Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

17. Η λάσπη που έμεινε πίσω της

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.
14. Ο ήρωας αναλύει τον συναισθηματικό του κόσμο στην Έλλη πριν κηδέψει την θηρώδη Τενερέ 600.
15. Ένα ειδύλλιο με την Έλλη και η ανακάλυψη οτι ο Πέτρος έχει ήδη φύγει από την κλινική.
16. Το ζευγάρι ψάχνει να βρει τους κυνηγούς του, αλλά βρίσκει και χρόνο να πάει στο ραντεβού με τον Πέτρο, 20 χρόνια μετά.

«Γιατί όταν η πόλη πάει να νυχτώσει/ πριν πέσει το σκοτάδι υπάρχει μια στιγμή από φως./ Τότε, όλα μοιάζουν καθαρά/ και η άλλη πλευρά μοιάζει τόσο κοντινή./ Τι σου φαινόταν λάθος;/ Νομίζω ότι τώρα μοιάζει σχεδόν σωστό/ τώρα που η πόλη πάει να νυχτώσει». Κατάλαβες μαλάκα;

Η Ρέα στο τιμόνι και δίπλα της ο Πέτρος να παίζει με τα κουμπιά του ραδιοφώνου. Εγώ πίσω, η Έλλη δίπλα μου. Αμήχανοι. Νευρικοί –να προσπαθούμε για μια κουβέντα, ένα αστείο, μισή έξυπνη ατάκα. Και να μην τα καταφέρνουμε.
«Όλο μαλακίες βάζει το ραδιόφωνο. Έχεις καμιά μουσική πρόχειρη;» ρωτάει ο Πέτρος νευριασμένος.
«Στο ντουλαπάκι μπροστά σου», η Ρέα έχει καρφωμένα μάτια στην άσφαλτο όσο ο Πέτρος ψάχνει.
«Τι παπαριές είναι αυτές;» αποφασίζει μετά από λίγο.
«Μια χαρά μουσική είναι –αν δε σου αρέσει, πρόβλημά σου», κλωτσάει η Ρέα.
Και η Έλλη γελάει πνιχτά. Πρέπει να κάνω κάτι πριν κόψουμε ο ένας το λαρύγγι του άλλου με τα δόντια μας. Δεν ξέρω τι να κάνω –εκεί έξω κοντεύει να νυχτώσει. «Θα βρέξει», άκουσα να λέει κάποιος. «Κι αν δεν βρέξει, θα χιονίσει», απάντησε κάποιος άλλος –ποιοι ήταν αυτοί; Πότε τα είπαν αυτά; «Μη δίνεις σημασία».

«Συγνώμη που χαλάω το ευχάριστο κλίμα, αλλά μήπως παίζει καμιά ιδέα σχετικά με το που πάμε; Εννοώ … έχουμε κάποιον προορισμό ή έτσι απλά ψωλαρμενίζουμε;» ρωτάω.
Η Έλλη με κοιτάζει ξαφνιασμένη. Σηκώνω τους ώμους σε στυλ «αυτό μπορούσα, αυτό έκανα». Ο Πέτρος γυρίζει το κεφάλι, χαμογελάει πάνω από το μαξιλαράκι της θέσης του.
«Πάμε κατά διαόλου μαλάκα μου. Δεν το πήρες χαμπάρι ακόμα;»
Γελάω.
«Μέσα είσαι!» παρατηρώ. «Αλλά, μήπως υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ραντεβού με τον εξαποδώ;»
«Παραλιακά λεβέντη μου. Παραλιακά!» μουρμουρίζει ο Πέτρος. «Δεν το ήξερες ότι ο διάβολος πάντα από τη θάλασσα έρχεται; Μεθάνιο και σάπια αρμύρα –αν έχεις ακουστά».
Ξύνω το κεφάλι μου.
«Κάτι πιο εκλεκτό;» αναρωτιέμαι.
«Υπάρχει ένα εξοχικό -παλιού αγωνιστή -χτισμένο με μεράκι, κόπους, θυσίες και οικονομίες μιας ζωής … Κρίμα που δεν είναι ζωντανός να το χαρεί –το ‘πιασες το υπονοούμενο;» χαχανίζει ο Πέτρος.
«Δεν εννοείς …» γουρλώνω τα μάτια.
«Αυτό ακριβώς εννοώ», με διαβεβαιώνει.
«Τα ‘χεις παίξει; Την τελευταία φορά που πέρασα, ήταν τίγκα στη μπατσαρία!» πετάγομαι.
«Ναι, έτσι έμαθα κι εγώ. Αλλά μετά πέθανε μυστηριωδώς ο Σπήλιος –έμφραγμα ίσως;» κοροϊδεύει ο Πέτρος.
«Εγκεφαλικό», τον πληροφορώ. «Στο δόξα πατρί».
«Σωστός ο χασάπης!» αναφωνεί ο Πέτρος.
«Πιστολέρο», τον διορθώνω.
Με κοιτάζει όλο απορία.
«Ναι ε; Κι από πού το κονομήσαμε το μασίν γκαν;»
«Μου το δάνεισαν κάτι παλικάρια με ξενική προφορά», λέω.
«Του το δάνεισαν κάτι παλικάρια!» επαναλαμβάνει ο Πέτρος. «Μα δεν είναι καταπληκτικός ο πούστης; Αναρωτιέμαι τι με κρατάει και δεν τον έχω πλακώσει στα φιλιά!» λέει γυρίζοντας προς τη Ρέα.
«Υποθέτω ότι φοβάσαι το Άρκους –γι΄αυτό», απαντάω.
«Να δούμε για πόσο ακόμα», μουρμουρίζει ο Πέτρος ανάμεσα στα δόντια του. «Για πόσο ακόμα», ξαναλέει. Και μετά τρώει κάποιο φλας. Με κοιτάζει. «Άρκους; Τι σημαίνει Άρκους;» αναρωτιέται.
«Το σχετικό μασίν γκαν», εξηγώ.
«Ακόμα χρησιμοποιείς τα ονόματα των πραγμάτων αντί για την περιγραφή τους ρε κόπανε;» απορεί.
«Γιατί; Τι κακό υπάρχει στο να λες τα πράγματα με τ΄όνομά τους;» ρωτάω στην κόντρα.
«Τεκμηριωμένος ο μάγκας κι ετοιμόλογος!» ψευτοθαυμάζει ο Πέτρος. «Πως και δεν ακολούθησες πανεπιστημιακή καριέρα στην αλλοδαπή;»
«Την ακολούθησα διακριτικά, για να μη με πάρει χαμπάρι, μέχρι που στο τέλος την έχασα αδιακρίτως», μουρμουρίζω.
Ο Πέτρος χαμογελάει. Χαλασμένα δόντια, μαύρα τα χείλη του.
«Κάποιος χιουμορίστας!» ξεφυσάει στο τέλος γυρίζοντας προς τη Ρέα. «Ξέρεις το δρόμο για το σπίτι του Σπήλιου –έτσι;» τη ρωτάει.
Η Ρέα ανασηκώνει τους ώμους, φυσικά και δεν ξέρει.
«Πριν το Σούνιο, υπάρχει μια ταμπέλα», της εξηγώ.
«Ταμπέλα;» απορεί εκείνη.
«Παπατσάκωνας», λέω βιαστικά.
«Και τι εστί Παπατσάκωνας;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Γιαούρτια», απαντάω.
«Γιαούρτια;» ξύνει τη φαβορίτα του.
«Και αγελαδινά και πρόβεια κι ότι θες», διευκρινίζω.
«Α, τότε εντάξει», λέει καθώς βυθίζεται στη θέση του.

Γύρω από το σπίτι δεν υπάρχει ψυχή. Έχουμε αφήσει τις γυναίκες στο αμάξι και σερνόμαστε μέσα από χαμόκλαδα –ο κάπτεν Μαρκ κι ο Θλιμμένος Μπούφος σε νέες περιπέτειες. Δεν υπάρχει ψυχή εκεί πέρα. Ακόμα και τα πουλιά έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους στα πέριξ.
«Θα βρέξει», λέω καταπίνοντας κάτι ψιχάλες που πέφτουν χοντρές σα δεκάρικα.
«Κι αν δε βρέξει θα χιονίσει», απαντάει ο Πέτρος.
Μετά κάνει να σηκωθεί, τον κρατάω από το μπράτσο.
«Περίμενε λίγο».
Με κοιτάζει.
«Τρέχει κάτι;» ρωτάει.
«Ότι τρέχει θα λαχανιάσει σύντομα. Το θέμα είναι ‘πότε’ και ‘πως’».
«Και ‘γιατί’», συμπληρώνει.
«Μέσα είσαι», συμφωνώ. «Σου χρωστάω κάποιες εξηγήσεις …»
«Και 20 χρόνια από τη ζωή μου, αλλά κάνω και ευκολίες πληρωμής», λέει χωρίς να σκάσει χείλι.
«Τέλος πάντων. Για την Έλλη ήθελα να σου πω …»
«Ναι;» με καρφώνει στα ίσα τώρα. «Τι ακριβώς θα μου πεις; Για κάποιο γλυκόπικρο ηλιοβασίλεμα που περπατάγατε κάτω από τις μουσμουλιές; Ή μήπως για το πώς τις κουνήσατε τελικά τις μουσμουλιές; Αλήθεια ρε μάγκα –πως είναι η αδερφή μου στο κρεβάτι; Κάνει τρελά γούστα ή είναι τίποτα ψόφια;»
«Μη γίνεσαι σιχαμένος», λέω.
Έχουμε σηκωθεί και επιστρέφουμε. Ο χρόνος μας περιορισμένος, 500 μέτρα μέχρι το αυτοκίνητο, μπορεί και λιγότερο.
«Σιχαμένος ε;» αναρωτιέται ο Πέτρος. «Λοιπόν ξέρεις κάτι; Ήμουνα κοντά 20 χρόνια εκεί μέσα κι έπαιζα το πουλί μου σχεδόν κάθε μέρα. Για την ακρίβεια, δυο φορές τη βδομάδα μου δινόταν η ευκαιρία, στα μπάνια, αλλά ας το πούμε ‘σχεδόν κάθε μέρα’ για λόγους γοήτρου. Μου έδιναν χάπια. Στην αρχή τα έφτυνα όταν δεν κοιτούσαν, μετά βαρέθηκα. Πήρα μπόλικα από δαύτα –δεν μου κάνανε πολλά πράγματα. Απλά μερικές φορές ξεχνούσα που ήμουν, άλλοτε με έπαιρνε ο ύπνος στην καρέκλα, ή στη μπανιέρα … καταλαβαίνεις έτσι; Αλλά σε γενικές γραμμές –εντάξει. Με μεγάλα κενά, όμως εντάξει. Νύχτες που ξυπνούσα σε κατουρημένα σεντόνια, αλλά εντάξει. Απογεύματα που έκλαιγα χωρίς λόγο και κομμάτια του σώματός μου να παραλύουν, πόδια, χέρια, κεφάλι –εντάξει; Τέλος πάντων, έτσι ήταν η κατάσταση όσο ήμουν εκεί μέσα. Κι όσο εσύ βόλταρες στας Ευρώπας, μέχρι να φτάσει η ώρα της παραγραφής και να επιστρέψεις –αλήθεια, γιατί γύρισες φιλαράκο; Για να με βγάλεις από εκεί μέσα ή για να κουτουπώσεις την αδερφή μου; Γιατί, στο πρώτο δεν κατάφερες πολλά πράγματα και στο δεύτερο κατάφερες να μας πηδήξεις οικογενειακώς, στην κυριολεξία. Αναρωτιέμαι λοιπόν -ποιος από τους δυο μας είναι ο σιχαμένος στην τελική; Για εξήγησέ μου».
Φρέναρα απέναντί του. Είχε πει πολλά, φλερτάριζε εδώ και ώρα με τις ανοχές μου. Έπιασα το Άρκους από τη μέσα τσέπη του δερμάτινου, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου και το μοστράρισα μπροστά μου. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου, δεν χαμήλωσα τα δικά μου.
«Κουβέντες, πολλές κουβέντες –δεν βγαίνει τίποτα με όλα αυτά», είπα. «Εδώ είμαστε για να το γαμήσουμε μια ώρα αρχύτερα. Πάρτο να τελειώνουμε!» τον χτύπησα στο στήθος με την κάνη του Άρκους. Πόνεσε αλλά κρατήθηκε.
«Πάρτο ρε πούστη –ξεμπέρδευε!» του φώναξα σπρώχνοντάς τον δυνατότερα. «Τι σημασία έχει πλέον; Γιατί ήρθα, γιατί έφυγα, που ήσουν, που ήμουν –γιατί ήρθες στο ραντεβού με 20 χρόνια καθυστέρηση … Πάρτο και κάνε παιχνίδι –είσαι έξω τώρα πια. Και έκανα κατάσταση με την αδερφή σου –δεν αλλάζει αυτό με μισόλογα, ούτε με ειρωνείες».
Με κοίταξε για λίγο. Μέτα κατέβασε το βλέμμα, είδε το Άρκους λες και ήταν κουτί μελομακάρονα αμπαλαρισμένο, το έσπρωξε πέρα. Διακριτικά.
«Μαλακίες!» φώναξα βάζοντας το Άρκους πάλι στην τσέπη μου.
Γύρισα να φύγω, με κράτησε από το μανίκι.
«Την Έλλη», είπε.
Έμεινα εκεί περιμένοντάς τον να συνεχίσει.
«Την Έλλη θα τη διώξεις. Τώρα αμέσως».
Άνοιξα τα πόδια, πάτησα γερά μπας και ισορροπήσω στο χώμα που έφευγε.
«Ποιος το λέει αυτό;» απείλησα.
«Εγώ το λέω και εσύ το ξέρεις καλά. Εδώ τα πράγματα θα χοντρύνουν σύντομα, δεν θέλεις να τα δει αυτά η Έλλη, δεν θέλεις να τη μπλέξεις –σωστά; Στείλτην μπας και γλιτώσει».
«Κανείς δεν θα γλιτώσει», μουρμούρισα.
«Μας τα ‘παν κι άλλοι –παλιότερα, μαλάκα μου!»
«Μας τα ‘παν και δίκιο είχαν», του θύμισα.
«Εντάξει, δεν έχουμε χρόνο τώρα για φιλοσοφίες. Διώξτην και μετά τα βρίσκουμε μεταξύ μας», είπε ανυπόμονα.
«Και η Ρέα;» αναρωτήθηκα.
«Η Ρέα θα πάει κάτω –μαζί μας. Η Ρέα είναι παλιά. Δικιά μας», διαπίστωσε.
Έκανα να φύγω με κράτησε πάλι, τραβήχτηκα απότομα, κόντεψα να τον γκρεμίσω.
«Θα τη διώξεις», είπε ήσυχα.
«Χέσε μας!» φώναξα.
«Τώρα! Έχεις μια ώρα καιρό», συνέχισε.
«Χέσε μας ρε πούστη!» φώναξα πάλι, επειδή μου φάνηκε ότι πριν δεν με είχε ακούσει.
Γέλασε με τα χείλια σφαλισμένα. Μπροστά μας φάνηκε το σταματημένο αυτοκίνητο.

«Η ζωή μου, λοιπόν η ζωή μου ποτέ δεν άξιζε πολλά πράγματα –αν το καλοσκεφτείς τίποτα δεν αξίζει λιγότερο από έναν άνθρωπο που δεν έχει τίποτα να χάσει. Εντάξει, μη με κοιτάζεις έτσι –η αλήθεια είναι ότι δεν είχα τίποτα να χάσω, μέχρι τη στιγμή που σε γνώρισα, αν αυτό θέλεις να ακούσεις. Τώρα, πρόσεξε κάτι –για να καταλάβεις το πρόβλημά μου. Δεν μπορώ να έχω άλλους στο μυαλό μου -όταν σκουραίνουν τα πράγματα μόνο τον εαυτό σου μπορείς να σώσεις. Ξέρεις πως πάει –κρατάω μόνο μια μικρή ομπρέλα, ή θα μείνω στεγνός από μόνος μου ή θα βραχούμε και οι δυο μας. Θέλω να πω, δεν χωράς. Όταν κόψει η μπόρα θα έρθω να σε βρω, τότε όλα θα είναι εντάξει κι εγώ θα νιώθω ήσυχος. Αλλά τώρα πρέπει να φύγεις, να με περιμένεις κάπου πιο ήσυχα, να μη σ’ έχω στο κεφάλι μου …» σταμάτησα να μιλάω.
Την κοίταξα.
Καθόμασταν στο φράχτη του σπιτιού όσο ο Πέτρος με τη Ρέα αλώνιζαν στο εσωτερικό, άναβαν φώτα και τα έσβηναν αμέσως, τράβαγαν κουρτίνες –κάτι τέτοιο. Η βροχή έπεφτε για τα καλά, όμως δεν έμοιαζε να την ενοχλεί. Εκείνη κοίταζε πέρα, πίσω από το σπίτι, μακριά. Γενικότερα κοίταζε.
«Μου λες να φύγω δηλαδή;» αναρωτήθηκε.
Δεν είχα τίποτα να απαντήσω σε αυτό.
«Μου λες ότι εσείς θα μείνετε εδώ και θα περιμένετε τις φασαρίες. Εσείς –η αγία τριάδα! Κι εγώ να πάω σπιτάκι μου και να αράξω –μήπως να σου πλέκω και τίποτα πουλόβερ μέχρι να γυρίσεις; Πες το μη ντρέπεσαι».
«Δεν θέλω πουλόβερ», μουρμούρισα.
«Χέστηκα για τα πουλόβερ μαλάκα! Πες το ότι δε χωράω ανάμεσά σας –εσείς οι τσαμπουκαλεμένοι τύποι κι εγώ το κοριτσάκι που κάθεται στην απέξω όταν αρχίζουν οι φασαρίες! Έτσι δεν πάει;»
«Όπως θέλεις πάει –τις καρδιές μας θα χαλάσουμε τώρα;» γέλασα.
Με χαστούκισε δυνατά, δεν το περίμενα, έστριψα άθελά μου το κεφάλι.
«Άσε τα στυλάκια και πες μου κανονικά την ιστορία. Δε μου αξίζει τέτοιο φτύσιμο, εντάξει;» φώναξε.
«Η ιστορία έχει όπως ακριβώς στην είπα. Μόνοι μας έχουμε κάποιες πιθανότητες να τη βγάλουμε καθαρή. Αν είσαι κι εσύ εδώ …»
«Θα βάλεις το κορμί σου μπροστά και θα φας τη σφαίρα που προοριζόταν για μένα!» ειρωνεύτηκε η Έλλη.
«Θα κοιτάζω πως θα σε σώσω κι όχι πως θα σωθώ. Αυτή είναι η καλύτερη συνταγή για να την πατήσουμε και οι δυο μας άσχημα», είπα.
«Πες μου όλη την ιστορία!» φώναξε η Έλλη.
Την κοίταξα με γλαρωμένα μάτια, χαμόγελο σε στυλ «Τσαμπουκαλόψαρο» και ώμους χαλαρωμένους. Δεν είπα τίποτα.
«Σάλτα και γαμήσου ρε αρχίδι!» μου πέταξε κατάμουτρα γυρίζοντας την πλάτη.

Έμεινα εκεί, χάζευα τα παπούτσια της να πλατσουρίζουν στις λακκούβες. Όλες αυτές τις μέρες δεν είχα προσέξει τι είδους παπούτσια φορούσε –μποτάκια ίσως -με τακούνι, σίγουρα με τακούνι. Ναι, αλλά τι χρώμα; Κάτι έντονο; Κάτι ουδέτερο; Κάτι μαύρο; Δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλω άκρη τη συγκεκριμένη στιγμή. Οι μπότες μου βυθίστηκαν στην λάσπη μέχρι τους αστραγάλους αλλά δεν ήταν αυτό που με εμπόδιζε να περπατήσω. Στη ζωή μου δεν είχα δει μαλλιά πιο μαύρα από τα δικά της, ούτε και είχα βρει άλλο κορμί που να εφαρμόζει τόσο καλά στην αγκαλιά μου. Και τώρα έφευγε, αυτό μάλλον ήταν αρκετός λόγος για να μου κοπούν τα γόνατα –δε νομίζεις;
Σκέφτηκα να στρίψω τσιγάρο, αλλά ήπια νερό ανακατεμένο με χώμα όταν άνοιξα το στόμα προς τον ουρανό κι έτσι συνήλθα.

Είχα ανάγκη να καπνίσω, είχα ανάγκη να μπω σ΄εκείνο το γαμημένο σπίτι, δίπλα σε ανθρώπους που δεν ήθελα να δω τη συγκεκριμένη στιγμή, είχα ανάγκη να περπατήσω μακριά από τα λασπωμένα ίχνη της, γιατί αν έμενα κι άλλο, θα έτρεχα πίσω της να την παρακαλέσω, να ξεφτιλιστώ και να την καταστρέψω. Αυτό το τελευταίο με κράτησε κάπως.

Κάθισα ανακούρκουδα μπροστά από εκείνο το ίχνος του παπουτσιού της, ένα βαθούλωμα μπροστά και μια τρύπα πιο πίσω –απ΄το τακούνι. Όχι στιλέτο και τέτοιες αηδίες, ούτε και χοντροκομμένο σε στυλ «τσιμεντοκολώνα». Στρογγυλό πίσω, κάπως τετράγωνο μπροστά, έβαλα τα δάχτυλά μου στην τρύπα που είχε αφήσει, αλλά σε λίγο το νερό ξεχύλησε από την τρύπα. Κάπως έτσι χάθηκαν τα ίχνη της στη λάσπη. Νόμιζα πως κάπως έτσι θα χανόταν κι αυτή, αλλά τις επόμενες μέρες έγιναν κάποια πολύ άσχημα πράγματα.

«Τι έγινε μαλάκα; Έχασες κανά δίφραγκο εκεί κάτω;» σκούντηξε τον ώμο μου ο Πέτρος.
Δεν απάντησα –κάπως πιασμένος στα πράσα. Σηκώθηκα.
«Έφυγε;» με ρώτησε.
«Πες το κι έτσι», μουρμούρισα.
«Δεν πάμε μέσα πριν αρπάξουμε καμιά πνευμονία;»
Έκλεισα το φερμουάρ του μπουφάν μου αλλά δεν έδειξα καμιά προθυμία να κουνήσω από τη θέση μου.
«Υπάρχει κάτι ακόμα …», είπα.
«Τι πράγμα; Έχεις και καμιά άλλη γκόμενα να αποχαιρετήσεις;»
Τον έπιασα από τους γιακάδες και τον έσυρα κοντά μου –οι μύτες μας σχεδόν κόλλησαν.
«Κόφτο μη γαμηθούμε εδώ μέσα», σφύριξα.
«Δεν είμαστε μέσα –έξω είμαστε. Και στη διάθεσή σου μάγκα όποτε έχεις σηκωμάρες –θα το τακτοποιήσουμε», είπε χαλαρά.
Τον έσπρωξα πίσω, δεν είχε πολύ δύναμη μέσα του –σακούλι με κόκαλα και κρεμασμένο λίπος. Γύρισα την πλάτη, ήθελα ένα τσιγάρο αλλά η βροχή είχε άλλη γνώμη.
«Το ξέρεις ότι ο Καρχαρίας μας είχε δώσει στους μπάτσους –έτσι;» ξεκίνησα την κουβέντα.
«Το ξέρω –και λοιπόν;»
«Τι ‘λοιπόν’; Θα το καταπιούμε αμάσητο αυτό;» αναρωτήθηκα.
«Κοίτα … μετά από τόσα χρόνια στα χάπια, έχω συνηθίσει να καταπίνω διάφορα πράγματα αμάσητα», σχολίασε.
«Δε σε πιάνω ρε φίλε …» μουρμούρισα.
«Καλά, δεν τρέχει τίποτα. Με πιάσανε άλλοι και μ΄αφήσανε».
Έφτυσα χώμα και νερό στη λάσπη ανάμεσα στα πόδια μου.
«Για μένα τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν αλλάζει γενικά. Είμαι σαν τους τοίχους αλλά κυκλοφορώ μονίμως με βουλωμένα αυτιά. Ότι μου κολλήσει μένει κι αν το ξεκολλήσουν παίρνει μαζί του κομμάτια σοβά, έτσι πάει».
Περπάτησε μέχρι τη μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού, έκανε να μπει μέσα, κοντοστάθηκε.
«Δε μ΄ενδιαφέρει πλέον –κατάλαβες; Αν τα βουνά γκρεμιστούν στη θάλασσα, χέστηκα, δεν είναι δουλειά μου –έτσι δεν πήγαινε το τραγούδι;»
«Περίπου», γέλασα.
«Έτσι λοιπόν. Ας γαμηθεί ο κόσμος όλος –εγώ βγήκα και δεν ξαναγυρίζω εκεί μέσα. Ποτέ ξανά. Κι αν εσύ θέλεις να ξεχρεώσεις με τον κάθε χαφιέ, κάντο αδερφέ μου, αλλά μη με υπολογίζεις. Λέω να τη δω ευυπόληπτος πολίτης για την επόμενη εικοσαετία», κατέληξε.
«Τι σημαίνει αυτό;» αναρωτήθηκα.
«Ότι κι αν σημαίνει. Χέστηκα», απάντησε χωρίς να με κοιτάζει. «Και τώρα με συγχωρείς αλλά έχω να πηδήξω κοντά είκοσι χρόνια και λέω να μην το καθυστερήσω περισσότερο».
Μπήκε στο σπίτι, εγώ έμεινα έξω περιμένοντας –χωρίς να ξέρω τι ακριβώς. Μετά από δυο λεπτά ξαναβγήκε, πέταξε ένα μάτσο κλειδιά στον αέρα, άνοιξα την παλάμη και τα άφησα να προσγειωθούν εκεί.
«Θα το εκτιμούσαμε να κάνεις μια βόλτα φυσιολατρικού χαρακτήρα όσο θα βγάζουμε τα μάτια μας», είπε. «Τώρα … αν θέλεις να τη δεις Μασκοφόρος Τιμωρός … με τις ευλογίες μου!»
Μετά μου κοπάνησε την πόρτα στα μούτρα.

Πήγα στο αμάξι, χώθηκα μέσα, άνοιξα το αιρ κοντίσιον στο «κρύο» για να παγώσουν οι υδρατμοί. Άναψα τσιγάρο, τινάχτηκα σα σκυλί δίπλα σε ποτάμι. Πριν από είκοσι, περίπου, χρόνια είχαν κλείσει ένα παιδί στα λευκά δωμάτια κι εκείνο το παιδί συνήθιζε να σβήνει τις φωτιές με μπιτόνια βενζίνης. Τώρα το παιδί είχε γίνει άντρας, πιο σωστά το είχαν ξεσκίσει το παιδί, το είχαν κόψει λουρίδες για να ράψουν μια καρικατούρα. Δεν μπορούσα να έχω περισσότερες απαιτήσεις. Μόνο απορίες –τι θα έκανε ο Πέτρος για να εξασφαλίσει τα είκοσι χρόνια ηρεμίας; Μέχρι που μπορούσε να φτάσει; Ξεκίνησα το αυτοκίνητο της Ρέας, οι τροχοί σπίνιαραν στη λάσπη.

Άρχισα να κατεβαίνω τον χωματόδρομο, κοίταζα τριγύρω από τη συνήθεια του κυνηγημένου. Αλλιώς δεν θα την έπαιρνα χαμπάρι, έτσι όπως ήταν κουρνιασμένη κάτω από το δέντρο, στη μέση του υψώματος. Ένα κουβάρι –όλα αυτά που άξιζαν τον κόπο, σκέτο κουβάρι, ούτε πρόσωπο, ούτε τίποτα. Μπορεί και να σήκωσε το κεφάλι προς το μέρος μου όσο το αμάξι τσούλαγε στον χωματόδρομο, δεν ξέρω –δεν κοίταξα.

Βγήκα στη λεωφόρο την ώρα που η πόλη πήγαινε να νυχτώσει.

(συνεχίζεται τέλη αυτής αρχές της άλλης βδομάδας -κάπου εκεί)

19 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Δεν το πιστεύω ότι δεν σταμάτησε να μαζέψει το κουβάρι μέσ' τη βροχή...

Χορταστικό το σημερινό, αλλά μου έλειψε η Ρέα μέσα σ' όλο αυτό το παιχνίδι με τις ατάκες των δύο.

Ο ανταγωνισμός του ποιός είναι πιο μεγάλο κάθαρμα η πιο τρυφερός είναι δύσκολο να το καταλάβω... σαν να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον.

Καλημέρα κ καλή καυτή βδομάδα!

The Motorcycle boy είπε...

Καυτή βδομάδα με αέρα -σαν το Heat με την Καθλίν Τέρνερ και τον Γουίλιαμ Χαρτ.
Η Ρέα έχει να παίξει το μεγάλο φινάλε -άλλωστε αυτά οι γυναίκες τα καταφέρνουν καλύτερα.
Ο ήρωας δεν θα το μάζευε το κουβάρι -άλλωστε γι΄αυτό είναι έτσι, επειδή δεν μαζεύει κουβάρια, αλλά φτιάχνει κουβάρια.
Μόνο τα καθάρματα είναι πραγματικά τρυφερά -δεν το ήξερες;

Υ.Γ.: Σιγά που δεν το ήξερες δηλαδή!

άσωτος είπε...

20 χρονια ηρεμιας ειναι πολλα, αλλοι εχουν ξεπουληθει για πολυ λιγοτερα...
ακομα δεν εχω καταλαβει ποιος εφταιγε τοτε πριν 20 χρονια. εντωμεταξυ ποτε προλαβε και εμαθε ο πετρος για τον σπηλιο; και πως καταλαβε τι παιχτηκε; και για πες μου υπαρχει ζωη πριν το θανατο;

The Motorcycle boy είπε...

Κάτσε αδερφέ μου! Περίμενε να δούμε το τίμημα και μετά αποφασίζουμε για τα λιγότερα ή τα περισσότερα.

Περί ζωής μετά τον θάνατο να σου απαντήσω -τα ίδια με τα πριν είναι και τα μετά.

Για τα υπόλοιπα σιγά μη σου πω. Σε λίγο θα μου ζητήσεις να σου αποκαλύψω την κατάληξη της ιστορίας σε σχόλιο! Τσου ρε!

RaZz είπε...

χμμ. αυτό είναι το πρώτο episode που μου χτυπάει παράξενα. δηλαδή, είναι υπερβολικά βολικό. βρίσκονται όλοι μαζί, κανείς δεν τους κυνηγάει, ο τρελός είναι συνεννοήσιμος, ξέρει για το εξοχικό και για τα πάντα και μάλιστα όχι μόνο μπορεί και γαμάει ακόμα αλλά έχει και το common sense να πει του άλλου να διώξει την αδερφή του... χμμ. I predict a riot..

The Motorcycle boy είπε...

Μη βιάζεσαι, μη βιάζεσαι. Κι εσύ κι ο άλλος ο ρεμάλης από πάνω -αν αυτή την ιστορία την είχατε σε βιβλίο τώρα θα διαβάζατε το τέλος, κάτι με το οποίο δεν έχω πρόβλημα -αρκεί να έχει γραφτεί αυτό το τέλος.
Μη βιάζεσαι!!!

Mr.Fixit είπε...

Mou moiazei les ki o typos perimene 20 xronia, ekane o,ti ekane gia na glytwsei enan an8rwpo pou einai hdh nekros...or better yet, xeirotera apo nekros. Apla ksenos.

Ki afou oute auton mporei na swsei, oute thn Ellh na krathsei, poso pia na ksefeugei apo tous mpatsous, we're all going down or what? Pou allou exei na paei, pleon?

Ouaou, mhdenismos.

Mr.Fixit είπε...

«Εγώ το λέω και εσύ το ξέρεις καλά. Εδώ τα πράγματα θα χοντρύνουν σύντομα, δεν θέλεις να τα δει αυτά η Έλλη, δεν θέλεις να τη μπλέξεις –σωστά; Στείλτην μπας και γλιτώσει».

Pws skata 8a th dei euypolhptos poliths afou diateinetai pws 8a skourynoun pragmata?
Ouf.
7 kai shmera.

mihanoapotetoios είπε...

καπτεν μαρκ και θλιμμενος μπουφος?χε χε που τους θυμήθηκες? Πάντως ο ήρωας σου θυμίζει πολύ τον σογιερ απ΄το lost.

The Motorcycle boy είπε...

Χειρότερα από νεκρός -καλά το είπες fixit. Το θέμα είναι οτι έχουμε συνηθίσει να ψάχνουμε τις αιτίες μέχρι να φάμε αναίτια το κεφάλι μας.
Ή, όπως το είπε ο Τάιμπο (αν και αναφερόταν σε άλλη γενιά): "είμαστε γενημμένοι για να χάνουμε -όχι να παζαρεύουμε". Και, αφού το θυμήθηκα -ήθελες κάτι σχετικό με τον Μάη του '68; 1968 λέγεται, τι έχουν γράψει ο Ταρίκ Αλί και ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο -ούτε 60 σελίδες δεν είναι και τα λένε όλα εκεί μέσα. Ψάξτο, βρέστο, πάρτο. Εκδόσεις ΑΓΡΑ.
7 και σήμερα; Ρίξε τηλέφωνο όταν ανέβεις προς τα μέρη μας.

Αποτέτοιε -όλους τους άχρηστους τους θυμάμαι, αλλά δεν βλέπω Λοστ ρε γαμώτο! Σιχαίνομαι ότι κυκλοφορεί σε συνέχειες χαχαχα!

mihanoapotetoios είπε...

και ο καπταιν μαρκ σε συνεχειες ηταν! χι χι χι...

The Motorcycle boy είπε...

Αυτοτελείς συνέχειες όμως, χεχεχε! Δηλαδή, το πολύ να πήγαινε η ίδια ιστορία σε δύο τεύχη δεν μας γαμούσε το κέρατο με την αναμονή σαν μερικούς, μερικούς (ονόματα μη λέμε)

mihanoapotetoios είπε...

Η 18η συνέχεια πότε δημοσιεύεται είπαμε?

Mr.Fixit είπε...

7 kai shmera gia to epomeno kommati sou re chief, emeis argoume na ektisoume thn poinh mas...kata mesa iouliou 8a akouseis ring ring apo to nhologio, hehe

The Motorcycle boy είπε...

Αν τα καταφέρω να την τελειώσω Τετάρτη μεσημέρι θα την σηκώσω. Αλλιώς από Δευτέρα, όπως λέει κι ο Fixit.

Νηολόγιο, 19 Ιουλίου επιστρέφει η οικογένεια Boy.

Ανώνυμος είπε...

XA...σκιαχτήκατε ς;
1)Η ειδηση επιβεβαιωθηκε απο τον ραδιοφωνικο σταθμο alpha.

2)Το προβλημα δεν ειναι η επιμηκυνση πεους αλλα τα χρηματα και που πηγαινουν...

3)Καρφωθηκατε τρελα διοτι βγαλατε με την μια την σελιδα OFF-LINE !!

The Motorcycle boy είπε...

Χα, χεστήκαμε πλήρως -εσύ όμως όχι λιγούρη, έτσι;

1. Χέστηκα αν επιβεβαιώθηκε η είδηση από τον Alpha κι αν έγραψε ο Πρέζας για επιμηκυντές πέους στη σελίδα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Γιατί θα έπρεπε να με νοιάζει; Εσύ που ειδικεύεσαι στη μαλακία, κοίτα μη χάσεις το λινκ της σελίδας.

2. Χέστηκα και για το ποιος πήρε τα λέφτα, μήπως νομίζεις οτι τα πήρα εγώ ρε κακομοίρη;

3. Ποιοι καρφωθήκαμε; Άσε μας ρε χαφιεδάκι -σάλτα παραδίπλα να σπαμάρεις τις αηδίες σου.

Ανώνυμος είπε...

προσεχετε ρεεεεε μη παθετε τποτα απτη πολυ δουλεια εκει στηγενικη γραματία ερευνασ και τεχνολογιας... καντε και διαλλειματακι να τσεκαρετε τα email σας, να γραψετε στα blogs ,να παιξεται κανα onlineπαιχνιδακι... youknow... το νοθ σας ρεεεε ζωα ε ζωα!!!

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, ναι -ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον και τις συμβουλές. Θα το έχουμε υπόψη μας.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι