Πέμπτη, Μάρτιος 01, 2012

"Μη μου μιλάς για τον καιρό"

Η επαφή μου με τους Redskins σχετίζεται, συμπτωματικά, με δυο καταπληκτικούς τύπους (και πολύ σημαντικούς  για την ανεξάρτητη σκηνή του ’80 στην Αθήνα). Η ιστορία έχει ως εξής:

Κάπου στα τέλη του ’86 κάνω τη γνωστή, άνευ λόγου και χρήματος, βόλτα μου από το Happening –για να χαζέψω δίσκους. Ανεβαίνω στο πατάρι όπου ο Ηλίας ο Ασλάνογλου έχει τη συνηθισμένη του παρέα και βάζουν δίσκους κατά ριπάς. Ακούω μια κομματάρα.
«Τι είναι αυτό;» τον ρωτάω.
«Redskins».
«Φοβεροί!»
«Και λίγα λες!»
Παίρνω στα χέρια μου το εξώφυλλο του δίσκου ονόματι «Neither Washington nor Moscow» με τη φωτογραφία να παραπέμπει σε Αϊζενστάιν, το χαζεύω, παρακαλάω τον Ηλία να βάλει κι άλλο κομμάτι –καταλήγουμε να έχουμε ακούσει το δίσκο πάνω από δυο φορές. Το βάζω σκοπό να βρω λεφτά και να τον αγοράσω –είναι και εισαγωγής, ακριβός... Βρίσκω λεφτά, ξαναπηγαίνω σε δυο μέρες, δεν έχει μείνει λέπι.
«Θα φέρεις άλλους;» ρωτάω τον Ηλία.
«Άμα βρω...»
Ποτέ δεν βρήκε κι ας του είχα γίνει τσιμπούρι.

Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταφέρω να κατεβάσω τον συγκεκριμένο δίσκο σε mp3 –για να τον βρω κανονικό και να τον αγοράσω δεν υπήρχε περίπτωση!

 

Τις προάλλες χαζεύα (ως συνήθως) στο facebook -βλέπω οτι ο φίλος μου ο Γιάννης ο Χαραλαμπίδης έχει σηκώσει ένα βιντεάκι των Redskins! Πέφτουν τα σχετικά σχόλια, ξανακολλάω κι αρχίζω να ψάχνω για συνεντεύξεις τους. Πέφτω σε αυτή εδώ, τη μεταφράζω όπως μπορώ καλύτερα και την αναδημοσιεύω. Για δυο λόγους:
1. Επειδή οι τύποι αναφέρονται σε πράγματα που συζητάμε ακόμα και τώρα –ειδικά τώρα.
2. Επειδή καλό είναι να θυμόμαστε οτι το πανκ υπήρξε σαν αμφισβήτηση ακόμα και του ίδιου του τού εαυτού.
Πάμε παρακάτω:

Είναι τόσο παλιό... Η Eva Kowalski πήρε αυτή τη συνέντευξη στο Λονδίνο το ’86 για το περιοδικό Bloodred αλλά ποτέ δεν δημοσιεύτηκε. Η συνέντευξη ασχολείται κυρίως με τον ρόλο και τους περιορισμούς της πολιτικοποιημένης μουσικής –κάτι που ισχύει μέχρι τις μέρες μας.

Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχουν γραφτεί τόσο πολλά για ένα συγκρότημα με τόσο λίγα μαλλιά. Οι Redskins ήταν ένα συγκρότημα τριών νεαρών ατόμων που συνέδεσαν το πανκ με την Tamla Motown παραμένοντας στρατευμένοι πολιτικά... ήταν σκληροί και γρήγοροι –το κοντινότερο πράγμα στον Παράδεισο από την εποχή που ο Έλβις κατατάχθηκε στο στρατό. Φιλοδοξούσαν να τραγουδήσουν σαν τις Supremes και να πορευτούν σαν τους Clash. Αυτό που τους διαχώριζε από τις υπόλοιπες ποπ μπάντες της σόουλ ήταν η αφοσίωσή τους στον επαναστατικό σοσιαλισμό. Δεν έγραφαν τραγούδια για έρωτες. Όταν ρωτήθηκαν αν είχαν γράψει ποτέ κανένα, ο Chris Dean είπε: «Όχι! Δεν θέλω να κάνω τους ανθρώπους να βαριούνται με τις προσωπικές μου σχέσεις». Γι΄αυτούς, εκείνο που όριζε την ευθύνη τους στον τομέα της μουσικής και την πολιτική τους ευαισθητοποίηση ήταν ότι συνέβαινε στην κοινωνία: «Αυτό που καθοδηγεί τους Redskins είναι η πολιτική κατάσταση.... Προσπαθούμε να τραγουδήσουμε για ότι αφορά τις κοινωνικές εξελίξεις κι αυτή τη στιγμή, το σημαντικότερο πράγμα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την εργατική τάξη. Δεν είμαστε ένα μικρό συγκρότημα που μιλάει για τον μικρό του κόσμο».   
Μπορείς να κριτικάρεις τους Redskins για πολλά πράγματα αλλά το ιστορικό τους επίτευγμα παραμένει οτι συνέθεσαν ένα εμπνευσμένο σάουντρακ για μια φάση κοινωνικής διαμάχης –την Απεργία των Ανθρακωρύχων του 1984-1985. Η συγκεκριμένη απεργία παραμένει μέχρι και σήμερα η μακροβιότερη στην Βρεττανική ιστορία. Επηρέασε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρακωρύχων και τις οικογένειές τους.  Αν και ήταν μια «αμυντική» απεργία ενάντια στο κλείσιμο ορυχείων, τις μειώσεις μισθών και τις περικοπές, είχε μεγάλη επίδραση σε πολλούς μουσικούς οι οποίοι στήριξαν τις κινητοποιήσεις. Ακόμα και συγκροτήματα σαν τους Wham!, τους Bronski Beat, τους Style Council και τον κύριο Bruce Springsteen δώρισαν χρήματα και έκαναν συναυλίες συμπαράστασης στον αγώνα των ανθρακωρύχων εναντίον της δεξιάς κυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ. Τελικά η απεργία απέτυχε επειδή τα υπόλοιπα σωματεία της χώρας δεν σστάθηκαν αλληλέγγυα –οι Ειδικές Δυνάμεις Καταστολής έπνιξαν τις κινητοποιήσεις στα δακρυγόνα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε. Κάποιες μικρότερες απεργίες και δυο τεράστιες πορείες ανθρακωρύχων και άλλων εργαζομένων στο Λονδίνο το 1992 έπεισαν την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τα σχέδιά της για κλείσιμο των ορυχείων. «Η επιστροφή της εργατικής τάξης» το ΄92, οδήγησε την κυβέρνηση των Τόρρυς σε εκλογική ήττα.

 

Πότε ξεκίνησαν οι Redskins;
ChrisΞεκίνησαν το 1981. Υπήρχε ένα συγκρότημα πριν, με μένα, τον Martin και τον Nick, που ήταν ο ντράμερ μας πριν έρθει ο Paul. Το συγκρότημα λεγόταν No Swastikas.
Το όνομά σας υποδηλώνει οτι ανήκετε στο ρεύμα των σκίνχεντ;
Chris: Όχι ακριβώς. Αν δεις το κοινό μας δεν θα βρεις πολλούς σκίνχεντς. Την εποχή της 2 Tone στα τέλη του ’70 υπήρχαν πολλοί σκίνχεντς. Αλλά τώρα λιγόστευσαν. Θα δεις λοιπόν κάποιους σκινχέντς, κάποιους πανκς, κάποιους οπαδούς της σόουλ –ξέρεις, άτομα που τους αρέσει η χορευτική μουσική. Έχουμε ανακατεμένο κοινό –και ηλικιακά. Όσο πιο διάσημος γίνεσαι τόσο κατεβαίνει ο ηλικιακός μέσος όρος του κοινού σου –δεν έχουμε πλέον μόνο νεαρά αγόρια που τους αρέσουν οι Clash, έχουμε και κάμποσα κορίτσια. 
  
Και τι γίνεται με τους δεξιούς σκινς, μπορείτε να τους αλλάξετε τις ιδέες;
Chris: Υπάρχει μια παρεξήγηση, οτι οι σκινς ήταν από πάντα δεξιοί –πράγμα που δεν ισχύει. Αν δεις το κοινό των Specials και των υπόλοιπων συγκροτημάτων της 2 Tone, των Madness ας πούμε, υπήρχαν εκεί μέσα πολλοί σκίνχεντς, αντιρατσιστές σκίνχεντς, αριστεροί, σοσιαλιστές σκίνχεντς. Το όνομα Redskins προέρχεται από μια ομάδα σκινς που ζούσαν στο Sheffield και ήταν γραμμένοι στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι πιο νεαροί αριστεροί εντάσσονται κυρίως σε Τροτσκιστικές οργανώσεις ή στο Εργατικό Κόμμα, γιατί οι Σταλινικές οργανώσεις είναι γεμάτες γέρους. Ήταν λοιπόν πολύ περίεργο που αυτοί οι σκινς στο Sheffield πήγαν στο Κ.Κ. Και βέβαια υπήρχαν όλον αυτόν τον καιρό αριστεροί σκινς. Οι περισσότεροι της εργατικής τάξης δεν έχουν ισχυρές ρατσιστικές ιδέες. Εννοώ –προφανώς σε ταϊζουν με τη δεξιά ιδεολογία συνεχώς και προφανώς αυτό το πράγμα επηρεάζει τα μυαλά των νέων... Μέσα σ΄αυτά τα χρόνια έχουμε συναντήσει διαφόρων ειδών σκίνχεντς και κάποιους τους επηρεάσαμε. Αλλά ήταν τόσο λίγοι –είναι πιο σημαντικό να έρχεσαι σε επαφή με παιδιά που τους αρέσει η σόουλ ή το ροκ εν ρολ και να προσπαθείς να τους επηρεάσεις –επειδή οι σκινς είναι πολύ λίγοι. Απ΄αυτούς τους λίγους, ναι, ξέρω κόσμο που μετακινήθηκε προς τα αριστερά. Αλλά δεν είχαμε καμιά επιρροή στα μέλη του Εθνικού Μετώπου ή στους φασίστες σκίνχεντς. Προφανώς οι ιδέες μας έρχονται σε μεγάλη σύγκρουση με τις δικές τους.
Paul: Το σημαντικό είναι οτι κλέψαμε τα σύμβολά τους, χρησιμοποιήσαμε τα σύμβολά τους, τα δυνατότερα σύμβολά τους –τον συμβολισμό οτι οι κοντοκουρεμένοι με τις αρβύλες είναι βίαιοι. Με το να είσαι σκίνχεντ συγκρότημα και να είσαι αριστερός δημιουργείς κάποια σύγχυση –τους χαλάς την εικόνα. Ακόμα κι αν δεν δημιουργήσαμε κάποιο σοβαρό ρήγμα στους σκίνχεντς του Εθνικού Μετώπου τουλάχιστον τους κλέψαμε τη δυναμική των συμβόλων τους. Το Εθνικό Μέτωπο προσπαθεί να στρατολογήσει φτωχά και αμόρφωτα νεαρά παιδιά. Αν μπορώ να χρησιμοποιήσω ένα ιστορικό γεγονός εδώ: Διάβασα το βιβλίο που λεγόταν The Classic Slum του Robert Roberts και είχε να κάνει με τις αναμνήσεις ενός ανθρώπου από την κακόφημη γειτονιά του Warrington στη Βόρεια Αγγλία, ανάμεσα στο 1895 και το 1910. Εκείνες ήταν πολύ δύσκολες εποχές για τους εργάτες. Δούλευες για δυο χρόνια και μετά σε διώχνανε από τη δουλειά για άλλα δυο χρόνια. Στο βιβλίο περιγράφονται οι ομάδες των νέων, οι άνεργοι, να κάνουν βόλτες στους δρόμους της γειτονιάς φορώντας τις αρβύλες της δουλειάς, τα παντελόνια της δουλειάς και να είναι όλοι κοντοκουρεμένοι, άντρες και γυναίκες και μιλάμε για το 1905! Ήταν σκίνχεντς το 1905. Γιατί στ΄ αλήθεια όλο αυτό συμβόλιζε τους απεγνωσμένους,  τους οργισμένους, στερημένους νέους και αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αποκλειστικό προνόμιο των δεξιών! Οι σκίνχεντς ήταν ένα φαινόμενο, αλλά δεν ήταν καινούργιο φαινόμενο.
Chris: Πάντως κρατήθηκε κάποιος κόσμος μακριά τους.

 

Αλλά σας επιτέθηκαν σε συναυλίες;
Chris: Ναι, το έκαναν παλιότερα.Υπήρχαν πολλές απειλές. Ακουγόντουσαν κουβέντες του τύπου «αυτό θα πάθετε, το άλλο θα πάθετε» και τελικά έγινε 2 ή 3 φορές. Όταν παίζαμε σ΄ένα υπαίθριο φεστιβάλ με τους Smiths –το φεστιβάλ είχε οργανωθεί από το Μεγάλο Συμβούλιο του Λονδίνου –το Εθνικό Μέτωπο μπήκε μέσα και διέλυσε τη συναυλία και σε κάτι άλλες μικρότερες συναυλίες έρχονταν κάποιοι σκίνχεντς κι άρχιζαν τα «ζιγκ χάιλ» και τέτοια. Τους κανονίζαμε εμείς ή τους κανόνιζε το κοινό.
Martin: Όταν παίζαμε την τελευταία φορά στην Ολλανδία, στην Ουτρέχτη με τον Billy Bragg ήρθαν κάτι φασίστες Ολλανδοί σκίνχεντς κι έγινε φασαρία. Αλλά όσο πάει και μειώνονται τέτοιου είδους προκλήσεις.
Chris: Όμως πέρσι, που μας επιτέθηκαν στο φεστιβάλ του Μεγάλου Συμβουλίου του Λονδίνου η κατάσταση ήταν επικίνδυνη. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να διαλύσουν 3-4 συναυλίες μας στη σειρά. Ακόμα κι αν δεν το κατάφεραν, ακόμα κι εφόσον κατορθώσαμε να αντισταθούμε κι ας μας επιτέθηκαν σε 5 συναυλίες, οι διοργανωτές άρχισαν να μη μας κλείνουν για συναυλίες. Μετά από εκείνο το φεστιβάλ οι διοργανωτές άρχισαν να λένε «οι Redskins είναι μπελάς, είναι μέσα στη βία, όπου παίζουν γίνονται φασαρίες». Θέλανε να μας τελειώσουν. Θα μπορούσαν να το είχαν καταφέρει πέρσι αλλά όχι τώρα πια. Γιατί δεν μας βλέπουν πλέον σαν ανταγωνιστές. Μας βλέπουν σαν ποπ συγκρότημα. Είμαστε πλέον ποπ συγκρότημα κι αυτό έχει τους περιορισμούς του, είναι τρομερά δύσκολο να είσαι επαναστάτης και μουσικός γιατί, με πολλούς τρόπους, τα δυο αυτά πράγματα είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Κάτι που είχαμε πει σε μια συνέντευξή μας στον Socialist Worker (σ.μ. : η εφημερίδα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος) παλιότερα είναι πως υπάρχουν τόσο ασφυκτικοί περιορισμοί, οι ρόλοι είναι τόσο αλληλοσυγκρουόμενοι που στο τέλος θα πρέπει να το παρατήσεις το θέμα. 

Αμφιβάλλετε λοιπόν για το οτι η μουσική μπορεί να αλλάξει το κόσμο;
Chris: Πολλοί άνθρωποι είχαν μεγάλες προσδοκίες από το πανκ. Οι άνθρωποι είχαν αυτή τη ρομαντική ιδέα οτι η μουσική μπορεί ν΄αλλάξει τον κόσμο και άλλες τέτοιου είδους γελοίες και απλοϊκές ιδέες, όπως το οτι η μουσική από μόνη της είναι παντοδύναμη –αλλά δεν ισχύει αυτό. Είναι γαμημένα αδύναμη. Μόνο όταν συνδέεται με κάποιο είδος κοινωνικής πάλης όπως έγινε κατά τη διάρκεια της απεργίας των ανθρακωρύχων, μόνο τότε το όλο πράγμα αρχίζει να σημαίνει κάτι. Εννοώ οτι τα συγκροτήματα, τα πολιτικοποιημένα συγκροτήματα, που έπαιξαν για την απεργία πέρσι ήταν πολύ λιγότερα από τα συγκροτήματα που τραγουδούσαν πολιτικοποιημένα τραγούδια το 1976-1977 κι όμως, το αποτέλεσμα ήταν σαφώς σημαντικότερο σε όρους κοινωνικής αλλαγής. Επειδή, στο τέλος το πανκ απλώς πουλούσε δίσκους και έφερνε χρήματα. Παρέπαιε γιατί δεν ήταν συνδεδεμένο με τίποτα. Δες ολόκληρη την περίοδο, εκτός από το 1976 με 1978, στη Βρετανία και θα δεις οτι το επίπεδο της πολιτικής πάλης ήταν μηδαμινό, το επίπεδο του αγώνα στα εργοστάσια ήταν μηδαμινό. Έτσι, είχες μόνο τη μουσική να δουλεύει σε ένα απόλυτο κενό.
Paul: Είχαμε μια δεξιά Εργατική κυβέρνηση. Πιστεύω οτι τίποτα δεν γινόταν επειδή νομίζαμε πως είχαμε τη σωστή κυβέρνηση για να ασχοληθεί με τα συμφέροντά μας σαν εργαζομένων. Όχι όλοι, αλλά οι άνθρωποι που έφεραν τους Εργατικούς στην κυβέρνηση το πίστευαν αυτό.

Πώς λοιπόν προσπαθείτε να συνδυάσετε την πολιτική με το συγκρότημα;
Chris: Στις συναυλίες μας αυτό εξαρτάται από τους ανθρώπους του κόμματος. Ας πούμε, όταν παίζαμε στο Μάντσεστερ το τοπικό παράρτημα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος πουλούσε εφημερίδες απέξω. Εφόσον εμείς παίζαμε στη συναυλία δεν μπορούσαμε να στηθούμε απέξω και να πουλάμε εφημερίδες. Θα μπλοκαριζόταν το όλο πράγμα.  Οι άνθρωποι δεν θα αγόραζαν την εφημερίδα, απλά θα έπιαναν κουβέντα μαζί μας. Εγώ κι ο Martin, αν είμαστε στην πόλη και δεν ηχογραφούμε (πράγμα το οποίο κάναμε τους τελευταίους δυο μήνες) –για την ακρίβεια δεν ασχοληθήκαμε καθόλου με το κόμμα τους τελευταίους δυο μήνες – πουλάμε την εφημερίδα έξω από ένα εργοστάσιο στο Wilsdon κάθε Παρασκευή πρωί ή κάθε Σάββατο απόγευμα, και πηγαίνουμε στις συναντήσεις του παραρτήματος, τα κάνουμε όλα αυτά. Στις συναυλίες μας εξαρτάται από τους ανθρώπους του τοπικού παραρτήματος το αν θα οργανωθούν σε σχέση με μας. 
Η περίοδος που συνέβαιναν τα περισσότερα πράγματα στις συναυλίες μας ήταν όταν γινόταν η απεργία των ανθρακωρύχων.... Όλη η ατμόσφαιρα ήταν τέτοια και η πολιτική παρέμβαση δεν φαινόταν σαν κάτι αταίριαστο. Αν πας να το κάνεις τώρα φαίνεται παράταιρο. Αν είχαμε ανθρώπους στις συναυλίες να προσπαθούν να στρατολογήσουν μέλη για το Σ.Ε.Κ. θα έμοιαζε απαίσιο, ο κόσμος θα έφευγε. Στην απεργία των ανθρακωρύχων μπορούσες να έχεις τόνους προπαγανδιστικού υλικού στις εισόδους, ήταν απολύτως σωστό και ταιριαστό. 
Ήταν όλα κομμάτια της διαμάχης που υπήρχε, οι συζητήσεις που γίνονταν, οι ανθρακωρύχοι που ανέβαιναν στη σκηνή και μιλούσαν. Υπάρχει πολύ μεγάλη προβολή όταν κάνεις ροκ εν ρολ. Οι άνθρωποι σε προσέχουν συνέχεια, έτσι κι εμείς είχαμε ανθρακωρύχους πάνω στη σκηνή επειδή όσα έλεγαν ήταν σημαντικότερα από τα τραγούδια μας. Είναι πιο σημαντικό να το ακούσεις από κάποιον που βγήκε από τα ορυχεία, παρά από μένα, οτι για παράδειγμα «αύριο πρέπει να βγείτε όλοι στους δρόμους κι έτσι πρέπει να το οργανώσετε». Αν το λέγαμε εμείς θα μας ρωτούσαν «ποιοι στον πούτσο νομίζετε οτι είσαστε», αλλά ήταν διαφορετικό όταν προερχόταν από έναν ανθρακωρύχο ή έναν βιομηχανικό εργάτη –κάποιον δηλαδή που απεργούσε και βρισκόταν ήδη στο δρόμο και θα ήταν εκεί και την επόμενη μέρα στη πορεία. Κάναμε συνέχεια εράνους, είχαμε απεργούς που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στον κόσμο με κουτιά για να μαζέψουν χρήματα. Η όλη ιδέα, το να δίνεις χρήματα για αλληλεγγύη δεν είχε να κάνει με ηθικούς λόγους, δεν ήταν δηλαδή οτι έδινες χρήματα σε κάποιον που υπέφερε. Οι άνθρωποι πάντα υποφέρουν. Το όλο θέμα ήταν αυτοί που μάζευαν τα χρήματα να μιλήσουν με τον κόσμο. Αν κυκλοφορείς με ένα κουτί θα πρέπει να εξηγήσεις γιατί θέλεις να σε στηρίξει ο κόσμος. Κι έτσι δεν ήταν τα χρήματα το σημαντικό κομμάτι. Ήταν το κίνημα στα εργοστάσια που ωθούσε το χέρι να δώσει χρήματα κι έτσι ο άλλος μπορούσε να επιστρέψει την επόμενη βδομάδα και να πει –κοίτα, εγώ σε στήριξα στην απεργία σου και στην πορεία σου, μπορείς να έρθεις και να με στηρίξεις κι εσύ τώρα;
Υπήρχαν κιόλας πολλά συγκροτήματα που δίνανε τα έσοδά τους από δίσκους για τους ανθρακωρύχους, άνθρωποι σαν τη  Sade έδωσαν σιωπηλά τα έσοδά τους ακόμα κι από χρυσούς δίσκους και ποτέ κανένας δεν το έμαθε. Νομίζω οτι αυτό πρέπει να το δημοσιεύσεις. Δεν είχε να κάνει καθόλου με επίδειξη. Έπρεπε να είσαι ξεκάθαρος όταν το έκανες. Υποστηρίζουμε τους ανθρακωρύχους γι΄αυτό δίνουμε τα χρήματά μας!

 

Αλλά στη σκηνή δε λέτε τίποτα για το Ε.Σ.Κ. για το γιατί είσαστε μέλη, γιατί υποστηρίζετε το συγκεκριμένο κόμμα;
Chris: Όχι κάτι τόσο συγκεκριμένο. Είναι θέμα του ν΄αποφασίσεις πότε ταιριάζει να πεις κάτι. Όπως ξαναείπα είναι θέμα χειρισμού. Κι αυτή είναι η συνήθης ερώτηση: Γιατί δεν βάζετε ένα σηματάκι στο πίσω μέρος των δίσκων σας που να λέει, "Γραφτείτε στο Σ.Ε.Κ"; Μπορώ να ξεχωρίσω, νομίζω, πότε είναι σωστό να κάνεις κάτι: Αν, για παράδειγμα, είσαι στο μέσον μιας απεργίας και κυκλοφορείς έναν δίσκο. Θα ήμασταν ανεύθυνοι αν δεν το κάναμε γιατί αυτό θα ήταν το καθήκον μας. 
Στη συγκεκριμένη περίοδο όμως, όταν είμαστε ένα εντελώς ποπ συγκρότημα –το πράγμα διαφέρει. Όταν έρχεται το Σ.Ε.Κ. και μας λέει «μπορείτε να ανακοινώσετε αυτή ή εκείνη τη συνάντηση». Την ανακοινώνουμε, τα πάντα, πορείες, διαδηλώσεις. Κάποιοι νομίζουν οτι θα μπορούσαμε να προωθήσουμε το κόμμα περισσότερο. Αλλά θα σπάγαμε τα νεύρα των ανθρώπων αν τους λέγαμε συνέχεια, ανάμεσα στα τραγούδια, να γραφτούν στο κόμμα. Παίρνουμε πράγματα από το κόμμα. Έχω πάρει τον Socialist Worker στη σκηνή και έχω διαβάσει πράγματα από εκεί. Όμως η ιδέα της μουσικής διασκευής μιας επαναστατικής εφημερίδας είναι εντελώς εκτός τόπου. Δεν θα υπήρχε τίποτα χειρότερο από το να κάνουμε ιδεολογική κατήχηση από σκηνής, θα ήταν βαρετό και ανούσιο. 
Αλλά παρ΄όλα αυτά θεωρώ ότι θα πρέπει να πουλιέται η εφημερίδα στις συναυλίες μας γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ίσως να ενδιαφερθούν για τις ιδέες μας. Βέβαια αυτό διαφέρει από το ν΄αρχίσεις την καθοδήγηση –θα έδιωχνες τον κόσμο έτσι. Είναι στιγμές που η προπαγάνδα μπορεί να γίνει πολύ συγκεκριμένη και στέρεη αλλά δεν αποφασίζουμε εμείς πότε θα έρθουν αυτές οι στιγμές, είναι θέμα του αγώνα της εργατικής τάξης. Αυτό τον καιρό, επειδή η εργατική τάξη δεν αγωνίζεται στην πραγματικότητα, οι Redskins είναι επιφανειακή προπαγάνδα. Μοιάζει σα να πυροβολείς στο σκοτάδι. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις κάτι που να προσεγγίζει τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων. Το σημαντικό είναι να καταλάβει ο άλλος πόσο είμαστε συνδεδεμένοι με όσα συμβαίνουν στον κόσμο και με τον αγώνα της εργατικής τάξης στην Αγγλία. 
Μπορούμε πλέον να πούμε τα πιο ακραία πράγματα στην τηλεόραση, μπορούμε να δώσουμε συνέντευξη σε μια εφημερίδα που πουλάει 250 χιλιάδες αντίτυπα. Μπορούμε να κάνουμε τα πιο ακραία πράγματα αλλά δεν έχει νόημα όσο δεν υπάρχει αυτό το πολύ απλό, που λένε κι οι Μαρξιστές, οτι πρέπει δηλαδή να είσαι σε επαφή με τους ανθρώπους και τον ιδεολογικό τους χώρο. Οι άνθρωποι ξέρουν ποια είναι η θέση μας. Όλοι ξέρουν οτι είμαστε σκίνχεντς του Σ.Ε.Κ., όλοι οι δημοσιογράφοι θέλουν να μάθουν σχετικά με το «ποιοι είναι αυτοί οι τρελαμένοι Μαρξιστές headbangers». Νομίζω οτι έχουμε ξεκαθαρίσει τη θέση μας.

Αν είστε τόσο εξαρτημένοι από το κίνημα τι θα κάνετε όταν το κίνημα πάρει την κάτω βόλτα;
Chris: Αυτή την εποχή έχει ήδη πάρει την κάτω βόλτα. Όλα μοιάζουν να εξαντλούνται σε ανούσιες λεπτομέρειες.. Πρέπει να επανεξετάσεις το γεγονός οτι η προπαγάνδα που κάνεις είναι επιφανειακή και πρέπει να σκεφτείς πολύ -πολύ πιο σοβαρά για το πώς θα ανακτήσεις τη σύνδεσή σου με τα πράγματα. Χρειάζεται να ξεκαθαρίσεις στον εαυτό σου αν πρέπει να δώσεις μια συνέντευξη, ας πούμε στο Smash Hits, το οποίο το διαβάζουν μικρά παιδιά. Αν πρόκειται να πλησιάσεις τα παιδιά αυτής της ηλικίας θα πρέπει να τους μιλήσεις για θέματα σχετικά με την ηλικία τους, όπως την παιδική εργασία ας πούμε. Να επικεντρωθείς στην ανεργία η οποία αναγκάζει τα παιδιά να μετέχουν σ΄αυτό που το λένε «μαθητεία».
Paul: Το οποίο είναι απλώς φτηνή εργασία. Δουλεύεις σ΄ένα μαγαζί για 20 pounds τη βδομάδα και δεν μαθαίνεις τίποτα.
Chris: Απλά σφουγγαρίζεις τα πατώματα. Σου λένε οτι θα μάθεις για τις πωλήσεις, οτι θα μάθεις για την εμπορική προώθηση των προϊόντων, θα αποκτήσεις εμπειρία και το μόνο που κάνεις είναι να σφουγγαρίζεις τα πατώματα για σκατένιους μισθούς. Πρέπει να τα βρούμε αυτά τα μικρά πράγματα όπου υπάρχουν και έτσι θα επικοινωνήσουμε με τους άλλους ανθρώπους. Το άλλο που συμβαίνει σε τέτοιες περιόδους είναι οτι επικεντρώνεσαι στη μουσική σου πολύ περισσότερο. Κατά τη διάρκεια των απεργιών δεν σταματάγαμε για να σκεφτούμε τι τραγούδια να γράψουμε. Στ΄αρχίδια μας δηλαδή –υπήρχαν τότε πολύ πιο σημαντικά γεγονότα που μας απασχολούσαν από τη δομή των τραγουδιών μας. Ήμασταν συνέχεια απασχολημένοι σε πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο. Τώρα, όπως βλέπεις, περνάμε τον καιρό μας μέσα στη μουσική και στις μελωδίες.
Paul: Νομίζω οτι αυτό είναι το σωστό. Σημαίνει οτι είμαστε ακόμα μέσα στη δουλειά, για να είμαστε σίγουροι οτι οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να αγοράζουν τους δίσκους μας όταν ξεσπάσει η επόμενη εξέγερση.
Chris: Περάσαμε κι εμείς μια κρίση μετά την απεργία των ανθρακωρύχων καθώς βλέπαμε τους θεατές να μειώνονται. Χιλιάδες κατά τη διάρκεια της απεργίας, ενώ τώρα έχουμε 500 με 600. Είχαμε και κάποια ροκ εν ρολ προβλήματα με την εταιρεία που μας έβγαλε το δίσκο, με την προώθηση και τέτοια... Αλλά το μεγαλύτερο θέμα ήταν η λήξη της απεργίας. Όσο διαρκούσε η απεργία ποτέ δεν σκέφτηκα «τι κάνουμε εδώ πέρα». Ήταν προφανές -τώρα όλα είναι αλλιώτικα. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν η κουλτούρα διαχωρίζεται από τον αγώνα, για φυσικούς λόγους ή λόγω ήττας –οι ζωγράφοι, οι συγγραφείς, όπως εκείνος ο γερμανός συγγραφέας ο Bertolt Brecht που διώχθηκε από τον Χίτλερ, όλοι έχουν να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα. 
Αυτό ήταν και το πρόβλημα που είχαν οι Clash. Οι Clash ειλικρινά πίστευαν ότι θα κάνουν τόσα πολλά πράγματα από μόνοι τους. Ήταν εντελώς τυφλοί απέναντι στην πραγματικότητα, απέναντι σε όσα συνέβαιναν το 1977. Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους τι συνέβη το 1977 κανένας δε θα θυμηθεί τίποτα άλλο πέρα από το πανκ, αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι κι εγώ, αυτό είναι το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό. Ενώ το 1979 θυμάμαι τη μεγάλη απεργία των εργατών χαλυβουργίας, πολλές απεργίες των μηχανικών, απεργίες στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το 1984 ήταν η απεργία των ανθρακωρύχων, τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι, διάφορα είδη πάλης. Το 1977 τίποτα δε γινόταν κι όμως η μουσική που κάνανε οι  Clash σε έκανε να νομίζεις οτι βρισκόμαστε στη μέση μιας γαμημένης επανάστασης! Ήταν καταπληκτική μουσική, τρομερή μουσική, ακουγόταν σαν κανονική επανάσταση, αλλά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα γαμημένο μηδενικό. Στο τέλος οι πανκς απλώς φορούσαν παραμάνες. Πολλοί προσπάθησαν, σαν τον Mark Perry, τους Buzzcocks, τους Gang Of Four. Δεν το κάνανε για πλάκα αλλά στο τέλος κατέληξαν σε μια ακόμα αποτυχία. Δεν είχε καμιά σύνδεση με κανενός είδους αγώνα όλο αυτό και τελικά οι άνθρωποι παρασύρθηκαν. Πολλοί φίλοι μου πίστευαν τότε οτι είχε έρθει το τέλος της μουσικής βιομηχανίας...

 


Θέλετε να γίνετε ροκ σταρς; Ξέρω οτι είναι χαζή ερώτηση αλλά...
Chris: Όχι δεν είναι. Μοιάζει για απλή ερώτηση αλλά δεν είναι τέτοια. Μπορείς να πεις όχι, καθαρά για την αίσθηση που σου προκαλεί η ιδέα.
Paul: Νομίζω πως ο καθένας θέλει να γίνει σταρ, όπως και να ‘χει. Όλοι θέλουν να είναι αναγνωρίσιμοι και είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο το θέλουν και οι Redskins
Chris: Θέλουμε να γίνουμε δημοφιλείς. Δεν έχουμε την επιθυμία να ταξιδεύουμε σε λιμουζίνες, δεν έχουμε την επιθυμία να μας αναγνωρίζουν στο δρόμο, αλλά θέλουμε να είμαστε δημοφιλείς. Είναι το ίδιο πράγμα με την τέχνη η οποία θα πρέπει να είναι δημοφιλής αλλά θα πρέπει κιόλας να σχετίζεται με τους ανθρώπους που είναι επιθετικοί, τολμηροί και σε εγρήγορση για να αλλάξουν τις ζωές τους, με τους ανθρώπους που θέλουν να αλλάξουν την ιστορία. 
Πρέπει να βλέπεις την επιθετική διάσταση της λέξης «δημοφιλής». Στο μεγαλύτερο μέρος της ποπ μουσικής διακρίνουμε μια τάση για παθητική δημοφιλία σαν ελάχιστο κοινό παρανομαστή. Μερικές φορές όλο αυτό είναι εύκολα αποδεκτό με την έννοια οτι δεν είναι μεν τίποτα σπουδαίο σαν επιδίωξη αλλά δεν είναι κιόλας απαράδεκτο. Δεν ενοχλεί, απλώς εμφανίζεται. Αλλά το θέμα δεν είναι να εμφανίζεται κάτι, το θέμα είναι «για ποιον λόγο εμφανίζεται» και «πώς εμφανίζεται». Και τελικά πώς εμφανίζεσαι εσύ και τι αποτέλεσμα θα έχει όλο αυτό. Αν παίζεις σε στάδια μπροστά σε εκατομμύρια ανθρώπων και οι άνθρωποι έχουν έρθει εκεί γιατί εκτιμούν τον θόρυβο που κάνεις, είσαι μια μαλακισμένη αποτυχία. Αν παίξουμε μπροστά σε 2.000 ανθρώπους και μετά αυτοί θελήσουν να μιλήσουν για την πολιτική κατάσταση, τότε είναι πολύ καλύτερα. Μπορείς να κάνεις κάποιο κόλπο για να γίνεις περισσότερο δημοφιλής αλλά η σκληρή αλήθεια είναι οτι όλες σου οι ιδέες θα είναι μεν εκεί, όμως ο κόσμος θα έχει έρθει κοροϊδεμένος από το κόλπο που έκανες. Δεν νομίζω οτι θέλουμε να γίνουμε σταρς αλλά θέλουμε να είμαστε επιτυχημένοι. Κι αυτό το προσεγγίζουμε επιθετικά, έτσι πρέπει να το κάνουμε.
Paul: Συνέχισε να κάνεις οτι κάνεις κι αν καταφέρεις να φέρεις περισσότερους ανθρώπους μαζί σου θα στηριχτείς, επειδή γι΄αυτούς τους ανθρώπους είσαι κάτι που αξίζει τον κόπο.Chris: Έρχονται άνθρωποι στις συναυλίες μας και μάς λένε πόσο πολύ τους έχουμε επηρεάσει. Αυτό μάς σπρώχνει να συνεχίσουμε. Αλλά μην έχεις αυταπάτες, ακόμα και σ΄αυτό υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί. Σε ένα καθαρά γενικό επίπεδο μπορείς να επηρεάσεις ανθρώπους ακόμα και προωθώντας προϊόντα.
Paul: Αλλά όταν λες στους ανθρώπους οτι προωθείς ένα συγκεκριμένο επαναστατικό κίνημα είναι κάπως διαφορετικό το θέμα.
Chris: Αυτό είναι ένα πνευματικό άλμα. Χρειάζεται να γίνει πολλή δουλειά για να το καταφέρεις: να πουλάς την εφημερίδα κάθε βδομάδα, να οργανώνεις τον αγώνα. Είναι ένα μεγάλο πνευματικό άλμα κόντρα στο ρεύμα. Έχει να κάνει με το να ξεσηκώνεις τους ανθρώπους κι όχι με το να τους αλλάζεις. Γιατί τελικά, είναι ευκολότερο για κάποιον να πάει σε μια συναυλία των Redskins παρά να αγοράσει τον Socialist Worker

Παρασκευή, Φεβρουάριος 24, 2012

Είναι ωραίο να σε θυμούνται...

Είναι όμορφο να υπάρχουν ανθρώπους που σε σκέφτονται. Που σε μνημονεύουν σε κάθε άσχετη φάση, που ενδιαφέρονται για σένα ρε παιδί μου... Και προσπαθούν να σε ψυχαναλύσουν μέσω όσων (ο ίδιοι αποφασίζουν οτι) πιστεύεις. Είναι ωραίο να σε νοιάζονται!

Εμένα, ας πούμε, τώρα τελευταία με νοιάζεται ο Αντώνης Μποσκοϊτης –κάπως τιμητικό, έτσι; Είχαμε μια διένεξη σε κάποιο ποστ του κι από τότε με μνημονεύει σε κάθε φάση που (δεν) του δίνεται η ευκαιρία! Γράφει ένα ποστ για το τι συνάντησε πηγαίνοντας στον καρδιολόγο του και στα σχόλια κοτσάρει ένα:
Εγώ είμαι ο άλλος!
Γράφει μετά ένα ποστ για τον Κωστόπουλο που φαλίρισε κι επειδή, όσο να πεις, το θέμα (δεν) είναι σχετικό με τη διένεξη μας κοτσάρει στα σχόλια ένα:
και παρακάτω:
Το είπα και στην αρχή –είναι ωραίο να σε σκέφτονται...

Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία;

Ο Μποσκοϊτης κάνει ένα ντοκυμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου και δημοσιεύει στο μπλογκ του ένα «ημερολόγιο γυρισμάτων». Εκεί έτυχε να διαβάσω το παρακάτω:
Επειδή συμβαίνει να γνωρίζω κάπως διαφορετικά τη συγκεκριμένη υπόθεση, πήγα και του το έγραψα. Έγραψα επίσης την άποψή μου, οτι είναι κομματάκι αισχρό να κατηγορείς κάποιον άνθρωπο  όταν αυτός δεν μπορεί πλέον να σου απαντήσει. Ίσως και να είμαι λάθος –μπορεί τελικά η εκτόξευση κατηγοριών να μην είναι και τόσο σημαντικό θέμα, μπορεί όλα να μένουν στο επίπεδο «λέμε και καμιά μαλακία για να περάσει η ώρα», όπως είχε πει ο λαγός στην αρκούδα του γνωστού ανεκδότου. Αλλά επειδή είδα οτι ο Μποσκοϊτης είναι λάτρης του Αγγελόπουλου, θα τολμήσω να υποθέσω οτι ενοχλήθηκε σφόδρα από εκείνο το άρθρο Δανίκα όπου κατηγορούσε τον μακαρίτη για τσιγκουνιά, λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. Αν κάνω λάθος, αν δηλαδή θεώρησε οτι το άρθρο Δανίκα ήταν απλώς η ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος στην έκφραση, που όλοι πρέπει να έχουμε, τότε υπάρχει αξιακό πρόβλημα –γι΄αυτό και δεν συνεννοούμαστε. Αν όμως θεώρησε το άρθρο Δανίκα αισχρό (ή κάτι παρεμφερές) τότε θα πρέπει να παρατηρήσω οτι εφαρμόζει δυο μέτρα και δυο σταθμά. Εκτός αν το «θάψιμο» κάποιου νομιμοποιείται εφόσον έχουν περάσει μερικά χρόνια από τον θάνατό του, αλλά όχι τις πρώτες μέρες!

Η συνέχεια της ιστορίας ήταν άκρως σουρεαλιστική.

Ρώτησα τον Μποσκοϊτη αν μπήκε στον κόπο να επαληθεύσει την ιστορία που διηγήθηκε ο Καφετζόπουλος απευθυνόμενος στον Ρέτσο ή στην Λαζαρίδου (φυσικά και δεν έκανε κάτι τέτοιο –σιγά τώρα! ντοκυμαντέρ γυρίζει -θα κάθεται να ελέγχει την εγκυρότητα των πληροφοριών που μεταφέρει;) και του εξέφρασα την απορία μου: αν εγώ αντέγραφα ένα ποίημα της Γώγου και του έλεγα οτι από εμένα το έκλεψε η μακαρίτισσα θα με έβαζε στο ντοκυμαντέρ; Μου απάντησε:
Αυτά τα ολίγα περί δημοσιογραφικής έρευνας σχετικά με το θέμα του ντοκυμαντέρ!

Ο «διάλογος» συνεχίστηκε –μπήκαν και κάτι συμπαθείς σχολιαστές κι ανέλαβαν όλοι μαζί να με κονιορτοποιήσουν –πράγματι, τα κατάφεραν! Αποφάσισαν λοιπόν οτι:
1.Είμαι φανατικός του Νικολαϊδη γι΄αυτό γράφω όσα γράφω και γι΄αυτό πάω και τσακώνομαι στα μπλογκς!
2.Ο Νικολαϊδης δεν ήταν και κάνας σκηνοθέτης της προκοπής (το μεταφέρω κομψά) αφού οι ταινίες του, εκτός της «Γλυκιάς Συμμορίας», ήταν «της πλάκας».

Κάπου εκεί το παράτησα το θέμα. Τι να κουβεντιάσεις δηλαδή; Εντάξει είμαι φανατικός του Νικολαϊδη και κολλημένος («ρουβίτσα» σύμφωνα με έναν ευφάνταστο σχολιαστή), εντάξει, ο Νικολαϊδης δεν έβγαλε καμιά καλή ταινία πέραν της «Συμμορίας» (ποιος είμαι εγώ να πάω κόντρα στις αποψάρες των σχολιαστών Μποσκοϊτη!) αλλά αυτά τι σημαίνουν; Οτι δεν κατηγορείται στο ποστ του Μποσκοϊτη για κλοπή σεναρίου; Οτι δεν δημοσιεύτηκε η συγκεκριμένη κατηγορία χωρίς να γίνει η παραμικρή διασταύρωση; Ή μήπως οτι δεν είναι αισχρό να κατηγορείται ένας άνθρωπος ο οποίος δεν μπορεί πλέον να απαντήσει;

Το θέμα συνεχίστηκε με καταπληκτικούς ανώνυμους σχολιαστές οι οποίοι πουλάγανε στυλάκι ροκφόρ φρικιού της Μυκόνου της δεκαετίας του ’70 –ξεκαρδιστήκαμε απαξάπαντες! Και πρώτος απ΄όλους ο Μποσκοϊτης που κάτω από κάθε σχόλιο ειδοποιούσε το φιλοθεάμον κοινό για το πόσο πολύ γελάει –να μην ξέρει δηλαδή ο κόσμος; Να μην ενημερώνεται; Υπέροχα όλα!

Είπαμε και παραπάνω (το παραδέχτηκα σύντροφοι, έκανα την αυτοκριτική μου) οτι είμαι φανατικός του Νικολαϊδη –γι΄αυτό με ενοχλούν οι συκοφαντίες στο πρόσωπό του. Βέβαια, εξίσου με ενόχλησε το άρθρο Δανίκα κι ας μη μου άρεσε καθόλου ο Αγγελόπουλος αλλά τέλος πάντων –ας μην πάω κόντρα στην παντογνωσία του Μποσκοϊτη! Ας δούμε κάτι ακόμα -σχετικό. Επειδή ο Καφετζόπουλος έδωσε κι άλλη συνέντευξη αυτές τις μέρες αναφέροντας:


Μπερδεύτηκα λίγο διαβάζοντάς τις απόψεις Καφετζόπουλου –τελικά, το σενάριο το είχαν γράψει όλοι μαζί ή ήταν μια ιδέα της Γώγου κι απλώς είχε σχεδιαστεί να παίξουν στην ταινία όλοι μαζί; Κι ο Νικολαϊδης πώς τους «μαχαίρωσε πισώπλατα» και πώς ακριβώς τους «πούλησε»; 

Στη συνέχεια έρχεται ξανά ο Καφετζόπουλος ο οποίος αφήνει σχόλιο στο γνωστό ποστ του Μποσκοϊτη:

 "λοιπόν ψυχραιμία. Η λέξη κλοπή δεν ειπώθηκε ποτε απο μενα (για το θεμα υπάρχει το ωραιότατο "F, for fake" του Ορσον Ουέλς {του μεγαλύτερου σκηνοθέτη 22 γειτονικων γαλαξιων?}) που με καλυπτει σε συνδυασμό με την επιχειρηματολογία κατα της ACTA...Τα γεγονοτα ειναι απλα και ξαστερα: Η Γώγου μάζεψε τη Λαζαρίδου, το Ρετσο κι εμενα σπίτι της. Ρωτησε αν θελουμε να κανουμε μαζι μια ταινία. Θέλαμε. Ρωτησε ποιον θα διαλεγαμε για σκηνοθετη. Μετα απο συντομη, νομίζω, συζητηση ειπαμε ομοφωνα το Νικολαίδη. Γιατι μας άρεσε. Πολύ.Τον πηρε τηλ. η Κατερινα και κανονισε συναντηση. Του ειπαμε απο κοντα όλα αυτα. Είπε ωραια ας δοκιμασουμε. Η Κατερίνα ειχε την ιδεα να ειμαστε μια παρέα 4 (γιατι τόσοι είμασταν...) που ζει στο περιθωριο της κοινωνίας αλλα στο τελος "θα γίνει της πουτάνας".Μετα καναμε αλλες δυο συνατήσεις. Ο Νικολαίδης κατεγραφε στο χαρτί. Ιδεες. Δικες του, δικές μας, της Γώγου.(π.χ. υπάρχει μια σκηνη όπου ενας απο τους χαρακτηρες κάνει τα ματια με δαχτυλα σχιστά και μουρμουρίζει σχεδον ακατάλυπτα μιμούμενος το Μαρλον Μπράντο "my name is Emiliano Zapata". Αυτη ήταν μια μικρή δικη μου συνεισφορα. Το εκανα ωραία και γελάσαμε, ιδιαίτερα η Κατερίνα) Σε μια συνατηση η Γωγου ειδε οτι στις λίγες (ελάχιστες) αυτες σελίδες υπήρχε η σφραγίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ρωτησε "τι ειναι αυτο;". Ο Νίκος της ειπε οτι κατοχύρωνε τα δικαιώματα με αυτον τον τρόπο. Η Γωγου ρωτησε σε ποιανού όνομα. Ο Νικολαίδης ειπε στο δικό του. Τότε εγινε της πουτάνας.Αυτα ειναι τα γεγονοτα που διαδραματιστηκαν σε ενα δωματιο που ήταν οι δύο νεκροι, η Όλια, ο Αρης κι εγω. Ετσι τα θυμαμαι και 'αλλη αμαρτια δεν εχω. Σε όποιον αρέσει. Αυτα οφείλω στην Κατερίνα και σε κανεναν άλλο και σκασίλα μου αν θα μπουν σε ντοκυμαντερ, στην ιστορία του ελληνικου έθνους, στον τσελεμεντέ ή στις ειδήσεις του BBC. Είμαι της γνωμης οτι οταν πεθαίνεις σε θυμουνται οι φίλοι και δικοι σου. Με πόνο και νοσταλγία. Απο κει και πέρα, αν εχεις καταφερει να παρουσιάσεις και καμμια καλή ιδεα με προσωπικο τρόπο και οπτικη γωνία, ισως, πιθανον, σπανίως, να σε θυμαται και κανενας άλλος. Σεβόμενος όποιον πονα τους δικους του δεν εχω παρα να ζητώ το ίδιο δικαίωμα και για μενα."

...και το κάνει λύσσα το γιουβέτσι, οφείλω να παρατηρήσω!



Η ιδέα λοιπόν της Γώγου ήταν "για μια παρέα περιθωριακών που στο τέλος γίνεται της πουτάνας"! Καταπληκτικά! Αλλά αυτή είναι και η κεντρική ιδέα των "Κουρελιών"! Άσε που η παρέα της "Συμμορίας" δεν ήταν 4, αλλά 5 (ας μην ξεχνάμε και τη Λένια η οποία συμμετέχει στην κεντρική κομπίνα της ταινίας). Οπως βέβαια και η παρέα των "Κουρελιών" ήταν 5 ατόμων (αν συνυπολογίσουμε και την Όλυα). Εν ολίγοις, δε μου βγαίνουν τα νούμερα -αλλά τέλος πάντων!

Μετά, αυτή τη σκηνή με τον Εμιλιάνο Ζαπάτα δεν τη θυμάμαι να παίζει στην ταινία -σπάω το κεφάλι μου δηλαδή, αν τη θυμάται κάποιος άλλος, θα χαρώ να μου την υπενθυμίσει.

Και τελικά, τι είναι αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις; Ο Καφετζόπουλος λέει οτι δεν είπε τη λέξη "κλοπή", είπε απλώς οτι η "Γλυκιά Συμμορία" έγινε πάνω σε μια ιδέα της Γώγου στη διαμόρφωση της οποίας συμμετείχαν κι ο Ρέτσος, με τη Λαζαρίδου και τον Νικολαϊδη, αλλά τελικά την κατέθεσε σαν δική του ο Νικολαϊδης -πράγμα που ο ίδιος το χαρακτήρισε "πισώπλατο μαχαίρωμα" και όταν το ανακάλυψε η Γώγου "έγινε της πουτάνας"! Δηλαδή, πώς θα χαρακτήριζες έναν άνθρωπο που τα έκανε όλα αυτά αν όχι "κλέφτη"; "Ύπουλο" ίσως; Δεν ξέρω...
 Και ας το επαναλάβω, ο Σπύρος ο Ανακτορίδης μού είχε πει πέρσι το καλοκαίρι οτι το '62 που κάνανε τα γυρίσματα του Lacrimae Rerum ο Νικολαϊδης τού διηγούνταν το σενάριο της "Γλυκιάς Συμμορίας" που το είχε από τότε δουλεμένο και με πολλές λεπτομέρειες. Λέω να τον πιστέψω τον Ανακτορίδη -αν δεν σας πειράζει! Αν πάλι σας ενοχλεί, ας τον βγάλουμε ασήμαντο και αφερέγγυο (όπως έκαναν και οι φωστήρες σχολιαστές στου Μποσκοϊτη) -εντάξει;

Λέω τώρα να πάω σε κάτι πιο απτό –στην ιδέα του σεναρίου δηλαδή, την οποία, υποτίθεται οτι, ο Νικολαϊδης πήρε από τη Γώγου! Ποια είναι αυτή; Οι τελευταίες μέρες της ζωής μιας παρέας ανθρώπων οι οποίοι κινούνται στα όρια της παρανομίας και τελικά προτιμούν να αυτοκτονήσουν παρά να συλληφθούν. Ο Νικολαϊδης, αποδίδοντας φόρο τιμής στις επιρροές του, είχε χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη ταινία «γουέστερν δωματίου» ενώ ακόμα και ο τίτλος της παρέπεμπε στην «Άγρια Συμμορία» του Σαμ Πέκινπα. Και ήταν έτσι ακριβώς –εννοώ δηλαδή οτι η κεντρική ιδέα παρέπεμπε στα γουέστερν του Πέκινπα (ίσως και σε ταινίες της νουβέλ βαγκ, όπως το «Χωρίς Ανάσα» του Γκοντάρ). Με απλά λόγια, η κεντρική ιδέα δεν ήταν κάτι πρωτότυπο (με την έννοια του πρωτόλειου) ώστε να μπορεί κάποιος να ισχυριστεί οτι του την έκλεψε ο Νικολαϊδης! Ήταν περισσότερο «διάλογος» του σκηνοθέτη με συγκεκριμένα κινηματογραφικά στυλ και σημαδιακές (γι΄αυτόν) ταινίες –έτσι το καταλαβαίνω εγώ. Αν έχει κάποιος διαφορετική γνώμη, ευχαρίστως να την ακούσω.

Εκτός βέβαια αν ως "πισώπλατο μαχαίρωμα" (αφού δεν δέχεται τον όρο "κλοπή") θεωρεί ο Καφετζόπουλος το οτι όλοι μαζί δούλεψαν στη δόμηση των χαρακτήρων και μετά ο Νικολαϊδης έκανε την ταινία με άλλους. Είναι έτσι; 


Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Νικολαϊδη, και στη "Γλυκιά Συμμορία" όπως και σε άλλες ταινίες του, χρησιμοποιούσε ατόφια στοιχεία που χαρακτήριζαν τους ηθοποιούς του. Ας πούμε, στα "Κουρέλια" ο μονόλογος της Ρίτας είναι όντως της Ρίτας, ο τίτλος του έργου προέρχεται από μια έκφραση που χρησιμοποιούσε συνέχεια ο Τζούμας -όλα αυτά τα έχω διαβάσει σε συνεντεύξεις του Νικολαϊδη -εντάξει;
Στη "Γλυκιά Συμμορία" οι αναφορές στον Τζέιμς Ντιν ανήκουν αποκλειστικά στον Μόσχο (ο Νικολαϊδης δεν πολυγούσταρε τον Τζέιμς Ντιν) και η ιστορία με την προφυλάκιση του Αντρέα είναι η πραγματική ιστορία του Σπυριδάκη. Να πω εδώ, οτι αν κάποιος από τους παραπάνω ήθελε κάποια μνεία για τη συμβολή του στη σκηνοθετική δομή της ταινίας θα το έβρισκα αρκετά τραβηγμένο αλλά θα το κατανοούσα.  Το να γίνεται όμως μια κουβέντα περί μιας ασαφούς αρχικής ιδέας και περί συνεισφοράς στη συγγραφή ενός σεναρίου η οποία διακόπηκε όταν ακόμα το σενάριο ήταν "λίγες (ελάχιστες)" σελίδες -ε, αυτό κάπως με μπερδεύει.... Κι αν ήταν μια κουβέντα του τύπου "ξεκινήσαμε κάτι μαζί αλλά στο τέλος ο Νικολαϊδης το έκανε μόνος του", θα το κατανοούσα σαν καταγραφή μιας ιστορικής μαρτυρίας, μιας ανάμνησης -όπως θέλεις πέστο. Αλλά αυτοί οι χαρακτηρισμοί περί "πουλήματος" σε τι ακριβώς εξυπηρετούν ρε παιδί μου; 
Σε τελική ανάλυση αν ο Νικολαϊδης δεν ενήργησε κακόβουλα (αποφεύγω τη λέξη "κλοπή") τότε τρελή ήταν η Γώγου που "πήγε να του βγάλει τα μάτια"; Δεν καταλαβαίνω...

Μήπως όμως τελικά ο Νικολαϊδης "δανείστηκε" κάποια από τα επιμέρους χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ταινίας; Να το δούμε κι αυτό:

-Υπάρχει στην ταινία η συνεχής αναφορά σε μέλος της παρέας το οποίο έχει πια πεθάνει, σύμφωνοι; Η ίδια συνεχής αναφορά (σε δυο μέλη της παρέας μάλιστα) υπήρχε και στην προηγούμενη ταινία του Νικολαϊδη: «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα». Ακόμα, οι δυο ταινίες τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο -με την αυτοκτονία του Άλκη και του Κωνσταντίνου στα «Κουρέλια» και την αυτοκτονία των δυο αντρών της παρέας στη «Συμμορία». Αλλά κανένας δεν κατηγόρησε τον Νικολαϊδη οτι έκλεψε το σενάριο των «Κουρελιών», άρα, τα συγκεκριμένα στοιχεία θα πρέπει να δεχτούμε οτι αποτελούσαν ιδέες του Νικολαϊδη, και στα «Κουρέλια» και στη «Συμμορία» -κάνω λάθος;

-Η «Συμμορία» στελεχώνεται από έναν αποτυχημένο ηθοποιό (και περιστασιακό κλεφτρόνι) -ας μην ξεχνάμε οτι και στα "Κουρέλια" ο Βαλαβανίδης ήταν αποτυχημένος ηθοποιός, έναν πρώην πολιτικοποιημένο και άρτι αποφυλακισθέντα άντρα (αλλά επίσης κλεφτρόνι), μια πολιτικοποιημένη γυναίκα και νυν βίζιτα και μια μοιραία γυναίκα η οποία έχει σχέσεις με κάποιον κυνηγημένο (ίσως για πολιτικούς λόγους). Όμως, η ιδέα των τρομοκρατικών οργανώσεων και των κυνηγημένων «ανταρτών πόλεων» ήταν (να θυμίσω) κοινός τόπος εκείνες τις εποχές (είχαν περάσει μόλις λίγα χρόνια από την πρώτη εμφάνιση της 17Ν και τον θάνατο του Κασσίμη, η Ιταλία έβραζε, κλπ). Και η καταγραφή του πορτρέτου ενός αποτυχημένου ηθοποιού υποθέτω οτι δεν θα ήταν κάτι ιδιαίτερα δύσκολο για τον Νικολαϊδη που κινούνταν κάμποσα χρόνια σε σχετικούς χώρους. Ούτε μπορώ να δεχτώ οτι ο Νικολαϊδης δεν είχε περάσει ποτέ του από Εξάρχεια κι έτσι δεν γνώριζε πώς να στήσει έναν «εξαρχειώτικο» χαρακτήρα σαν αυτόν του Σπυριδάκη! Τι μένει; Οι βίζιτες του ρόλου της Τομαζάνη; Εντάξει, το συγκεκριμένο θέμα έχει την αλληγορία του (αναφορικά με τη νεκροφιλία που διέπει πλέον το ροκ εν ρολ), έχει και την πλάκα του αλλά δε νομίζω οτι χρειάστηκε να το κλέψει από πουθενά ο Νικολαϊδης! Άλλωστε, ήδη από τα «Κουρέλια» κάνει χιουμοριστικές αναφορές στο τέλος του ροκ εν ρολ και χρησιμοποιεί νεκροφιλικές σκηνές για τις οποίες λοιδορήθηκε!

-Ένα σημαντικό κομμάτι της ταινίας σχετίζεται με τον «ξανθό» που παρακολουθεί το σπίτι. Πρόκειται για σαφή αναφορά στο ημιτελές κείμενο του Νικολαϊδη με τίτλο «Ο ξανθός χαφιές» -μπορούμε να συμφωνήσουμε και σε αυτό;

Τι μένει τότε για να κλαπεί; Οι διάλογοι; Εντάξει, αν το ισχυριστεί κάποιος να το συζητήσουμε –αλλά ο υπάρχων ισχυρισμός αναφέρεται στην «ιδέα» του σεναρίου! Άσε που οι διάλογοι της ταινίας κινούνται στην ίδια εκφραστική τεχνοτροπία με αυτούς των «Κουρελιών», του «Χαμένου» ακόμα και του «Θα σε δω στην Κόλαση». Κι αν θέλουμε να διατηρήσουμε κάποια ίχνη λογικής θα πρέπει να παραδεχτούμε οτι ούτε από τα γραπτά της Γώγου, ούτε από τη συμμετοχή της στο σενάριο της «Όστριας» προκύπτει κάποια συνάφεια (στυλιστική, θεματολογική κλπ) με τα σενάρια του Νικολαϊδη! Ακόμα και η πολιτική τους θέση απείχε σημαντικά  –η μεν Γώγου ανήκε στην λεγόμενη «προδομένη Αριστερά» ενώ ο Νικολαϊδης υπερασπιζόταν μια παρεοκεντρική στάση ζωής την οποία απαξίωνε κατά κόρον η Αριστερά. 

Αναφέρθηκα παραπάνω, πολλές φορές,  στο κόλλημά μου με το έργο του Νικολαϊδη -θα ήθελα, κλείνοντας, να πω ένα πράγμα για την Κατερίνα Γώγου. Τη λάτρεψα στην "Παραγγελιά", τα ποιήματά της με συγκλόνιζαν, τη θεωρούσα (κι εξακολουθώ να τη θεωρώ) ιδιαίτερα σημαντική -σημαδιακή για τη γενιά μου. Ε, λοιπόν, όλη αυτή η ιστορία με ενοχλεί -δεν νομίζω οτι τιμάει ούτε τη μνήμη της Γώγου δηλαδή. Και είναι κρίμα, ένα ντοκυμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου να περιέχει τέτοιου είδους σαχλαμάρες –είπε κι έκανε πολύ σημαντικότερα πράγματα στη ζωή της η Γώγου, αυτό πιστεύω εγώ.


Υ.Γ.: Θα παρακαλούσα τους τυχόν αναγνώστες να επισκέπτονται τη σελίδα του κυρίου Μποσκοϊτη, είτε μέσω των λινκ που παραθέτω, είτε και αυτοβόλως, επειδή, ντοκυμαντέρ γυρίζει ο άνθρωπος –μια διαφήμιση, μια υποστήριξη τη χρειάζεται όσο να πεις!

Τρίτη, Φεβρουάριος 21, 2012

13. Οι μπεζ τύχη


Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια 
6. Κορόιδο 
7. Η πονεμένη ιστορία της Σόνιας
8. Προδιαγραφές θανάτου 
9. Μια πεταλούδα στις ερημιές 
10. "Κορίτσια μην κλαίτε για τον Λούη" 
11. Όταν προκύπτει έρωτας 
12. Η συναλλαγή

Πάντως, το χειρότερο είναι η προφυλάκιση. Όταν καταδικαστείς σε πάνε στο κελί σου, βρίσκεις τη ρουτίνα σου, τακτοποιείσαι. Μπορεί στην αρχή να μοιάζει ανυπόφορο αλλά δεν είναι. Σχεδόν τίποτα δεν είναι ανυπόφορο για τον άνθρωπο, γι΄αυτό επιβιώνει σαν είδος τόσους αιώνες. Αλλά πριν σε βάλουν μέσα υπάρχει αυτό το μαρτύριο της προφυλάκισης –να μην ξέρεις πόσο θα μείνεις, να μην μπορείς να προγραμματίσεις... Και το χειρότερο της προφυλάκισης είναι οι πρώτες μέρες όταν ακόμα σε ανακρίνουν. Πέρα από το μπάχαλο του άβολου κελιού έχεις και τους μπάτσους να προσπαθούν να σου αποσπάσουν ομολογία –μιλάμε για φρίκη...

Είμαι προφυλακισμένος για δολοφονία κι έτσι έχω την πολυτέλεια να βρίσκομαι μόνος μου σε κελί -με ιδιωτική τουαλέτα παρακαλώ. Μετράω τις χαραμάδες στους μπεζ τοίχους, διαβάζω για δέκατη φορά τις αναμνήσεις των προηγούμενων ενοίκων και περιμένω.
Πρώτα ανοίξει το παραθυράκι στην μεταλλική πόρτα και μετά ανοίγει η πόρτα. Ένας μπάτσος φωνάζει να σηκωθώ από το τσιμεντένιο πεζούλι που χρησιμοποιώ για κρεβάτι, μού περνάει χειροπέδες.
«Πάμε», μου λέει.
Πρώτη ανάκριση.

Το γραφείο στο οποίο μπαίνουμε είναι εξίσου μπεζ με το κελί μου αλλά με λιγότερες χαραμάδες. Ένας τύπος (μπλε ριγέ πουκάμισο, άσπρος γιακάς, αρχές φαλάκρας και μουστάκι) κάθεται πίσω από το πεντακάθαρο τραπέζι ανακατεύοντας χαρτιά σ΄ έναν κίτρινο φάκελο. Τον κόβω για πατημένο πενηντάρη.
«Είσαι ο Πετράς;» μουρμουρίζει χωρίς να με κοιτάξει.
«Αυτός είμαι», το παραδέχομαι.
«Άσε μας μόνους», λέει με τη μούρη ακόμα χωμένη στα χαρτιά.
«Να φύγω δηλαδή;» μπερδεύομαι.
Σηκώνει το κεφάλι του έκπληκτος –έχει κάτι κουμπότρυπες εκεί που έπρεπε κανονικά να υπάρχουν τα μάτια του.
«Όχι εσύ ρε χριστιανέ μου, το όργανο...» διαμαρτύρεται.
Κοιτάζω πίσω μου, ο μπάτσος ήδη βγαίνει κλείνοντας την πόρτα.
«Υπαστυνόμος Φουντουκίδης», μου συστήνεται.
«Χάρηκα», λέω.
«Πού είμαι ακόμα υπαστυνόμος;» με ρωτάει.
Σκάω χαμόγελο –αυτό μας έλειπε τώρα, να πέσουμε και σε χιουμορίστα...
«Λοιπόν Πετρά; Πώς το βλέπεις, θα συνεννοηθούμε εδώ πέρα ή θα έχουμε ντράβαλα;» ξαναρωτάει σκύβοντας προς το μέρος μου.
«Είμαι συνεννοήσιμος άνθρωπος», τον πληροφορώ.
«Μπράβο...» επικροτεί. «Για πες μου τώρα, τι συνέβη με την Φωτίου».
Απλώνω τα πόδια μου για να ξεμουδιάσω.
«Έχω την εντύπωση οτι πρώτα πρέπει να μιλήσω με δικηγόρο και μετά να δώσω κατάθεση», λέω.
«Γιατί; Τι έχεις να φοβηθείς; Είσαι ένοχος;» κάνει πως απορεί.
«Κύριε Υπαστυνόμε», παίρνω το επίσημό μου, «ένοχος δεν είμαι, αλλά δεν είμαι και χτεσινός... Όπως θα είδατε, έχω κάνει ήδη φυλακή...»
Ακουμπάει τους αγκώνες του στο τραπέζι.
«Εντάξει βρε χριστιανέ μου, δεν κάνουμε ανάκριση εδώ πέρα –μια πρώτη φιλική κουβέντα θα κάνουμε –μπαααα...» δείχνει να αγανακτεί. «Βλέπεις να κρατάει κανένας πρακτικά;»
Κοιτάζω τριγύρω αν και δεν χρειάζεται.
«Δε βλέπω», λέω.
«Πάμε παρακάτω λοιπόν», αδημονεί.
«Μπορώ να καπνίσω;» τον ρωτάω.
Μου το επιτρέπει κάνοντας μια γκράντε μεγαλόκαρδη χειρονομία.
Ανάβω τσιγάρο.
«Πριν λίγο καιρό...» ξεκινάω.
«Πριν πόσο δηλαδή;» με διακόπτει.
«Πριν ένα μήνα, πάνω-κάτω...»
Μου κάνει νόημα να συνεχίσω.
«Ήρθε και με βρήκε ένας Αντώνης Κωνσταντινίδης στο μπαρ που συχνάζω, το Βιτόφσκι...»
Μου κάνει νόημα να σταματήσω.
«Αντώνης Κωνσταντινίδης; Βιτόφσκι;» με ρωτάει, σημειώνοντας σ΄ένα χαρτί.
«Ναι», λέω.
«Τι μέρος του λόγου είναι αυτός;»
«Αρχισυντάκτης σε περιοδικό λαϊφστάιλ –κάτι τέτοιο...»
«Καλά, συνέχισε».
«Ο Κωνσταντινίδης μου ζήτησε να βρω την Λίζα Φωτίου που έμενε πλέον εκτός Αθήνας...»
«Τι την ήθελε, σου είπε;»
«Θα κάνανε κάποιο αφιέρωμα στο συχωρεμένο το Μανιάτη κι ως πρώην γυναίκα του...»
«Έχει πεθάνει ο Μανιάτης;» απόρησε ο υπαστυνόμος.
Τι να του πεις τώρα;
«Τέλος πάντων, μίλησα με την ανιψιά της –κάποια Λυδία Παπακώστα...»
Με φρενάρτει για να τσεκάρει κάτι στα χαρτιά του.
«Μετά μίλησα με τον Χάρη Αλευρά...» σταμάτησα για να του δώσω χρόνο αλλά μου έκανε νόημα να συνεχίσω –μπορεί να μην ήξερε οτι πέθανε ο Μανιάτης, αλλά τον Αλευρά τον κατείχε. «Αυτός με έστειλε να μιλήσω σε κάποιον Βίκτορα Αλεξιάδη...» κάνω την αναγκαία στάση για να σημειώσει. «Ο οποίος μου είπε οτι η Φωτίου έμενε στο Τόξο Πιερίας, ένα χωρίο...» μου κούνησε το χέρι να συνεχίσω. «Πήγα εκεί, τη βρήκα...»
«Πώς τη βρήκες;»
«Ψάρεψα έναν φαρμακοποιό...»
Ξαναψάχνει για να τσεκάρει μέσα στα χαρτιά του.
«Καλώς, συνέχισε».
«Πήγα σπίτι της, μιλήσαμε...»
«Τι είπατε δηλαδή;»
«Της είπα οτι την ψάχνουν για ένα αφιέρωμα».
«Και;»
Τώρα είναι η σειρά μου να φρενάρω. Είχα ήδη πει πολλά στον μπάτσο, το θέμα ήταν αν έπρεπε να τα πω σχεδόν όλα. Αποφάσισα να το κάνω –δεν έβλεπα τι είχα να χάσω.
«Μου εξήγησε οτι δεν υπήρχε περίπτωση να τη θέλουν για να μιλήσει σε αφιέρωμα για τον Μανιάτη επειδή θα τους χάλαγε τη σούπα μ΄ αυτά που θα έλεγε... Μου μίλησε επίσης για μια τσοντοκασέτα στην οποία συμμετείχε η ίδια, ο Μανιάτης και κάποιος Κουδουνάς...»
«Αθάνατε Κουδουνά...» μονολογεί ο υπαστυνόμος.
Χαμογελάω, συνεχίζω.
«Μου είπε λοιπόν οτι κράταγε το μοναδικό αντίτυπο αυτής της κασέτας για εξασφάλιση, όσο ζούσε ο Μανιάτης...»
«Ναι, αλλά ο Μανιάτης έχει πεθάνει».
«Εντάξει –είπα εγώ οτι ζει; Λέω απλώς όσα μου είπε η Φωτίου...»
«Παρακάτω...»
«Η μακαρίτισσα θεωρούσε οτι ακόμα και σήμερα πολλοί θα ήθελαν την κασέτα...»
«Και;»
«Τίποτα άλλο. Μετά έφυγα, πήρα τηλέφωνο τον Κωνσταντινίδη, του έδωσα σήμα για τη Φωτίου και γύρισα Αθήνα. Την επόμενη μέρα διάβασα στις εφημερίδες οτι κάποιος σκότωσε τη Φωτίου... Δεν ξέρω αν βοηθάει σε κάτι, όμως, το ραδιοταξί που κάλεσα για να με πάρει από το σπίτι της Φωτίου μετέφερε ένα άτομο –είχα βγει στο δρόμο και το ταξί με προσπέρασε, άφησε τον άλλο, μετά γύρισε και με πήρε...»
«Ποιος ήταν ο άλλος;»
«Δεν ξέρω...»
«Και γιατί είπες ‘άλλος’ κι όχι ‘άλλη’;»
«Είδα οτι κάποιος καθόταν στο πίσω κάθισμα όταν με προσπέρασε το ταξί, για άντρας μού φάνηκε...»
Ο υπαστυνόμος Φουντουκίδης σκύβει πάλι στα χαρτιά του.
«Άκου να σου πω Πετρά...» λέει κοιτάζοντάς με στη συνέχεια, «θα μιλήσω ανοιχτά μαζί σου επειδή μου φαίνεσαι άνθρωπος περπατημένος. Έχω μια κατάθεση της ανιψιάς της μακαρίτισσας στην οποία αναφέρει οτι την προσέγγισες, υποστήριξες οτι είσαι δημοσιογράφος και της ζήτησες πληροφορίες για τη θεία της. Έχω επίσης μια κατάθεση του Αναστάσιου Παπαχατζή, φαρμακοποιού το επάγγελμα, διαμένοντος εν Κατερίνη, ο οποίος αναφέρει οτι τον παραπλάνησες παριστάνοντας το μέλος κινηματογραφικού συνεργείου προκειμένου να του αποσπάσεις πληροφορίες για τη Φωτίου κι επίσης του ζήτησες να σου πουλήσει ναρκωτικές ουσίες...»
«Χάπια κωδεϊνης –έχω χρόνια πρόβλημα...» τον διακόπτω.
«Ναρκωτικά χάπια, δεν αλλάζει τίποτα», συνεχίζει ο υπαστυνόμος. «Έχω επίσης και τη μαρτυρία ενός.... (ψάχνει στα χαρτιά του)... Νικόλαου Λάππα, σερβιτόρου το επάγγελμα, ο οποίος λέει οτι είχατε συναντηθεί με τον μακαρίτη πλέον Βίκτορα Αλεξιάδη... Φαίνεται οτι όσοι συναντιούνται μαζί σου μετά από λίγο δολοφονούνται Πετρά...»
Πάω να πω κάτι –με διακόπτει σηκώνοντας το χέρι του.
«Αν προσθέσεις σε αυτά το γεγονός οτι έχεις ήδη κάνει φυλακή για φόνο και το οτι παίρνεις ναρκωτικά χάπια...» σκύβει ξανά προς το μέρος μου. «Πιστεύεις οτι υπάρχει περίπτωση να βρεθεί δικαστής ο οποίος να μη σε καταδικάσει και για τους δυο φόνους; Ή νομίζεις οτι θα βρεθεί ένας έστω ένορκος που θα αμφιβάλλει για την ενοχή σου;»
Ανάβω δεύτερο τσιγάρο –ο υπαστυνόμος έχει δίκιο.
«Ναι –έτσι θα ήταν αν δεν υπήρχαν κάποιες λεπτομέρειες...» μουρμουρίζω.
«Δηλαδή;» ρωτάει όλο ενδιαφέρον ο υπαστυνόμος.
«Θα μου επιτρέψετε να τα κουβεντιάσω με τον δικηγόρο μου», λέω.
«Όπως επιθυμείς», μουρμούριζει ο υπαστυνόμος. «Άρα, να υποθέσω οτι δεν αποδέχεσαι τις κατηγορίες...»
«Όχι βέβαια....»
«Κρίμα... Η συνεργασία θα σε βοηθούσε να γλιτώσεις λίγα χρόνια...»
Χαμογελάω.
«Σκοπεύω να μην μπω καθόλου μέσα κύριε υπαστυνόμε», του λέω.
«Είσαι ήδη μέσα ρε χριστιανέ μου...» γελάει εκείνος.
Και πάλι δίκιο έχει.
«Μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο για να καλέσω τον δικηγόρο μου;» τον ρωτάω.
Μου το επιτρέπει.
Παίρνω στο Βιτόφκσι και ζητάω από τον μπάρμαν να βρει τον Στάθη Κονταξή και να μου τον στείλει. Μου υπόσχεται οτι θα το κάνει αμέσως.
Επιστρέφω στο κελί με συνοδεία.

Η Σόνια;

Με είδε δεμένο και την έκανε ή ήξερε από πριν οτι η δουλειά ήταν στημένη και την κοπάνησε με το που βγήκα από το αυτοκίνητο; Πάντως, στα σίγουρα δεν την πιάσανε. Παρακάτω; Πρόλαβε να πάει στο αεροδρόμιο ή την πρόλαβε ο Γκας; Ένα σοβαρό θέμα εδώ πέρα –οι μπάτσοι ήταν ειδοποιημένοι και με περίμεναν. Ποιος τους ειδοποίησε; Ο μαλάκας με τα διαβατήρια; Πιο πιθανό μου φαίνεται να ειδοποίησε τον Γκας κι εκείνος να με κάρφωσε στους μπάτσους. Αν όμως με κάρφωσε ο Γκας θα πρέπει να ήταν συνεννοημένος με τη Σόνια –αποκλείεται να ρίσκαρε να πέσει στα χέρια των μπάτσων η φωτογραφία του δίπλα στο πτώμα του Λεωνίδα, που είχε η Σόνια στο κινητό της. Για να ξέρει ο Γκας τις κινήσεις μας, θα πρέπει η Σόνια να είχε κάνει συμφωνία μαζί του -άρα ήταν ασφαλής. Σε αυτή την περίπτωση, η Σόνια με είχε πουλήσει –καθαρά και ξάστερα. Έφταιγε η απροθυμία μου να δώσω την κασέτα στον Γκας. Η Σόνια τύγχανε επαγγελματίας και φοβερή γκόμενα, με μια κουβέντα: εγωίστρια. Σαν επαγγελματίας δεν έβλεπε κανένα λόγο να ρισκάρει τυχόν κυνηγητό από τον Γκας και σαν εγωίστρια δεν έβλεπε κανένα λόγο να υποστηρίζω μια άλλη γυναίκα όσο εκείνη ήταν παρούσα. Καλά ξηγήθηκε λοιπόν –δικιά μου η μαλακία που δεν την μέτρησα σωστά. Μόνο που, πλέον, θα έπρεπε να την σκοτώσω –είχε παρατραβήξει αυτό το ζήτημα να με δίνει κάθε τρεις και λίγο. Επίσης έπρεπε να σιγουρευτώ για το αν ο Γκας με είχε δώσει στους μπάτσους –όχι πως υπήρχε μεγάλη αμφιβολία περί αυτού, αλλά όταν αποφασίσεις να σκοτώσεις κάποιον θα πρέπει να είσαι σίγουρος. Και για τους λόγους και για το οτι θα το κάνεις...

Αποκοιμήθηκα όσο σκεφτόμουν...

Με ξύπνησε ο φρουρός.
«Σήκω –σε ζητάει ο δικηγόρος σου».
Σηκώθηκα, πήγα στον νιπτήρα της τουαλέτας κι έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου –το κεφάλι μου ήταν εγκλωβισμένο σε μια πρέσα ενώ κάποιος καργιόλης έσφιγγε, χωρίς να μπορώ εγώ να κάνω κάτι.
Ο φρουρός με πήγε στο ίδιο δωμάτιο που είχα συναντήσει τον υπαστυνόμο, τώρα όμως στη θέση του καθόταν έναν τσαλακωμένος Κονταξής που έτριβε τα πρησμένα του μάτια.
«Βουνό με βουνό δε σμίγει», προσπάθησε να γελάσει όταν κάθισα απέναντί του.
«Μαλακίες», μούγκρισα. «Νομίζω οτι ήρθε η ώρα να μου ανταποδώσεις τη χάρη...»
«Τι συνέβη;» ρώτησε ο Κονταξής.
Του εξήγησα την κατάσταση όσο πιο αναλυτικά γινόταν.
«Άρα, έχεις μάρτυρα τον ταξιτζή οτι είχε πάει αυτόν τον Αλεξιάδη στο σπίτι της Φωτίου μετά από σένα...» συμπέρανε. «Αλλά ο Αλεξιάδης είναι νεκρός...»
«Ο Αλεξιάδης έμενε μαζί με έναν άλλο τύπο –κάποιον Λεωνίδα... Η ύπαρξή του δεν αναφέρθηκε πουθενά στη δολοφονία, όμως υπάρχει ο χασάπης της γειτονιάς ο οποίος μπορεί να το καταθέσει...»
«Μάλιστα. Κι αυτός ο Λεωνίδας πού είναι τώρα;»
Σήκωσα τους ώμους.
«Πού να ξέρω;»
«Και η κασέτα; Να υποθέσω οτι άμα ψάξει η αστυνομία στο σπίτι του Αλεξιάδη δεν θα τη βρει –έχω άδικο;»
Παραδέχτηκα οτι είχε δίκιο.
«Πρέπει λοιπόν να στηρίξουμε την υπερασπιστική μας γραμμή στο γεγονός οτι ο Αλεξιάδης επισκέφτηκε την Φωτίου πριν το θάνατό της αλλά δεν το κατέθεσε στην αστυνομία...Βέβαια, το ίδιο ακριβώς έκανες κι εσύ...» είπε ο Κονταξής.
«Όχι ακριβώς...» διαμαρτυρήθηκα. «Αν η Φωτίου ήταν νεκρή όταν πήγε ο Αλεξιάδης θα έπρεπε να ειδοποιήσει επιτόπου την αστυνομία –έτσι δεν πάει; Άλλωστε εγώ έχω βεβαρημένο παρελθόν, λογικό είναι να φοβάμαι μη μπλέξω...»
«Κι αν, ας πούμε, δεν ήταν νεκρή η Φωτίου;» σκέφτηκε μεγαλόφωνα ο Κονταξής.
«Τότε δεν γίνεται να τη σκότωσα εγώ –αφού είχα προηγηθεί», είπα. «Άσε που ο ταξιτζής θα καταθέσει οτι με πήγε στην Κατερίνη κι ο υπάλληλος του ξενοδοχείου με είδε...»
«Για να συνοψίσω –υποστηρίζουμε οτι ο Αλεξιάδης σκότωσε τη Φωτίου;» αναρωτήθηκε ο Κονταξής.
«Υποστηρίζουμε οτι ο Αλεξιάδης είδε την Φωτίου μετά από μένα. Επίσης υποστηρίζουμε οτι ο Αλεξιάδης ζούσε μαζί με κάποιο άλλο άτομο το οποίο έχει εξαφανιστεί μετά τη δολοφονία του. Τα παραπέρα ας τα ψάξουν οι ειδικοί...» είπα.
Ο Κονταξής έξυσε το κεφάλι του.
«Θα είχες δίκιο αν δεν είχες μια φυλακή για φόνο στην πλάτη σου», μουρμούρισε.
Έσκυψα το κεφάλι.
«Τώρα τι γίνεται;» τον ρώτησα.
«Το παλεύουμε –τι να γίνει;» απόρησε. «Αλλά θα υπάρξουν κάποια έξοδα...»
«Να κοιτάξεις να βρεις πώς θα τα καλύψεις γιατί είμαι άφραγκος», του πρότεινα.
«Δύσκολα...» αναστέναξε.
«Έλα ρε Κονταξή –πες στη γκόμενα να μειώσει για λίγο τις τραβηχτικές και θα τα καταφέρεις», τον ενθάρρυνα.
Γέλασε.
«Η κυρία υπήρξε ένα ατυχές περιστατικό τελικώς...» αναπόλησε. «Είμαι δύσκολος άνθρωπος, κατεστραμμένος οργανισμός... σου έχω πει για το μικρόβιο στο αίμα...»
Ένευσα καταφατικά.
«Και τις σακούλες με υγρό στα πνευμόνια...» συνέχισε.
Τον διέκοψα απελπισμένος.
«Δηλαδή δεν την πήδαγες και σε παράτησε», συνόψισα.
«Το αντίθετο... Εκείνη υπέθετε οτι με τα χάλια που είχα θα ήμουν ανίκανος να ανταποκριθώ στα σεξουαλικά μου καθήκοντα...» αναστέναξε.
«Και;» ρώτησα όλο απορία.
«Ανταποκρίθηκα», ψέλλισε μισοκακόμοιρα.
«Λοιπόν;» περίμενα.
«Με παράτησε...» είπε ήρεμα ο Κονταξής.
Μ΄ έπιασε ένα τρελό γέλιο που δεν μπορούσα να το κουμαντάρω.
«Γυναίκες...» έκανε φιλοσοφημένα ο Κονταξής.
«Πάντα θέλουν κάτι άλλο», συμπλήρωσα.
«Που ποτέ δεν μπορούμε να τους δώσουμε...» είπε ο Κονταξής.
Σηκώθηκε, άνοιξε την τσάντα του.
«Σου έφερα τσιγάρα, μου είπε ο μπάρμαν τη μάρκα σου και κάτι φακελάκια καφέ...» μουρμούρισε απλώνοντας την πραμάτεια του.
«Είσαι πολύτιμος», παραδέχτηκα χτυπώντας τον στην πλάτη.
Έκλεισε ξανά την τσάντα του.
«Αποφυλάκιση με εγγύηση δεν υπάρχει περίπτωση να πετύχουμε», είπε. «Θα αναγκαστείς να μείνεις μέσα μέχρι να τελειώσει η δίκη...»
«Ρε Κονταξή», γέλασα εγκάρδια, «το θέμα πλέον είναι να βγω όταν τελειώσει η δίκη –ή έστω να βγω κάποτε περπατώντας κι όχι σε αναπηρική καρέκλα», του είπα.
Κατευθύνθηκε προς την κλειστή πόρτα με ασταθή βήμα και γύρισε να με δει.
«Πετρά, είσαι χαμένος –αλλά, αν υπάρχει γυναίκα στη μέση είσαι και τυχερός...» μου φώναξε.
Χαμογέλασα μαζεύοντας τα πράγματα που μου είχε αφήσει όσο εκείνος χτύπαγε την πόρτα για να έρθει ο φρουρός.

Την επόμενη μέρα με πήγανε μια βόλτα από την Ευελπίδων όπου μια αγάμητη ανακρίτρια αποφάσισε οτι ήμουν ο υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος εξ ου και έπρεπε να με χώσουν σ΄ένα κελί και να πετάξουν το κλειδί, μέχρι να καταδικαστώ και να με θάψουν ακόμα βαθύτερα.
«Τι έχεις να δηλώσεις;» με ρώτησε.
«Γοητευμένος από τη γνωριμία μας», είπα.
«Όταν φας δις ισόβια να δω πόσο γοητευμένος θα είσαι», θύμωσε η ανακρίτρια.
«Δηλαδή εδώ μέσα το τεκμήριο της αθωότητας δεν το κρατάτε ούτε για τους τύπους...» παρατήρησα καθώς με βγάζανε έξω οι δυο μπάτσοι που με συνόδευαν.
«Μην την τσιτώνεις την καργιόλα...» μου σφύριξε ο ένας.
«Γιατί; Θα με κλείσει μέσα;» γέλασα.

Στο δρόμο της επιστροφής χάζευα το μποτιλιάρισμα από το τζάμι του περιπολικού. Εκεί έξω είχε βγάλει έναν γαμημένο ήλιο, γεμάτο εκδικητικότητα –άρπαζε κάθε ευκαιρία που του δινόταν για να με τυφλώσει. Το κεφάλι μου πονούσε ανελέητα αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στον πόνο που ένιωθα σε όλα μου τα κόκαλα. Έσκυψα, έχωσα το πρόσωπό μου στις παλάμες, έκλεισα τα μάτια. Ο πόνος δυνάμωσε.
«Έχεις μπλέξει άσχημα φιλαράκο», είπε ο μπάτσος δεξιά μου.
«Τι έχει μπλέξει –αυτός ξεπάστρεψε τα μισά ΚΑΠΗ του καλλιτεχνικού χώρου...» πετάχτηκε ο άλλος μπάτσος από αριστερά.
Μ΄ έπιασε ένα  υστερικό γέλιο –οι μπάτσοι με κοιτάζανε φοβισμένοι. Το περιπολικό κοπάνησε στις λακκούβες του οδοστρώματος, ο ήλιος βρήκε ευκαιρία να ξανακάνει τα δικά του κι όλα μοιάζανε οικεία σαν εφιάλτης.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 16, 2012

Η αδρανής βεβαιότητα


Είχα πάντα ένα πρόβλημα με τις βεβαιότητες –με ξένιζαν ρε παιδί, μη σου πω οτι με ενοχλούσαν κιόλας. Δηλαδή, όταν ακούω κάποιον να αποφαίνεται στολίζοντας την άποψή του με 10 κιλά βεβαιότητας είμαι σίγουρος οτι αυτός ο «κάποιος» λέει μαλακίες. Ή, για να το θέσω ποιο ευγενικά, κάνει λάθος. Σ΄αυτή μου την αρνητική προδιάθεση για τις βεβαιότητες συντέλεσαν δυο πράγματα: α) οτι σπούδασα κοινωνικές επιστήμες (τομέας στον οποίο η βεβαιότητα απαγορεύεται μετά βεβαιότητας!) και β) οτι ακούω αθλητικούς σταθμούς στο ραδιόφωνο. Όταν ακούω, για παράδειγμα, απόψεις του τύπου: «Τότεναμ-Τσέλσι ξερό διπλό γιατί η Τσέλσι καίγεται για βαθμούς και είναι σε καλή αγωνιστική  κατάσταση» καταλαβαίνω οτι το παιχνίδι θα έρθει από άσσο μέχρι χι. Εκτός αν ο φωστήρας καταφέρει να μου αιτιολογήσει την άποψη του, να με πείσει δηλαδή οτι η Τότεναμ δεν θέλει να παίρνει βαθμούς από τα παιχνίδια που δίνει κι απλώς συμμετέχει στο πρωτάθλημα για τη χαρά του «ευ αγωνίζεσθε» ή αν με ενημερώσει οτι η Τότεναμ θα κατεβάσει στο πρωτάθλημα κάποια μπυραρία υπερηλίκων κι όχι την κανονική ποδοσφαιρική της ομάδα. Εννοώ οτι αν δεν αιτιολογήσεις την άποψή σου, αλλά παρ΄όλα αυτά την προβάλεις σαν βεβαιότητα, το πιο πιθανό είναι να πέσεις έξω. Επειδή, αν το έψαχνες λίγο το ζήτημα, στην προσπάθεια να αιτιολογήσεις, θα κατανοούσες οτι τίποτα δεν είναι βέβαιο.

Διάβαζα, για παράδειγμα κάποιον σχολιαστή κάτω από το ποστ ενός φίλου, ο οποίος (σχολιαστής) το είχε σίγουρο οτι μπορούμε να μην πάρουμε το δάνειο της τρόικας γιατί θα μας δανείσουν οι Κινέζοι και οι Ρώσοι. Απόρησα με τη βεβαιότητά του και τον ρώτησα από που την αντλεί. «Θα μας δανείσουν γιατί έτσι κάνανε και στην Αργεντινή και στη Βραζιλία», μου απάντησε. Σα να λέμε δηλαδή: «στα σίγουρα θα πηδήξω την Αντζελίνα Τζολί αν χωρίσω με τη γυναίκα μου». Από πού αντλώ τη σιγουριά μου; Μα, από το γεγονός οτι κι ο Μπραντ Πιτ όταν χώρισε τη γυναίκα του, αμέσως μετά πήδηξε την Τζολί! Είπες κάτι; Άστο –μην πεις τίποτα...

Οι βεβαιότητες πηγάζουν συνήθως από τη στρεβλή οπτική την οποία έχουμε για τα πράγματα. Έχουμε, για παράδειγμα, μπροστά μας ένα τριαξονικό και εμείς το περνάμε για αυτοκινητάκι της matchbox οπότε είμαστε σίγουροι ότι αν πάμε καταπάνω του δεν θα πάθουμε τίποτα –το πολύ να το πατήσουμε και να το σπάσουμε. Το ερώτημα είναι –τι γίνεται στη συνέχεια; Ο άνθρωπος ο οποίος θα διέθετε μια αξιοπρεπή στρεβλή οπτική (τύπου: το ανάποδο απ΄αυτό που βλέπουν τα άλογα) θα πήγαινε ντουγρού στο τριαξονικό και θα έτρωγε αξιοπρεπώς την κεφάλα του. Συμβαίνει αυτό; Σπανίως. Άρα;

Υπάρχει η πιθανότητα, αυτή η στρεβλή οπτική μας να είναι απλώς η δικαιολογία –να βλέπουμε δηλαδή το τριαξονικό αλλά να υποστηρίζουμε οτι πρόκειται περί αυτοκινητάκι matchbox προκειμένου να πείσουμε (ποιους άραγε;) περί του δυναμισμού μας. Βέβαια, επειδή τελικά μαλάκες μπορεί να είμαστε αλλά όχι και τόσο –θα την αποφύγουμε τη σύγκρουση βρίσκοντας μια δικαιολογία. Οτι, ας πούμε, θα το διαλύαμε  το αυτοκινητάκι αλλά έχε χάρη που είμαστε φιλεύσπλαχνοι. Ή, το ακόμα καλύτερο –θα το κάναμε αν κάποιος δεν μας εμπόδιζε, κάποιος απέξω, από πάνω, από αλλού –ο Χατζηπετρής, ας πούμε...

Τα σκέφτομαι όλα αυτά επειδή ακούω τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και μ΄έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα το οτι δεν βρίσκω σ΄αυτά κανένα, πλέον, ενδιαφέρον. Νοσταλγώ τους παλιούς καιρούς, όταν οι ειδήσεις έλεγαν ιστορίες επιστημονικής φαντασίας κι όταν ο επαναστατημένος πλήθος έκανε κάθε μέρα κι από μια επανάσταση. Τώρα όλα κύλησαν στο επίπεδο της παπαρολογίας και της βεβαιότητας. Τι εννοώ;

Οτι θεωρώ παπαρολόγους αυτούς τους τύπους που σήμερα φωνάζουν για τον Παπαδήμο και ζητάνε εκλογές για να εκφράσουν τη βούλησή τους όταν παλιότερα δεν πήγαιναν καν να ψηφίσουν κι όταν προηγουμένως ήταν κάργα αντίθετοι με το δημοψήφισμα Παπανδρέου. Λέγανε τότε οτι το δημοψήφισμα ήταν μια απάτη γιατί όλα είχαν ήδη κριθεί. Εντάξει –αν είναι έτσι, για ποιο λόγο φωνάζουν τώρα; Δεν κρίθηκαν όλα τελικά; Ας παραδεχτούν τουλάχιστον οτι έκαναν λάθος –δεν είναι τόσο τρομερό πια! Κι αν δεν ήθελαν τότε το δημοψήφισμα στο οποίο θα είχαν (έστω θεωρητικά) τη δυνατότητα, καταψηφίζοντας, να οδηγήσουν την κατάσταση σε εκλογές –τι ακριβώς ζητάνε τώρα; Να προκηρύξει εκλογές το Πασόκ από μόνο του; Γιατί να το κάνει εφόσον βλέπει οτι θα πάει άπατο; Κι άντε, πες οτι γίνονται εκλογές (πόσο γελάω με διάφορους που μέχρι χτες αρνούνταν να ψηφίσουν με το αξίωμα του «τίποτα δεν αλλάζει, όλοι είναι ίδιοι» και σήμερα ποστάρουν στο φέισμπουκ αποσπάσματα ΦΕΚ για να αποδείξουν οτι τα λευκά και τα άκυρα δε μετράνε !) Γίνονται λοιπόν εκλογές –τι θα ψηφίσεις πουλάκι μου; Αριστερά; Μα αυτοί, αν δουν οτι πας να τους ψηφίσεις μπορεί και να αποχωρήσουν, από τον φόβο τους μην και χρειαστεί να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση! Λάος; Ν.Δ.; Μα, μέχρι χτες ήταν στην κυβέρνηση! Πασόκ; Δε νομίζω! Καινούργιο κόμμα; Κι αν ναι –ποιο; Οικολόγους; Άρμα Δημαρά; ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Χρυσή Αυγή; Δηλαδή όλο το τζέρτζελο για να μπει ο Μιχαλολιάκος, ο Χρυσόγελος κι ο Κωνσταντίνου στην Βουλή; Εγώ να ξεχάσω οτι σε κάποιους από αυτούς τους απαγορεύατε να μιλήσουν στις «αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις» της πλατείας –αλλά σοβαρά τώρα, πιστεύει κανείς οτι οι συγκεκριμένοι τύποι έχουν να προσφέρουν τίποτα περισσότερο από παπαρολογίες και υστερικές κορώνες; Άντε –για χάρη της κουβέντας, ας υποθέσω οτι όντως οι φασίστες θα είναι χρήσιμοι σε τίποτα ψηφοφορίες νομοσχεδίων περί υποχρεωτικού ραψίματος αστεριού στα ρούχα των μεταναστών ή οτι οι Οικολόγοι θα ψηφίζουν «ναι» στην αύξηση των προστίμων για τα αυτοκίνητα που ρυπαίνουν και οι ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα στηρίξουν τίποτα νόμους περί κατάργησης των θρησκευτικών συμβόλων από τα σχολεία. Εκεί είναι το θέμα μας;

Επειδή είμαι της άποψης «μάζευε κι ας είν΄και ρόγες» θα πω οτι όλα έχουν τη σημασία τους –οτιδήποτε θεωρούμε θετικό για τη ζωή μας, καλό είναι να το υπερασπιζόμαστε. Αυτό άλλωστε είναι ο λόγος που έχω πάει κι έχω ψηφίσει σε κάποιες εκλογές. Τώρα, εσύ, πώς τη βλέπεις αυτή την άποψη; Συμφωνείς ας πούμε; Γιατί αν συμφωνείς αλλά έκραξες τους, 2-3 θετικούς νόμους που πήγε να περάσει το Πασόκ (απέχοντας κιόλας από τις προηγούμενες εκλογές), τότε φίλε μου είσαι μέγας μαλάκας και χάρηκα που τα είπαμε –να μου στείλεις μια φωτογραφία σου να μη σε ξεχάσω.

Ας υποθέσω όμως οτι δεν είσαι τέτοιος τύπος –δεν θέλεις εκλογές και άλλα συμβιβαστικά τερτίπια της μπουρζουαζίας. Είσαι, ας πούμε, ο τύπος ο οποίος θέλει επανάσταση, κρεμάλες, ελικόπτερα –είσαι τύπος: «μα εγώ είμαι γεννημένος για καταστροφές –για να κοπανάω πιάνα και να σπάω χορδές», που έλεγε κι ο Καρβέλας.  Και σαν τέτοιος τύπος, κατέβηκες την Κυριακή για να αγωνιστείς. Γιατί βρε μανούλα τότε δεν μπήκες στη Βουλή να τους κάψεις; 25 χιλιάδες λένε οτι ήταν ο κόσμος τα «καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης» -500 χιλιάδες ακούω να κυκλοφορεί στα πέριξ. Οι μπάτσοι πόσοι ήταν; 6, 8 χιλιάδες το πολύ; Από μόνη της η αστυνομία έδωσε τον αριθμό –υπήρχαν, λέει, γύρω στις 2,5 χιλιάδες αντιεξουσιαστές (ή όπως αλλιώς θες να τους πεις) που είχαν σχέδιο να καταλάβουν τη Βουλή. Γι΄αυτό και οι μπάτσοι τούς άφησαν να καίνε μαγαζιά, γιατί δεν μάσησαν τον αντιπερισπασμό –έτσι λένε. Και η Νομική από δίπλα –για στήριγμα! Γιατί ρε παιδί μου δεν πήγες κι εσύ με τους αντιεξουσιαστές να μπείτε επιτέλους στη Βουλή, να ησυχάσουμε; Να έρθει αυτή η γαμημένη η επόμενη μέρα με την οποία μου έχετε τσακίσει το νευρικό σύστημα –έχω βαρεθεί να διαβάζω «ερχόμαστε», «ήρθε η ώρα σας», «φύγετε όσο είναι καιρός» και άλλα τέτοια χορευτικά!

Αλήθεια –γιατί δεν πήγες; Πώς υποστηρίζεις από τη μια οτι έχουμε κατοχή, χούντα, τυραννία κι από την άλλη περιμένεις να αλλάξεις την κατάσταση με ειρηνικές διαδηλώσεις; Σου έχει πει κανείς οτι οι πολιτικοί έχουν τσίπα κι όταν δουν μαζεμένο το λαό να τους βρίζει, ντρέπονται και παραιτούνται; Το έχεις δει πουθενά στην παγκόσμια ιστορία να πέσει κυβέρνηση με ειρηνικές διαδηλώσεις; Ακόμα κι ο Γκάντι που ήταν υπέρ της μη βίας έκανε μια απεργία πείνας βρε αδερφέ! Πώς; Έτσι;

Από την άλλη βέβαια διακρίνω μια κουβέντα μονίμως πρόθυμη να ασχοληθεί με τις πατάτες και απρόθυμη να μπει στο ψητό. Την επόμενη μέρα της διαδήλωσης δεν είδα πουθενά να γράφεται οτι τελικά ήταν μια ακόμα μερικώς επιτυχημένη (για να μην πω αποτυχημένη) κίνηση, εφόσον το καινούργιο μνημόνιο ψηφίστηκε! Είδα όμως πολλούς να μοιρολογάνε το καμένο ΑΤΤΙΚΟΝ (που τελικά δεν κάηκε!) Και άλλους να κατηγορούν αυτούς που στεναχωρήθηκαν για την καταστροφή των κινηματογράφων –λες και η στεναχώρια του καθενός θα πρέπει να υφίσταται μόνο κατόπιν «επαναστατικής αδείας». Έχω να πω οτι κι εγώ στεναχωρήθηκα όταν είδα στην τηλεόραση τα πλάνα της φωτιάς –επειδή στον συγκεκριμένο κινηματογράφο έχω παρακολουθήσει σημαδιακές ταινίες. Όμως, το ίδιο και περισσότερο θα στεναχωριόμουν αν καιγόταν η ΕΛΛΗ ή η ΟΠΕΡΑ, ας πούμε. Το ίδιο θα στεναχωριόμουν αν καιγόταν το παγκάκι δίπλα στο παλιό μου σχολείο όπου άραζα με τους μαθητικούς μου έρωτες. Τι να γίνει δηλαδή; Να κηρύξουμε και το παγκάκι διατηρητέο; Ή θα με στήσεις στα 3 μέτρα που στεναχωριέμαι όταν χάνονται μέρη στα οποία έχω αναμνήσεις;

Ακούω καιρό τώρα όλη αυτή την υστερία περί «ξεπουλήματος της πατρίδας μας» και περί «γκαουλάιτερ που θέλουν να μας επιβάλουν», τα βρίσκω κάπως γελοία όλα αυτά. Επειδή ποτέ δεν ήταν δικό μας τίποτα σ΄αυτή τη χώρα κι επειδή από τη μια διαμαρτυρόμαστε για την ξένη επιτροπεία κι από την άλλη θέλουμε να κρεμάσουμε τους εγχώριους πολιτικούς. Δηλαδή, το πρόβλημα εντοπίζεται ΚΑΙ στην αλλαγή των θεσμικών εκπροσώπων εξουσίας ΚΑΙ στα πρόσωπα που ασκούν την εξουσία. Θέλουμε λοιπόν να πάρει την εξουσία στα χέρια του ο λαός; Αν ναι –δεν βλέπω πώς προσπαθούμε να το πετύχουμε. Θέλουμε μήπως να φύγουν αυτοί οι 300 και να έρθουν κάποιοι άλλοι; Αν ναι –δεν βλέπω γιατί οι άλλοι θα είναι καλύτεροι, με απλά λόγια δεν μπορώ να διακρίνω γιατί ο Καζάκης για παράδειγμα θα είναι καλύτερος από τον Τζαβάρα ή τον Χυτήρη ξέρω ‘γω...

Εδώ βέβαια, έχουμε να κάνουμε με τον φασισμό της καθημερινότητας –ο οποίος δείχνει να δυναμώνει όσο πιο στριμόκωλες γίνονται οι κοινωνικές συνθήκες. Άνθρωποι που μέχρι πρότινος είχαν ξεχειλώσει το δικαίωμα του ελεύθερου λόγου μέχρι το σημείο να χάνεται στο τέλος ο λόγος και να απομένει μόνο ο θόρυβος πλέον δεν ανέχονται να εκφράζεται άλλη άποψη πέρα από τη δική τους –τη σωστή! Άνθρωποι που μέχρι χτες υπερασπίζονταν μέχρι υστερίας το δικαίωμα του μαλάκα στην έκφραση της παράνοιάς του (κλασσικό παράδειγμα οι καυγάδες στα φόρα περί του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης ακόμα και απροκάλυπτα φασιστικών απόψεων), σήμερα θα σε πουν προδότη αν τολμήσεις να υποστηρίξεις οτι είσαι κατά της άτακτης χρεοκοπίας της χώρας. Βέβαια, οι ίδιοι άνθρωποι έτρεξαν (πριν ή μετά τη διαδήλωση της Κυριακής –δεν γνωρίζω) να ξετινάξουν τα ΑΤΜ μπας και στραβώσει το θέμα και ξεμείνουν οι τράπεζες από χρήμα. Κι αυτός ο φασισμός της καθημερινότητας πάει σετάκι με τις βεβαιότητες –δεν ανεχόμαστε άλλη άποψη γιατί εμείς κατέχουμε τη μοναδική σωστή.

Δεν θα με ενοχλούσε το όλο θέμα αν αυτή η περίφημη, μοναδική σωστή, άποψη είχε κάποια πρακτική χρηστικότητα. Αν δηλαδή η άποψη «ας χρεοκοπήσουμε» συνοδευόταν από κάποια γενικευμένη στάση πληρωμών προς το κράτος, ή προς τις τράπεζες για παράδειγμα... Αν η άποψη «κρεμάλα στους προδότες» συνοδευόταν από κάποιους κρεμασμένους. Αν το κάψιμο «του μπουρδέλου της Βουλής» γινόταν πραγματικότητα. Αλλά το να αρνούμαστε να αποφασίσουμε εμείς οι ίδιοι την χρεοκοπία και να βρίζουμε τους πολιτικούς που δεν το κάνουν για μας, μου μοιάζει λίγο υποκριτικό. Και οι κρεμάλες και τα καψίματα, όταν, ταυτόχρονα, βρίζουμε τους μπαχαλάκηδες που χαλάνε τις ειρηνικές μας διαδηλώσεις μού μοιάζουν για συμπτώματα σχιζοφρένειας.

Και δεν θα με ενοχλούσε ούτε η σύμπνοια στην εξαθλίωση που υφιστάμεθα (η οποία φοριέται πολύ τώρα τελευταία) αν δεν έβλεπα από δίπλα κάτι μερακλαντάν προσφορές για ρομαντικά δείπνα στην εξευτελιστική τιμή των 30 ευρώ το άτομο, κάτι ανακοινώσεις συναυλιών των διεθνούς φήμης τραβαγιέρηδων της Ισλανδίας στην καλλιεργημένη τιμή των 45 ευρώ ανά Μέγαρο, άσε που, όπου να ‘ναι, θα σκάσουν και οι προσφορές για τα μαγευτικά τριήμερα στο γραφικό Τσεπέλοβο! Καπάκι βλέπω και τις τζιπάρες να κυκλοφορούν ανέμελες, τα ιν μπαράκια να είναι τίγκα και τα ακριβά μαγαζιά να έχουν ουρές. Κι όλα αυτά με ψυλλιάζουν οτι δεν φτωχύναμε όλοι ρε παιδί μου, δεν υπάρχουμε μονάχα εμείς που μας πετσόκοψαν (ή μας έκοψαν εντελώς) τους μισθούς και οι πλουτοκράτες της Εκάλης. Υπάρχει κι ένα ενδιάμεσο στρώμα που εξασκεί το σπορ της επιδεικτικής κατανάλωσης –φοροκλέβοντας, εμποροκλέβοντας και κρατώντας τα λεφτά του σε τράπεζες του εξωτερικού!

Και δεν με ενοχλεί που αυτοί τρώνε κι εγώ τρώγομαι –έτσι λειτουργούσε πάντα η φτιάξη σ΄αυτή τη χώρα. Με ενοχλεί που αυτοί διαδηλώνουν λάβροι κατά των προδοτών και μέσα στους προδότες βάζουν κι εμένα ρε παιδί μου!  Αναρωτιέμαι –πόσο κοστίζει το να μην είμαι πια προδότης; Γιατί είμαι πρόθυμος να επαναστατήσω, αλλά δεν έχω λεφτά για ν΄αγοράσω το καινούργιο i-phone –καταλαβαίνεις; Ούτε Μετρό έχω κοντά στο σπίτι μου για να κατέβω με κερί στο ΑΤΤΙΚΟΝ και στις διαδηλώσεις δεν πηγαίνω αν δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο διαδηλώνουμε –θα πρέπει να αποδεχτώ οτι είμαι τελικά αντεπαναστάτης, είναι κι αυτό μια βεβαιότητα...

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι