Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

15. «Την πατήσαμε, αυτό έγινε …»

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.
14. Ο ήρωας αναλύει τον συναισθηματικό του κόσμο στην Έλλη πριν κηδέψει την θηρώδη Τενερέ 600.


Φτάσαμε στο σκάφος αλλά ήταν πήχτρα σκοτάδι, η θάλασσα φούσκωνε ανεβαίνοντας στην πρύμνη, τα ξύλα έτριζαν και η Ρέα άφαντη. Όπως ακριβώς το λέω. Βρήκαμε το κλειδί στη θέση του, κρυμμένο, μπήκαμε, φωνάξαμε –τίποτα.
«Τι έγινε εδώ;» αναρωτήθηκα.
Η Έλλη δεν απάντησε, μόνο μια πόρτα καμπίνας κοπάνησε κλείνοντας από τον αέρα. Σταθήκαμε στη μέση της τραπεζαρίας ψάχνοντας την επόμενη κίνησή μας.
«Λες να ήρθαν και να την πήραν;» είπε σε μια στιγμή η Έλλη.
Το φοβόμουν κι εγώ. Αλλά δεν μπορούσα να στηρίξω πουθενά το σκηνικό –τίποτα δεν ήταν αναποδογυρισμένο, όλα τακτοποιημένα όπως ακριβώς τα αφήσαμε και η τσάντα της Ρέας άφαντη.
Τι σκατά είχε συμβεί εδώ πέρα;
«Μήπως πρέπει να την κοπανήσουμε;» μουρμούρισε η Έλλη.
«Μπα –μην τρελαίνεσαι. Θα ήταν ήδη εδώ να μας περιμένουν αν είχε καρφωθεί το μέρος …»
«Αν όμως …»
Την κοίταξα.
«Ακόμα υποψιάζεσαι τη Ρέα –έτσι;»
Απέφυγε να απαντήσει. Πήγε προς την κουζίνα, ψαχούλεψε τα ντουλάπια, έβγαλε διάφορα απροσδιόριστα πράγματα, μετά άνοιξε το ψυγείο –εγώ κάθισα στο μεγάλο τραπέζι χαζεύοντας έξω από τα φινιστρίνια. Την άκουγα να κοπανάει πράγματα στον πάγκο της κουζίνας, σε λίγο η τραπεζαρία γέμισε μουσική –κάτι νοσταλγικό κι αρχαίο από Βέρα Λυν, αυθεντική εκτέλεση νομίζω. «Αν ο ήλιος πρέπει να κατρακυλήσει από τα σύννεφα/ αν η θάλασσα πρέπει να στεγνώσει στα ξαφνικά/ αν μ΄αγαπάς, αν στ΄αλήθεια μ΄αγαπάς/ ας γίνουν όλα αυτά, δε με νοιάζει».
Πλησίασε κρατώντας τη σαμπανιέρα γεμάτη πάγο -μέσα βολόδερνε ένα μπουκάλι λευκό κρασί -άφησε και δυο ποτήρια πάνω στο τραπέζι.
«Για τα κεράκια πρέπει να φροντίσεις εσύ –νομίζω», είπε ντροπαλά.
Την κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω, δεν απέφυγε το βλέμμα μου –χαμογέλασε μόνο. Σηκώθηκα να ψάξω για κεριά, βρήκα εύκολα –όμως ο γαμημένος ο zippo είναι μπελάς αν πας ν΄ ανάψεις πλαγιάζοντάς τον.
«Γιατί όλα αυτά;» αναρωτήθηκα καίγοντας τις άκρες των δαχτύλων μου.
«Θα χαμογελάσω και ποτέ δεν θα μετρήσω το κόστος/ αν μ΄αγαπάς, αν στ΄αλήθεια μ΄αγαπάς/ ας γίνουν όλα αυτά αγάπη μου, δεν με νοιάζει», απάντησε η Βέρα Λυν από τα ηχεία.
Το δέχτηκα.

Καθίσαμε μετά αγκαλιασμένοι, αδειάσαμε τα ποτήρια μας αμίλητοι, αποφεύγοντας να κοιταχτούμε. Είχα αιώνες να ακούσω αυτό το τραγούδι, απορούσα που το βρήκε η πιτσιρίκα. Αλλά προτίμησα να μην ξεκινήσω κουβέντα σχετικά. Ήμουν μαλάκας, αλλά όχι τόσο. Την τράβηξα να κολλήσει πάνω μου και όλα έγιναν ζεστά σαν τη θάλασσα του Ιούλη καθώς έκλεινα τα μάτια.
«Κι αν στο τέλος η ζωή μας ξοφλήσει πάνω στη γη/ θα μοιραστώ μαζί σου την αιωνιότητα/ αν μ΄αγαπάς, αν στ΄αλήθεια μ΄αγαπάς/ ότι και να γίνει δε θα με νοιάζει», είπαν τα ηχεία.
Μετά τη φίλησα αργά –ένιωσα το κρασί στη γλώσσα της, είπα να κρατήσω κλειστά τα μάτια αλλά δεν μπορούσα. Γιατί ήταν αδύνατο να μην την κοιτάζεις –κατάλαβες; Στο δεξί χέρι κρατούσα ακόμα το ποτήρι, αναρωτήθηκα πόσο κρασί είχε απομείνει εκεί μέσα. Για να το διαπιστώσω ζύγισα το ποτήρι ανάμεσα στα δάχτυλά μου, αμέσως μετά ένιωσα υγρασία στον καβάλο μου, σα να είχα κατουρηθεί. Πάγωσα.
«Τόσο γρήγορος είσαι λοιπόν;» κορόιδεψε η Έλλη.
«Ολυμπιονίκης!» είπα χαζά.
Μου πήρε το ποτήρι που έσταζε ακόμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου, ήπιε μια γερή γουλιά από το δικό της και με φίλησε αδειάζοντας το κρασί μέσα στο στόμα μου. Το γούσταρα αυτό –αν και παραλίγο να με πνίξει.
Την κοίταξα.
«Τίποτα από όλα αυτά δεν έπρεπε να γίνει», μουρμούρισα.
«Αν μ΄αγαπάς, αν στ΄αλήθεια μ΄αγαπάς, ότι και να γίνει δε με νοιάζει», απάντησε.
Είχε κάποιο δίκιο. Κι εγώ δηλαδή, πριν τη γνωρίσω έτσι τα έβλεπα τα πράγματα.
«Μεγάλα λόγια», αποφάνθηκα, όχι όσο επιτιμητικά θα ήθελα.
«Ναι, έχεις δίκιο», είπε ενώ σηκωνόταν.
Το χέρι της βρέθηκε αγκιστρωμένο στο δικό μου, έτσι λοιπόν με τράβηξε μαζί της κι εγώ δεν έκανα καμιά προσπάθεια να κοντράρω. Άλλωστε, ποτέ στη ζωή μου δεν είχα αυξημένες αντιστάσεις και η συγκεκριμένη στιγμή δεν ήταν η πιο κατάλληλη για να τις αποκτήσω. Καθώς πηγαίναμε για την καμπίνα, γύρισε και με κοίταξε. Όχι μόνο με εκείνα τα υπέροχα μάτια –με όλο της το σώμα με κοίταξε, για μια ολόκληρη στιγμή. Αλλά αυτό ήταν αρκετό ώστε να χαθεί κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Το μεσημέρι μας βρήκε δεμένους κόμπο σε μια κουκέτα, έλυσα τα χέρια της από πάνω μου, αργά, διστακτικά –γιατί δεν ήθελα να την ξυπνήσω. Και δεν ήθελα να φύγω από δίπλα της. Πήγα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ, έξω από τα φινιστρίνια με σημάδευε ένας «η χαρά των ερωτευμένων πιτσουνιών» ήλιος. Έπρεπε να το πάρω απόφαση, σ΄αυτή τη χώρα, οι μέρες αντέχονταν μόνο με μαύρα γυαλιά. Όμως εκείνο το μεσημέρι είχα ανάγκη από αληθινή προστασία και το κορίτσι που κοιμόταν ξεσκέπαστο –μπορούσε να μου προσφέρει τα πάντα εκτός απ΄αυτό. Σκέφτηκα να βάλω τα κλάματα, αλλά δεν ήμουν ικανός, ήθελα να βάλω τα γέλια αλλά δεν είχα τόσο θάρρος. Γι΄αυτό προτίμησα τον καφέ φίλτρου –εγγυημένη απόδοση.
Παρακολουθούσα τις σταγόνες να γεμίζουν την καφετιέρα όταν με φώναξε. Πήγα κοντά της χωρίς να πάρω τα μάτια μου από το θέαμα, λες και θα με ξυπνούσε η εικόνα από μόνη της. Κάθισα στην κουκέτα –με τράβηξε πάνω της απότομα.
«Μη με ξαναφήσεις να ξυπνήσω μόνη στο κρεβάτι», παρακάλεσε.
«Τώρα… βρήκες τον άνθρωπο!» γέλασα.
«Άσε το υφάκι σε μένα … έστω για σήμερα …», μουρμούρισε.
«Δεν γίνεται μωρό μου –πάει πακέτο το όλο πράγμα», της είπα. «Θα σηκωθείς ή να σου φέρω καφέ στο κρεβάτι;»
Τεντώθηκε για να μου υπενθυμίσει πόσο ακαταμάχητη ήταν.
«Εξαρτάται», χαμογέλασε. «Τι σκοπούς έχεις για μετά τον καφέ;»
Κοίταξα προς την πόρτα, σκεπτικός, λες και μόλις είχε μπει ο Δούκας του Χάλιφαξ.
«Τι σκοπούς; Τα συνηθισμένα. Μετά τον καφέ λέω να κάνουμε μια ήσυχη βόλτα μέχρι την κλινική και να πάρουμε τον Πέτρο», την πληροφόρησα.
«Έτσι απλά;» ρώτησε.
«Έτσι απλά. Αν εξαιρέσεις κάποιο πιστολίδι και μερικά ανοιγμένα κεφάλια …».
Σηκώθηκε και ντύθηκε χωρίς να με κοιτάξει.

Μπήκα στη θέση του οδηγού και της άνοιξα την πόρτα δίπλα μου. Ο ήλιος είχε μανιάσει εκεί πάνω, σε λίγο θα κατέβαινε να μας ψήσει σαν αυγά-μάτια.
«Γιατί δεν οδηγώ εγώ σήμερα;» ρώτησε.
«Επειδή πρέπει να ακολουθήσουμε ένα γαμημένο σχέδιο», απάντησα.
«Που είναι ποιο;»
Άλλαξα απότομα ταχύτητα, τρανταχτήκαμε, κοίταξα πέρα μακριά.
«Πάμε στην κλινική. Εσύ μπαίνεις μέσα, ζητάς τον Πέτρο, υπογράφεις και χαρτιά αν χρειαστεί. Είσαι η αδερφή του και τον παίρνεις για μια βόλτα. Πως σου φαίνεται;»
«Μαλακία σκέτη. Αλλά τέλος πάντων, ας πούμε ότι γίνονται έτσι τα πράγματα …»
«Ας το πούμε, μέρα που είναι!»
«Τι γίνεται αν με βουτήξουν και με κρατήσουν μέχρι να έρθει η αστυνομία;»
«Μπουκάρω σε στυλ ‘Οργισμένο Είδωλο’ και τους γαμάω τα πρέκια».
«Καλά, εντάξει!»
Την κοίταξα.
«Διαφωνείς;»
«Έχει σημασία;»
«Καμία απολύτως».
«Εντάξει τότε –δεν διαφωνώ».
Κοίταξε έξω από το παράθυρο, έψαχνε κάτι ή έτσι μου φάνηκε.
«Κι αν έχει μπάτσους απέξω;» ρώτησε μετά.
«Κανονίζω εγώ», είπα.
«Δεν μου αρέσει αυτό»,διαπίστωσε.
«Καλά –φάε μόνο τις πατάτες», πρότεινα.
«Όμως …»
«Όμως δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος».
«Δεν ξέρω …» μουρμούρισε.
«Δεν τρέχει τίποτα», την παρηγόρησα.

Η κλινική φάνηκε μπροστά μας μετά από ένα εικοσάλεπτο μουγκαμάρας. Πέρασα με κανονική ταχύτητα απέξω, προσπαθώντας να κόψω κίνηση. Ο ίδιος βλάκας σεκιουριτάς, ο γνωστός κηπουρός και το προαύλιο άδειο από τρελάρες. Όλα κανονικά. Όλα; Εκτός από ένα πράγμα –δεν υπήρχε πουθενά μπατσικό αυτοκίνητο. Βλαστήμησα καθώς απομακρυνόμουν.
«Τι έγινε;» ρώτησε η Έλλη.
«Δεν βλέπω πουθενά τους μπάτσους», είπα.
«Λες να έφυγαν;»
Γέλασα.
«Τι κάνουμε τώρα;» ξαναρώτησε.
«Βόλτες. Κάνουμε βόλτες στα πέριξ».
Και έκοψα ταχύτητα με το μάτι στον καθρέφτη, μήπως τυχόν με είχαν πάρει από πίσω. Στα 500 μέτρα ήταν μια πλατεία, έκανα τον κύκλο –δυο αυτοκίνητα σέρνονταν πίσω μου. Έκανα ακόμα έναν κύκλο, τα αυτοκίνητα έφυγαν. Τρίτος κύκλος, έλεγξα τα παρκαρισμένα στην περίμετρο της πλατείας –τίποτα άξιο λόγου. Με αυτές τις μαλακίες ξεχάστηκα κι έκανα ακόμα έναν κύκλο.
«Θα το πάμε πολύ ώρα το καρουζέλ; Γιατί κοντεύω να ξεράσω», με σκούντησε η Έλλη.
«Κανείς δεν μας ακολουθεί γαμώ το κέρατό μου!» φώναξα.
«Αυτό μπορεί και να είναι καλό», διαπίστωσε.
«Το τελευταίο καλό πράγμα που μου συνέβη με μπάτσους κατέληξε σε 20 χρόνια κρυφτό και τον κολλητό μου με ζουρλομανδύα», της θύμισα.
«Αλλάζουν οι καταστάσεις …», είπε.
«Σκατά αλλάζουν! Θα μας περιμένουν μέσα στην κλινική –να το δεις! Κι όταν μπεις, θα σε βουτήξουν στην ψύχρα».
Άγγιξε το μέτωπό μου απαλά.
«Κι αυτό τι σημαίνει; Εξακολουθούμε να μην έχουμε άλλο σχέδιο –θυμάσαι;»
Θυμόμουν ο μαλάκας! Όλα τα θυμόμουν! Και κυρίως εκείνο το παλιό ρητό που έλεγε ότι «αν μπλέξεις γυναίκα με δουλειά, το μόνο που θα γαμήσεις είναι η δουλειά». Σκατά εις το πηλίκον δηλαδή!
«Θα πάω εγώ», της είπα. «Μόνος μου, θα μπω και θα τον πάρω με το ζόρι».
«Τώρα λες σαχλαμάρες. Αν έχει μπάτσους μέσα θα σε καθαρίσουν πριν καταφέρεις να τον πλησιάσεις. Κι αν δεν έχει …»
Έτσι πήγαινε το πράγμα –δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Η μόνη ελπίδα που είχαμε να βγάλουμε τον Πέτρο ήταν να πάει εκείνη.

Πάρκαρα έξω από την κλινική ξεφυσώντας. Άνοιξε την πόρτα πριν ακόμα σταματήσει το αυτοκίνητο. Την έπιασα και την τράβηξα πίσω.
«Άκου κάτι», είπα κρατώντας το χέρι της. «Κοίτα να μη φας καμιά αδέσποτη με το ‘καλησπέρα’, όλα τ΄άλλα διορθώνονται. Θα περιμένω δεκαπέντε λεπτά ακριβώς, αν δεν βγεις θα έρθω να σε βρω. Άμα πέσεις σε μπάτσους κάνε την παρθένα –‘με απήγαγε το ανθρωπόμορφο κτήνος’ κι έτσι. Καθυστέρησέ τους και περίμενε. Αν θέλουν να σε βγάλουν έξω –άστους να το κάνουν. Θα τους γαμήσω εδώ, επιτόπου. Κατάλαβες;»
Χαμογέλασε.
«Είσαι πολύ όμορφος κάποιες φορές –το ξέρεις;» είπε τελικά.
Κοίταξα νευριασμένος έξω από το παράθυρό της.
«Ναι, μου το έλεγε κι η μάνα μου κάθε φορά που έτρωγα όλο μου το φαΐ. Τώρα κοίτα να μείνεις ζωντανή και άσε τα υπόλοιπα για το σεληνόφως. Αν προλάβουμε να το δούμε παρέα».
Γύρισε την πλάτη, έφυγε περπατώντας αθόρυβα σαν παραμύθι. Κι εγώ κοίταξα τον καρπό μου για να διαπιστώσω ότι, όπως ακριβώς συνέβαινε τα δέκα τελευταία χρόνια, δεν φορούσα ρολόι! Ήμουν έτοιμος να σπάσω τα πάντα μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά ευτυχώς ανακάλυψα κάποιο ρολόι στο καντράν οπότε ηρέμησα. Προσωρινά.
Μετά σιγουρεύτηκα ότι το ρολόι δεν δούλευε –οι δείκτες κολλημένοι στο ίδιο σημείο, για πάνω από δέκα λεπτά! Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο δείκτης κινήθηκε για να με πληροφορήσει ότι ένα λεπτό είχε μόλις περάσει. Έστριψα τσιγάρο.
Ο λαιμός μου έτσουζε, το χαρτί μαλάκωνε, υγραινόταν γιατί δεν άφηνα το τσιγάρο ν΄αναπνεύσει. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο, έβαλα το χέρι μου στη μέσα τσέπη, χούφτωσα το Άρκους. Μέτρησα –στο 10 θα πεταγόμουν έξω να τρέξω πίσω της -μέτρησα, 1, 2, 3, 4, 5 … Τότε η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε με τρομακτικό θόρυβο. Πετάχτηκα –το τσιγάρο έπεσε ανάμεσα στα πόδια μου. Πήγα να τραβήξω το Άρκους όσο γύριζα, ευτυχώς εκείνο πιάστηκε στο στρίφωμα της τσέπης.
Η Έλλη καθόταν δίπλα μου κατακόκκινη –αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που με ένοιαζε. Την κοίταξα αμίλητος.
«Ο Πέτρος δεν είναι μέσα», είπε απλά.
«Πως το ‘πες αυτό;» πετάχτηκα.
«Ο Πέτρος. Πήγα στη ρεσεψιόν, τον ζήτησα, ‘είμαι η αδερφή του’, μια παλιόγρια ήταν εκεί –ούτε που με κοίταξε. Άνοιξε ένα ντοσιέ, κάτι κοίταξε –‘έφυγε σήμερα το πρωί’, έτσι μου είπε. ‘Έφυγε; Πως έφυγε;’ ‘Κανονικά κυρία μου –πήρε εξιτήριο και έφυγε’! ‘Μόνος του;’ ‘Ολομόναχος’! Πήγε να μ΄αρχίσει στα ‘ποια είμαι’ κι έτσι την κοπάνησα τρέχοντας», σταμάτησε να μιλάει –λαχανιασμένη.
Κοίταξα έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια χλωμή υγρασία πάλευε κόντρα στις ακτίνες του ήλιου –αλλά δεν φαινόταν να προσπαθεί ιδιαίτερα. Κάποια μέρα θα έπρεπε να κάνω κάτι, εγώ, γι΄αυτό. Για την υγρασία.
«Δεν λες τίποτα;» ρώτησε η Έλλη.
«Λέω ότι κάποιος μας παίζει πολύ άσχημα, αλλά θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου. Για την ώρα, πάμε να φύγουμε πριν μας πάρουν είδηση οι ντομάτες και σηκωθούν μόνες τους από τα καφάσια».
Έβαλα μπροστά, πετάχτηκα στη μέση του δρόμου ευτυχώς δεν βρέθηκε κανένας άτυχος στο διάβα μου. Όσο απομακρυνόμουν τόσο πιο πολύ έτρεχα –είχα δίπλα μου την Έλλη και μια διάθεση για θάνατο να παίζει μπιλιάρδο ανάμεσα στα μηνίγγια μου. Αλλά δεν παραπονιόμουν –γιατί, χρόνια τώρα, ήξερα ότι οι χειρότερες μέρες ξημερώνουν με τον ομορφότερο τρόπο.


(ναι, έχει και παρακάτω)

8 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Ναι, ευτυχώς που έχει και παρακάτω γιατί μας αφήνεις πάντα με τον .... στο χέρι!

Υπέροχο, απλό κομμάτι... και αυτόν τον κινικό ερωτευμένο ήρωα πολύ τον γουστάρω.

Αλήθεια, αυτό το τραγούδι της Βέρα Λύν, τι τίτλο έχει?

Προχώρα Μεγάλε, να γα.... τους πάντες...

The Motorcycle boy είπε...

"If you love me really love me", Vera Lynn αυτό είναι το κομμάτι. Νομίζω οτι κάτι βρήκα εδώ -εσύ τι λες;

Όλοι οι ερωτευμένοι είναι κυνικοί γιατί χλευάζουν την αιωνιότητα, λατρεύοντας τη στιγμή.

Νομίζω οτι το άκουσε ο Μεγάλος και προχωράει να τους γαμήσει όλους. Όχι ο ήρωας της ιστορίας -ο Μεγάλος.

RaZz είπε...

RESPEK!!!!!

μ' αρέσει που αυτό το επεισόδιο ενώ είναι φαινομενικά ήρεμο έχει τρελή ένταση underneath. κάτι σαν συναυλία πανκομπάντας από ανάπηρους ένα πράγμα -αυτοί στα καροτσάκια τους να παίζουν ήσυχα κι από κάτω το πλήθος να σκοτώνεται στο moshpit.

Puppet_Master είπε...

αν μπλέξεις γυναίκα με δουλειά, το μόνο που θα γαμήσεις είναι η δουλειά

axaxaxaxa petiximeno.

mas exeis vgalei ton karkino padws.aman...

άσωτος είπε...

χμ, εφυγε μονος του... μηπως ο πετρος ειναι καργιολης και εχει χτισει μια τεραστια πλεκτανη; μηπως εχω δει πολυ χολυγουντ στη ζωη μου;

The Motorcycle boy είπε...

razz, ήρεμο επεισόδιο είναι αυτό που σκοτώνονται καμιά κατοστή άτομα και γεμίζει ο δρόμος άντερα και αίμα. Επεισόδιο με το πρώτο πήδημα δεν μπορεί να είναι ήρεμο. Μην τα ξεχνάμε αυτά.

puppet, τι να κάνω μάνα μου; Να τα ποστάρω πριν τα γράψω; Δεν δύναμαι!

Άσωτε, με τη χολυγουντιανή οπτική -κοντά είσαι, αλλά από άλλο δρόμο. Δεν υπάρχει χειρότερος καργιόλης από αυτόν που αφήνει 20 χρόνια τον κολλητό του πίσω από τα κάγκελα, φίλε.

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω ότι αν δεν άφηνε τον κολλητό του 20 χρόνια πίσω από τα κάγκελα, δεν θα γραφόταν αυτή η ιστορία. Οπότε καλά τούκανε!

Κάτι θα ξέρεις εσύ για την "λατρεία της στιγμής!"

Κι ο ήρωας κι ο Μεγάλος, ένα και το αυτό... θα μπορούσε να είναι.

Το τραγούδι πολύ δυνατό!Που πάς και τα βρίσκεις...

The Motorcycle boy είπε...

Μα είδες ο πούστης που πάω και τα βρίσκω! Είδες! Αν και νομίζω οτι αυτό το τραγούδι έπαιζε σε κάποια ταινία -μάλλον έχω καλές επιρροές λοιπόν.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι