Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

16. Ένα απασφαλισμένο ραντεβού

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.
14. Ο ήρωας αναλύει τον συναισθηματικό του κόσμο στην Έλλη πριν κηδέψει την θηρώδη Τενερέ 600.
15. Ένα ειδύλλιο με την Έλλη και η ανακάλυψη οτι ο Πέτρος έχει ήδη φύγει από την κλινική.


«Οι μέρες κυλούσαν, η μία μετά την άλλη κι έπειτα όλα άλλαξαν –και οι μέρες άρχισαν να κυλάνε η άλλη μετά τη μία», παλιό σχολικό χιουμοράκι, αν δεν το θυμήθηκες ήδη. Διαθέτω μπόλικο από αυτό, κρυμμένο στις γωνιές του κεφαλιού μου, έτοιμο να πεταχτεί στο άσχετο και το ανεπίκαιρο. Έτσι είμαι.
Όμως δεν θυμάμαι βασικές λεπτομέρειες από αυτές που χρειάζεται κάθε άνθρωπος για να βρίσκει εύκολα κάποιο ζευγάρι κλειδιά σπιτιού, τις κάλτσες του κάτω από το κρεβάτι, το δρόμο για τη δουλειά του … Έτσι είναι.
Οι μέρες περνούσαν λοιπόν κι εμείς την είχαμε δει «δραπέτες των λεωφόρων», αλλάζαμε κάθε νύχτα ξενοδοχεία πρόθυμα να δεχτούν πλαστές ταυτότητες και πηδιόμασταν με αχαλίνωτο ρομαντισμό και το Άρκους απασφαλισμένο κάτω από το μαξιλάρι. Έπρεπε να φύγουμε από αυτή την πόλη γιατί νιώθαμε ότι το τυρί τελείωνε και σε λίγο θα έκλεινε η πόρτα της φάκας –κάποιες φορές μάλιστα, μπορούσαμε να ορκιστούμε ότι ακούγαμε την κλειδωνιά να ασφαλίζει. Αλλά δεν φεύγαμε. Που να πάμε; Δεν υπήρχε άλλος δρόμος, ένας μόνο, που οδηγούσε στον Πέτρο –όμως αυτός ο δρόμος ήτανε μέσα στην καταχνιά και, δεν ξέρω για σένα, εμείς πάντως τον είχαμε χάσει.

«Να μ΄αγαπάς –καλά;» ψιθύρισε η Έλλη στο αυτί μου.
«Γιατί –νομίζεις ότι μπορώ να κάνω διαφορετικά;» αναρωτήθηκα.
Κόλλησε πάνω μου προσπαθώντας να κοιμηθεί λίγο. Έπαιξα τον πεθαμένο για να τη διευκολύνω. Μέχρι και την ανάσα μου κοντρόλαρα –αλλά δεν κατάφερα να ηρεμήσω. Σε λίγο θα ξημέρωνε μια ακόμα μέρα καταδίωξης εκεί έξω, κάθε γωνιά θα έκρυβε ένα μπάτσο, κάθε βήμα πίσω από την πλάτη μας θα ακουγόταν σαν κούμπωμα σφαίρας σε επικρουστήρα και ξέρεις ποιο ήταν το χειρότερο; Ότι τίποτα από αυτά δεν γινόταν στ΄αλήθεια, ούτε μισός μπάτσος δεν υπήρχε στις γωνιές των δρόμων αυτής της πόλης, κανένας δεν μας ακολουθούσε, κανένας δεν μας έψαχνε. Αυτό ήταν χειρότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο. Χειρότερο από το τέλος είναι η αναμονή του –θυμάσαι;

Σηκώθηκα γυμνός και πήγα μέχρι το παράθυρο του δωματίου να χαζέψω φώτα. Η λεωφόρος από κάτω έσταζε αμάξια με το σταγονόμετρο. Ο ουρανός ξημέρωνε βαρύς, κάποια βροχή ετοιμαζόταν εκεί πέρα. Κανένα αυτοκίνητο δεν ήταν σταματημένο στο απέναντι πεζοδρόμιο, κανένα μάτι δεν ήταν στραμμένο πάνω μας. Σκεφτόμουν τον Πέτρο –δεν σκεφτόμουν και τίποτα άλλο τις τελευταίες μέρες! Ψέματα … αλλά τέλος πάντων. Λογάριαζα λοιπόν ότι αν ήταν στα καλά του θα έπρεπε κι αυτός να με ψάχνει. Και, για να τον αφήσουν από το τρελάδικο, θα πρέπει να ήταν κάπως νορμάλ –θα πρέπει να είχε και τη Ρέα μαζί του, γι΄αυτό είχε εξαφανιστεί απροειδοποίητα η δικιά μας. Τον έψαχνα-με έψαχνε, όπως παλιά που κοβόταν η γραμμή και παίρναμε τηλέφωνο ο ένας τον άλλον ταυτόχρονα. Τι κάναμε τότε, όταν ακούγαμε το βουητό της απασχολημένης γραμμής; Περιμέναμε, ένας από τους δύο περίμενε κι ο άλλος ξαναδοκίμαζε. Ποιος περίμενε; Αυτός που είχε απαντήσει στην πρώτη κλίση. «Ρε γαμημένε γιατί μου τηλεφωνούσες κι εσύ; Εγώ δεν σε πήρα την πρώτη φορά; Εγώ θα σε ξαναπάρω και τη δεύτερη, βλάκα!» γέλαγε ο Πέτρος. Αυτός ήταν ο κώδικάς μας. Όταν κόβεται η γραμμή, αυτός που πήρε στην αρχή, ξαναπαίρνει και στη συνέχεια. Το ερώτημα ήταν, «ποιος πήρε πρώτος τηλέφωνο αυτή τη φορά;» Εγώ –ποιος άλλος; Εγώ είχα έρθει να τον βρω, εγώ έπρεπε να τον ψάξω τώρα που χάθηκε η επαφή, όσο εκείνος θα με περίμενε. Αυτό έλεγε ο κώδικάς μας.
«Τι συμβαίνει; Τι κάνεις στο παράθυρο;» ψιθύρισε η Έλλη μισοκοιμισμένη.
«Περιμένω τον ήλιο», είπα.
«Καλά και χάθηκε ο κόσμος να τον περιμένεις ξαπλωτός;»
«Φοβάμαι μήπως δεν με δει και φύγει».
Προσπάθησε να γελάσει γιατί ήταν ευγενική κοπέλα.
«Τι ώρα ανοίγουν τα μαγαζιά;» ρώτησα.
«Ποια μαγαζιά;»
«Οι καφετέριες, ας πούμε».
Η Έλλη γύρισε πλευρό.
«Ξάπλωσε -έχουμε καιρό», απάντησε.
Κι εγώ έκανα όπως ακριβώς μου είπε. Κόλλησα πάνω της, σκέτη βδέλλα, και προσπάθησα να ξεχάσω τον χρόνο –μπας κι έτσι περάσει πιο γρήγορα. Μάταιος κόπος. Σε λίγο η Έλλη γύρισε προς το μέρος μου, με φίλησε, αποφάσισε να δώσει μια αποτελεσματική κλωτσιά στον κολλημένο χρόνο και να τον στείλει για βρούβες.

Είχε πάρει μεσημέρι όταν βρεθήκαμε στο αυτοκίνητο, το ίδιο βιαστικοί όπως και τις προηγούμενες μέρες, γιατί έπαιζε να πάρουν χαμπάρι από το ξενοδοχείο ότι πληρώθηκαν με πλαστή πιστωτική και να μας στρώσουν στο κυνήγι.
«Που πάμε;» ρώτησε η Έλλη.
«Στον Πέτρο», απάντησα.
«Ξέρεις που είναι;»
«Από την αρχή ήξερα –μόνο που δεν το είχα πάρει χαμπάρι».
Έτσι ήταν. Λίγη σκέψη ήθελε, λίγο μυαλό γαμώ το στανιό μου! Αλλά που να μου περισσέψει; Τώρα έτρεχα σαν παλαβός για να φτάσω στη Φιλελλήνων γιατί είχα αργήσει και προσευχόμουν στο όνομα όλων των ψεύτικων θεών να μην έχω χάσει το ραντεβού. Μπήκαμε από την πλατεία Συντάγματος, δεν είχα χρόνο για χάσιμο γι΄αυτό παράτησα το αυτοκίνητο στο πρώτο πάρκινγκ που βρέθηκε μπροστά μου. Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσε να με παρακολουθεί ολόκληρη διμοιρία σε σχηματισμό παρέλασης –αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το πάρω είδηση. Έτρεχα και η Έλλη έκανε ακριβώς το ίδιο πίσω μου.
Δεν υπήρχε κανένα Μάτζικ Μπας αραγμένο στο πεζοδρόμιο, το ταξιδιωτικό γραφείο όμως βρισκόταν ακόμα εκεί. Φρέναρα απότομα απέξω. Εδώ είμαστε. Εδώ έπρεπε να είναι. Είκοσι χρόνια πάνω, είκοσι χρόνια κάτω –δεν είχε σημασία. Κοίταξα τριγύρω. Βιαστικοί άνθρωποι σκουντούσαν τις ελπίδες μου, ακούμπησα στον τοίχο για να τις προστατεύσω. Και κοίταξα τριγύρω ακόμα μια φορά.
«Γιατί ήρθαμε εδώ;» ρώτησε η Έλλη.
Δεν απάντησα. Απέναντι υπήρχε μια ντισκοτέκ –κλειστή. Πίσω μου ανοίγονταν τα πλακόστρωτα της Πλάκας –δεν υπήρχε περίπτωση να χωθώ εκεί μέσα. Και τότε το είδα. Ένα μπαρ, εστιατόριο, καφετέρια, μπουρδέλο αμερικάνικου στυλ με κόκκινο χαλί στην είσοδο. Ήταν ορθάνοιχτο και με περίμενε –χαμογέλασα, «φυσικά –που αλλού;» μουρμούρισα ξεκινώντας.
«Τι έγινε;» ξαναρώτησε η Έλλη.
Δεν απάντησα.

Μπήκαμε λαχανιασμένοι, όσο προσπαθούσαμε να συνηθίσουμε το μισοσκόταδο βρήκε την ευκαιρία ο Σάμμυ Χάγκαρ να ορμήσει κατά πάνω μας από είκοσι οθόνες ουρλιάζοντας, «είναι περίεργο το πώς σε κοιτάζει ο κόσμος/ όταν έχεις σχεδόν γεράσει/ σχεδόν γεράσει/ αλλά μην ανησυχείς για τίποτα/ επειδή δεν έχεις τίποτα να χάσεις». Ξεκαρδίστηκα –πολύ μαλακία σκηνικό!
Χαζεύαμε λοιπόν τριγύρω τον χώρο, μια κοπελίτσα μας ρώτησε αν θέλουμε τραπέζι αλλά της εξήγησα ότι ψάχναμε κάποιους φίλους. Τόσο σίγουρος ήμουν ο πούστης! Και είχα δίκιο δηλαδή, γιατί κάτω από μια γυάλινη προθήκη που φιλοξενούσε την ηλεκτρική κιθάρα του Σλας (αν έχεις το θεό σου!) ένα ναυαγισμένο ζευγαράκι ρούφαγε τις κοκακόλες του. Η Έλλη δίπλα μου ανατρίχιασε τόσο έντονα που το ένιωσα στον αέρα. Πλησίασα σέρνοντας τις μπότες μου. Ο Σάμμυ Χάγκαρ ούρλιαζε «περιμένοντας σε παλιά σταυροδρόμια μωρό μου/ τα ίδια παλιά σταυροδρόμια/ τα ίδια παλιά σταυροδρόμια, ναι».
Τράβηξα την καρέκλα και κάθισα απέναντί του αδιαφορώντας για τα πάντα τριγύρω.
«Δεν έπιασα το όνομά σου ξένε», είπα.
«Γκιτάρ. Τζόνυ Γκιτάρ», απάντησε εκείνος.
«Όνομα το λες αυτό;» κορόιδεψα.
«Μήπως θέλεις να προσπαθήσεις να μου το αλλάξεις;» γέλασε ήρεμα.
Έγειρα πίσω στην καρέκλα, άπλωσα τα πόδια μου.
«Μου αρέσεις κιθαρίστα!» διαπίστωσα. «Τι θα έλεγες να δουλέψεις για μένα;»
«Θα έλεγα όχι», απάντησε εκείνος ήρεμα.
Ήρθα απότομα μπροστά, πλησιάζοντάς τον.
«Εντελώς ξαφνικά άρχισες να μη μου αρέσεις καθόλου», μουρμούρισα απειλητικά.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπημένο με κάνεις!» γέλασε εκείνος.
Έπιασα το χέρι του σφιχτά, ανάμεσα στις παλάμες μου.
«Πέρασαν πολλά χρόνια Πέτρο», είπα ήσυχα.
«Για άλλους πιο εύκολα, για άλλους πιο δύσκολα», μουρμούρισε.
Κοιταχτήκαμε. Πάνω του είχαν μείνει τα ίχνη του τρελάδικου, κάποιο ελαφρά στραβωμένο στόμα, νευρικότητα στις κινήσεις κι ένα βλέμμα δύσκολο να μαζευτεί. Τα υπόλοιπα ήταν δευτερεύοντα –περιττά κιλά, αταίριαστα ρούχα, αραιωμένα μαλλιά … Αλλά το βλέμμα –εκείνο το βλέμμα με αποσυντόνιζε κάπως.
«Σας περίμενα μέρες τώρα», μουρμούρισε.
«Είπαμε να κάνουμε εντυπωσιακή είσοδο –γι΄αυτό», του εξήγησα. «Κι εσύ ρε μαλακισμένη, δεν μπορούσες να φύγεις μισή ώρα αργότερα;» φώναξα στη Ρέα.
«Λες να ήταν εύκολο κάτι τέτοιο; Πήρα τηλέφωνο στην κλινική όπως είχαμε πει … Ζήτησα τον Πέτρο, έτοιμη ν΄ακούσω την απάντηση και να το κλείσω. Αλλά μου είπαν –‘μισό λεπτό να τον φωνάξουμε’, έτσι μου είπαν!»
«Κι εγώ της ζήτησα να έρθει αμέσως –μπορούσα να φύγω από το πρωί, αλλά δεν υπήρχε κανένας να με παραλάβει», συμπλήρωσε ο Πέτρος.
«Μάλιστα», συμπέρανα. «Κι εσείς συναντηθήκατε σαν το ζευγαράκι του Κλοντ Λελούς, 20 χρόνια μετά –στο μεταξύ, ας πάμε να γαμηθούμε όλοι οι υπόλοιποι. Έχω δίκιο;»
Γέλασε μυστήρια.
«Δίκιο βουνό. Ειδικά στο ‘να πάτε να γαμηθείτε’. Όμως, αφού ήρθε η κουβέντα στα ζευγαράκια, μήπως θα πρέπει να μου πεις τι τρέχει με σένα και την μικρή;» ρώτησε δείχνοντας την Έλλη.
«Σαν λίγο αργά δεν την είδες ‘μεγάλος αδερφός’;» πετάχτηκε εκείνη.
«Αργά, νωρίς … δεν έχει σημασία», απάντησε ο Πέτρος.
Άναψα τσιγάρο ψάχνοντας κάποια σερβιτόρα από αυτές που δεν είναι ποτέ εκεί όταν τις χρειάζεσαι.
«Έχουμε χρόνο για εξηγήσεις», είπα τελικά. «Δεν την κοπανάμε τώρα από δω μέσα, πριν μας δέσουνε;»
«Φύγαμε, αρκεί να έχεις κάπου πρόχειρο το αμάξι μου», δήλωσε η Ρέα.
Τους έκανα νόημα να με ακολουθήσουν καθώς σηκωνόμουν. Όσο κατεβαίναμε τα σκαλοπάτια της εξόδου έμεινα λίγο πίσω, άρπαξα τον Πέτρο από το μπράτσο.
«Πες μου κάτι», τον κοίταξα εξεταστικά. «Τη μέρα που ήρθα στην κλινική …»
«Ναι;» χαμογέλασε.
«Με γνώρισες;»
Τράβηξε το χέρι του απότομα –ελευθερώθηκε.
«Μη γίνεσαι ηλίθιος», δυσανασχέτησε.
Δεν κατάλαβα τι ακριβώς σήμαινε αυτό, αλλά το άφησα για να το ψάξω αργότερα. Γιατί τώρα υπήρχε κάτι που με ενοχλούσε στην όλη κατάσταση. Κάποια αίσθηση του τύπου «μας έχουν άσχημα στημένους». Κι αυτό ήταν σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο –μέχρι που άγγιξα το Άρκους στην εσωτερική μου τσέπη, προσπαθώντας να ξορκίσω την ανασφάλεια.
Τζάμπα κόπος.


(συνεχίζεται αλλά μην το δένεις για σύντομα)

11 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

tomboy είπε...

Ναι κάτι δε πάει καλά με τον Πετράν αλλά μόνο εσύ ξέρεις που θα καταλήξει αυτή η ιστορία.
Μικρό ήταν αυτή τη φορά το κομμάτι ή εμένα μου φάνηκε?

Puppet_Master είπε...

nai den htan sedoni etsi gia na mas spaei ta nevra.kotsarei k apo katw ena: (συνεχίζεται αλλά μην το δένεις για σύντομα) k kseberdepse...


p.s.:mh dineis simasia sthn grinia mou.kremomaste apo to feed sou ;)

Mr.Fixit είπε...

Ti 8a pei mhn to den gia syntoma pou se vlepw na kavalas mhxanh na r8eis na me vgaleis apo to treladiko mexri na teleiwsei...

Eutyxws pou den exw aderfh, hahahaha

savon des bebes gentilles είπε...

to thema einai pou thes na to pas motor. kathoti i skini auti tha mporouse na anaptuxthei poli perissotero (psiloanamenomeni alla poli kali parauta).

elpizo na min argisei i sunexeia
alloste auto den itan oute i gonitsa tou sentoniou..

The Motorcycle boy είπε...

Λοιπόν, λοιπόν!!! Όταν ξεκίνησα αυτή την ιστορία τη σκεφτόμουν να βγαίνει σε συνέχειες, με έκταση 4 σελίδες τη φορά. Εντάξει, κάπου το γάμησα -αλλά τώρα επανήλθα στα τετρασέλιδα.

Tomboy, κάτι δεν πάει καλά γενικά με όλους τους. Μην το δεις καλοί -κακοί, συνήθως οι κακοί έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Και φυσικά, ούτε εγώ δεν ξέρω που θα καταλήξει η ιστορία -αν το ήξερα δεν θα την έγραφα.

Puppet, εντάξει, τα περίμενα πιο στριμόκωλα τα πράγματα, αλλά τελικά τα κατάφερα να ετοιμάσω και την επόμενη συνέχεια. Δευτέρα θα τη βγάλω, αν είμαι ζωντανός φυσικά.

Fixit, και ο άλλος ο αποπάνω -εξεταστική δεν έχουμε; Πως θα γίνουμε χρήσιμοι άθρωποι στην κοινωνία αν διαβάζουμε τα μπλογκς; Θα βγάλω κομμάτι τη Δευτέρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι θα το γλιτώσεις το τρελάδικο. Και λέγαμε παλιά "όποιος δεν έχει -είναι!" (αυτό σχετικά με το "ευτυχώς σου χεχεχε -φτου γαμώτο, ούτε εγώ έχω αδερφή!)

savon, εγώ δεν το πάω -αυτό (ή μάλλλον αυτός) με πάει. Σε ποια από τις δυο σκηνές αναφέρεσαι; Στην ερωτική ή στη συνάντηση; Η δεύτερη πάντως ανοίγει στα επόμενα.

άσωτος είπε...

κοιτα να δωσεις μια σωικη εξηγηση για αυτα που γινονται γιατι θα σε κραξω. ο παιγμενος για 20 χρονια ισιωσε ξαφνικα;;; και μη μου πεις οτι το επαιζε 20 χρονια τρελος γιατι και τρελος να μην εισαι θα γινεις.

The Motorcycle boy είπε...

Ίσιωσε λες; Εντάξει, ξέρουμε οτι τρελός δεν ήταν όταν μπήκε μέσα -αλλά έχεις δίκιο οτι και να μην είσαι, γίνεσαι.

Παίζει κάποια πρώτη εξήγηση στο αμέσως επόμενο, θα δούμε μέχρι το τέλος πως θα κάτσει η φάση. Αλλά, περί ισιώματος του τύπου ... μην ορκίζεσαι κιόλας.

RaZz είπε...

γιατί έχω μια υποψία οτι ο πρώην τρόφιμος τρελάδικου θα κάνει το μπαμ στο τέλος;;; (είτε βγαίνοντας σε killing spree είτε κάνοντας κάτι εξίσου φαντασμαγορικό ή/και καταστροφικό)
either way sounds cool, waiting for the next episode :)

amor-al είπε...

γιατι εχω την αισθηση οτι ο Πετρος θα ειναι η επιβεβαιωση του "οι τρελλοι ειναι εξω"?
ας τον τρελλο στην τρελλα του:λεω εγω(και κατι ξερω!)

savon des bebes gentilles είπε...

i skepsi mou irthe otan teliosa to kommati. mou fanike san na sumpiknoneis polla se duo skines. i erotisi einai to ekanes auto gia na to proxoriseis stis epomenes skines, diladi prokeitai apla gia skines metabatikes i to ekanes logo amichanias gia tin exelixi. fusika xoris tin sunecheia i paratirisi den leei tipota.

ostoso an i proti itan mia kali eukairia gia na zoomareis ston "iroa", i deuteri skini nomizo pos einai ligo lipsi. exoume tous tesseris ek ton opoion oi duo (gunaikes) fainetai na uparxoun parepiptontos.
diladi to oti i mikri "petagetai" na pei tin ataka tis, tairiazei sto profil tis alla oxi toso stis sunthikes.

tora xereis, oloi exoume mia gnomi...mporei apla na mou kakofanike pou anti gia sentoni diavasa mono tin akroula tou.

ante min to argeis

The Motorcycle boy είπε...

razz, κάπως έτσι το σκέφτομαι κι εγώ, αλλά πολύ αλλιώτικα. Κατανοητός ή ...;

Αμοράλ συμφωνώ απολύτως με τη φράση σου την εντός εισαγωγικών.

savon, θέλω να ακούω τέτοιες γνώμες κι αυτός είναι ο λόγος που τα κείμενα βγαίνουν σε μπλογκ με ανοιχτά σχόλια.

Ας μην ξεχνάμε οτι το σημαντικό είναι οι δύο φίλοι σε αυτή την ιστορία, όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν λόγω και εξ αυτών. Μπορεί οι χαρακτήρες των γυναικών να βγαίνουν καρικατούρες κάποιες φορές, μπορεί να βγαίνουν διακοσμητικοί, αλλά ξέρεις τι νομίζω; Υπάρχουν αυτοί που κινούνται και οι προορισμοί τους. Οι δυο φίλοι κινούνται με προορισμό τις δυο γυναίκες. Και σε ένα ταξίδι δεν περιγράφεις αναλυτικά τον προορισμό κατά τη διάρκεια της διαδρομής.
Άποψη έτσι; Γι΄αυτό είμαστε εδώ για να τις λέμε -εμένα τουλάχιστον με βοηθάει αυτό.

Στη σκηνή της συνάντησης δεν ήθελα να το ανοίξω για να κρατήσω λίγο ακόμα το χαρτί Πέτρος κρυφό. Να μην το κάνω φόρα παρτίδα με ταο καλησπέρα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι