμένη. Μάλλον έπεσε κάποιο ξύλο εδώ.

Σπρώχνω τη ρηγμένη πόρτα, μπαίνω στο δωμάτιό μου. Λάσπες στο πάτωμα, οι βρωμιάρηδες πέρασαν σίγουρα από εκεί μέσα. Ευτυχώς έχω κρύψει στη ντουλάπα το σακ βουαγιάζ μου, πάω ν΄ανοίξω αλλά κάτι μαλακό υπάρχει εκεί –ένας ζεστός όγκος, κουβάρι. Κάνω πίσω κάπως χεσμένος. Μετά πέφτει ησυχία, το πλάσμα διπλώνεται ακόμα περισσότερο, όπου να ΄ναι θα πεταχτεί στα μούτρα μου.
«Τι σκατά είναι εκεί πέρα;» ψελλίζω.
«Εσύ είσαι;» ψιθυρίζει το πλάσμα.
Ησυχάζω.
«Ρε Βασιλάκη με κατατρόμαξες! Είσαι καλά;»
Τον βοηθάω να ξεκολλήσει από τη ντουλάπα ενώ εκείνος ακόμα τρέμει.
«Κάτσε ρε φίλε, πες μου τι έγινε».
Με κοιτάζει για λίγο.
«Στην αρχή ήρθαν … κάτι γείτονες λέγανε πως είναι… δεν ξέρω. Άντρες μεσόκοποι, γυναίκες με ποδιές… Φωνάζανε, πήγα μέσα να ειδοποιήσω τους άλλους… Μετά…», σταματάει, στήνει αυτί. «Ξανάρθανε!» ουρλιάζει.
Από κάτω ακούγεται θόρυβος, αλλαφιάζομαι.
«Κάτσε εδώ και μην κουνήσεις», του λέω.
Βγαίνω στο κεφαλόσκαλο, κόσμος μπαίνει φασαριόζικα αλλά τώρα είναι οι δικοί μας. Όσοι γυρίζουν από τη συναυλία.
«Άρη, εδώ!» ειδοποιώ.
Δρασκελίζει τη σκάλα, με φτάνει.
«Τι έγινε ρε πούστη μου;»
«Την πέσανε όσο λείπαμε», απαντάω.
«Γαμώ τη ζωή μου μέσα!» μουγκρίζει και τραβάει μια κλωτσιά στα ξύλινα κάγκελα. Σεισμός σκέτος.
«Τώρα τι κάνουμε;» αναρωτιέμαι.
«Ειδοποιούμε τον κόσμο και ξαναγεμίζουμε την κατάληψη. Δεν θα τους περάσει ρε φίλε!»
Από κάτω γίνεται χαμός, καταλαβαίνω ότι δεν ήταν μόνο γείτονες –έφεραν μπάτσους και μάζεψαν κόσμο. Ακούω ξύλα να σπάνε όσο τα παιδιά ψάχνουν να οπλιστούν, δεν ξέρω αν υπάρχει λόγος. Σε Κανονικές Συνθήκες οι μπάτσοι δεν θα ξανάρθουν τόσο γρήγορα, αλλά πλέον τίποτα δεν πηγαίνει κανονικά. «Τα Λασπωμένα Νερά πήραν πίσω το σπίτι μου», αυτό έγινε αν θες να ξέρεις. Κάθομαι προσεκτικά στα σκαλοπάτια, κόβω κίνηση.

Τα παιδιά μετριούνται, έχουμε χάσει πέντε άτομα. Μπορεί και έξη ή εφτά –όχι περισσότερους. Ακουμπάω πάνω στον Άρη.
«Ρε μαλάκα, αν ήθελαν να μας μαγκώσουν γιατί ήρθαν όταν λείπαμε; Και γιατί δεν έβαλαν ένα γαμωλουκέτο στην πόρτα; Τι είναι όλα αυτά;»
Βγάζει ένα πακέτο Σαντέ, στραπατσαρισμένο, ανάβει τσιγάρο.
«Μας παίζουν αδερφάκι, μας γλεντάνε. Πήραν κάποιους σήμερα, θα μας αφήσουν για λίγο και μετά θα ξανάρθουν όταν δεν θα τους περιμένουμε. Επειδή ξέρουν οι κοπρίτες οτι δεν μπορούν να μας δέσουν με κατηγορίες –όποιον πάνε σε δίκη θα δηλώσει περαστικός και θα φάει το πολύ μια αναστολή για υλικές ζημιές. Γι΄αυτό θα μας μαζεύουν λίγους-λίγους, να μας σπάσουν τον τσαμπουκά. Έτσι πάει το παραμύθι».
Ανάβω κι εγώ τσιγάρο.
«Τι θα κάνεις εσύ;» ρωτάω σα να μην ξέρω.
«Θα μείνω εδώ μέχρι να με βγάλουν. Κι όταν με βγάλουν θα ξαναμπώ –τι νόμισες;»
«Έχεις αρχίδια ρε Άρη. Εγώ κωλώνω κάπως».
Με κοιτάει χαμογελαστός.
«Τίποτα δεν έχω αδερφάκι, χεσμένος είμαι –όσο εσύ και περισσότερο. Αλλά δεν έχω που αλλού να πάω –κατάλαβες; Τίποτα δεν μου ‘χει μείνει, μόνο κάποιοι γνωστοί που κυκλοφορούν αρουραίοι των πρεζοδρομίων –εδώ θα μείνω φιλαράκι. Κι όποιος γουστάρει ας έρθει να με γαμήσει, ανοίξαμε και σας περιμένουμε».
Έλιωσε μετά το τσιγάρο κάτω από το παπούτσι του, έφτυσε τον αέρα αηδιασμένος και έκρυψε την κεφάλα του ανάμεσα στις παλάμες.

«Λοιπόν, ήρθαν να με πάρουν/ είπαν, θα μείνω στη στενή για την υπόλοιπη ζωή μου/ αλλά δε με νοιάζει –σκότωσα τη γυναίκα μου/ και, αδερφέ μου, ειλικρινά δεν θυμάμαι γιατί./ Τη θυμάμαι όμως ξαπλωμένη εκεί πέρα/ με κοίταζε και προσπαθούσε να χαμογελάσει/ οι τελευταίες λέξεις της ήταν ‘μωρό μου, σ΄αγαπάω’/ μετά έκλεισε εκείνα τα παιδικά μπλε μάτια», δεν είχε πει τον Βαρυποινίτη σ΄εκείνη τη συναυλία ο Αρχηγός, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα –έτσι νομίζω. Ειδικά όταν τίποτα δεν του έχει απομείνει.

19 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

athenian girl είπε...

ελευθερία είναι άλλη μια λέξη, για το δεν έχω τίποτα άλλο να χάσω, ε?

http://www.youtube.com/watch?v=WISX2oSExIA

αυτή είναι λίγο σιχαμένη, αλλά η τελευταία φράση μου θύμισε το τραγούδι

The Motorcycle boy είπε...

Αυτό το είδες από σχόλιό μου -έτσι; Ποια είναι σιχαμένη ρε συ; Η Τζάνις; Το τραγούδι καλώς σου το θύμισε, από εκεί ήταν η ατάκα.

Υ.Γ.: Ταυτοχρόνως σχολιάσαμε μεταξύ μας.

athenian girl είπε...

από πιο σχόλιο;
βέβαια, ένα καλό συσχετισμό κάναμε κ αμέσως ήταν δικός σου.

εμένα δε μ αρέσει η τζάνις γιατί είναι εντελώς κλάψα, αλλά το τραγουδάκι είχε καταφέρει κάποιος να το κατανοήσω στίχο στίχο, οπότε δε με δυσκόλεψες.

The Motorcycle boy είπε...

Το είχα γράψει σε ένα φιλικό μπλογκ χτες-προχτές, αλλά τώρα είδα οτι το είχα διατυπώσει διαφορετικά. Σαφώς και ΟΛΟΙ οι καλοί συσχετισμοί είναι ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ, το οτι αυτός έγινε από σένα αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα (χαχαχα, τι ωραία που τα γράφω ο πούστης!)

Ε όχι και κλάψα η Τζάνις! Εντάξει, νιαουρίζει αλλά το κάνει με πολύ γρέζι και τσαμπουκά (π.χ. Μέρσεντες Μπενζ), αμάν πια! Άτιμη νεολέρα!

Μπράβο του κάποιου που κατάφερε να κατανοήσεις στίχο-στίχο αυτό το διαμάντι, να υποθέσω οτι ήταν παιδί γαλαζοαίματο σαν όλους τους δυτικούς; Χαχαχα

άσωτος είπε...

τωρα γιατι την εκανε λαμογιο απο την αλεξ δεν το επιασα αλλα οκ. νικ θεος ξερεις... οχι κλαψα η τζανις ρε αθηναια με τιποτα ολα τα αλλα μπορει αλλα οχι κλαψα...

The Motorcycle boy είπε...

Γιατί την ανθίστηκε ο μάγκας οτι όλη την προίκα της θα τη φάει στην πρέζα η τύπισσα και δε θα μείνει τίποτα να μασήσει αυτός -δεν το κατάλαβες ρε;

Καλά, πήγαινε στο προ-προηγούμενο στα "Γαμψά νύχια", στο 24, να δεις βρισίδι που ρίχνει η άλλη η τρελαμένη η ell στη Τζάνις! Η Αθηναία είναι σκέτη διακριτικότης λέμε, χεχε.

The Outsider είπε...

Με λίγα λόγια, ο μάγκας πέρασε μια υπέροχη μέρα...
http://www.youtube.com/watch?v=QYEC4TZsy-Y&feature=related

The Motorcycle boy είπε...

Μέσα είσαι, χαχαχα.

RaZz the sociology girl είπε...

lookin forward to the next part!! ante poly to argeis :p

p.s. m aresei pou mphkan kainouria proswpa sthn istoria. akoma prospa8w n apofasisw poios einai o perissotero fucked up ap tous hrwes. fainomenika to prwtagwnistiko zeugos alla epeidh to pame stoixhma me exei ma8ei n agapw ta outsider, pontarw mitsuko. opoios eixe onoma sagionaras pote den eixe kalo telos.

The Outsider είπε...

Σόρρυ αλλά το μόνο Outsider εδώ μέσα είμαι εγώ!!(πλάκα!)

Motor δεν μου αρέσει να βάζω τραγούδια από τους ίδιους καλλιτέχνες αλλά αυτό το βάζv για την κουβέντα που είχες με το διαδυκτιακό φιλαράκι μου.Επίσης το αφιερώνω στην πριγκίπισσα Άλεξ που έχει στοιχιώσει στις σκέψεις μου σπάζοντας το κεφάλι μου να φτιάξω την εικόνα της.
Σύμφωνω μαζί σου στο ότι αυτό το παλιοπράγμα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο έργο σπουδαίων δημιουργών και στην διαμόρφωσή των πνευμάτων τους αλλά στα περισσότερα συμφωνω με το ellακι. Γειά σου Motor! Καλή βδομάδα να έχεις!

http://www.youtube.com/watch?v=Buh5AtaqEFE&feature=related

The Motorcycle boy είπε...

Θες να μάθεις το τέλος ολονών ε Raz; Θα το κάνω λοιπόν σε στυλ "τρελλό θηριοτροφείο" που έλεγε στους τίτλους τέλους τι έκανε στην υπόλοιπη ζωή του ο κάθε ήρωας, χεχεχε.

Καλά κάνεις και το βάζεις Outsider, ότι μπαίνει εδώ μέσα για καλό είναι. Εύκολο είναι πάντως να φτιάξεις την εικόνα της Άλεξ, είναι ότι ερωτεύτηκες και δεν πρόλαβες να χαρείς.

ell είπε...

Υπεροχο ρε συ!!!
είναι πολύ ωραία που στο άσχετο βάζεις κομμάτια όπως αυτό της καταληψης κ όταν λεω στο άσχετο εννοω ότι δεν ξεκίνησε έτσι η ιστορία κ ούτε παει να το παίξει τρελη πολιτικοποιήση κ επανασταση ο τύπος αλλα αυτοί είναι οι αληθινοί!!!

αυτό είναι στοιχειο που ήταν κ στον μοντεζουμα αν θυμασαι, με τα πολιτικά

επίσης γαμάτη λεπτομέρια αυτή με τον άγγλο στη συναυλιά χαχαχα!!!

κ φυσικα τα κολληματα σου με τον αρχηγο κ ο ονειρικός συνδιασμος με το... κεφαλί του ηρωα κ αυτα που είναι μεσα του

γλυκητατος ο μικρος με τα γυαλια!
αν κ έχω προβλ. με τα κοινοτυπα επιθετα που χρησιμοποιω

Υ.Γ "Σου βουλώσω κάνα μάτι, σσσου πω εγώ!» μουγκρίζει η πάνκισα."

ρε Μότορ παλι για φακτσουαλ ερρορ θα μιλαμε :Ρ
δεν έχω ξανακούσει γυναικα χωρις λόγο ή κ με λόγο να λέει τετοιες μαλακίες! φασιστακι ανεγκεφαλο άντρα μπορεί

απο την άλλη έχω ακουσει γυναικες που δε μιλανε έτσι κ δε λενε μαλακίες αλλα είναι σκετο δηλητήριο...

ell είπε...

Υπέροχα τα κομμάτια του Outsider!!!

ωραίο αυτό με τη μουσική ε;

Υ.Γ. "Άτιμη νεολέρα!"
πάντως για γέρος μια χαρα γραφεις κάποια πραγματα! :ΡΡ

όπως όταν προκειται για πολιτική
ή το κομματι με την καταληψη που έβαλες στην ιστορία

με την περιγραφή χαρακτήρων δεν τα πας καλα! είναι που σας γεμίσανε το κεφάλι σας -κάποιος "φίλος" το λεγε πολύ αυτό:ΡΡΡ-(τη γεννιά σας) να βγάζετε ευκολα συμπεράσματα από πυροτεχνήματα (π.χ. για τους καλλιτέχνες που λεγαμε, όχι για το έργο τους)
:ΡΡΡ

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, ξέρω ΄γω; Κοίτα, δεν είναι ακριβώς στο άσχετο τα κομμάτια σαν αυτό της κατάληψης επειδή όλη αυτή η ιστορία δεν είναι σε στυλ νουβέλα με ενιαία υπόθεση, ας πούμε. Είναι περισσότερο αναμνηστική -καταγραφής γεγονότων και συνήθως τα γεγονότα δεν είναι αυστηρά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Η λεπτομέρεια με τον Άγγλο στη συναυλία είναι πραγματικό γεγονός, χαχαχα. Τραύμα!

Συμπαθητικός ο μικρός με τα γυαλιά ε; Καλά -καλό κουράγιο τότε, θα σου χρειαστεί στο επόμενο κομμάτι στο οποίο πρωταγωνιστεί.

Αν δεν έχεις ακούσει γυναίκα να μιλάει σαν την πάνκισσα, απλώς δεν έχεις ακούσει καμιά από αυτές τις πάνκισσες του '80. Και λογικό είναι επειδή τότε ήσουνα αγέννητη σχεδόν. Τέλος πάντων -συμβαίνουν αυτά.

The Motorcycle boy είπε...

Δίκιο έχεις -μας γεμίσανε το κεφάλι με σκατά καουτσούκ, απ΄αυτά που τα κλωτσάς και κάνουν γκελ και σου ξανάρχονται. Έτσι πάει.

ell είπε...

Δεν το πιστευω αυτό
για πλακα το είπα γιατί συνεχώς το πετουσες εσυ!!!

κ γιατί στην τελική ολων τα κεφάλια είναι γεμισμένα με διάφορα κ διαφορετικά σκατα

The Motorcycle boy είπε...

Συμφωνώ ΑΠΟΛΥΤΩΣ με το τελευταίο που λες.

ell είπε...

μια διευκρινιση
το "δεν το πιστευω αυτό" πάει στο
"μας γεμίσανε το κεφάλι με σκατά καουτσούκ"

δε μ έχεις συνηθίσει έτσι ρε Μότορ!
κάτι με χαλαει τώρα, αυτό το ΑΠΟΛΥΤΩΣ κ το συμφωνω...
(ξέρεις η τρελη, χαχαχα)
που δε βρίσκεις άκρη μαζί της!

:ΡΡΡ

The Motorcycle boy είπε...

Για το δικό μας κεφάλι μιλούσα έτσι; Πολλών της γενιάς μου.

Τέλος πάντων -πάσο και τα ρέστα δικά σου.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι