Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2009

29. Αλάτι

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
20. "Και δεν θα ξεχάσω ν΄αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου"
21. Η μέρα πριν
22. Σελιλόιντ από λιωμένη ζάχαρη
23. "Επιστρέφεται στον παραλήπτη"
24. Επειδή γαμψά νύχια χάιδεψαν τα κεφάλια μας
25. Εισιτήριο από τον άλλο κόσμο
26. "Στον αέρα πήδηξε ο διάβολος"
27. Έξοδος κινδύνου -παράθυρο ή ντουλάπα;
28. Έρχονται όταν κοιμάσαι

Αλλά θέλω να την ξαναδώ. Δε με νοιάζει το «γιατί», δεν ψάχνω τίποτα περισσότερο –μόνο το «πως» με ενδιαφέρει. Μάλλον σε στυλ «ο ντετέκτιβ Φάντασμα», μακριά καμπαρντίνα, καπέλο μέχρι τη μύτη, καλά κρυμμένος στις σκιές –αόρατος. Γίνεται;

Στρογγυλοκάθισε κανονικά το καλοκαίρι, μας το κουβάλησαν ένα πρωί οι μπάτσοι στο σταθμό του τρένου -περίμεναν να αποβιβαστούμε για τις εθιμοτυπικές φάπες, η τιμή των όπλων. Άρπαξαν τις περισσότερες οι άσχετοι επιβάτες, εμείς ξεμπουκάραμε νικητές και τροπαιούχοι με τις ορδές των χουλιγκάνων –κάνανε ότι μας δέρνανε και κάναμε ότι τρέχαμε να γλιτώσουμε φοβισμένοι, τίμια παράσταση.

Κατέληξα στο σπίτι των γέρων μου και κοιμήθηκα γύρω στον ένα μήνα σερί.

Τώρα περνάω πολλές ώρες στου Μπιλ του Χοντρού, συνήθως μόνος, με δυσκολία αποφεύγοντας τις παρέες. Πιάνω ένα τραπέζι στο εσωτερικό του μαγαζιού, όταν όλοι οι άλλοι κάθονται έξω, ακούω αποσπασματικά τις φωνές τους και συναρμολογώ ιστορίες. Το συγκρότημα του Μάριου προβάρει σε κανονικό στούντιο εταιρείας, θα βγάλουν, λένε, κάποιο σινγκλάκι. Ο Ζόμπι ψάχνει λεφτά να ανοίξει φυτώριο, η αδερφή του ψάχνει μαλάκα να κάνει μεταπτυχιακό, η Μαρία η Βρωμιάρα ψάχνει κουμπάρο να την παντρευτεί με τον σκουπιδιάρη της και ο Τσου Λου δεν ψάχνει τίποτα απολύτως. Αντιθέτως, οι μπάτσοι ψάχνουν τον Ιντζέ «δι’ υπόθεσίν του», ο Στάθης ξέρει που κρύβεται αλλά δε μιλάει, οι μπάτσοι κάνουν δύσκολη τη ζωή του Στάθη και περιμένουν, έχουν ρίξει κάτι χαφιέδες στο μαγαζί του Μπιλ –προχτές πούλησαν φούντα σε δυο πιτσιρίκια και μετά τα σβέρκωσαν επιτόπου για «εμπόριο και κατοχή». Νοικοκυρεμένα πράγματα.

Κάθομαι αντιμέτωπος με την παγωμένη μπύρα και σκέφτομαι ότι θέλω να την ξαναδώ, αυτό μόνο. Απέναντί μου μια οξυζενέ ξανθιά που έχει δει καλύτερες μέρες. Αλλά πάνε χρόνια από τότε –μόνο το στυλάκι της έχει απομείνει και μια αγριάδα τρομακτική στο άσπρο του ματιού, φοράει δικτυωτό καλσόν, μίνι φούστα και κολλητή μπλούζα, κοκαλιάρα –σούργελο κάπως. Την παρακολουθώ όσο παραγγέλνει την τρίτη μπύρα της, βγάζει ένα σακουλάκι τσιπς από την τσάντα και ζητάει έξτρα αλάτι από τον Μπιλ. Ο Μπιλ της το πηγαίνει στο τραπέζι βρίζοντας όσους νομίζουν ότι το μαγαζί είναι εστιατόριο πολυτελείας και απορώντας για το πότε θα ζητήσει η ευγενής πελατεία τίποτα αγκοστούρα να πούμε. Η ξανθιά ανάβει το εκατοστό σλιμ τσιγάρο της και αλατίζει ανελέητα το σακουλάκι αδιαφορώντας για τη γκρίνια του Μπιλ. Γελάω -αποφασίζω να κάνω επαφή μαζί της.
Σηκώνομαι λοιπόν με το ποτήρι στο χέρι, χαμογελάκι σένιο, να φαίνεται ο κυνόδοντας, την πλησιάζω.
«Μπορώ να καθίσω;» ρωτάω.
«Ότι γουστάρεις κάνε», μουρμουρίζει η ξανθιά.
«Ότι γουστάρω; Μη μου βάζεις ιδέες!»
Η ξανθιά σηκώνει το κεφάλι, με κοιτάζει, ψιλοχέζομαι.
«Αν θέλεις να κάτσεις –κάτσε. Μόνο μη μου λες μαλακίες γιατί δεν είμαι στα καλύτερά μου –ξηγηθήκαμε;»
Κάθομαι αμίλητος, έχω τσιμπήσει ήδη ένα γκολάκι με το εναρκτήριο λάκτισμα, ας πούμε.
«Δεν ήθελα να σου γίνω φόρτωμα», δικαιολογούμαι.
«Ναι, αλλά μου έγινες», γαβγίζει.
«Εντάξει τότε –να την κάνω και χάρηκα για τη γνωριμία».
«Δε χρειάζεται. Θες πατατάκια;»
«Όχι με πειράζει το αλάτι –βγάζω μπιμπίκια».
Γελάει νευρικά.
«Εσύ ας πούμε την έχεις δει ο ωραίος του μαγαζιού τώρα;» ρωτάει.
«Ξέρω ‘γω; Ρώτα τις γκόμενες που με περιμένουν γεμάτες ανυπομονησία», λέω σεμνά.
«Κολοκύθια με τη ρίγανη!» ξεφυσάει. «Φτηνό ζιγκολίκι πουλάς, αυτό είναι όλο».
Πίνω λίγη μπύρα πριν σκύψω προς το μέρος της.
«Μπορεί να ‘ναι κι έτσι θεία καθότι με πέτυχες σε περίοδο εκπτώσεων. Αλλά και πάλι ακριβός σου πέφτω επειδή μάλλον για ψωμόλυσσα σε κόβω».
Γελάει απότομα, ξαφνιάζομαι.
«Τελικά δεν είσαι ο ωραίος του μαγαζιού –ο μαλάκας της γειτονιάς είσαι!»
«Γάτα η κυρία! Με την πρώτη το ‘πιασες!» απαντάω.
«Και τι θέλεις από μένα;»
«Δε βλέπω τίποτα που θα μπορούσα να θέλω. Έπινα τη μπύρα μου εκεί απέναντι, σε έκοψα να κάνεις το ίδιο και είπα να γεφυρώσουμε το χάσμα γενεών».
Εκείνη τη στιγμή μπουκάρει ένας χαφιές, η ξανθιά μαγκώνεται. Ο χαφιές πάει καρφί για τις τουαλέτες.
«Κάποιο προβληματάκι;» χαμογελάω.
«Όχι δικό σου πάντως», φορτώνει η ξανθιά.
«Σαφώς, καθότι εγώ δεν έχω φάκελο στην Ασφάλεια. Εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Φάκελο ή βιβλιάριο; Αυτή είναι η ερώτηση».
«Άντε πηδήξου ρε!»
«Αργότερα μπορεί –τώρα πίνουμε μπύρα, δε λέει».
Η ξανθιά κολλάει πάλι στον χαφιέ, εκείνος της ρίχνει ένα κλεφτό πριν βγει έξω.
«Πελάτης ή εισπράκτορας;» ρωτάω.
«Το δεύτερο πλας τσαμπατζής», γελάει ανεξήγητα χαλαρή.
«Σωστός ο χαφιές!» επικροτώ. «Κι εσύ, πως από τα μέρη μας; Αποστολή, ας πούμε; Μάτα Χάρι, μυστική πράκτωρ με τα πόδια ανοιχτά;»
«Ίσα μωρή λινάτσα που θα μας πεις και χαφιέδες! Η Γιολάντα το μουνί της το πουλάει, δεν το μισθώνει σα να ‘ναι τρίκυκλο!» πετάγεται η ξανθιά.
«Ποια είναι η Γιολάντα;» κάνω έκπληκτος.
«Εγώ ρε όρνιο!»
«Ενδιαφέρον!» διαπιστώνω μετά από ώριμη σκέψη.
«Λοιπόν, έμαθες τι καπνό φουμάρω, κοπάνα την από σιγά-σιγά γιατί θα πιάσουμε κορέους», λέει η Γιολάντα.
«Σωστή αντιμετώπιση, λάθος εκτίμηση», την πληροφορώ.
«Δηλαδή;»
«Δε με καίει ιδιαίτερα η δουλειά του καθενός –προτιμώ να ακούω πονεμένες ιστορίες».
«Ο λόγος;»
«Κάνω συλλογή, κάποτε θα τις γράψω σε βιβλίο και θα γίνω διάσημος. Μόνο μην περιμένεις ποσοστά επειδή έχω το κουσούρι να ξεχνάω εύκολα».
Γελάει κοιτάζοντας πέρα μακριά.
«Τι θέλεις τώρα ρε πιτσιρίκο;»
Χαμογελάω με τη σειρά μου περιμένοντας, έχω ανάγκη ν΄ακούσω την ιστορία της για να ξεχαστώ λίγο από τα δικά μου.
«Αν ήρθες για ν΄ακούσεις μαλακίες περί της ανάγκης που με έσπρωξε στο επάγγελμα, άρρωστες μανάδες και λοιπά κουλά –ξέχασέ το. Αυτά τα φυλάω για τους πελάτες, δεν τα σπαταλάω στο τζάμπα. Όμως μπορώ να σου πω ότι έπιασα ένα σπιτάκι εδώ στη γειτονιά, ήσυχα πράγματα, δέχομαι λίγους κι εκλεκτούς για να μη γίνω βούκινο –οι υπόλοιποι… Υπάρχει και επαγγελματική στέγη. Θες τώρα να μάθεις πως αντέχω και άλλα τέτοια ανθρωπιστικά;»
«Μπα –όχι ιδιαίτερα. Για να δουλεύεις πάει να πει ότι τα καταφέρνεις, αλλιώς θα γινόσουνα αποκλειστικής χρήσης».
Γελάει.
«Καλά το είπες», συμφωνεί. «Δουλεύω, τα καταφέρνω, κονομάω όμορφα κι ωραία, σε λίγα χρόνια θα βγω στη σύνταξη. Τίποτα άλλο;»
«Ναι. Τι κάνεις εδώ μέσα –αυτή ήταν η αρχική ερώτηση».
Ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο.
«Πίνω τη μπύρα μου, εσύ τι νομίζεις ότι κάνω;»
«Ψάχνεις, αυτό νομίζω. Το θέμα όμως είναι ‘τι ψάχνεις’;»
«Τι θα μπορούσα να βρω σ΄αυτό το κωλοχανείο;»
«Διάφορα. Μικροπωλητές φτηνών συγκινήσεων, σούφρες περιπτέρων, διάσημους καλλιτέχνες μετά θάνατον ή ευκαιριακούς πεινάλες του σεξ».
Γελάει.
«Τα έχω δει όλα αυτά, πες μας κάτι καινούργιο».
«Λοιπόν, τι άφησα απέξω; Μα φυσικά τα άτομα υπό κατεδάφιση».
«Εδώ είσαι –το ΄πιασες τελικά».
«Για λέγε –μπας και τον ξέρω».
«Κάποιος Γιάννης, μακρύ μαλλί, γαμψή μύτη, αδύνατος, μουσάκι…»
«Ο Γιάννης ο Σπέις!»
«Δεν ήξερα ότι τον λέτε έτσι, αλλά μάλλον γι΄αυτόν πρόκειται –του ταιριάζει το παρατσούκλι».

Ο Γιάννης ο Σπέις, από τα παλιότερα φέρετρα του μαγαζιού –όταν εγώ έπαιζα βώλους εκείνος κράταγε σουίτα ρεζερβέ στην Ασφάλεια. Λέγανε ότι το νταραβέρι ξεκίνησε από τη χούντα, πρώτη φορά τον μαγκώσανε κάπου στην Πλάκα, μαζί με αλλοδαπούς χίππηδες τίγκα στα τριπ. Ήτανε 16, μπορεί και μικρότερος. Δεν πρόλαβε να αποφοιτήσει από τον Κορυδαλλό και τον ξανατσιμπήσανε πέριξ της Νομικής, το ’73. Από τότε του ΄μεινε η στάμπα ανεξίτηλη, πιάνανε χάπια στο αεροδρόμιο –τον Γιάννη μπουζουριάζανε, καιγόταν αμερικάνικο αμάξι στην παραλία –ο Γιάννης ανακρινόταν. Ωραίο παιδί. Μέχρι που τον σακατέψανε οι ασφαλίτες της μεταπολίτευσης –κατάντησε να τον κουβαλάει η μάνα του με κούρσα στου Μπιλ, 500 μέτρα απόσταση από το σπίτι του αλλά δεν μπορούσε ούτε τόσα να περπατήσει. Είχε κάψει και φλάντζα από τα ψυχεδελικά πέρα-δώθε, έλεγε ότι σε κάποιο ταξίδι παράτησε τη μισή ψυχή του και από τότε ψάχνει για να την ξαναβρεί. Εγώ πάλι νομίζω ότι τον σαλτάρανε οι μπάτσοι από την πολλή πίεση –τέλος πάντων.

«Τι τον θέλεις εσύ το Γιάννη;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Δικός μου λογαριασμός μικρέ. Ξέρεις που θα τον βρω;»
«Κι αν ξέρω τι κερδίζω;»
«Ότι γουστάρεις. Η Γιολάντα είναι καλή γι΄αυτούς που είναι καλοί με τη Γιολάντα!»
«Καλά ‘νταξει –αυτά μας τα’παν κι άλλοι!»
«Αυτό που δε σου είπαν οι άλλοι είναι ότι θα χαρεί πολύ να με δει ο Γιάννης επειδή είμαι το κορίτσι του».
«Ναι ε; Τότε άντε βρες τον και η πίπα δώρο του καταστήματος», λέω φουρκισμένος όσο σηκώνομαι να φύγω.
«Κάτσε ρε πουτσοκέφαλο! Αφού σου λέω πως έχει η κατάσταση, γιατί δε βοηθάς δηλαδή;»
Σκύβω πάνω της.
«Επειδή ο Γιάννης που ξέρω εγώ, έχει τόση σχέση με κορίτσια την τελευταία δεκαετία, όση σχέση έχουν τα βαρελότα με τα διαστημόπλοια –γι΄αυτό».
Κατεβάζει μια ξεγυρισμένη συννεφιά στη φάτσα, δε λέει τίποτα. Οπότε γυρίζω πλάτη και απομακρύνομαι, τζάμπα κόπος.
«Έλα δω –κάτσε», στριγκλίζει.
Έρχομαι εκεί –κάθομαι. Και περιμένω.
«Γνώρισα τον Γιάννη χρόνια πριν – καλοκαίρι στην Κρήτη, είχανε στήσει κάτι σαν κοινόβιο, χρειαζόσουν χάρτη για να το βρεις και σκοινί για να το πλησιάσεις. Ωραία παιδιά, ζωντανά πολύ! Εγώ μόλις είχα ξεμπλέξει από δύσκολες προσωπικές καταστάσεις, ήμουνα Ρέθυμνο με κάτι φίλους, έμαθα για το κοινόβιο –πήγα. Έμεινα εκεί όλο το καλοκαίρι και το μισό φθινόπωρο, τότε έφυγε ο Γιάννης…»
«Και σε πήρε μαζί του».
«Καμιά σχέση. Έφυγε και με ξέχασε πίσω -εμένα, ένα φορητό πικ-απ και μισό κιλό φούντα καλαματιανή βου διαλογής. Καλή δικαιολογία να τον ψάξω στην Αθήνα, για να του επιστρέψω τα υπάρχοντά του –έτσι; Τότε υπήρχαν 5-6 μαγαζιά που συχνάζανε οι γιεγιέδες, δεν ήταν δύσκολο να τον ξαναβρώ. Αλλά δεν του επέστρεψα τα πράγματά του επειδή εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου –δεν είχε που να πάει, τον έψαχνε και η μπατσαρία…»
«Τότε δεν εξασκούσες τη φάμπρικα δηλαδή;»
«Μην είσαι κορόιδο μικρέ! Είμαι στο κουρμπέτι από τα δεκάξι και το Γιάννη τον συνάντησα όταν κόντευα να τριανταρίσω. Αλλά εντάξει, ήταν φρη τύπος, δε μ’ ενοχλούσε δεν τον ενοχλούσα. Μέχρι που μας προκύπτει μεγάλος έρωτας».
Κάθομαι αναπαυτικότερα, για να απολαύσω το ζουμί.
«Πρώτη φορά το έπαθα και τελευταία στο ορκίζομαι! Την είδα μαζί του τρελή κι απεγνωσμένη, με πιάσανε κάτι ηθικοπλαστικά της συφοράς –δεν ήθελα να με αγγίζουν άλλοι εκτός απ΄αυτόν… Μέγα δράμα!»
«Κι ο Γιάννης;»
Γελάει μόνη της.
«Ο Γιάννης δεν ήτανε ποτέ από δω, περαστικός βρέθηκε στη γη, αστροναύτης. Του έλεγα τις μαλακίες μου, να κόψω τη δουλειά, να φτιαχτούμε παρέα στο πιο μόνιμο, να βρούμε κάτι να ζούμε…. Δεν θα ξεχάσω πως με κοίταγε –σαν τσίχλα κολλημένη σε σκαρπίνι, έτσι ένιωθα, δεν θα το ξεχάσω. Σε δυο μέρες τον βουτήξανε οι μπάτσοι –μεγάλη μαλακία, καρφωτή είπαν. Πήγα να τον δω στην προφυλάκιση, δε με δέχτηκε. Έκανε τρεις μήνες μέσα, μετά τον αφήσανε, αλλά δεν έδωσε σημεία ζωής. Τον πέτυχα στο Σκάιλαμπ μια άσχημη νύχτα –έκανε τον Γερμανό, κανονικά. Που σε ξέρω, που σε είδα –τέτοια στάση».
«Εντάξει, έκλαψα πάλι κι ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μου το δράμα σου. Αλλά αν είναι έτσι τα πράγματα, πες μου ένα λόγο για να σε πάω στον Γιάννη. Εννοώ –έχεις φάει κάποιο φτύσιμο, γιατί λοιπόν….»
«Επειδή πεθαίνω ρε μαλάκα. Γι΄αυτό».
Την κοιτάζω. Έχω δει διάφορες υστερίες από γκόμενες, αλλά δε μου μοιάζει με τέτοια η φάση εδώ πέρα.
«Πως πεθαίνεις δηλαδή; Κανονικά και στο ανάσκελο; Έχεις κάνει καμιά συμφωνία με τον Άγιο Χάρο;»
Γελάει πάλι.
«Έτσι ακριβώς όπως το είπες. Πριν δυο μήνες πέσανε και οι σχετικές υπογραφές σε μικροβιολογικό εργαστήριο –Έιτζ, αν έχεις ακουστά».
Ξύνω το κεφάλι μου, βέβαια και έχω ακούσει. Κάτι μαϊμούδες λέει από την Αφρική αναπτύξανε αυτόν τον περίεργο ιό, μετά πέρασε στους ανθρώπους –πως έγινε αυτό; Ξέρω΄γω; Ή μας περνάνε για μαλάκες ή οι Αφρικάνοι πηδάνε μαϊμούδες. Το θέμα είναι ότι μεταδίδεται με το σεξ και τις βελόνες, αν υπάρχει επαφή αίμα με αίμα –τα ξέραμε όλα αυτά αλλά τα γράφαμε κανονικά. Κάποιοι βάλθηκαν να μας πλαστικοποιήσουν το πήδημα, έτσι την είχαμε δει την υπόθεση.
«Και δηλαδή πως πάει αυτή η ιστορία;» απορώ.
«Συνήθως οι γυναίκες είναι μόνο φορείς, δεν αρρωσταίνουν –αλλά εγώ ανήκω στις εξαιρέσεις, όπως πάντα!» γελάει σιγά. «Το θέμα είναι ότι γαμιέται το ανοσοποιητικό σου σύστημα, στο πρώτο κρυολόγημα να πούμε λιώνεις σαν παγωτό γρανίτα. Και μετά ψοφάς».
«Καλή φάση ακούγεται! Αλλά ρε αδερφούλα, εσύ μου είπες ότι δουλεύεις ακόμα. Δηλαδή πως την είδες; Περάστε από το κατάστημά μας να σας κολλήσουμε;»
Ξεκαρδίζεται.
«Κάπως άσχετο σε κόβω. Δεν ξέρεις ρε ότι η δουλειά γίνεται μόνο με καπότα;»
«Α, γι΄αυτό τις έχουν τις καπότες; Κι εγώ που νόμιζα ότι είναι μόνο για μπουγέλα στην εξαήμερη!» γουρλώνω τα μάτια.
«Σωστός ο κανίβαλος», μονολογεί η Γιολάντα. «Λοιπόν τι θα γίνει τώρα; Θα μου πεις που είναι ο Γιάννης;»
«Άραξε στα κυβικά σου! Θα πάω να τον ρωτήσω κι αν θέλει…»
Της γυρίζει το μάτι ανάποδα.
«Και τότε γιατί με έβαλες να σου τα πω ρε κερατά;»
«Επειδή, πρώτον ήθελα να δω αν αξίζει τον κόπο να πάω να τον βρω. Δεύτερον, μου αρέσουν οι πονεμένες ιστορίες, όπως σου είπα. Και τρίτον…»
«Τι ‘τρίτον’;»
«Τρίτον, γενικά –ξέρω ΄γω; Σε όλες τις σοβαρές τοποθετήσεις υπάρχει ‘τρίτον’».
Δεν προλαβαίνω να αποφύγω τα πατατάκια που μου σκάνε κατάφατσα, τινάζομαι να σενιαριστώ κάπως και φεύγω –κύριος. Καιρό έχω να δω τον Γιάννη τον Σπέις, έχει κόψει και τις βόλτες στου Μπιλ απ΄ότι έχω μάθει.

Το σπίτι του είναι πιο θλιβερό κι από κηδεία μικρού παιδιού. Ένας κήπος βομβαρδισμένος από την ξηρασία, αραχνιασμένα πατζούρια και μυρωδιά αποσύνθεσης –έπρεπε να φέρω κατευθείαν τη Γιολάντα, μια χαρά θα της καθόταν το σκηνικό. Πριν χτυπήσω κουδούνι, παγώνω.
«Γιατί ήρθες;» ακούγεται η φωνή από το πουθενά.
«Θέλω τον Γιάννη», ψελλίζω.
«Τι να τον κάνεις;»
«Έχω κάτι να του πω…»
«Δεν έχεις τίποτα να του πεις και δεν θέλει να σ’ακούσει. Φύγε!»
Κοιτάζω τριγύρω, έχω αρχίσει να πατάω καλύτερα τώρα.
«Κόψε ρε τις μπούρδες κι έλα να σου πω!» φωνάζω.
«Πες το από εκεί που είσαι».
Κοιτάζω τριγύρω –μαύρη ερημιά. Σηκώνω το κεφάλι, τα παράθυρα του πάνω ορόφου κλειστά. Κάνω δυο βήματα πίσω.
«Μάγκα, έχω κάτι σοβαρό -νομίζω. Αν θες, έλα να στο πω. Αλλιώς την κοπανάω επιτόπου και μεταφέρω τη λυπητερή στο πρόσωπο».
«Πρόσωπο;»
Χαμογελάω –πάντα πιάνει αυτό το κόλπο, ακόμα κι όταν είναι αλήθεια. Πετάγομαι όμως επιτόπου σα σούστα, επειδή τον βλέπω να ξεκολλάει, σκέτη μέδουσα, μέσα από μια ερειπωμένη αποθηκούλα –πενήντα μέτρα πιο κει.
«Πως την έχεις δει ρε πούστη; Το φάντασμα της όπερας;» μουρμουρίζω.
«Τι κάνεις; Καιρό έχουμε να τα πούμε», χαμογελάει τώρα απέναντί μου με τα χέρια σταυρωμένα. «Θες να περάσεις μέσα;»
Ανοίγει την κεντρική πόρτα κι ακολουθώ σφυρίζοντας -«τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το κιβούρι». Αράζουμε στο στοιχειωμένο χωλ του στοιχειωμένου σπιτιού κι ακούμε στοιχειωμένους θορύβους από τριγύρω.
«Που είχες χαθεί τόσον καιρό;» ρωτάει φιλικά.
«Ρε Σπέις μη με φρικάρεις γαμώτο! Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη σχιζοφρένειά σου, αλλά όταν γίνεσαι φιλόξενος οικοδεσπότης με πιάνει πανικός!»
Δείχνει ειλικρινά να απορεί –δε θα βγάλουμε άκρη σήμερα.
«Ήρθε η Γιολάντα», λέω.
Με κοιτάζει αμίλητος –δεν πάω και στοίχημα ότι κατάλαβε.
«Και θέλει να σε δει, να σου μιλήσει –κάτι τέτοιο…»
Μια πόρτα κοπανάει στο άσχετο κάπου ψηλά, ο Γιάννης εξακολουθεί να με κοιτάζει ήσυχα.
«Είπα λοιπόν ότι θα σε ρωτήσω κι αν θέλεις…»
Ξαφνικά σηκώνεται, ανοίγει ένα μπαούλο κι αρχίζει να ψάχνει μανιωδώς. Αλλά δεν έχει φροντίσει να ανάψει φώτα –περιμένω να δω που θα καταλήξει η υπόθεση.
«Λοιπόν τι λες;» ρωτάω.
Περιέργως βρίσκει αυτό που ψάχνει στο μπαούλο, δεν μπορώ να δω τι ακριβώς είναι –δε με νοιάζει κιόλας. Σηκώνομαι, τον πλησιάζω μπας και θυμηθεί ότι υπάρχω.
«Κοίτα –επειδή σήμερα κάπως βιάζομαι, πολλές δουλειές, υποχρεώσεις, με περιμένουν και σε μια δεξίωση… καταλαβαίνεις. Τι να πω στη Γιολάντα; Να έρθει, ναι ή ου;»
«Να μην έρθει», απαντάει σιγά.
Σηκώνω τους ώμους.
«Όπως γουστάρεις. Μου είπε ότι πεθαίνει –δεν ξέρω αν επηρεάζει πουθενά…»
«Και τι μ΄αυτό; Όλοι πεθαίνουμε –δεν το πήρες μυρωδιά;»
«Ναι… φιλοσοφικώς κι έτσι… Είναι κι αυτή η κλεισούρα –κάτι κατάλαβα… Αλλά εκείνη επιμένει».
«Για ποιο πράγμα;»
«Για το ότι πεθαίνει –είναι αμετάπειστη. Έχει και χαρτί γιατρού, με σφραγίδες κι απ΄όλα».
«Την έκοψες δηλαδή για σοβαρή;» ρωτάει με κλειστά μάτια.
«Σοβαρή, δε νομίζω. Πεθαμένη όμως –στα σίγουρα».
«Τότε εντάξει. Πες της να’ρθει –το ήξερα άλλωστε».
«Τι ήξερες ρε Σπέις;»
«Ότι κάποια μέρα θα τη θάψω μόνος μου».
«Αυτό θα πει ‘σχέση με προοπτικές’!» θαυμάζω.
Και βιάζομαι να την κοπανήσω πριν αλλάξει γνώμη.

Αλλά, σαν καλός άνθρωπος που είμαι, προσφέρομαι να κουβαλήσω τη Γιολάντα με τη μηχανή μέχρι το σπίτι του. Κι έτσι τη νιώθω να βαραίνει στη διαδρομή –όσο πλησιάζουμε μετατρέπεται σε απολιθωμένο κούτσουρο.
«Κατέβα, εδώ είναι», λέω.
«Ευχαριστώ ρε μικρέ», μουρμουρίζει και μου σκάει ένα μουδιασμένο φιλί κατεβαίνοντας. Τώρα αυτό είναι καλό ή κολλάει και με το φιλί η αρρώστια; Δε γαμιέται!
Μένω να τη χαζεύω όσο μπαίνει στον ρημαγμένο κήπο, ο Σπέις ξεκολλάει από την πόρτα του σπιτιού, την πλησιάζει και πιάνονται χέρι-χέρι. Καθώς βαδίζουν προς το σπίτι εκείνη γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του. Κι από απέναντι απορώ πως γίνανε έτσι τα πράγματα, που μέχρι κι ο Σπέις κονόμησε γκόμενα, μόνο εγώ έμεινα ρέστος. Θα μου πεις –γκόμενα ετοιμοθάνατη. Αλλά «όλοι πεθαίνουμε, δεν το πήρες μυρωδιά»; Σωστός ο Σπέις.

Είμαι τώρα εντελώς ψημένος να πάω να την ψάξω, να τη βρω, να τη δω –αλλά αυτό και μόνο αποτελεί σοβαρό λόγο να μην το κάνω. Περνάω έξω από το μαγαζί του Μπιλ χωρίς να σταματήσω, αρκετές καλές πράξεις έκανα για σήμερα. Ανηφορίζω λοιπόν προς τη λεωφόρο για να βρω την υπόλοιπη παρέα –ο πνιγμένος από τα μαλλιά τους πιάνεται.

Δεν αργώ να τους εντοπίσω, είναι όλοι τους αραχτοί στην ταράτσα του Τάκη –Ευθύμης, Αλέξης και φυσικά Πέτρος –με υποδέχονται αλαλάζοντας σαν ερυθρόδερμοι.
«Τι γίνεται μεγάλε; Που χάθηκες; Μίλησέ μας λίγο για σένα –τι ετοιμάζεις; Κάποιο καινούργιο δίσκο, περιοδείες στην επαρχία, εμφανίσεις σε μαγαζί;» με πλαγιοκοπεί συνωμοτικά ο Ευθύμης.
«Όχι άλλη επαρχία! Έλεος! Όχι τον αράπη γιατρέ μου! Όχι τον αράπη!» βογκάει ο Τάκης και σωριάζεται από την καρέκλα του δήθεν σφαδάζοντας.
Πιάνω μια μπύρα από το φορητό ψυγειάκι, στο ραδιόφωνο βαριαναστενάζει ο Αρ Οου Σι Κέι –ROCK- Κώστας Μυλωνάς, ακουμπάω στα κάγκελα ανάβοντας τσιγάρο.
«Τα χάλια σου έχεις», παρατηρεί ο Πέτρος.
«Ξέρεις γιατί;» ενδιαφέρομαι να μάθω.
«Όχι αλλά θα μου πεις, δυστυχώς».
«Επειδή όλοι πεθαίνουμε –δεν το πήρες μυρωδιά;» γελάω.
«Τι είναι αυτό πάλι;» απορεί.
Έτσι τους λέω την πονεμένη ιστορία της Γιολάντας και του Σπέις ενώ το ραδιόφωνο παίζει Μπαντ Κόμπανι, «Έτοιμος γι΄αγάπη» και άλλες αηδίες. Μένουν σιωπηλοί όταν τελειώνω.
«Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα σε όλο αυτό», διαπιστώνει ο Τάκης.
«Για ρίχτο!»
«Ότι όλοι πρέπει να ψαχτούμε για Έιτζ ρε μαλάκες!» λέει εκείνος.
«Μπάστα! Εγώ τώρα μόλις ξεμπέρδεψα τη θεραπεία με τα κονδυλώματα!»διαμαρτύρεται ο Πέτρος.
«Και τι θα πει αυτό; Δεν ξαναγάμησες από τότε;» ρωτάει ο Τάκης.
«Ναι αλλά…» μπερδεύεται ο Πέτρος.
«Εγώ πάντα χρησιμοποιώ προφυλακτικό!» πετάγεται ο Αλέξης.
«Προφυλακτικό;» αναρωτιέμαι.
«Την καπότα εννοεί», μου εξηγεί ο Τάκης.
«Πλάστικ Πάσιον», προσθέτει ο Κιουρίστας Πέτρος.
«Κι εγώ ρε μάγκες!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Τι κι εσύ; Προφυλακτικό;»
«Ναι πάντα! Αλλά δε γαμάω ιδιαίτερα, γι΄αυτό το χρησιμοποιώ όταν τραβάω μαλακία –για να μη λερώνω», μας διαφωτίζει.
«Σωστός!» επικροτούμε με μια φωνή.
«Εθελοντές αιμοδότες!» πετάγεται ο Πέτρος.
«Μπα, όχι… Δεν έχει τύχει να πηδήξω κανέναν τέτοιο…» μουρμουρίζει σκεφτικά ο Τάκης.
«Μα τι μαλάκας! Εμείς θα γίνουμε εθελοντές αιμοδότες! Έτσι θα κάνουμε τζάμπα εξέταση για Έιτζ!» εξηγεί ο Πέτρος.
«Σωστός ο καμπούρης!» επικροτεί ο Τάκης.
Συμφωνώ μαζί τους, είναι κι αυτή μια κάποια λύση.
«Που θα πάτε να δώσετε αίμα;» ρωτάει ο Ευθύμης.
«Έχω δει ένα βανάκι του Ερυθρού Σταυρού στα Προπύλαια…» λέω.
«Να’ρθω κι εγώ;»
«Έλα ρε μεγάλε Τιμ –είναι καλό πράμα να δίνεις αίμα».
«ΟΚ, μέσα τότε!» χαίρεται αλλά μετά δείχνει να το σκέφτεται. «Δε γίνεται ρε! Εγώ είμαι ήδη αιμοδότης, δίνω δυο φορές το χρόνο με την ομάδα!»
Γελάμε –τι άλλο να κάνουμε;
Ο Αρ Οου Σι Κέι μιλάει με κάποια ακροάτρια, έχει πάρει το βραχνό και γλυκερό του υφάκι, την τσακίζει στα «καλή μου» και τα «γλυκιά μου» -περιμένουμε πότε θα αρχίσει τις πατρικές παπαριές του σαβουρογάμη.
«Το ροκ είναι έρωτας καλό μου κορίτσι», λέει ο Αρ Οου –όλοι σωπαίνουμε. «Η επανάσταση αρχίζει από μέσα μας, δε μας νοιάζουν οι γνώμες του κόσμου…»
«Τώρα θα το γυρίσει σε φιγούρα», επισημαίνει ο Πέτρος.
«Να σου πω μια προσωπική μου εμπειρία;» μας ανταμείβει ο Αρ Οου. «Είχα πάει με μια κοπελιά στη συναυλία των Ζέπελιν –πόσων χρονών είσαι εσύ;»
«Ξηγήσου μεγάλε Αρ Οου!» παροτρύνουμε.
«Δεκαέξι, η καλύτερη ηλικία!» πανηγυρίζει ο Αρ Οου.
«Θα φας καλά χαμούρη!» κάνει ο Τάκης.
«Τόσο ήταν περίπου κι εκείνη», σχολιάζει εντελώς προβλέψιμα ο Αρ Οου. «Ήμασταν που λες στο Γουέμπλεϊ στη συναυλία των Ζέπελιν και με τραβάει η κοπελιά με το ζόρι στις τουαλέτες!»
«Ήθελε να σε κλάσει κι έψαχνε το κατάλληλο μέρος!» σχολιάζει ο Πέτρος.
«Και μου λέει ότι θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου επιτόπου! Επειδή αυτή η διονυσιακή μουσική των Ζέπελιν την αναστάτωσε –ούτε ναρκωτικά, ούτε τίποτα –μόνο η ροκ μουσική!» πανηγυρίζει ο Αρ Οου.
«Γάμα τες όλες Αρ Οου!» ουρλιάζει ο Ευθύμης.
«Δείξε τους τον δρόμο της ροκ!» συνεχίζει ο Τάκης.
«Και μην ξεχάσετε να τραβήξετε το καζανάκι», επισημαίνει ο Πέτρος.
«Ρε παιδιά, λέτε να γαμάει καθόλου ο Αρ Οου;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Την παλάμη του και αν…» απαντάει ο Πέτρος.
Συμφωνούμε όλοι απολύτως.

«Δεν κάνουμε καμιά καταδρομική;» προτείνει ο Αλέξης.
«Σε τι φάση;» ρωτάει ο Τάκης.
«Η νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών –τι άλλο;» απαντάει ο Αλέξης.
«Πάλι με το πουλί στο χέρι θα καταλήξουμε», προβλέπει ο Πέτρος.
«Όχι ηττοπάθειες στρατιώτη!» αγανακτεί ο Αλέξης.
«Τσούζει ακόμα, έτσι;» μου σφυράει στο αυτί ο Τάκης.
«Τι πράγμα;» το παίζω παγώνι κανονικά εγώ.
«Λοιπόν –θα βγάλω εγώ πορεία σήμερα», ανακοινώνει ο Τάκης.
«Έχεις τίποτα στο μυαλό σου;» ρωτάει ο Αλέξης.
«Κι εσένα τι σε νοιάζει; Νευροχειρούργος την είδες;» γελάει ο Τάκης.
Κατεβαίνουμε ποδοβολώντας ενώ ο Πέτρος με τον Ευθύμη έχουν πιάσει το τραγούδι αγκαλιασμένοι σα μεθυσμένοι ναύτες –«Τάκη Τάκη αρχηγέεεε/ δωσ’ το σύνθημα εσύ/ κι η χαρά θ’αναστηθεί!»
Παραθυρόφυλλα ανοίγουν και κλείνουν απότομα, η γειτονιά μας χαιρετάει με σφιγμένα δόντια ως συνήθως. Φτιάχνουμε κάποιο κομβόι με το χάρβαλο τζιπάκι του Αλέξη στη μέση και τις μηχανές μπρος-πίσω, σε στυλ πολύ επιβλητικό. Ο Ευθύμης ξεμένει συνέχεια τελευταίος -επίτηδες -μετά γκαζώνει, μας προσπερνάει όλους μέσα σε ζητωκραυγές και ξανακόβει για να βρεθεί πάλι στο τέλος.

Οι δρόμοι αλλάζουν μυρίζοντας σκουπίδια και ποτισμένο γρασίδι, η θάλασσα είναι πλέον κοντά αλλά δεν τη βλέπουμε, πλευρίζω τον Τάκη.
«Που πάμε;» ρωτάω.
«Εκεί που θέλεις ρε παλιοπούστη», γελάει.
Μάλιστα. Και πού θέλω;

Κάνουμε ένα γρήγορο πέρασμα από την πλατεία Νέας Σμύρνης, ο Ευθύμης αποφασίζει να τραβήξει κάποια σούζα, εντελώς αποτυχημένα. Γελάμε πολύ και τον περνάμε φουριόζοι για να τον ξεφτιλίσουμε ακόμα περισσότερο.
«Με βρήκατε σε αδυναμία καργιόληδες!» φωνάζει από πίσω μας.
Και ευτυχώς που φτάνουμε στον τελικό προορισμό, επειδή κάτι τέτοιες φάσεις καταλήγουν με μαθηματική ακρίβεια σε κολοσσιαίες σαβούρδες. Παρκάρουμε έξω από το «διαθέτουμε και κήπο» μπαρ, Ακροβάτισσα. Κι εγώ ιδρώνω ελεγχόμενα.
«Γουστάρεις;» κοροϊδεύει δίπλα μου ο Τάκης.
«Αποκλείεται να είναι», λέω.
«Ρε κορόιδο δεν ήρθαμε γι΄αυτήν. Για παράπλευρο τσεκάρισμα ήρθαμε –σύνελθε!»
Εύκολη λέξη, δύσκολη εκτέλεση.

Αρπάζουμε ένα τραπεζάκι παραλιακό, πάει να πει με πανοραμική θέα στο εσωτερικό του μαγαζιού και στον κήπο –στοιβάζουμε τα κράνη σε στυλ «τύμβος του Μαραθώνος» και απλωνόμαστε.
«Μπράβο δικέ μου! Πολύ ωραίο μαγαζί –που το ξετρύπωσες;» επικροτεί ο Αλέξης.
«Και που να δεις τις γκαρσόνες!» του ψιθυρίζει οΤάκης.
Έχει δίκιο. Πριν ανάψω τσιγάρο μας πλευρίζει μια αέρινη τύπισσα, μακρύ σγουρό μαλλί, μακριά ίσια πόδια, μακρύ κορμί γενικώς και μηδέν βυζί ειδικότερα. Έχει μια φάτσα να ονειρεύεσαι –φοβερή κατάσταση.
«Τι θα πάρετε;» ρωτάει.
«Εσένα», ξεφεύγει του Τάκη.
«Δεν είμαι προς πώληση», χαμογελάει η γκαρσόνα.
«Τι ‘πώληση’ και αηδίες; Εδώ μιλάμε για παπά, κουμπάρο, νυφικά… τέτοιο σκηνικό», διαμαρτύρεται ο Τάκης.
«Καλά. Να σας φέρω καμιά μπύρα μέχρι τότε;» ρωτάει η σερβιτόρα.
«Και δε μας φέρνεις; Εγώ πάντως θα σε παντρευτώ όπως και να’χει!» επιμένει ο Τάκης.
«Άμστελ ή Στέλλα;» αδιαφορεί πλήρως η γκαρσόνα.
«Τι είναι η Στέλλα; Έχει και κοπέλες το μαγαζί;» πετάγεται ο Ευθύμης.
«Πέντε Στέλλα Αρ-του-ά!» επεμβαίνει ο Αλέξης.
«Δηλαδή τώρα θα πιούμε μπύρα με γυναικείο όνομα;» αναρωτιέται ο Ευθύμης όταν φεύγει η γκαρσόνα. «Πως λέτε να είναι;»
«Σα μπύρα –πως αλλιώς;» απορεί ο Αλέξης.
«Σα γυναικείο κάτουρο», λέει ο Πέτρος.
«Μη με φτιάχνεις τώρα!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Φτιάχνεσαι με το γυναικείο κάτουρο;» ρωτάει ο Τάκης.
«Με οτιδήποτε γυναικείο!» απαντάει ο Ευθύμης.
«Ναι, εντάξει. Αλλά κάτουρο;» ξαναπορεί ο Αλέξης.
«Γιατί; Τι κακό έχει το κάτουρο;» κοντράρει στην απορία ο Ευθύμης. «Από μια χαρά μέρος βγαίνει!»
«Εντάξει, αν είναι να το βλέπω την ώρα που βγαίνει φτιάχνομαι κι εγώ», συμφωνεί ο Πέτρος.
«Μη με στέλνεις τώρα!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Οι μπύρες σας παιδιά», εμφανίζεται σαν ξωτικό η γκαρσόνα πάνω από τα κεφάλια μας.
«Στέλλα είναι;» ρωτάει ο Ευθύμης.
«Αυτό δεν παραγγείλατε;»
«Και από τι φτιάχνονται;» συνεχίζει ο Ευθύμης.
«Από ότι και οι υπόλοιπες μπύρες», λέει επιφυλακτικά η γκαρσόνα.
«Όχι –επειδή αυτές έχουν γυναικείο όνομα… γι΄αυτό ρωτάω».
«Ε και;»
«Αυτό είναι το θέμα. Γιατί έχουν γυναικείο όνομα;» χαμογελάει αγωνιωδώς ο Ευθύμης.
«Επειδή είναι βολικά τα μπουκάλια τους για να μαλακίζονται οι γυναίκες –τι θες τώρα;» τσιτώνει η γκαρσόνα.
«Μη με φουντώνεις τώρα!» εκλιπαρεί ο Ευθύμης.

Ο Τάκης την έχει σταμπάρει από την ώρα που ήρθαμε, επειδή ο Τάκης διαθέτει μάξιμουμ εντοπιστική. Ελέγχει συνέχεια προς το μέρος που κάθεται με την παρέα της –σε κάποια φάση τον πιάνω, κάλλιο αργά παρά αργότερα.
«Παίζει κάτι που μας ενδιαφέρει;» σφυράω ψευτοαδιάφορα.
«Όχι ‘κάτι’. Κάποια», λέει.
Κοιτάζω προσεκτικότερα, 7-8 άτομα παρέα μέσα, στο μαγαζί κι ανάμεσά τους η Αριάδνη.
«Μόνη;» τον ρωτάω, δείχνοντας με το κεφάλι.
«Κατά κει το κόβω», απαντάει.
«Πας, πάω ή πάμε;» αναρωτιέμαι.
«Τσ, τσ, τσ, αδιακρισίες!» στραβώνει το στόμα.
«Παίξε μπάλα σακάτη!» ανακοινώνω ξεκινώντας να σηκώνομαι.
Αλλά με κρατάει πίσω.
«Τέλειωσε τη μπύρα σου», προτείνει.
«Ο λόγος;» απορώ.
«Αν δεν την τελειώσεις πως θα πας στο μπαρ να πάρεις άλλη;» αναρωτιέται.
«Σε στυλ ‘περνούσα εντελώς τυχαία και ωωω, τι ευχάριστη έκπληξη’;»
«Μέσα είσαι –να μη μας περάσουν και για λιγούρια».
«Επειδή και καλά δεν είμαστε!»
«Είμαστε. Αλλά δεν το δείχνουμε ρε ηλίθιε!»
Ακολουθώ κατά γράμμα τις οδηγίες του.

Ο καλογυμνασμένος με κόβει υποτιμητικά από την άλλη άκρη της μπάρας πριν καταδεχτεί να με πλησιάσει.
«Μια μπύρα», λέω.
«Τι μπύρα;» ρωτάει.
«Απ΄αυτές με τον αφρό», απαντάω.
Μου γυρνάει τον κώλο και βάζει ένα ποτήρι βαρελίσια. Μετά το σβουρίζει στον γυαλιστερό πάγκο, κάνω το μαλάκα αφήνοντάς το να περάσει μπροστά μου και στρίβω τη στιγμή που κιτρινίζει ο μπάρμαν προβλέποντας σκούπισμα-σφουγγάρισμα. Το σώζω στο φτερό και έχω μια καλή δικαιολογία να κοιτάζω προς την παρέα της –μου δίνω κρυφά συγχαρητήρια.
Όταν κοιταζόμαστε ζορίζεται κάπως αλλά χαμογελάει τυπικά. Της κάνω νόημα κι έρχεται, γιατί δεν θέλει να γίνουμε μονόπρακτο μπροστά στην παρέα της.
«Πως από ‘δω;» ενδιαφέρεται δήθεν.
«Ξέρω ΄γω; Έτσι… στο γενικό…» χαμογελάω επίσης.
«Εντάξει τότε», διαπιστώνει.
«Εντάξει; Τι ‘εντάξει’ δηλαδή; Μου δίνεις την άδεια –σα να λέμε;»
Μπλέκει τα δάχτυλά της ανυπόμονα –απ΄έξω βλέπω ότι οι δικοί μου έχουν πάρει γραμμή τη φάση.
«Τι θέλεις τώρα;» μουρμουρίζει νευριασμένη.
«Ξέρεις τι θέλω –μην το παίξουμε για πολλή ώρα το σετάκι…»
«Τα νέα της Άλεξ; Δηλαδή πως την έχεις δει; Δε φτάνει που την παράτησες, έρχεσαι τώρα με υφάκι να μας ανακρίνεις!»
Χαμογελάω.
«Αν θαυμάζω κάτι σε σένα είναι το πόσο γρήγορα τα πιάνεις όλα!» λέω.
«Αντιθέτως με σένα που μόνο να τ’αφήνεις γρήγορα ξέρεις», πετάει το καρφί της.
«Δεν είμαι εγώ το θέμα τώρα», της υπενθυμίζω.
«Ποτέ δεν ήσουν το θέμα και μονίμως γινόσουν! Και γιατί να σου πούμε ρε πούστη στην τελική; Θα μας κάνεις ντα;»
«Δεν είμαι μόνος μου», λέω ντροπαλά. «Έχω και τα παιδιά εκεί έξω –λέγε λοιπόν για να μη γίνουμε Μπιενάλε εδώ μέσα».
Χαμογελάει απειλητικά.
«Έχεις δίκιο. Το χειρότερο που μπορώ να σου κάνω είναι να σου πω –άκου λοιπόν. Την είδα μια φορά στο σπίτι των γέρων της, μας κάλεσε η μαμά της επειδή ανησυχούσε που καθόταν συνέχεια μέσα. Μετά εξαφανίστηκε».
«Τι σου είπε όταν την είδες;»
«Τι να μου πει; Ότι σηκώθηκες κι έφυγες ένα καλό πρωί και ότι έτσι έπρεπε να κάνεις -ιστορίες με αρκούδες! Μετά εξαφανίστηκε».
«Πόσον καιρό;»
«Πάνω από μήνα νομίζω».
«Έφυγες», λέω.
«Δεν κατάλαβες! Έχω κι εγώ να ρωτήσω», κουμπώνει η Αριάδνη.
«Μπράβο σου, βρες τον και ρώτα τον –αλλά αραίωνε τώρα», μουρμουρίζω και γυρίζω πλάτη.
Πάει να με πιάσει από το μανίκι, τραβιέμαι απότομα, χύνω τη μισή μου μπύρα πάνω της.
«Κερασμένη», την καθησυχάζω και πάω να βρω τους άλλους.

«Έβγαλες τίποτα;» ρωτάει αντικαρφωτικά ο Τάκης.
«Ναι –τα μάτια μου», απαντάω.
«Σωστός ο σακάτης!» επικροτεί.

Το μαγαζί έχει σχεδόν γεμίσει, παρέες διάφορες, παρέες αδιάφορες –κάθε καρυδιάς μαζεύεται εδώ μέσα. Η Αριάδνη με τους δικούς της έχουν αποχωρίσει, ανταλλάξαμε κάτι φονικές ματιές στην έξοδο κι αυτό ήταν όλο. Πέτρος-Αλέξης-Ευθύμης κάνουν κόντρα στις βαρελίσιες μονορούφι (το μικρό ποτήρι), έχουν κατεβάσει δυο έκαστος και πάνε για τρίτη.
«Λέω να ανεβάσω τον συντελεστή δυσκολίας», αποφασίζει ο Ευθύμης, τοποθετώντας ένα ποπκορνάκι πάνω στον αφρό της μπύρας του.
«Τα βλέπω και διπλασιάζω», ανακοινώνει ο Πέτρος, τοποθετώντας ένα πατατάκι σα βάρκα και πάνω του το ποπκορνάκι.
Μετά φέρνουν τα ποτήρια στο στόμα ταυτόχρονα και τα αδειάζουν εξίσου ταυτόχρονα.
«Ρε γαμώτο, θα πιούμε τίποτα;» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Που είναι εκείνη η καταπληκτική γκαρσόνα;» αναρωτιέται ο Πέτρος.
«Καταπληκτικήηηηη!» γκαρίζει ψάχνοντάς την ο Ευθύμης.
«Καθίστε –θα φέρουμε εμείς την άλλη γύρα», προθυμοποιούμαι.
Κάνω νόημα στον Τάκη και σηκωνόμαστε.
«Έτσι απλά;» με ρωτάει.
«Πως αλλιώς δηλαδή;» απορώ.
«Ξέρω ΄γω; Την έχω δει περίεργα σήμερα, δύσκολη μέρα…»
«Σκυλίσια ζωή…» σιγοντάρω.
«Μέσα είσαι!» εγκρίνει.
Βγάζω λοιπόν τη ζώνη μου και του την περνάω λαιμαριά. Τον τραβάω από την άλλη άκρη, μπαίνουμε στο μαγαζί.
«Έχεις κόψει τίποτα;» ψιθυρίζω.
«Εκτός από τη γκαρσόνα…»
«Εκτός από τη γκαρσόνα», αποφασίζω.
«Ένα 3-0 ατόφιο δεξιά σου».
Τον σέρνω λοιπόν προς τα κει, όντως τρεις συμπαθητικές αλαφιάζονται βλέποντάς μας.
«Συγνώμη κορίτσια για την ενόχληση», λέω ευγενικά. «Μπορείτε να μου τον προσέχετε για λίγο; Πρέπει να κουβαλήσω κάτι μπύρες και δεν έχω που να τον αφήσω».
«Εεεε…» ξαφνιάζεται εκείνη που είναι πιο κοντά μας.
«Για λίγο ρε κορίτσια, μισό λεπτό μόνο!» διαμαρτύρομαι. «Μην τον φοβάστε, δε δαγκώνει».
Εκείνη τη στιγμή ο Τάκης αφήνει κάποιο ουρλιαχτό πριν αρχίσει να αλυχτάει.
«Κράτα τον, μόνο μη διανοηθείς να τον αφήσεις λυτό», λέω στην κοντινότερη κοπέλα και βιάζομαι να περάσω τη ζώνη γύρω από τον καρπό της.
Μετά την κάνω με αργό βήμα, για να παραγγείλω μπύρες.

«Τι παίζει μέσα;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Κάποια προώθηση», λέω.
«Εμείς πότε μπαίνουμε;» θέλει να μάθει ο Αλέξης.
«Κούλαρε –θα στις στείλουμε πακέτο στο τραπέζι σου», του εξηγώ.
«Καλή φάση», αποφασίζει εκείνος.
Μπαίνω λοιπόν και πλησιάζω τις κοπέλες που κάτι λένε με τον Τάκη.
«Είδατε που ήταν ακίνδυνος τελικά;» χαμογελάω.
«Ναι αλλά γιατί…» πάει να ρωτήσει η μεσαία κοπέλα.
«Δεν σας είπε!» απορώ θεατρικά.
«Όχι», λένε μέσα στην περιέργεια.
«Δεν τους είπες;» κοιτάζω εξοργισμένος τον Τάκη.
«Εεε, δεν πρόλαβα…» δικαιολογείται ψεύτικα.
«Λοιπόν κορίτσια, ακούστε τι γίνεται και συγνώμη κιόλας που σας ενοχλούμε αλλά είμαστε απελπισμένοι», ξεκινάω.
Με κοιτάζουν δύσπιστες ακόμα.
«Εγώ και το παιδί –Τάκης- είμαστε … πώς να το πω…. έχουμε μια σχέση…»
«Κανονική», σιγοντάρει ο Τάκης.
«Εντάξει, κάπως εξαντρίκ γι΄αυτό και το κολάρο, αλλά τέλος πάντων…» συνεχίζω. «Όμως η παρέα μας κοροϊδεύει συνέχεια, μας βρίζουν, μας ειρωνεύονται…»
«Πούστηδες, συκιές, ντιντήδες…» παρεμβαίνει ο Τάκης.
«Ναι, τέλος πάντων, έτσι μας λένε συνέχεια», τον διακόπτω.
«Μα αυτό είναι αισχρό!» πετάγεται μια από τις κοπέλες.
«Αισχρό, αισχρό», συμφωνώ κι εγώ. «Είπαμε λοιπόν ότι οι μόνες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν είναι οι γυναίκες».
«Ποιες γυναίκες;» ξεφεύγει του Τάκη αλλά τον κλωτσάω να το βουλώσει.
«Μέσα στην απελπισία μας σας είδαμε και σκεφτήκαμε … αν πηγαίνατε εσείς να τους πείτε μια κουβέντα… Γιατί, άλλο να τους τα λέμε εμείς και άλλο να μας υποστηρίζουν κάποιες τόσο όμορφες κοπέλες…»
Ο Τάκης κουνάει το κεφάλι απελπισμένος, περίμενε από μένα κάτι καλύτερο αλλά δεν είμαι σε φόρμα.
«Μωρέ θα τους τα πούμε και θα τους βρίσουμε κιόλας!» λέει η κοντινή μας κοπέλα.
«Μα είναι απαράδεκτα αυτά τα πράγματα –που ζούμε, στο Μεσαίωνα;» σιγοντάρει η άλλη.
«Ποιοι είναι;» ρωτάει η τρίτη.
Τους δείχνουμε το τραπέζι μας κι εκείνες φεύγουν φουριόζες.
«Έπιασε ρε μαλάκα –δε γίνονται αυτά!» τραβάει τα μαλλιά του ο Τάκης όσο τις βλέπουμε να κάθονται στο τραπέζι μας εκεί έξω.
«Δυο τινά», λέω. «Ή είναι τίποτα κολλημένες αγωνίστριες και τσιμπάνε εύκολα…»
«Ή μας είχαν σταμπάρει από πριν και ψάχνανε δικαιολογία να μας προσεγγίσουν», συνεχίζει ο Τάκης.
«Έτσι ή αλλιώς, το μεροκάματο βγήκε και για σήμερα», συμπεραίνω.

Παίρνουμε δυο φρέσκες μπύρες και αράζουμε στη μπάρα οι δυο μας.
«Άσχημα;» ρωτάει.
«Όπως το πάρεις», απαντάω. «Εξαφανίστηκε».
«Σκοπεύεις να κάνεις τίποτα γι΄αυτό;»
«Μαλάκας είσαι; Πάλι απ΄την αρχή;»
«Άρα –όλα εντάξει».
«Για να το λες…»
Εκείνη τη στιγμή έρχεται η γκαρσόνα και ακουμπάει δίπλα μας ένα δίσκο με χρησιμοποιημένα ποτήρια. Ο Τάκης αρπάζει ένα κοντόχοντρο, του ουίσκι, το στήνει δέκα πόντους παραδίπλα από τη μπύρα του.
«Έχουμε εδώ πέρα, δυο ποτά. Μπύρα και ουίσκι –με παρακολουθείς;»
Τον παρακολουθώ. Παίρνει και μια αλατιέρα, τη βάζει ανάμεσα.
«Κι εδώ έχουμε εσένα. Που σου αρέσει το ουίσκι, αλλά για κάποιο λόγο πρέπει να πιεις μπύρα. Δεκτό;»
«Κάνε παιχνίδι», λέω.
«Όχι –σειρά σου τώρα. Τι θα κάνεις; Μπύρα ή ουίσκι;»
«Ξέρω ΄γω; Γιατί είμαι η αλατιέρα;»
«Επειδή έτσι είσαι. Κι αν πας προς το ουίσκι θα το κάνεις λύσσα –αδύνατο να το πιεις».
«Άρα δεν έχω να διαλέξω. Μόνο η μπύρα μου μένει, που δεν τη χαλάει το αλάτι», διαπιστώνω.
«Λάθος! Τίγκα στις επιλογές είσαι! Αν θες πας στο ουίσκι, το χαλάς και χαλιέσαι πίνοντάς το. Αν πάλι θες, δεν πας πουθενά. Κάθεσαι ανάμεσα μπύρα και ουίσκι και κλαις τη μοίρα σου».
«Το ποτήρι εδώ πέρα είναι άδειο από ουίσκι», λέω εγώ.
«Ακριβώς –μη νομίζεις ότι το διάλεξα στην τύχη! Το ποτήρι είναι άδειο –δίκιο έχεις!»
«Άρα;»
«Εσύ θα μου πεις».
«Τη μπύρα τη γουστάρω;»
«Εμένα ρωτάς;»
«Καλώς δε ρωτάω. Τη μπύρα την πίνω σα λύση ανάγκης».
«Έτσι ακριβώς».
«Μάλιστα».
«Μαλλί! Τι θα κάνεις τελικά;»
«Να πιω τη μπύρα και να μην το ψάχνω άλλο; Αυτό λες;»
«Εσύ τι λες;»
«Και το ουίσκι;»
«Ποιο ουίσκι; Ένα άδειο ποτήρι είναι!» κοιτάζει νευρικά τριγύρω, βλέπει τη γκαρσόνα να περνάει. «Να σου πω», της κάνει νόημα, «ξέχασες αυτό το ποτήρι εδώ –μπορείς να το πάρεις σε παρακαλώ;»
Μετά γυρνάει σε μένα.
«Ποιο ουίσκι ρε μαλάκα;» απορεί. «Βλέπεις εσύ κανένα ουίσκι; Ποτέ δεν υπήρχε ουίσκι –θα την πιεις τη γαμωμπύρα ή θα κάθεσαι αλατιέρα σαν τη γυναίκα του Λωτ;»
Δεν απαντάω –μακάρι να΄ξερα.

Αλλά τελικά αναγκάζομαι να τραβήξω κάποιες γερές γουλιές μπύρα, επειδή το στόμα μου ξερό απ΄τα τσιγάρα. Αναγκαστικά είναι αυτά –δε νομίζεις;

Γυρίζουμε στο τραπέζι μας, οι κοπέλες τα έχουν βρει μια χαρά με την υπόλοιπη παρέα, προσπαθώ να μπω στις κουβέντες, αποτυγχάνω. Βαριέμαι κιόλας.

Λέω να την κάνω –αρκετά γι΄απόψε.

«Που πας ρε μαλάκα;»
«Σπίτι –να την πέσω».
«Μη μας ξενερώνεις!»
«Γι΄αυτό ακριβώς!»

Αφήνω κάτι τσαλακωμένα όσο σκέφτομαι ότι, εκτός των άλλων, τα οικονομικά μου σύντομα θα καταντήσουν κακόγουστο ανέκδοτο. Πρέπει να βρω καμιά δουλειά και πρέπει να ξεμπερδέψω με τη σχολή, στο ενδιάμεσο πρέπει να βρω χρόνο να ζήσω. Μα κάτι απαιτήσεις που έχω ο πούστης!

Δεν θα τη δω τελικά.

11 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ο Καλος Λυκος είπε...

ολίγη από "Leaving Las Vegas" ο σπέης και η γιολάντα;

Mr.Fixit είπε...

Malaka den paizosastan sto kamaki e. Pairnw tetradio na grafw. :P

The Motorcycle boy είπε...

Χα, χα, δίκιο έχεις βρε Λύκε! Τώρα το βλέπω κι εγώ που έκανες τη σύνδεση.

Fixit, υπήρχαν και κάτι άλλα κόλπα πολύ ύπουλα και βρωμερά, όμως θα σου τα πω από κοντά. Να μην τα μαθαίνει κι ο "αντίπαλος" ε;

άσωτος είπε...

η αλεξ την εχει κανει κανει λαρισα στο χασισεμπορο με τη καραμπινα.
στις φασεις με τα πεσιματα στις γκομενες, λεω θα σκασει και κανεις γαρδελης απο το πλαι...

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, ίσα ρε που θα έγραφα για γκόμενα τόσο ξεφτίλα ώστε να τραβιέται με Λαρισσαίους χασισέμπορες! Να ήταν από Πύργο Ηλείας -κάτι πάει κι έρχεται.

Ναι, σκεφτόμουν να βάλω τον Σταμάτη να σκάει από τη γωνία με σι θρου μπλουζάκι και κιθαρίτσα και να τραγουδάει "Έλα ν' αγαπηθούμε ντάρλινγκ", αλλά αποφάσισα να μη γίνω τόσο ρεαλιστικός -και προτίμησα να παραμείνω σε ποιητικά επίπεδα. Σωστός;

False Poison είπε...

Εχει και ολίγη απο Bukowski.

Not bad.

The Motorcycle boy είπε...

Μπουκόφσκι; Δεν το πήρα πρέφα αυτό ρε αδερφέ -μάλλον μου ξέφυγε!
Αλλά δεν πειράζει, επειδή, όπως έχει πει κι ο Πούλικας "Τι Μπουκόφσκι, τι Τσιμπουκόφσκι;"

Καλό είναι αυτό νομίζω.

False Poison είπε...

Μα, κι εγω για καλό το είπα.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι βρε -το κατάλαβα! Απλά δεν πήρα χαμπάρι οτι Μπουκόφσκιζα και εξεπλάγην ο άνθρωπος!

Όλα πρίμα -καλό κουράγιο για την επόμενη συνέχεια.

False Poison είπε...

Έχουν στοιχεια αυτοβιογραφικα ή ειναι ολα fiction; Ρωτώ επειδή δεν έχω διαβάσει προηγούμενα.

Είναι ενδιαφέρουσες ιστορίες πάντως. Σίγουρα έχουν κάτι από την ατμόσφαιρα των 80s και το βγάζουν με θετικό τρόπο

The Motorcycle boy είπε...

Όχι δεν είναι όλα φίξιον -το μόνο φίξιον είναι το χαρμάνιασμα πραγματικών χαρακτήρων για να δημιουργηθούν οι χαρακτήρες της ιστορίας. Και για λόγους οικονομίας φυσικά. Κατά τα άλλα, κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα -κάποτε. Ή κάπως έτσι τα είδα να γίνονται.

Η εποχή είναι '88-'90, τα προηγούμενα κεφάλαια είναι από πάνω και το πρώτο μέρος γίνεται νταουνλόουντ. Καλό σου κουράγιο και πάλι.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι