Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2008

18. Όταν κοκκίνισαν τα σκουλήκια

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.
14. Ο ήρωας αναλύει τον συναισθηματικό του κόσμο στην Έλλη πριν κηδέψει την θηρώδη Τενερέ 600.
15. Ένα ειδύλλιο με την Έλλη και η ανακάλυψη οτι ο Πέτρος έχει ήδη φύγει από την κλινική.
16. Το ζευγάρι ψάχνει να βρει τους κυνηγούς του, αλλά βρίσκει και χρόνο να πάει στο ραντεβού με τον Πέτρο, 20 χρόνια μετά.
17. Ο ήρωας δέχεται να κρυφτεί μαζί με τους υπόλοιπους και να διώξει την Έλλη από κοντά του.


Η βροχή ξεχείλιζε τα πεζοδρόμια κι από εκεί σερνόταν στους υπονόμους, έγλυφε σκουπίδια και ξερόκλαδα, η βροχή –μια ασυγκράτητη αμηχανία. Προσπαθούσα να κρατήσω τα μάτια μου καρφωμένα στην άσπρη λωρίδα που μοίραζε στα δύο την άσφαλτο, οδηγούσα μισοτυφλωμένος, αλλά όχι από το νερό που έπεφτε στο παρμπρίζ μου. Είχα μια τρελή επιθυμία να σκεφτώ, να βάλω τα πράγματα σε σειρά, τακτοποίηση... έστριψα τσιγάρο για να την πολεμήσω –δεν ήμουν σε κατάσταση να αντέξω μερικά προφανή συμπεράσματα.

Ακολούθησα την Αλίμου -όσο πλησίαζα στη γειτονιά του Καρχαρία τόσο έψαχνα δικαιολογίες να την κοπανήσω. Κοίτα. Προσπερνάς την Ηλιούπολη, τραβάς περιφερειακό, μετά ακολουθείς τον δρόμο για το αεροδρόμιο. Αρπάζεις την πρώτη πτήση για οπουδήποτε –οι πλαστές κάρτες αντέχουν στα εκδοτήρια εισιτηρίων. Ο Πέτρος είναι ήδη έξω, η Έλλη ... γάμησέ τα -και όλοι οι μπάτσοι της κωλόπολης περιμένουν ευκαιρία να με καθαρίσουν. Τι σκατά κάνω εδώ πέρα; Και για ποιον, στην τελική ανάλυση; Ο Πέτρος θέλει να ζήσει ήσυχα και το μόνο που δεν χρειάζεται είναι τα μούτρα μου εδώ τριγύρω. Κοίτα τώρα! Το μυαλό είναι μια ρουλέτα που σου βγάζει νούμερα ακριβώς τη στιγμή που δεν τα χρειάζεσαι. Δεν ήθελα να το σκεφτώ –αλλά, όποιο δρόμο κι αν ακολουθούσα, έπεφτα στην ταμπέλα με τα φωτεινά γράμματα –«τι θα χρειαστεί να πληρώσει ο Πέτρος για ν΄αγοράσει την ήσυχη ζωή;» Νο μορ μπετς, λέιντις εντ τζέντλεμεν –ζέρο μπλακ, ζερό νουάρ. Κι αυτός, μάλλον, ήταν ο λόγος που έκοψα ταχύτητα δυο τετράγωνα πριν το σπίτι του Καρχαρία, απορρίπτοντας τον περιφερειακό δρόμο και το αεροδρόμιο.

Οι μπάτσοι είχαν εξαφανιστεί το τελευταίο διάστημα γιατί ήταν σίγουροι για μας –αλλά δεν έπαιζε να αφήσουν τον Καρχαρία χωρίς προστασία. Τους καλούς χαφιέδες πάντα τους προσέχεις, εκτός αν ...
Πάτησα λοιπόν μέσα στα νερά σα μπαλαρίνα, έβγαλα και το Άρκους –πλησιάσα το σπίτι καουμπόικα. Βραδινή ηρεμία, μόνο τα ποτάμια έτρεχαν στους δρόμους. Κρυμμένος ακόμα στη γωνία απέναντι από το σπίτι, έψαχνα να βρω το αμάξι των μπάτσων. Πέντε παρκαρισμένα –κανένα τους δεν είχε ψυχή ζωντανή μέσα του. Ξανακοίταξα –ούτε ψυχή ανθρώπινη, ούτε μπατσική –τίποτα. Το σπίτι θεοσκότεινο, τι μαλακία ήταν τώρα αυτή; Γιατί μου έδιναν τον Καρχαρία; Είχε πέσει σε αχρηστία; Ή μήπως το σπίτι ήταν απλά παγίδα, τίγκα στους κρυμμένους μπάτσους, όσο ο Καρχαρίας έτρωγε τα σουβλάκια του σε κάποιο εξωτικό νησί; «Ποτέ δεν ξέρεις, μέχρι να μάθεις» -ξεκόλλησα λοιπόν από τις σκιές και κύλησα μέχρι την εξώπορτά του παρέα με τη βροχή. Ακούμπησα το αυτί στο παστέλ τζάμι –τάφος σκέτος το σπίτι. Έκανα γύρο ψάχνοντας ένα βολικό παράθυρο, βρήκα κάτι στην κρεβατοκάμαρα, παντζούρια ανοιχτά –κοπάνησα με τη λαβή του Άρκους, το τζάμι τρύπησε στριγκλίζοντας. Έσκυψα χεσμένος από τον θόρυβο, περίμενα, τίποτα δεν έγινε. Μετά, έπιασα το χερούλι μέσα από την τρύπα στο τζάμι, άνοιξα το παράθυρο και πήδηξα μέσα. Σκοτάδι πηχτό –«εδώ είμαι καργιόληδες! ρίξτε γαμώ το στανιό σας!» Δεν τόλμησα να το φωνάξω, απλά στάθηκα εκεί και περίμενα. Για δυο λεπτά ή λιγότερο –μετά σκούπισα τις μπότες μου στα ξέστρωτα σεντόνια του κρεβατιού του. Μοναξιά.

Περπάτησα προσεκτικά για μη του σπάσω κανένα μπιμπλό, μύρισα τον αέρα –βρώμικα ρούχα, τσιγαρίλα και ξεχασμένα ντελίβερι αποφάγια. Αν υπήρχε ζωντανό πλάσμα στο σπίτι θα πρέπει να ήταν ποντίκι ή κατσαρίδα. «Που είσαι ρε πούστη;» αναρωτήθηκα. Κανένας δεν απάντησε, φυσικά. Μπήκα στο σαλόνι, κούρνιασα δίπλα στην κλειστή συσκευή της τηλεόρασης, κρύωνα κάπως. Περίμενα με το Άρκους σφηνωμένο ανάμεσα στα γόνατα, διπλωμένος σα σκουλήκι.

«Που πάτε ρε;»
«Να κάψουμε τον Ιούδα!»
Κοιταχτήκαμε. Ο Πέτρος έψαξε με τα μάτια, οι αγριεμένοι έδειχναν προς τον Καρχαρία. Καθισμένος στο Τσαφ ρούφαγε φραπέ –μόνος κι έρημος.
«Δε γουστάρω λιντσαρίσματα», μου είπε.
«Μπορεί να έχουν δίκιο, ξέρεις», τον προειδοποίησα.
«Ακόμα κι έτσι. Δέκα σε έναν είναι πουστιά».
«Δεν είναι δέκα –οχτώ είναι», είπα ξεκάρφωτα.
«Πάμε να του κάνουμε πλάτες», φώναξε ο Πέτρος τρέχοντας ήδη.
Προσπάθησα κάτι να απαντήσω αλλά ήταν αργά. Αν δεν έτρεχα πίσω του θα τον έχανα. Ο Καρχαρίας είχε ήδη ψυλλιαστεί –ετοιμαζόταν να την κοπανήσει –οι αγριεμένοι επιτάχυναν, ο Πέτρος πίσω τους.
«Γαμώ το στανιό σας μαλακισμένοι!» τσίριξα και ήμουν φορτωμένος με όλους τους. Εκείνη τη στιγμή, αν ήταν δυνατό, θα τους πέρναγα όλους από λεπίδι. Τους τσαμπουκαλεμένους, τον Καρχαρία, το γκαρσόνι του Τσαφ και τον ψήστη του Κάβουρα –όλους γαμώ τη ζωή μου μέσα!

Η πόρτα βρόντηξε ξεκλειδώνοντας, τινάχτηκα και το γόνατό μου βρήκε στο τραπεζάκι της τηλεόρασης. Γαμήθηκα στον πόνο. Αλλά είχα το μυαλό να κουτρουβαλήσω στο πλάι κρατώντας σφιχτά το Άρκους. Σημάδεψα την ορθάνοιχτη πόρτα κι εκείνη μου γέλασε κατάμουτρα –ένιωσα γελοίος γιατί κανένας δεν εμφανίστηκε στο άνοιγμά της. Την ίδια στιγμή άκουσα τζάμια να σπάνε πίσω μου, κομμάτια γυαλί με τσίμπησαν στο μάγουλο και τον σβέρκο. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Ένας καργιόλης με είχε βάλει στο σημάδι, σκούπιζε το δωμάτιο με μια δέσμη φακού και πυροβολούσε. Αυτό ήταν σοβαρό όσο να πεις, αλλά όταν κάποιος είναι τόσο μαλάκας ώστε να πυροβολεί αγκαζέ με τον φακό του η κατάσταση διορθώνεται. Γύρισα προς τη φωτεινή δέσμη και έριξα δυο φορές, έτσι για εκφοβισμό. Ο τύπος απέξω ησύχασε κάπως, αλλά ήταν η ώρα του κανίβαλου που λούφαζε στο πλάι της ορθάνοιχτης πόρτας. Το δωμάτιο κροτάλισε, έβηξα πνιγμένος από το μπαρούτι στον αέρα. Λοιπόν, έπρεπε να το παραδεχτώ –ήμουν εξαιρετικά τυχερός τύπος γενικότερα, αλλά τώρα με είχαν βάλει στη μέση. Χώθηκα πίσω από την τηλεόραση τρέμοντας –δεν είχα πρόβλημα να πεθάνω, αλλά δεν είχα και καμιά διάθεση να γράψουν πάνω στον τάφο μου οτι με έφαγε ο Καρχαρίας. Κάποια αξιοπρέπεια –καταλαβαίνεις;
Δάγκωσα το βρώμικο πλακάκι, σήκωσα το χέρι πάνω από το κεφάλι μου και πυροβόλησα την τηλεόραση από πίσω –όταν ζορίζουν τα πράγματα πρέπει να κάνεις όσο περισσότερη φασαρία γίνεται –έτσι νομίζω. Η συσκευή έσκασε σα μπαλόνι γεμάτο υδράργυρο, κάπως εντυπωσιακό έμοιαζε το σκηνικό αλλά οι υπόλοιποι της παρέας δεν το εκτίμησαν δεόντως. Άρχισαν να πυροβολούν σα μανιακοί –έτσι όπως πήγαιναν θα σκοτώνονταν μεταξύ τους. Κύλησα στο πλάι, μη με πάρει καμιά αδέσποτη –περίμενα λίγο. Το δωμάτιο έτσουζε σαν σιδηρουργείο –ρινίσματα δάκρυζαν τα μάτια μου. Περίμενα κι άλλο –τίποτα δεν έγινε.
Ο μαλάκας έχωσε την κεφάλα του από το παράθυρο, κοίταξε μέσα –δεν ανέπνεα καν, για να μην προδώσω τη θέση μου. Μετά άναψε τον φακό, φώτισε τον άλλο απέναντί του όσο εκείνος δρασκέλιζε προσεκτικά την πόρτα.
«Σβήστο ρε μαλάκα!» ψιθύρισε ο τύπος στην πόρτα.
Δεν χρειαζόταν να ακούσω τίποτα άλλο. Πυροβόλησα τον βλάκα στο παράθυρο και στριφογύρισα πυροβολώντας χαμηλά, στα πόδια που έμπαιναν από την πόρτα. Ουρλιαχτά –κάτι είχα καταφέρει, έτσι έδειχνε. Σηκώθηκα, ο μαλάκας στο παράθυρο δεν με ενδιέφερε, προχώρησα για την εξώπορτα με το Άρκους τεντωμένο.
Έφτασα πάνω του, ο Καρχαρίας με σημάδευε τρέμοντας κι εγώ επίσης.
«Μη ρίξεις», βόγκηξε.
«Εντάξει, δεν θα ρίξω», τον καθησύχασα.
Ακολούθησα το βλέμμα του, έψαχνε πίσω από την πλάτη μου να βρει τον δικό του. Χαμογέλασα ήρεμα χαμηλώνοντας το Άρκους. Έκανε το ίδιο. Μετά τον πυροβόλησα στο στήθος, με το Άρκους χαμηλωμένο –πετάχτηκε σα νευρόσπαστο. Πήγε να σηκώσει το όπλο του αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο πια.
«Μου έριξες!» μουρμούρισε απορημένος. Μια γραμμή αίμα πετάχτηκε στην άκρη των χειλιών του.
«Σαΐνι είσαι ρε πούστη!» θαύμασα. Και του κάρφωσα ακόμα μια σφαίρα στο κεφάλι για σιγουριά.
Ύστερα τον πήδησα, προχώρησα με βιαστικό βήμα –όχι πανικός, αλλά ούτε και περίπατος στο πάρκο, κάτι ενδιάμεσο. Τι να είχε γίνει ο μαλάκας έξω από το παράθυρο; αναρωτήθηκα για, καθαρά, στατιστικούς λόγους. Και τότε κατάλαβα πως ο αριστερός μου ώμος ήταν πέτρινος –μουδιασμένος. Ψαχούλεψα την πλάτη μου –εκεί πίσω, ψηλά, βρήκα μια τρύπα στο δερμάτινο, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου –πράγμα που σήμαινε ότι την είχα αρπάξει. Έφερα το χέρι μου πάνω από το στήθος, το μπουφάν ήταν άθικτο εκεί πέρα –αυτό που είχε μπει από πίσω δεν είχε βγει από μπροστά. Το ξανασκέφτηκα και πέθανα στα γέλια με το υπονοούμενο. Μετά έτρεξα να βρω το αυτοκίνητο, όσο ακόμα το τραύμα ήταν ζεστό –κάποια στιγμή θα ξεκίναγε ο πόνος.

Έβρεχε αλλά εμάς δε μας ένοιαζε –είχαμε ξεχάσει να μετρήσουμε πόσα ποτά ήπιαμε, δηλαδή στην αρχή μετράγαμε, μετά χάσαμε τον λογαριασμό. Ο Πέτρος πήγαινε μπροστά κι εγώ ακολουθούσα παλεύοντας να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά. Δεν τα κατάφερνα και πολύ καλά –μάλλον κοιμόμουν ενώ οδηγούσα τη μοτοσυκλέτα, γιατί ο ήχος από το μέταλλο που σέρνεται στην άσφαλτο με ξάφνιασε. Φρέναρα απότομα, γλίστρησα, ντεραπάρισα. Δέκα μέτρα μπροστά μου ο Πέτρος καπακωμένος από τη δική του μοτοσυκλέτα –έτρεξα.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα; Είσαι καλά;» μούγκρισα.
«Ναι, μια χαρά … Απλά ήθελα να δω πόσο γλιστράνε οι λευκές λωρίδες όταν βραχούν …» απάντησε εκείνος.
«Γλιστράνε λοιπόν ε;» συμπέρανα βλέποντάς τον κάτω από τη μοτοσυκλέτα.
«Γλιστράνε, γάμησέ τα!» είπε. «Δεν βάζεις τώρα ένα χεράκι να σηκώσουμε τη μηχανή γιατί νομίζω ότι η αλυσίδα γυρίζει ακόμα και μου λιανίζει τη γάμπα;»

Οι λευκές λωρίδες της ασφάλτου γλιστρούσαν τώρα το ίδιο με τότε και η βροχή συνέχιζε να πέφτει, αλλά το αμάξι της Ρέας είχε τέσσερις ρόδες (περίεργο ε;) γι΄αυτό και μπόρεσα να το ξαναφέρω στην ευθεία όταν πήρε να τσουλάει προς τα δεξιά, με κατεύθυνση το κοντινότερο κράσπεδο. Βλέπεις –έχουν και τ’ αμάξια τα καλά τους!
Ένιωθα υγρασία, σα να είχα ιδρώσει στην αριστερή πλευρά της πλάτης και μούδιαζα από πόνο. Αλλά δεν ήταν σοβαρή η κατάσταση, μόνο αυτή η υπνηλία με ανησυχούσε –κράτησα τα βλέφαρα με μανταλάκια και συνέχισα τον δρόμο μου.

Πάρκαρα το αυτοκίνητο στην πίσω πλευρά του σπιτιού και έκανα έναν ταλαιπωρημένο κύκλο με τα πόδια για να σιγουρευτώ ότι δεν με περίμεναν εκπλήξεις εκεί μέσα. Ένα φως έκαιγε, μάλλον στο σαλόνι. Έλπιζα να είχαν τελειώσει με τα ζαχαρώματα, αλλιώς θα αναγκαζόμουν να γίνω αδιάκριτος. Χτύπησα την πόρτα, τραντάχτηκα πιο δυνατά από την ξύλινη επένδυσή της. Περίμενα.
Στο άνοιγμα φάνηκε η Ρέα, μια Ρέα όχι στα καλύτερά της. Χαμογέλασα.
«Α, ήρθες;» είπε αφηρημένα.
«Έτσι λέω», μουρμούρισα. «Να μπω ή σας διέκοψα;»
Γέλασε πικρά και μου γύρισε την πλάτη. Μπήκα. Σωριάστηκα σε έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ κι ετοιμάστηκα να καταρρεύσω.
«Που είχες πάει;» ρώτησε η Ρέα κρατώντας ένα ποτήρι με απροσδιόριστο αλκοόλ.
«Να χαιρετήσω έναν παλιό φίλο –κι αν περισσεύει καθόλου από το νερόπλυμα που πίνεις δεν θα έλεγα όχι».
Μου έφερε ένα ποτήρι χωρίς παγάκια, τίγκα στην αηδία.
«Ποιον φίλο;» ξαναρώτησε.
«Καρχαρίας», είπα.
«Ωχ! Και;»
«Όλα καλά. Μιλήσαμε, θυμηθήκαμε τα παλιά … νοικοκυρεμένα πράγματα».
«Γιατί όλο αυτό μου κάνει σε πιστολίδι;» συννέφιασε η Ρέα.
«Επειδή μερικές φορές οι αναμνήσεις σκοτώνουν», είπα.
Έσκυψε κοιτάζοντας το ποτό της λες κι έψαχνε να ψαρέψει καμιά κατσαρίδα από εκεί μέσα.
«Εσείς πως τα πήγατε όσο έλειπα; Τρελό γλέντι επανασύνδεσης;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Δε λες τίποτα!» ψευτοθαύμασε.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή άστα να πάνε».
«Λέγε ρε παιδί μου να χαρείς -και δεν είμαι σε φάση ερωτήσεων!» φώναξα.
Δε μίλησε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, οι βροχοπτώσεις ετοιμάζονταν να μεταφερθούν στο εσωτερικό του σπιτιού.
«Μίλα Ρέα, μ΄έσκασες», είπα μαλακά.
«Τίποτα, τίποτα. Δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα απολύτως -ο Πέτρος …»
«Νούλα;»
Με κοίταξε έντονα.
«Καλά μην το παίρνεις κατάκαρδα. Θα φταίνε τα φάρμακα –όταν περάσει η επιρροή θα ξαναγίνουν όλα κανονικά», το έπαιξα παρηγορητικός.
«Νομίζεις ότι εκεί είναι το θέμα; Στο πότε θα πηδηχτούμε;» φώναξε η Ρέα.
«Είναι κι αυτό ένα θέμα –όσο να πεις!» απάντησα.
«Άντε ρε ηλίθιε! Αν ήταν μόνο αυτό δεν θα έτρεχε τίποτα …»
«Τι άλλο είναι;» έξυσα το κεφάλι μου.
«Είναι ότι …», σταμάτησε να μιλάει. «Αιμορραγείς ρε μαλάκα!» έτρεξε κοντά μου.
Είχε κάποιο δίκιο, χάλια τον έκανα τον καναπέ εκεί που ακούμπαγε η πλάτη μου. Προσπάθησα να πω κάποια εξυπνάδα αλλά είχε τσαρουχώσει η γλώσσα μου, παραιτήθηκα λοιπόν και θεώρησα πρέπον να λιποθυμήσω.

Ένα σμήνος από σφίγγες καθόταν στα βλέφαρά μου, δεν γινόταν με τίποτα να τα ανοίξω. Και βούιζαν οι γαμημένες, το κεφάλι μου αντηχούσε σαν τρύπιο ταμπούρλο. Είπα να συγκεντρωθώ σε αυτή την τρύπα, στο κεφάλι, στον ώμο, στην ψυχή. Ένιωθα να χάνω αέρα από εκεί πέρα, έφευγε η δύναμή μου κι όσο έφευγε τόσο ένιωθα ελαφρύτερος –πιο ήσυχος. Σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ ωραία να πέθαινα έτσι, σα λάστιχο τρυπημένο από πρόκα.

«Σκουληκιασμένος».
Κρατήθηκα λίγο από τη λέξη αν και δεν μπορούσα να καταλάβω πως βρέθηκε να επιπλέει στο κεφάλι μου. Ποιος την είπε; Για ποιον το έλεγε; Ποιος ήταν εδώ, μαζί μου; Που ήμουν; Παραιτήθηκα από την προσπάθεια, άφησα τα σκουλήκια στην ησυχία τους, εγώ είχα άλλη δουλειά σοβαρότερη –έπρεπε να συγκεντρωθώ, να βγω ολόκληρος από εκείνη την τρύπα, μαζί με τον αέρα. Συγκεντρώθηκα. Η Έλλη θα με περίμενε αν έβγαινα από την τρύπα, πήρα κουράγιο, μάζεψα κομμάτια μνήμης, λίγο ακόμα και θα έβγαινα μαζί με τον αέρα. «Σκουληκιασμένος»; Ίσως.

Άνοιξα τα μάτια, η Ρέα με κοίταζε, ο Πέτρος χάζευε κάτι δίπλα στο κεφάλι μου. Δεν μπορούσα να δω τι.
«Τρέχει κάτι ή απλώς ήρθατε για το μοιρολόι;» ρώτησα με ξεραμένο στόμα.
Δεν μίλησαν. Στηρίχτηκα στους αγκώνες μου να σηκωθώ -μαλακίες! Μπάταρα από αριστερά, γύρισα το βλέμμα, είδα κάτι επιδέσμους κόκκινους στο κέντρο, άσπρους στα πλαϊνά.
«Πρέπει να του αλλάξω πάλι επιδέσμους», είπε η Ρέα.
«Να τους δέσεις πιο σφιχτά μπας και σταματήσει η αιμορραγία», πρότεινε ο Πέτρος.
Είχε μια φωνή σαν πουλί που έκρωζε, τον κοίταξα.
«Παίζει τίποτα με σκουλήκια;» ρώτησα.
Τράβηξε το βλέμμα του χωρίς να απαντήσει.
Βαρέθηκα να περιμένω και ξαναλιποθύμισα –τι άλλο να ΄κανα;

(συνεχίζεται από την άλλη βδομάδα)

7 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

RaZz είπε...

the plot thickens!!!

Ανώνυμος είπε...

Πολύ δυνατό κομμάτι, γκά γκά, ξέρεις... ατάκες που πονάνε και πολύ βροχή. Νομίζω ότι η βροχή έχει παίξει μεγάλο ρόλο από την αρχή...

Το παρελθόν μοιάζει με παιδικό παιχνίδι... καλά το πετάς εκεί μέσα.

Το "σκουληκιασμένος" τι μας το αναφέρεις... για να μας προετοιμάσεις για το γκράντε φινάλε? Αμφιβάλω... άλλα περιμένω...

Αντε, προχώρα κ πρόσεχε τα πονάκια...

άσωτος είπε...

καλο επεισοδιο αυτο... αν και ξεχασες τι μικρη. τι εγινε μεσα στη βροχη η καημενη...

px είπε...

Καλός... Πολύ καλός... Τόσο καλός που νομίζω ότι χαλιέσαι.

The Motorcycle boy είπε...

Raz, να αυτό κάνει -το πάμε για θικ αζ α μπρικ που έλεγε κι ο Γουρλομάτης.

Ανώνυμε, το παρελθόν είναι ο μόνος πραγματικός τους χρόνος. Για τη βροχή, εσύ τα ξέρεις καλύτερα, εγώ τι να πω; Για το "Σκουλιακιασμένο" δεν ξέρω -κάπου το άκουσα και το έβαλα.
Μπα, δεν έχω ανάγκη από πονάκια. Είμαι πολύ πετρωμένος τύπος χαχα.

Άσωτε, αυτό που μου αρέσει είναι που είσαι ευαισθητούλης! Θα δεις τι έγινε παρακάτω.

Px, χαλιέμαι; Χαλασμένος γεννήθηκα ρε φίλε.

ell είπε...

Αστείρευτος είσαι. Καταπληκτική η συνέχεια όπως κ οι προηγούμενες.

Χτυπάνε πολύ κάποια λόγια κ συγκινήθηκα με πολλά κομμάτια (σε προηγ. επισόδια)

Κ για τις μαλακίες (με το συμπάθειο κιόλας, που λένε κ κάτι παππουδες...:) που είπατε στο 14, τις μηχανές τις γουστάρουν τόσο οι άντρες κ δένονται τόσο πολύ συναισθηματικά γιατί μπορούν να τις ελέγχουν/κοντρολάρουν κ να τις πηγαίνουν όπου γουστάρουν...

Κ εμένα μ' αρέσει που έχει τόσο βροχή

Επίσης πολύ καλό το κομμάτι με το χναρι της Έλλης

Καλή συνέχεια

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς την! Και σκεφτόμουν, μετά από κάνα δυο κεφάλαια που θα τελειώσει να στο στείλω όλο μαζί να το διαβάσεις!

Χαίρομαι που εξακολουθεί να σου αρέσει -το περίεργο είναι οτι κάποια κομμάτια αρέσουν και σε μένα πολύ.
Και ναι, όπως θα έλεγε κι ο γνωστός Ανώνυμος, διαθέτουμε "κάποια ευαισθησία κάτω από το λίπος", χεχε.

Περί μηχανών -άστο παιδί μου. Αν νομίζεις οτι ελέγχουμε ή κοντρολάρουμε τις μηχανές μας, κάνεις λάθος. Εμείς απλά τις οδηγούμε -αυτές μας κοντρολάρουν. Ακριβώς όπως γίνεται με τις γυναίκες (που τους κάνουμε τον σωφέρ).

Η βροχή είναι προαπαιτούμενο και είναι και στον τίτλο -ωραία είναι, αρκεί να μη σε πετύχει με μηχανή στο δρόμο, χεχε.

Σε έχει πεθυμήσει κι ο Ανώνυμος -δεν το είδες;

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι