Τετάρτη, Απριλίου 11, 2018

17. «Σώματα»


 Προηγούμενα:

«Κι αυτοί που μας δικάσανε/ μετανιώνουν, μετανιώνουν», βλέπω παντού κόκκινα. Είμαι δίπλα στο συγκρότημα, στριμωγμένος, αυτοί είναι τα Αρνάκια, εδώ είναι ο Πήγασος και βλέπω κόκκινα. Έχω ένα ποτήρι Στολίσναγια τόνικ, δυο γουλιές ποτό στον πάτο και πολλά παγάκια, έχω μια Καμήλα βρεγμένη και σβηστή γιατί ο κόσμος γύρω μου χορεύει και σπρώχνεται, έχω ένα κεφάλι τόσο γεμάτο που μετράει για εντελώς άδειο και μίσος –το μόνο που έχω είναι μίσος.
Κάποιος ξεχαρβαλωμένος μαλλιάς πέφτει πάνω μου, τον σπρώχνω, κοπανάει στο διπλανό ηχείο, ξαναβρίσκει την ισορροπία του, με πλησιάζει.
«Τι θες; Τι θες;» ουρλιάζω.
Με περνάει από το πλάι, φεύγει. Είμαστε κι οι δυο μας πολύ τυχεροί.
Θέλω να ανάψω καινούργιο τσιγάρο και να πάρω καινούργιο ποτό αλλά είμαι ρέστος. Θέλω να συνεχίσει το συγκρότημα κι, εντάξει, το συγκρότημα συνεχίζει και όλα είναι εντάξει για λίγο, αλλά μετά δεν είναι καθόλου εντάξει, γιατί ακούγεται ένα απίστευτο γκντουπ από την πόρτα, βαριέμαι να κοιτάξω, άλλωστε δεν έχω θέα προς την πόρτα, αλλά κάποιοι κοιτάζουν κι ακούω να φωνάζουν «μπάτσοι».
«Κωλόπαιδα, θα σας λιώσουμε»
«Βγείτε όλοι έξω ρε».
«Βρωμιάρηδες».
«Πού πας ρε μουνί;»
Εγώ δεν πάω πουθενά, έχω ακουμπήσει στο ηχείο δίπλα στη σκηνή και χαζεύω –κάποια κεφάλια ανοίγουν, χέρια έρχονται μπροστά για να προστατεύσουν τα πρόσωπα, οι μπάτσοι σπρώχνουν προς τα μέσα και φωνάζουν να βγούμε όλοι έξω, γελάω, πώς να βγούμε έξω; Από τα παράθυρα; Το σκέφτομαι κιόλας όσο βγάζουν τα παιδιά σέρνοντας –τραπέζια πέφτουν, παιδιά κυλιούνται σε σπασμένα γυαλιά, ένας καργιόλης με μουστάκι ποντικοουρά με πλησιάζει.
«Έλα μαζί μου».
«Έχω ταυτότητα».
«Στ΄ αρχίδια μου. Προσάγεσαι».
«Γιατί;»
«Ρε άντε γαμήσου».
Και μου σκάει μια με το γκλοπ –πάει για το πρόσωπο αλλά με πετυχαίνει στο λαιμό, σκοτεινιάζω.

Μας έχουν κάνει μια σειρά έξω από το μαγαζί και βαδίζουμε σε στυλ αιχμάλωτοι πολέμου προς το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου. Μπροστά μου είναι ο Τάσος ο Ραμόουν, πίσω μου η Εβίτα, δεν βλέπω και καλά, είναι νύχτα, τα αυτιά μου βουίζουν.
Όταν φτάνουμε στο κωλάδικο μας στοιβάζουν στο διάδρομο, οι χτυπημένοι κάθονται σε δυο ξεδοντιασμένους πάγκους, οι αξιοπρεπείς στήνονται πλάτη-τοίχο και οι άδειοι βολευόμαστε στο πάτωμα.
«Ανοίξτε διάδρομο ρε μαλακισμένα», μας φωνάζουν κάτι περαστικοί μπάτσοι όσο κλωτσάνε ότι γόνατο βρουν εύκαιρο.
Ανάβουν τα πρώτα τσιγάρα, βγαίνει ένας σαπιοκοιλιάς από το γραφείο του, «σβήστε τα τσιγάρα ρε μαλακισμένα», κανείς δεν ακούει τίποτα. Έχουν μπουζουριάσει και το Ντάνυ που μπαινοβγαίνει σε γραφεία ψάχνοντας να βρει «ποιος είναι ο υπεύθυνος εδώ;»
Κοιτάζω μια χαραμάδα στο τσιμεντένιο πάτωμα –τα πράγματα δεν πάνε καλά και προσεχώς χειρότερα, κατά πώς φαίνεται…
Η Τζούλια είναι έγκυος.

Το μουνόπανο, ονόματι Γιάννης, τα κατάφερε μια χαρά. Διότι αν πηδάς την άλλη νταγκλαρισμένη, γιατί να μην τελειώσεις και μέσα; Μισές δουλειές θα κάνουμε;

Πάμε λίγο πίσω…
Οι μέρες μετά από την εξομολόγηση της Τζούλιας κύλησαν πιο παγωμένες κι από ξεχασμένη μπύρα στην κατάψυξη. Ήμασταν μαζί, εντάξει, αλλά δεν ήμασταν… Εκείνη κάπου χαμένη, εγώ αμήχανα θυμωμένος, όταν πήγαινε η κουβέντα στο γνωστό θέμα η Τζούλια κλείδωνε κι όταν η κουβέντα γύριζε αλλού, σταματάγαμε γιατί νιώθαμε ότι κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας.
Το ήξερε από την πρώτη στιγμή –απλά της πήρε τρεις βδομάδες να το επιβεβαιώσει.
«Είμαι έγκυος».
«Θα το αγαπάω σα δικό μου».
Δεν είχε όρεξη ούτε να με φτύσει –κοίταξε από την άλλη κι εγώ υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι κάτι πρέπει να κάνω με το χιούμορ μου, κανένας δε γελάει με τα αστεία μου, αλλά όλοι γελάνε μαζί μου.
«Τι γίνεται παρακάτω;» ρώτησα διστακτικά.
«Τι θες να γίνει; Αυτό που γίνεται πάντα –θα το ρίξω…»
«Έχεις ξανακάνει….»
«Όχι –μα τι μαλάκας είσαι;»
Μα τι μαλάκας είμαι, άραγε;
«Από λεφτά…» ξεκίνησα να υπολογίζω τι θα πούλαγα και πώς θα το έκλεβα πριν το πουλήσω.
«Θα πληρώσει ο Γιάννης. Δική του μαλακία είναι…»
«Τώρα μιλάς σωστά…»
«Μην παίρνεις θάρρος. Όταν λέω ότι θα πληρώσει…»
«Κατάλαβα».
Αυτό έλειπε δα…
«Θα πάω να τον βρω…»
«Μαζί θα πάμε…»
«Ούτε να το σκέφτεσαι. Μόνη μου θα πάω, δε χρειάζεται να μπλέξει σ΄αυτό ούτε καν η Άννα».
«Μόνη σου ε;»
«Μόνη μου –ναι».
«Μου τελείωσαν τα τσιγάρα, πετάγομαι να πάρω».
«Εντάξει…»
Είχα αφήσει το γεμάτο πακέτο μου μπροστά της και είχα φτάσει μέχρι Σούνιο –ποιος μαλάκας έβρεχε κρύο; Νύχτα πηχτή και κάτι ψοφόσκυλα να αλυχτάνε –ήθελα να μείνω για πάντα διπλωμένος πίσω από τις κοτρώνες και θα το έκανα αν δεν με ενοχλούσαν τα αγκάθια. Τα οποία ένιωσα μετά από μισό πακέτο τσιγάρα –μασάνε οι Καμήλες;
Ένας μπάτσος με κλωτσάει στον αστράγαλο –γιατί αυτό είναι το κακό με τους μπάτσους, δε σ΄αφήνουν ούτε να πονέσεις με αξιοπρέπεια. Διαλέγουν να σε χτυπήσουν εκεί που θα δακρύσεις, οι γαμημένοι.
Σήμερα η Τζούλια ντύθηκε, στολίστηκε και πήγε να βρει τον αρχίδη. Κι εγώ έψαξα κάπου να κρυφτώ για να μη με βλέπω.
Η ώρα περασμένη, κοιτάζω το ρολόι, με κοιτάζει κι εκείνο με απορία, γιατί τα ρολόγια δε φτιάχτηκαν για να μετράνε αυτού του είδους το χρόνο… Ο κόσμος γύρω μου αραιώνει, τους τραβάνε στα γραφεία και μετά τους διώχνουν, στην αρχή το κάνουν με σύστημα, μετά βαριούνται κι αρπάζουν στο σωρό. Εμένα με προσπερνάνε. Μου ρίχνουν και τίποτα κλωτσιές, έτσι για να μη νιώθω ανεπιθύμητος.
Την πήγα μέχρι Πειραιώς για να πάρει λεωφορείο –δεν ήθελε να την πάω παραπέρα. Όταν μπήκε, έμεινα να τη χαζεύω –τόσο όμορφη και τόσο απελπισμένη, ποιος δεν θα ήθελε να πηδηχτεί μαζί της; Της την είχα πέσει πριν φύγουμε από το σπίτι και έγινε ότι ακριβώς γινόταν και τις προηγούμενες τρεις βδομάδες, δηλαδή απολύτως τίποτα. Να έχει γυρίσει άραγε; Δεν αντέχω να πάω σπίτι και να μην είναι…

«Σήκω ρε κοπρίτη».
Εμένα το λέει ο σαπιοκοιλιάς.
Σηκώνομαι –τι δηλαδή; Να του χαλάσω χατίρι;
Με πάει σπρώχνοντας μέχρι το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, με χώνει μέσα και φεύγει. Πίσω από το γραφείο κάθεται ένας κουρασμένος πενηντάρης, έχει βγάλει το σακάκι κι από το πουκάμισό του φαίνεται φανελάκι με ολίγη τρίχα.
«Ποιος είσαι εσύ;» ρωτάει το φάκελο στον οποίο έχει χώσει τη μύτη του.
Απαντάω.
«Ταυτότητα».
Του δίνω.
Πατάει ένα κουμπί, ακούγεται κορνάρισμα σαν αυτά που κάνανε οι ντουντούκες στο γήπεδο αλλά στο πιο ξεψυχισμένο.
Μπαίνει ο άλλος που με έφερε.
«Πάρτη και γράψε τα στοιχεία του», λέει ο πενηντάρης.
Όταν φεύγει ο άλλος, σηκώνει το κεφάλι του –με κοιτάζει απορημένος.
«Φαίνεσαι καλό παιδί –τι δουλειά είχες εκεί μέσα;» απορεί με πατρικό ύφος.
«Δεν γινόταν τίποτα παράνομο –μουσική παίζανε», μουρμουρίζω.
«Μουσική…» τον πιάνει ένας ξερόβηχας. «Μουσική το λέτε εσείς αυτό το πράγμα; Οι γείτονες πάνε να τρελαθούν από τη φασαρία, μπουκάλια σπάνε, έχει γεμίσει ο δρόμος γυαλιά –θα βγει να παίξει κάνα παιδάκι και θα πάθει τίποτα…»
«Ποιο παιδάκι; Υπάρχουν παιδάκια σ΄αυτή τη γειτονιά;» απορώ με τη σειρά μου.
«Ε, που να υπάρξουν; Αφού τα διώξατε με τις φασαρίες σας…» φουντώνει.
«Συγνώμη, με έχετε δει εμένα να κάνω τίποτα; Σας έχουν κάνει κάποια καταγγελία;»
«Τι σημασία έχει αυτό βρε παιδί μου; Δεν έκανες μέχρι τώρα, θα κάνεις αύριο. Είσαι κι εσύ υπεύθυνος για την κατάσταση…»
«Ποια κατάσταση;»
«Τα κερατιλίκια που γίνονται στο κωλομάγαζο».
«Εντάξει –και γιατί δεν το κλείνετε; Γράφει πουθενά ότι απαγορεύεται η είσοδος;» έχω αρχίσει να τσιτώνω και είναι μαλακία αυτό γιατί θα με μπουντρουμιάσουν σε κάνα υπόγειο και θα με κάνουν ασήκωτο…
«Θα το κλείσουμε, μη σε νοιάζει…» χαμογελάει.
«Όπως κλείσατε και την Πλάκα», μου ξεφεύγει το πικρόχολο.
Πετάγεται –κοκκινίζει.
«Δεν την κλείσαμε εμείς, απόφαση της κυβέρνησης ήταν η ανάπλαση…»
«Εντάξει κι εσείς για ποιον δουλεύετε; Για την κυβέρνηση δε δουλεύετε;»
«Ρε άντε μου στο γερο-διάολο νυχτιάτικα», πετάγεται.
Βλέπω το κουμπί στην κοιλιά του να ζορίζεται αλλά στο τέλος αντέχει.
Βουτάει ένα ποτήρι νερό, το κατεβάσει αμάσητο και ξανακάθεται.
«Να μη σε ξαναδώ εδώ μέσα…»
Σηκώνω τους ώμους.
«Εσείς με φέρατε….»
«Να μην ξαναπατήσεις στο κωλομάγαζο ρε μαλακισμένο. Δεν καταλαβαίνεις;»
Καταλαβαίνω. Κι εγώ καταλαβαίνω, κι αυτός καταλαβαίνει ότι αύριο πάλι εκεί θα είμαι. Ξύνει το κεφάλι του μπαϊλντισμένος.
«Να σε ρωτήσω.. Έχει υποπέσει στην αντίληψή σου τίποτα παράνομο…» λέει συνωμοτικά.
«Δηλαδή;»
«Ναρκωτικά, τίποτα βενζίνες σε μπιτόνια, στιλέτα….»
«Ναρκωτικά και στιλέτα ούτε έχω δει, ούτε θέλω να δω. Τώρα για βενζίνες…»
«Ναι;»
«Έχουν ένα μπιτόνι δίπλα στη σόμπα…»
«Ρε άιντε γαμήσου μούλε…»
Ναι –εντάξει, αυτό θέλω κι εγώ αλλά με ποιαν;
Με κοιτάζει μπερδεμένος.
«Τι γελάς ρε βλάκα;»
Τι να του πεις τώρα; Ότι περνάω καλύτερα μαζί του από ότι στο σπίτι της Τζούλιας; Ότι φοβάμαι να πάω, περισσότερο απ΄ότι φοβάμαι να με χώσουν σε κάνα κρατητήριο;
«Εντάξει; Μπορώ να φύγω;» τον ρωτάω.
«Εξαφανίσου», μουγκρίζει.
Πολύ θα το ήθελα κύριε σταθμάρχα μου, αλλά δε γίνεται..

 Μαζεύω την ταυτότητά μου και βγαίνω στο κρύο –έχει πάρει να χαράζει και πετυχαίνω τον Άλκη λίγο πιο κάτω, στον πεζόδρομο της Καλλιδρομίου να καπνίζει βολεμένος στην εξώπορτα μιας πολυκατοικίας.
«Σε μαζέψανε κι εσένα;» τον ρωτάω όσο χώνομαι δίπλα του.
Με κοιτάζει. Χαμογελάει. Βγάζει κι ένα κονιάκ από την τσέπη του παλτού του, το πασάρει –τραβάω κάτι γερές για να συνέλθω, σκατά γίνεται το στομάχι μου κι ο λαιμός μου καίει σαν εξάτμιση παπιού. Τότε βλέπω το πρήξιμο στο πρόσωπό του –όλη η αριστερή πλευρά έχει γίνει μωβ τούμπανο.
«Σε μαζέψανε», συμπεραίνω.
«Αλλά έπαιξαν ωραία τα Αρνάκια –άξιζε…» χαμογελάει. Και μετά πονάει και σταματάει να χαμογελάει.
«Πού θα τη βγάλεις;» τον ρωτάω.
«Κάπου… γενικά…» σηκώνει τους ώμους.
«Θες να έρθεις μαζί μου; Η φίλη μου μένει εδώ πιο κάτω…»
«Δεν το κουνάω από δω πέρα», μου ξεκαθαρίζει.
«Γιατί;»
«Περιμένω την ανατολή….»
«Ποια ανατολή; Αφού απέναντί σου έχεις πολυκατοικία;»
«Από εκεί την περιμένω», μισογελάει και μου δείχνει ένα παράθυρο.
Γίναμε δύο οι μαλάκες…
Ανάβω μια Καμήλα και καρφώνομαι στο απέναντι παράθυρο –δεύτερος όροφος, ημίφως. Δε φαίνεται τίποτα και μετά από λίγο φαίνεται ένας τύπος να τραβάει τις κουρτίνες. Ο Άλκης μού παίρνει την Καμήλα από το χέρι. Σηκώνομαι –τι άλλο να κάνω; Ψάχνομαι, βρίσκω το πακέτο και του το πετάω, δεν κάνει κίνηση να το πιάσει, το πακέτο σκάει στο στήθος του πριν προσγειωθεί ανάμεσα στα πόδια του.
Δε λέω κουβέντα –με καταπίνει το ξημέρωμα.
Είναι μισοσκόταδο μέσα στο διαμέρισμα –από το ρολό του παραθύρου μπαίνει ψόφιο φως, κοντοστέκομαι.
Βλέπω λίγο φως στο δωμάτιό της, περπατάω στις μύτες, τη βρίσκω καθισμένη στο κρεβάτι να διαβάζει.
«Ήρθες;» λέει χωρίς να πάρει τα μάτια της από το βιβλίο.
«Ναι», παραδέχομαι.
«Έλα να ξαπλώσεις».
Βγάζω τα ρούχα μου, χώνομαι δίπλα της, στην αρχή τραβιέται μακριά γιατί είμαι παγωμένος, μετά το μετανιώνει, έρχεται δίπλα μου. Κάνω να την αγκαλιάσω, προσπαθώ να γυρίσω προς το μέρος της και τότε ανακαλύπτω ότι ο λαιμός μου έχει τσιμεντώσει στην αριστερή πλευρά. Μου ξεφεύγει ένα βογκητό, σηκώνει τα μάτια της.
«Τι έπαθες;»
«Εντάξει είμαι. Μας μαζέψανε για εξακρίβωση…»
«Από πού;»
«Στον Πήγασο ήμουν…»
Στηρίζεται στους αγκώνες της, γυρίζει το πρόσωπό μου προς τα δεξιά, ανάβει το κεντρικό φως.
«Είσαι χάλια…»
«Τώρα το κατάλαβες;» χαμογελάω.
«Άσε τις σαχλαμάρες… Πρέπει να σε δει γιατρός».
«Αν γίνεται χωρίς να τον δω κι εγώ –εντάξει».
Πέφτει δίπλα μου απελπισμένη. Αλλά αμέσως πετάγεται σαν ελατήριο, πάει στο μπάνιο κι επιστρέφει με μια βρεγμένη πετσέτα. Μου την δένει στο λαιμό αγνοώντας τις αντιρρήσεις μου.
«Τι έγινε;» ξαναρωτάει.
«Δε σημάδεψε σωστά ο μπάτσος –το πήγαινε για εξαγωγή φρονιμίτη», εξηγώ.
«Να προσέχεις…»
Δεν μπορώ να κοιτάξω προς το μέρος της για να καταλάβω σε ποιον το λέει.
«Εσύ, τι έγινε;» ρωτάω.
«Εντάξει».
«Εντάξει; Τι εντάξει;»
«Μου έδωσε τα λεφτά….»
«Α, εντάξει…»
Αγκαλιάζει το μπράτσο μου, κολλάει πάνω μου.
«Μην το κάνεις αυτό», παρακαλάει.
«Να μην το κάνω –εντάξει δεν θα το κάνω… Και πώς δηλαδή; Όλα καλά, ο καιρός νεφελώδης κι αν δε βρέξει θα χιονίσει; Έτσι θα το παίξουμε;»
«Μπορούμε να το ξεχάσουμε;» ψιθυρίζει.
«Ξέρω ‘γω; Μπορούμε;» απορώ.
Απομακρύνεται, ξαπλώνει στο μαξιλάρι της και μου γυρίζει την πλάτη.
«Μεθαύριο θα πάω… Έκλεισα ραντεβού».
«Πού είναι;»
«Κέντρο –Βασιλίσσης Σοφίας…»
«Ωραία».
«Δεν θα έρθεις».
Τινάζομαι.
«Τι πράγμα;»
«Θα πάω με την Άννα…»
Η πετσέτα έχει παπαριάσει το λαιμό μου –την πετάω νευριασμένος.
«Έτσι αποφάσισες λοιπόν;»
«Δε σε αφορά…»
«Δε με αφορά…»
Πετάγεται πάλι, γυρίζει προς το μέρος μου.
«Είναι δική μου υπόθεση, μόνη μου έμπλεξα…»
«Αν το βλέπεις έτσι…»
«Πώς αλλιώς δηλαδή;»
«Καθόλου αλλιώς –κάνε ότι καταλαβαίνεις».
Τώρα είναι η σειρά μου να της γυρίσω την πλάτη.
Κάνουμε ότι κοιμόμαστε, κάνουμε ότι το πιστεύουμε κιόλας. Ο δρόμος απέξω έχει ξυπνήσει για τα καλά –χάσαμε το σκουπιδιάρικο με τον καυγά, όμως τα λεωφορεία οργώνουν το μυαλό μας κανονικότατα.
Πρέπει να φύγω από εδώ μέσα, αλλά τι θα γίνει αν με χρειαστεί; Δεν θέλω να είμαι εδώ αλλά δε γίνεται να είμαι και κάπου αλλού. Φιφτίν λαβ…

Η επόμενη μέρα είναι μια ηλιόλουστη μέρα, μόνο που δεν προλαβαίνουμε να δούμε και πολύ τον ήλιο. Σηκωνόμαστε απόγευμα, βγαίνουμε για φαγητό, σκαλίζουμε τα πιάτα μας μέχρι να μας βαρεθεί το γκαρσόνι στο μπαρμπα-Γιάννη και να μαζέψει. Κλούβες αδειάζουν Ματατζήδες στο σωρό –τους χαζεύουμε έξω να κλείνουν τους δρόμους. Ακόμα μια ευτυχισμένη μέρα στην πλατεία θα ξεκινήσει με το που θα πέσει η νύχτα…
«Τι γίνεται εκεί πέρα;» με ρωτάει. «Έχω καιρό να πάω…», σταματάει.
«Έχουν σκυλιάσει οι καργιόληδες», μουρμουρίζω τρώγοντας μια πατάτα.
«Και κανένας δεν κουνιέται;» απορεί.
«Ποιος να κουνηθεί; Αφού κάθε μέρα κάνουν σκούπα –μόνο οι περιπτεράδες κάθονται στην πλατεία πάνω από μισάωρο…»
«Τόσο καλά…»
«Τόσο…»
Την κοιτάζω όσο εκείνη κοιτάζει το τίποτα.
«Αν ήθελες…» ξεκινάω.
«Άστο. Δε θέλω… Τίποτα…»
Τίποτα…
«Θέλω μόνο κάτι…» ψιθυρίζει.
«Πες…»
«Επειδή έχω ακούσει ότι μετά τη φάση δε σε πιάνει ύπνος, θέλω να μείνεις μαζί μου τη νύχτα».
«Εντάξει…»
«Σίγουρα;»
«Κάθε βράδυ μαζί σου δε μένω;»
«Ειδικά για αύριο το βράδυ… Υποσχέσου το, αλλιώς να πω στην Άννα».
Την κοιτάζω, με κοιτάζει κι εκείνη –θολά.
«Στο υπόσχομαι….»
Δε λέμε τίποτα άλλο.

Τη μέρα της έκτρωσης ξυπνάει αχάραγα –κάνει μπάνιο με τις ώρες όσο εγώ κατουριέμαι στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Ντύνεται. Περιμένει. Η Άννα, ως συνήθως, αργεί. Αλλά έχουν κανονίσει να έρθει από εδώ, για να μη μπορώ να προτείνω να την πάω με τη μηχανή. Όλα υπολογισμένα, όλα σωστά…
«Εσύ τι θα κάνεις;» με ρωτάει.
«Θα πάω στη σχολή».
«Εντάξει…»
Την πλησιάζω –μυρίζω το άρωμά της.
«Τι ώρα θέλεις να είμαι πίσω;»
Σηκώνει τους ώμους.
«Κατά τις 3 θα έχουμε τελειώσει. Μη βιαστείς… Έλα κατά τις 7… 8… Έτσι κι αλλιώς θα είμαι κοτόπουλο –μάλλον θα με βρεις να κοιμάμαι. Για τη νύχτα σε θέλω…»
Για τη νύχτα με θέλει… Κάποτε αυτό θα ήταν ερεθιστικό…

Όταν μπαίνει η Άννα με κοιτάζει σα να της πήδηξα το σόι, μέχρι γιαγιά ας πούμε… Ανάβω τσιγάρο, τι ρωτάω αν θέλει καφέ, δε θέλει. Η Τζούλια με φιλάει βιαστικά και φοράει το μπουφάν της. Η Άννα έρχεται δίπλα μου όσο ρίχνω το βραστό νερό από το μπρίκι στην κούπα.
«Σε είχα κόψει για μαλάκα –αλλά τόσο πολύ;» μου σφυρίζει.
Πώς είπατε;
Μένω με το μπρίκι πλαγιασμένο, σκέφτομαι αν πρέπει την κοπανήσω μ΄αυτό ή να την κουτουλήσω -ευτυχώς, γιατί η αναποφασιστικότητα με σώζει…
«Κάποια περιθώρια για βελτίωση πάντα θα υπάρχουν», κάνω χαμογελαστός.
Με κοιτάζει αγριεμένη, πλησιάζει τη μούρη της στο δεξί μου αυτί.
«Είσαι έτοιμη να φύγουμε Τζούλια;» τσιρίζει.
Κι έτσι φεύγουν, αφήνοντας πίσω τους ένα δεξί αυτί να κουδουνίζει κι ένα μαλάκα που δεν έχει όρεξη να πιει καφέ. Ανάβω μια Καμήλα, την κοιτάζω, με κοιτάζει κι εκείνη μπερδεμένη. Οπότε, την πετάω μέσα στην αχνιστή κούπα του καφέ, ντύνομαι σα να με κυνηγάνε και ξεκινάω για τη σχολή.


Το αμφιθέατρο έχει γνωρίσει και καλύτερες μέρες –λίγοι βαριεστημένοι τύποι ντουμανιάζουν τα έδρανα ψηλά, δίπλα στα παράθυρα, κάθομαι στη μέση, μόνος. Η παρέα είναι άφαντη γιατί αυτό συμβαίνει με τις παρέες –όσο χάνεσαι, τόσο τις χάνεις. Βγάζω ένα τετράδιο κι ένα Μπικ, αρχίζω να ζωγραφίζω κύβους και μαύρα πουλιά που πετάνε στον ανύπαρκτο ορίζοντα, κοιτάζω το ρολόι μου, τώρα θα περιμένει έξω από την αίθουσα, ίσως και να κλαίει, μπορεί κιόλας να ντρέπεται να τη δει έτσι η Άννα. Τι να σκέφτεται; Ποιον να σκέφτεται;
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη…» φωνάζει όσο βολεύεται δίπλα μου.
Την κοιτάζω –χαμογελάει, προσπαθώ να κάνω το ίδιο αλλά χωρίς επιτυχία.
«Καλώς τη Μαργαρίτα…» παρατηρώ.
Έρχεται κοντά μου, με φιλάει στο μάγουλο.
«Τι έγινες εσύ; Ακούω διάφορα…»
«Καλά ή άσχημα;» απορώ.
«Καλά…»
«Τότε μην τα πιστεύεις», της λέω.
Με τσιμπάει στο μπράτσο.
«Πω πω, τι μούτρα είναι αυτά….» γελάει.
«Αν ήξερα ότι θα σε δω, θα φορούσα τα καλά μου».
Ανοίγει την τσάντα της, βγάζει ένα λαστιχάκι, κόκκινο με δυο κεράσια διακοσμητικά, μαζεύει τα μαλλιά της αλογοουρά.
«Τι μάθημα έχουμε;» τη ρωτάω.
«Ψυχολογία».
«Αυτό μας έλειπε τώρα…» αναστενάζω.
«Τι έχεις εσύ μωρέ;»
«Εντάξει είμαι…»
Με κοιτάζει σκεφτική.
«Δεν είσαι εντάξει –για την ακρίβεια είσαι σα φάντασμα. Σήκω –φεύγουμε από εδώ μέσα…»
Πετάγεται σαν ελατήριο, με τραβάει κιόλας.
«Έλα, πάμε πριν έρθει η καθηγήτρια…»
Ξαφνιάζομαι τόσο πολύ που την ακολουθώ αδιαμαρτύρητα.

Έξω έχει ήλιο γιατί έτσι συμβαίνει στις καταστροφές –τα πάντα είναι εκτυφλωτικά.
«Πού έχεις τη μηχανή;» με ρωτάει βιαστικά.
«Έξω από τη βιβλιοθήκη όπως πάντα… Αλλά ρε συ…»
Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου γιατί έχει φτάσει ήδη στη μηχανή. Ανεβαίνω –ανεβαίνει πίσω μου.
«Φύγε», μου ρίχνει μια αγκωνιά στα πλευρά.
«Για πού;»
«Για όπου… Μόνο φύγε ρε παιδάκι μου…»
Κοιτάζω το ρολόι μου –τώρα θα έχει μπει μέσα, ίσως να την έχουν ήδη ναρκώσει.
Παίρνω τη Συγγρού καρφί, αφήνω τη μηχανή να πάει μόνη της μέχρι τον Ιππόδρομο κι εκεί διαλέγω παραλία αντί για λιμάνι –αλλάζω λωρίδες, τώρα θα πονάει αλλά δε θα το νιώθει –αυτό άραγε σημαίνει ότι δεν πονάει; Η Μαργαρίτα έχει κολλήσει πάνω μου όσο αλλάζω λεωφόρο, την έχω ξεχάσει –νιώθω όμως ότι η καρδιά της κάνει αντήχηση στην πλάτη μου και κοπανάει μπροστά, στο δικό μου στήθος. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που εκεί μέσα ακούγεται μια καρδιά κι όχι δύο.
Κόβω ταχύτητα απότομα λόγω τύψεων και βέβαια, σαν κλασικός μαλάκας διαλέγω να το κάνω μέσα σε στροφή –η μηχανή ψαλιδίζει, η Μαργαρίτα γίνεται χαλκομανία στην πλάτη μου, βγαίνω στην Παραλιακή δαντελωτός, ευτυχώς έχω αφήσει πίσω μου τ΄ αμάξια.
Στην ευθεία είμαι νωχελικός σα σαλίγκαρος, η Μαργαρίτα με σκουντάει στο πλευρό.
«Τι σ΄ έπιασε;» σφυρίζει στο αυτί μου.
«Τι μ΄ άφησε πες καλύτερα…» μουρμουρίζω.

Την πάω στα κλασικά στέκια –παραλία με το κύμα να σκάει βρώμικο στη λασπωμένη άμμο, ένα γέρικο γκαρσόνι με παπιγιόν, απ΄αυτά που σερβίρουν το νες σε φακελάκι και δίπλα το βραστό νερό σε μεταλλικό δοχείο, η απόλυτη μιζέρια…
Θέλω να τη ζορίσω, να σηκωθεί να φύγει βρίζοντας και τώρα η Τζούλια είναι σίγουρα μέσα στο χασάπη –τους βάζουν, λέει, ένα σωλήνα και ρουφάνε το έμβρυο, μετά κάνουν απόξεση –προσπαθώ να μην σκέφτομαι τι σημαίνει αυτό, απόξεση…
«Θα μου πεις τι τρέχει;» κάνει όσο ανακατεύει ανυπόμονα τη ζάχαρη στο τσάι της.
Την κοιτάζω –είναι πολύ όμορφη, τα μάγουλά της έχουν κοκκινήσει από την έξαψη –για πόσο ακόμα θα αντέχει τις μαλακίες μου;
«Θα σου πω, αλλά δεν θέλω να το συζητήσω –εντάξει;»
«Εντάξει», σκύβει το κεφάλι, βγάζει μια Καμήλα από το πακέτο μου και τη στριφογυρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το κάνει αυτό σε όλη τη διάρκεια που εγώ της διηγούμαι την ιστορία με κάθε συνταρακτική λεπτομέρεια.
Όταν τελειώνω ο καφές έχει κρυώσει, πίνω αργά, κοιτάζοντας την Καμήλα να περνάει ανάμεσα στα δάχτυλά της σαν μπαστούνι ταχυδακτυλουργού.
Μετά από κάμποση ώρα χαζέματος έξω από τις βρώμικες τζαμαρίες, επιτέλους μιλάει. Σιγά –με το ζόρι ακούγεται.
«Παντρεύομαι τον άλλο μήνα…»
Ξαφνιάζομαι χαμογελαστά.
«Η ώρα η καλή», εύχομαι.
«Αυτό έχεις να πεις μόνο;»
Την κοιτάζω ξαφνιασμένος.
«Μη μου πεις ότι είσαι…»
Ξαπλώνει πίσω στην καρέκλα της, γελάει.
«Έγκυος; Όχι ρε…»
Την περιμένω να μου εξηγήσει.
«Είπε ο Σάκης… δηλαδή μου έκανε πρόταση… Είπε –γιατί να περιμένουμε; Θα είναι πιο βολικό να μένουμε μαζί, θα μπορώ να διαβάζω καλύτερα…»
Σταματάει. Δεν έχω σκοπό να κάνω κανένα σχόλιο.
«Πολύ χάλια αυτό το μαγαζί», λέει τελικά.
«Το ξέρω», παραδέχομαι.
«Τότε γιατί μ΄ έφερες εδώ;»
Σηκώνω τους ώμους αμήχανα.
«Μ΄ έφερες εδώ για τον ίδιο λόγο που πήγαινες σαν παλαβός με τη μηχανή. Γιατί θέλεις να με ξεφορτωθείς. Σωστά;»
Την κοιτάζω αμίλητος –τι σκατά να πω;
«Την αγαπάς τόσο πολύ;»
Τελικά λοιπόν θα το συζητήσουμε…
«Δεν ξέρω αν την αγαπάω –ξέρω όμως ότι δεν μπορώ να την αφήσω όσο νιώθω ότι με χρειάζεται. Και ξέρω ότι δεν θα ησυχάσω αν δεν τον ξεσκίσω τον πούστη…» αφήνω τις λέξεις τακτικά πάνω στο μεταλλικό τραπέζι σαν κουλουράκια με γεύση κανέλα.
«Πόσο μακριά είναι η Βάρκιζα από δω;» με ρωτάει στο ξεκάρφωτο.
«Κάνα τέταρτο –πες εικοσάλεπτο…»
«Πάμε;» χαμογελάει.
«Τι να κάνουμε στη Βάρκιζα;»
«Πάμε και θα δεις».
Σηκώνομαι πίσω της –από την ώρα που τη συνάντησα στη σχολή με σέρνει σαν ανεμοστρόβιλος κι αυτό κάπου αρχίζει να μου τη δίνει άσχημα.

Στο δρόμο μιλάμε λίγο –της δείχνω τα Λιμανάκια και ψηλά τον Κρεμαστό Λαγό, δεν της λέω όμως ότι από εκεί πάνω έφυγε ένα βράδυ ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα με μια δανεική βέσπα, απλώς κορνάρω δαιμονισμένα όταν περνάμε την τρύπα του Καραμανλή… Έχει αρχίσει να πιάνει κρύο –ο ήλιος βαρέθηκε να μας καρφώνει και κρύφτηκε, κόβω όταν φτάνουμε στη Βάρκιζα. Στα δεξιά οι βάρκες κουνιούνται ανήσυχα –σηκώνει αέρα.
«Και τώρα;» τη ρωτάω.
«Αριστερά –εκεί, στα κάγκελα», μου δείχνει.
Κάνω αριστερά, ανεβάζω τη μηχανή στο πεζοδρόμιο, κατεβαίνει όσο εγώ περιμένω.
«Δε θα κατέβεις;»
«Τι κάνουμε εδώ;»
Με κοιτάζει –χαμογελάει.
«Εδώ είναι ένα ξενοδοχείο…»
Κοιτάζω πάνω από το κεφάλι της –έχει δίκιο.
«Και λοιπόν;» απορώ.
«Τι και λοιπόν βρε παιδάκι μου; Κατέβα επιτέλους, θα με σκάσεις;»
Κατεβαίνω –τεντώνω τα πόδια μου να ξεμουδιάσουν. Εκείνη έχει ήδη προχωρήσει.
«Δε θα έρθεις;» λέει γυρίζοντας προς το μέρος μου.
Τι γίνεται εδώ πέρα;

Μπαίνουμε στο ξενοδοχείο, κάποτε θα πρέπει να ήταν πολυτελείας -όχι ότι τώρα είναι «περάστε, γαμήστε, τελειώσατε» δηλαδή… Βάζω ασυναίσθητα το χέρι στην τσέπη για να δω τι λεφτά έχω.
«Πληρώνω εγώ, μην ανησυχείς», με πιάνει σφιχτά από το μπράτσο.
Γυρίζω να την κοιτάξω την ώρα που αυτή πάει να με φιλήσει στο μάγουλο κι έτσι φιλιόμαστε σχεδόν κανονικά –στην αρχή δηλαδή κοπανάνε τα χείλη μας, αλλά στη συνέχεια τα καταφέρνουμε.
«Είναι καλό ξενοδοχείο», μου λέει αμήχανα όταν ξεκολλάμε.
«Σωστά, γιατί δεν είμαι και κανένας τυχαίος…» σχολιάσω.
Μου τραβάει μια κλωτσιά στο καλάμι κι έτσι φεύγω σφαίρα για τον ρεσεψιονίστ.
«Καλησπέρα, ένα δωμάτιο…» ψιθυρίζω.
«Για πόσες μέρες;» με κοιτάζει με μισό μάτι.
«Για σήμερα…»
«Έχουμε ένα στον πέμπτο με θέα θάλασσα», με πληροφορεί.
«Εντάξει…»
«Πρωινό σερβίρουμε μεταξύ 7 και 9».
Χεστήκαμε…

Το δωμάτιο είχε κάτι βαριές κουρτίνες που έκοβαν το φως όπως το μαχαίρι το βούτυρο, είχε κι ένα διπλό κρεβάτι ολυμπιακών διαστάσεων, συν μια σιφονιέρα πολύ Λουί Κενζ με ανάλογη καρέκλα. Πάνω τους έπεφτε μια πολική ψύχρα που σε μούδιαζε αμέσως όταν έκλεινε η πόρτα. Κοντοστάθηκα, η Μαργαρίτα κόλλησε δίπλα μου.
«Γιατί όλο αυτό;» τη ρώτησα.
«Είπες να μην το συζητήσουμε», απάντησε.
«Μάλιστα… από οίκτο λοιπόν…»
Ξεκόλλησε από κοντά μου, πήγε και κάθισε στην καρέκλα, αφήνοντάς με να στέκομαι σαν αγγούρι.
«Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι εκτός από σένα;» θύμωσε.
Πήγα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, άναψα μια Καμήλα.
«Υπάρχουν ε;» έκανα χαζά. «Και τι θέλουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι; Εκτός από το να παρηγορήσουν ένα μαλάκα που η γκόμενά του κάνει έκτρωση…»
Πετάχτηκε στον αέρα, ήρθε δίπλα μου.
«Πάψε μωρέ..» έκανε παρακαλετά. «Σου έτυχε κάτι άσχημο, εντάξει, κάτι πολύ άσχημο. Δεν είσαι ο μόνος…»
«Θες να πεις…»
«Ο Σάκης πηδιέται με μια συνάδελφό του. Παντρεμένη…»
«Α», έκανα σα χάνος.
«Δεν ξέρω πόσο καιρό τραβάει το όλο πράγμα…»
«Αλλά θα παντρευτείτε τον άλλο μήνα».
«Γιατί όχι;»
Γέλασα.
«Όντως –γιατί όχι;»
«Είχες την εντύπωση ότι υπάρχει έρωτας; Νομίζεις πως γι΄αυτό παντρεύονται οι άνθρωποι;»
Έσβησα το τσιγάρο, έξυσα το κεφάλι μου αναποφάσιστος –πού ήθελα να πάει το όλο πράγμα;
«Δε με νοιάζει γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι. Τι κάνουμε εδώ, μου λες;» την κοίταξα κι αυτή μαζεύτηκε λίγο.
«Τώρα, ακόμα, τίποτα…» ψιθύρισε.
«Να κάτι που πρέπει να αλλάξει», διαπίστωσα και πέρασα το χέρι μου πίσω από την πλάτη της.
Τότε κατάλαβα πόσο την ήθελα –δηλαδή, εντάξει, οποιαδήποτε κι αν μου καθόταν και ειδικά τώρα που είχα περάσει ένα διάστημα βασανιστικής αποχής μετά από μια περίοδο καθημερινού σεξ… αλλά τη Μαργαρίτα την ήθελα διαφορετικά. Ήθελα να είναι το κορίτσι μου, να ξυπνάω δίπλα της και να τη χαζεύω όσο κοιμάται. Και η Τζούλια; Τώρα μάλλον θα ξύπναγε, όλο της το κορμί μουδιασμένο κι απροετοίμαστο για τον πόνο που θα ερχόταν αργότερα…
Η Μαργαρίτα είχε καθίσει πάνω μου με τα πόδια περασμένα πίσω από την πλάτη μου, ένιωθα το άρωμά της να με καρφιτσώνει καθώς αγωνιζόμουν να τη γδύσω και τότε ξέχασα, γιατί η μέρα μου είχε βαριές κουρτίνες που έκοβαν τον κόσμο απέξω όπως το μαχαίρι το βούτυρο και τελικά υπήρχε ένα κρεβάτι ολυμπιακών διαστάσεων που μας ήταν εντελώς άχρηστο –γίναμε ένα κουβάρι, θα χωράγαμε ακόμα και σε ράντζο εκστρατείας και η Μαργαρίτα ήταν παγίδα σφιχτή που με τραβούσε μέσα της –εκεί δεν υπήρχε χώρος ούτε για τον ιδρώτα μας να τρέξει.
Μετά άκουσα ανθρώπους να φωνάζουν και μετά κατάλαβα ότι αυτοί οι άνθρωποι ήμασταν εμείς κι αυτό ήταν φυσικό γιατί δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στον κόσμο εκτός από εμάς τους δύο κι ανάμεσα στις άναρθρες κραυγές είπαμε λόγια φοβερά που έπρεπε να ξεχαστούν αμέσως γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να τα αντέξει, κλείσαμε τα μάτια κι αφήσαμε τα λόγια να χτυπάνε στους τοίχους σαν πυροτεχνήματα και μέσα στα κεφάλια μας να ξεθυμαίνουν και δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε γιατί ξέραμε ότι όλα θα ήταν ανυπόφορα μετά απ΄ αυτό.

Έξω είχε πέσει σκοτάδι, άνοιξα τις κουρτίνες για να χαζέψω τα λίγα φώτα που έπαιζαν στη θάλασσα. Τράβηξα δυο Καμήλες από το πακέτο και ξάπλωσα δίπλα της, άναψα και της έδωσα τη μία –συνηθισμένος σε κοπέλες που καπνίζουν μετά το σεξ.
Πήρε το τσιγάρο και άρχιζε να το στριφογυρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά της, τράβηξε μια τζούρα, πνίγηκε, συνέχισε να παίζει μαζί του.
«Πεινάς;» με ρώτησε.
Πεινούσα. Κι έτσι γύρισα προς το μέρος της, άρχισα να τη φιλάω στους ώμους και το λαιμό όσο εκείνη πάλευε να ξεφορτωθεί την Καμήλα και τελικά καταφέραμε να τις αφήσουμε στο τασάκι, να καούν άκλαυτες οι Καμήλες.
Αυτή τη φορά ήταν πιο ήρεμα, όλα πήγαιναν σε αργή κίνηση και κατάλαβα τι εννοούσαν όλοι εκείνοι που μιλούσαν για αιωνιότητα.

Ξύπνησα κρατώντας τη σφιχτά πάνω μου. Έξω ήταν ακόμα νύχτα κι εγώ έπρεπε να είμαι ήδη στο σπίτι της Τζούλιας, δεν χρειαζόταν να κοιτάξω το ρολόι μου για να το καταλάβω. Ξύπνησε κι εκείνη. Με κοίταξε χαμογελαστή.
«Πεινάς;» με ρώτησε.
Πεινούσα.

Καταφέραμε να σηκωθούμε κατά τις 8 το πρωί, στα τζάμια έκοβε βόλτες η υγρασία. Ντυθήκαμε χωρίς να κοιταζόμαστε.
«Βγες πρώτος», μου είπε.
«Γιατί; Λες να έχει βάλει τίποτα ντετέκτιβ ο Σάκης;» αστειεύτηκα ηλίθια ως συνήθως.
«Ο Σάκης…» μουρμούρισε. «Άστο θα βγω εγώ πρώτη για να πληρώσω κιόλας».
«Τι μαλακίες είναι αυτές τώρα…»
Με κοίταξε σοβαρή.
«Εγώ πληρώνω, το είπαμε αυτό. Για να μη νιώθω πουτάνα…»
Σοβαρολογούσε;
«Έστω μισά-μισά», πρότεινα.
Γέλασε.
«Πόσων χρονών είσαι;» με ρώτησε.
«Είμαι σε μια ηλικία που δεν με ενοχλεί να νιώθω λίγο πουτάνος», μουρμούρισα κουμπώνοντας το τζιν μου.
Με φίλησε βιαστικά σε στυλ πολυάσχολο κι εξαφανίστηκε.

Όταν βγήκα στο δρόμο έμπαινε ήδη σε ένα ταξί.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι της Τζούλιας ήταν αρκετά μεγάλη για να αποκτήσω τύψεις αλλά πολύ μικρή για να αποφασίσω το οτιδήποτε. Καθυστέρησα λίγο παραπάνω περνώντας από την πλατεία –νέκρα και σπασμένα καθίσματα στοιβαγμένα δίπλα στο άγαλμα.

Όταν μπήκα στο διαμέρισμά της είδα ότι το μικρό φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι είχε μείνει αναμμένο. Το έσβησα. Η Τζούλια κοιμόταν.
Έβγαλα τα παπούτσια μου και κάθισα δίπλα στο κρεβάτι. Την κοίταξα.
«Βγάλε τα ρούχα σου και πέσε να κοιμηθείς», μουρμούρισε μισοκοιμισμένη.
Έτσι κι έκανα. Χρειαζόμουν ύπνο, αλλά δεν πεινούσα πια…

Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Sex Pistols

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

16. «Ναυτία»


Οι μέρες περνούσαν, η μία μετά την άλλη κι έπειτα όλα άλλαξαν και οι μέρες περνούσαν η άλλη μετά τη μία –σωστός ο τοίχος… Απέναντι από την πολυκατοικία που έμενε η Τζούλια, κάθε φορά που πήγαινα να πάρω τη μηχανή, εκεί…

Τώρα τελευταία, μάλιστα, η μηχανή και το σπίτι της Τζούλιας ήταν κάμποσο μονοθέσια –πήγαινα μόνος για φαγητό, κατηφόριζα στην πλατεία για κόψιμο κίνησης και μπύρα στα όρθια, πέρναγα από σπίτι Τζούλιας για φρεσκάρισμα, έρημος κατέληγα Πήγασο για σκότωμα ώρας και κοιμόμουν εξίσου μόνος γιατί τα κορίτσια κάπου είχαν πάει, κοριτσοπαρέα δε σε παίρνει…
Ήξερα που πήγαιναν.

Εκείνο τον καιρό η πρεζαγορά της Κυψέλης απέκτησε ανταγωνισμό, είχαν κατέβει κάτι περίεργοι από Περιστέρι μεριά και πούλαγαν με την οκά, αρχίσανε και οι τραβηχτικές –πήγαιναν τα καραβάνια από την πλατεία στον Τοξότη και φόρτωναν για να φέρουν σε συγγενείς και φίλους. Η Τζούλια ήταν φιλική προς την πρέζα αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, η Άννα είχε τσίχλα στον εγκέφαλο. Αφού το κάνει ο Τζάγκερ κι ο Σιδηρόπουλος γιατί όχι κι εμείς –τέτοια φάση. Άκουγε το Η ή το Heroin καπάκι με το Waiting for my man κι αρρώσταινε -κάθε φορά που άρχιζε τις φιλοσοφίες της απώλειας μού ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι –της κόλλαγα στη μούρη την ιστορία εκείνη από τη Βαβέλ που είχε τίτλο «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίδα» κι άλλαζα δωμάτιο. Μαλακία μου αλλά είμαι μαλάκας γενικώς –τρέχει τίποτα;
Τρέχει.

Η Τζούλια με την Άννα στο Περιστέρι σκαρφαλώνουν στα νταμάρια, νύχτες με αθέατα φεγγάρια κι εγώ να μένω πίσω ανίκανος κι ανύπαρκτος. Αυτό τρέχει. Πάει μήνας τώρα, μπορεί και περισσότερο. Θέλεις και το χειρότερο; Το σπίτι της Τζούλιας γίνεται λαϊκό υπνωτήριο συχνά-πυκνά, γιατί οι Περιστεριώτες όταν φτιαχτούν δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους, είναι και δυο αρχίδια με θηριώδεις Καβασάκι Ζ που οι δικές μου τους λιγουρεύονται.
«Ωραίος γκόμενος ο Γιάννης», λέει η Τζούλια.
«Χάρισμά σου –εγώ προτιμώ τον Αργύρη», σιγοντάρει η Άννα.
Είμαι κι εγώ εδώ, γαμώ το στανιό μου…
«Θα είχες πρόβλημα αν έκανα τίποτα;» με ρωτάει η Τζούλια.
«Κάνε δουλειά σου», ρίχνω τρία κιλά σύννεφο και πάω ν΄ αλλάξω το δίσκο στο πικάπ που πάλιωσε στα μισά του πρώτου τραγουδιού.

Κάνει ψωφόκρυο, η ώρα δεν περνάει και ξεροσταλιάζω στα φλιπέρια της πλατείας –δεν έχω όρεξη να ταΐσω τα μασίνια, δεν έχω όρεξη να ταϊστώ εγώ, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Πριν καμιά ώρα ήρθαν οι λεγάμενοι στο σπίτι της Τζούλιας φορτωμένοι –την κοπάνησα για κάποιο ραντεβού με τα παιδιά της σχολής, παπάρια ραντεβού, έχω να δω τους άλλους κοντά ένα μήνα… Όσο ακριβώς έχω να πατήσω στη σχολή. Ξέρω ότι σήμερα το βράδυ η Άννα θα την πέσει στον Αργύρη, δεν ξέρω τι θα κάνει η Τζούλια, αλλά φαντάζομαι τα χειρότερα. Και είμαι σίγουρος ότι αυτό που θα γίνει, θα είναι τελικά χειρότερο απ΄ότι φαντάζομαι.  
«Ή παίξε ή παίξτον παραδίπλα», με σκουντάει ένας πάνκης ψιλόλιγνος.
Τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι έχουμε βρεθεί σ΄ένα σκασμό συναυλίες, κάνω στο πλάι, θέλω να του πω κάτι, σηκώνομαι και φεύγω τσαντισμένος.
Όχι μαζί του.

Έχω καβαλήσει τη μηχανή κυνηγημένος από χίλιους διαβόλους, το κρύο περονιάζει από στήθος σε πλάτη γιατί, σα μαλάκας, δεν έχω κλείσει το φερμουάρ του μπουφάν –μέχρι να φτάσω στους Στύλους δεν ξέρω που πάω, είμαι αριστερά για Βουλιαγμένης, τελευταία στιγμή πιάνω μεσαία, τερματισμένος στη Συγγρού μέχρι να χωθώ πίσω από το ΦΙΞ. Είναι εκεί, στο Νέο Κόσμο, ένα μπαράκι που το λένε Μπαράκι (το παίδεψαν πολύ το όνομα κατά πώς φαίνεται) παρκάρω απέξω. Στέκι Ρηγάδων αλλά πάνε και κάμποσοι δικοί μου, μπαίνω μέσα και είναι χαμάμ από την κάπνα, κοντοστέκομαι μην κουτουλήσω σε κάνα αδέσποτο ντουβάρι.
Και βλέπω αυτό το αναπάντεχα αναμενόμενο σετάκι σε ένα τραπέζι βάθος-κήπος, Βιβή, Μάνος, Αντώνης, Μαρία –θα χαμογελούσα αν δεν είχα ξεχάσει πώς γίνεται. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι με βλέπουν κι αυτοί –φωνές, αγκαλιές, φιλιά, χαθήκαμε ρε παιδιά, πώς παν’ τα κέφια, πιάσε ένα καρτούτσο, κάπελα –τέτοια κατάσταση.
Κάθομαι περιτριγυρισμένος σαν ορφανό που μάζεψαν από τους πέντε δρόμους ευγενικοί πλούσιοι, με κερνάνε ξηροκάρπια, μόνο παντόφλες δε μου έχουν φέρει να ξεκουράσω τα πόδια μου.
«Πες τι γίνεται με την περίπτωσή σου μη σε γαμήσω ρε μαλακισμένο», λέει στο τέλος η στοργική Βιβή.
Χαμογελάω –είναι ωραίο να είσαι με τους φίλους σου.
Ανάβω τσιγάρο –το καθυστερώ όσο μπορώ.
«Σκατά», λέω στο τέλος.
«Πες μας κάτι που δεν ξέρουμε», γελάει ο Αντώνης.
Κι έτσι τους λέω την ιστορία, προσπαθώντας να περιορίσω τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
«Αυτό είναι όλο;» γελάει πάλι ο Αντώνης. «Δικά μας παιδιά –πάμε από κει, ψιθυρίζω δυο φωνήεντα και χάνονται επιτόπου στο βάθος του συννεφιασμένου ορίζοντα».
«Δανείζω και Μάνο για κάνα μήνα μπας και ηρεμήσει αυτή η Άννα…» προτείνει η Βιβή βαθυστόχαστα.
Ο Μάνος την κοιτάζει δήθεν θιγμένος.
«Εντάξει –για καμιά βδομάδα, έχουμε κι εμείς ανάγκες», διορθώνει η Βιβή.
Χαμογελάω –έτσι γίνεται λοιπόν…
«Σκατά», ξαναλέω.
«Ε, φάτα ρε πουλάκι μου…» κάνει η Βιβή απηυδισμένη.
«Εννοώ ότι δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω με τη Τζούλια, όλα αυτά έχουν γούστο –αλλά εγώ δεν έχω…»
«Εντάξει –να σου βρούμε μια καλή κοπέλα», προτείνει ο Μάνος.
«Είσαι χαζός ρε μωρό μου;» του χώνεται η Βιβή.
«Σωστά», λέει ο Αντώνης.
Η Μαρία δε λέει τίποτα.
«Καρφωμένα τα δόντια στη λαμαρίνα, φιλαράκι;» σκύβει συνωμοτικά προς το μέρος μου ο Αντώνης.
«Οξυγονοκόλληση», παραδέχομαι.
«Ας πιούμε λοιπόν», προτείνει η Μαρία.
Κι αυτό κάνουμε. Αφήνουμε τα κυριλίκια με τις Στολίσναγια και πέφτουμε στη φτήνια, γραμμή κάνουν τα τριάρια τα Μεταξά, vomo ante portas

Όταν πάμε να σηκωθούμε, ανακαλύπτουμε ότι κάποιος μας έχει φορτώσει μ΄ένα τσουβάλι πέτρες τον καθένα και πρέπει να τις μεταφέρουμε υποχρεωτικά αφού το μαγαζί κλείνει. Στο πεζοδρόμιο έχει έρθει ένα ψιλόβροχο να κάνει παρέα στο ψωφόκρυο –μασέλες που χτυπάνε σε ρυθμό φοξ τροτ, γιακάδες που σηκώνονται…
«Άστη εδώ τη ρημάδα, δυο βήματα είναι το σπίτι μου», λέει η Βιβή.
Κοιτάζω τη μηχανή, δε μου πάει να την παρατήσω.
«Εντάξει…» ψελλίζω.
Κι ανεβαίνω στη σέλα, γίνομαι επιτόπου μούσκεμα μέχρι μέσα από σώβρακο, θα βλαστημούσα αν δεν είχε παγώσει η γλώσσα μου.

Δεν παίρνω χαμπάρι πώς φτάνουμε στο σπίτι της Βιβής κι απορώ ειλικρινά που δεν έχω μαζέψει καμιά εικοσαριά σαβούρδες, αλλά καταφέρνω να παρκάρω ολόκληρος –κι εγώ και η μηχανή. Μέσα στο σπίτι παίζονται μουσικές καρέκλες με γαμοσταυρίδια για υπόκρουση. Όποιος προλαβαίνει καβατζάρει κρεβάτι, καναπέ και οι υπόλοιποι βολεύομαι στο πάτωμα, κολλητά στο σβηστό καλοριφέρ. Τουρτουρίζω βρεμένος αλλά δεν έχει σημασία γιατί όλα αυτά τα νιώθει κάποιος άλλος άνθρωπος, του οποίου τη ζωή παρακολουθώ σε οθόνη τηλεόρασης και τη βαριέμαι κιόλας –πολύ μελό αδερφάκι μου… Πέφτω σε κώμα.
Και κάτι πέφτει πάνω μου, από την αφή καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί κουβέρτας, ακούω μια φωνή από την τηλεόραση ακούω τη Βιβή να μουρμουρίζει «θα κοκαλώσεις ρε μαλάκα», τι δουλειά έχει η Βιβή στην τηλεόραση; Μην ασχολείσαι…

Ένα πέτρινο κύμα σκάει στο μέτωπό μου, τραβιέται πίσω απλώς για να πάρει φόρα και με ξαναχτυπάει. Αλλάζω θέση, καμιά βελτίωση. Ποιος πούστης παίζει μαζί μου; Ανοίγω τα μάτια για ν΄ανακαλύψω ότι το κύμα δεν έρχεται απέξω, αλλά μέσα από το κεφάλι μου. Δε βλέπω καλά, δεν ακούω τίποτα πέρα από τη βουή του κύματος και το στομάχι μου είναι ένας κόμπος από καραβόσκοινα που ψάχνει να βγει έξω.
«Σκατά», μουρμουρίζω, μάλλον, και ψάχνομαι για καμιά εξυπηρετική Καμήλα. Κάτι βρίσκω στην τσέπη του μπουφάν μου, ανάβω και στην πρώτη ρουφηξιά ο κόμπος από το στομάχι σκαρφαλώνει στο λαιμό.
Κατρακυλάω μέχρι την τουαλέτα, χώνω το κεφάλι στη λεκάνη, παθαίνω κάτι περιποιημένους σπασμούς αλλά δε βγάζω τίποτα –μηδέν από μηδέν, μηδέν –όταν βαριέμαι να κρέμομαι ανάποδα, στήνομαι στα πόδια μου. Ένας αποκρουστικός μαλάκας με χαζεύει μέσα από τον καθρέφτη. Και κάποιος άλλος μαλάκας κοπανάει την πόρτα –ανοίγω, πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Την πουτσίσαμε φιλαράκι –μεσημέριασε…» μου λέει.
Σηκώνω αδιάφορα τους ώμους καθώς βγαίνω και μετά θυμάμαι ότι ο Αντώνης είναι εργαζόμενος, κανονικός, με ωράριο. Ο ταχυδρόμος που χτυπάει πάντα δυο φορές, πριν τον πάρει στο κυνήγι ο σκύλος του σπιτιού.
«Πάρτους και πες ότι είσαι άρρωστος», μουρμουρίζω.
«Τους έχω πάρει τόσες φορές, που πρέπει πλέον να δηλώσω ανίατος», λέει καθώς μου κοπανάει την πόρτα της τουαλέτας στα μούτρα.

Στην μικρή κουζίνα του διαμερίσματος η Βιβή βράζει νερό για νες και είναι αυτή η πιο ελπιδοφόρα κίνηση της καινούργιας μέρας –έξω από τη μπαλκονόπορτα ο ήλιος ήδη μαχαιρώνει. Κοιτάζω το ρολόι μου –δωδεκάμισι. Στο μέσα δωμάτιο οι εναπομείναντες λειτουργούν ακόμα με μηχανική υποστήριξη.
«Πώς είσαι;» με ρωτάει με γυρισμένη την πλάτη.
«Λίγο μετά το θάνατο», απαντάω.
«Νεκρική ακαμψία;»
«Όχι –στα καζάνια της κόλασης».
Γελάει όσο φτιάχνει καφέδες.
Κάθομαι. Από την τουαλέτα ακούμε τον Αντώνη να ξερνάει σε στυλ υπερπαραγωγή.
 «Κι αυτός καλά είναι», της κάνω νόημα.
Κάθεται.
«Παρακάτω τι γίνεται;» με ρωτάει.
Ανάβουμε τσιγάρα που θα πάνε άκλαυτα.
«Δεν ξέρω… Θα πάω σπίτι της».
«Κι άμα είναι ο άλλος;»
«Θα του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
«Σιγά ρε σκληρέ άντρα…»
«Εντάξει… Θα πάρω δυο σώβρακα για δικαιολογία και θα φύγω».
«Τώρα μιλάς καλά».
«Και θα τον περιμένω από κάτω να του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
Γελάει χαραμίζοντας μια ολόκληρη τζούρα.
«Και τι θα κερδίσεις με αυτό; Απλά θα έχουν κάτι να κοροϊδεύουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Γιατί το βλέπω πιθανό και τη γκόμενα να σου πήδηξε και να σε σαπίσει στο ξύλο, στην κατάσταση που είσαι τώρα…»
«Έχεις δίκιο. Λες να του κάψω τη μηχανή;»
Ξεκαρδίζεται.
«Πόσων χρονών είπαμε ότι είσαι; Το Δημοτικό το τελείωσες; Ρε μαλάκα, με τέτοια μυαλά περιμένεις να κρατήσεις γυναίκα;»
«Ότι δηλαδή τώρα την έχω και την κρατάω…»
«Δεν έχει σημασία. Χάσεις-κερδίσεις το θέμα είναι να μην παίζεις…»
«Να μην παίζω…»
«Να ρε βούρλο. Ποια θα σε πάρει στα σοβαρά όταν δει ότι παίζεις;»
Το βουλώνω σκεπτικός. Προβληματίζομαι. Αν έριχνα ένα χέσιμο μήπως αισθανόμουν καλύτερα; Γιατί από εμετό δε με κόβω ικανό… Και πώς θα είναι η τουαλέτα μετά τον Αντώνη;
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει η Βιβή.
«Αυτά που μου είπες», χαμογελάω.

Το θέμα είναι ότι μετά τον καφέ μού βγαίνει όλη η νύστα. Κι επίσης οι άλλοι αρχίζουν να σηκώνονται. Δράττομαι της ευκαιρίας, που λένε οι μορφωμένοι, και χώνομαι στο κρεβάτι –μουρμουρίζω ένα «θα ξαπλώσω λίγο γιατί δεν…» και μετά ξεραίνομαι.
Όταν ξυπνάω έχει πάρει να σβήνει ο σιχαμένος ο ήλιος –το κεφάλι μου δεν πονάει, το στομάχι δε με ενοχλεί αλλά νιώθω σα να με πέρασε οδοστρωτήρας. Μόνο η Βιβή με το Μάνο έχουν μείνει, τους ακούω να τρώνε στην κουζίνα, πετάγομαι αλαφιασμένος.
«Πρέπει να φύγω», λέω.
«Κάτσε να φας κάτι».
«Πρέπει να φύγω».

Πρέπει να δω τι έγινε, πρέπει να τη δω, πρέπει να φύγω, πρέπει να φτάσω γρήγορα –η μηχανή δεν παίρνει και με ξεσκίζει στις ανάποδες, βλαστημάω, αρχίζω να ιδρώνω, η μηχανή μπούκωσε…
Την πάω σπρώχνοντας στο δρόμο κι όταν αρχίζουν να γυρίζουν οι ρόδες σηκώνομαι στους μαρσπιέδες και βάζω την πρώτη σκαστή –η μηχανή κλωτσάει άσχημα, κρατιέμαι -φύγαμε.
Ο δρόμος δεν είναι φίλος μου και τα φανάρια έχουν βαλθεί να μου διαλύσουν το νευρικό σύστημα, βλέπω τα αυτοκίνητα σαν κατολίσθηση, τους πεζούς σαν άμμο που τρίβει στα μάτια μου, βλέπω ότι δε βλέπω καθόλου καλά…
Όμως τα καταφέρνω. Παρκάρω δίπλα στο γαμιόλη τον τοίχο, τραβάω το κλειδί πριν σβήσει η μηχανή, ετοιμάζομαι να τρέξω αλλά φρενάρω. Ήσυχα, ήρεμα, πάρε το χρόνο σου… Μην μπεις μέσα σ΄αυτή την κατάσταση...
Ανάβω μια Καμήλα, ακουμπάω στον τοίχο και μετράω ανάποδα από το 100, κάπου στο 60 κόβω, ανασαίνω βαθιά, είναι ώρα; Έχω ακόμα μισή Καμήλα άκαυτη, κοιταζόμαστε –δε θα με παρεξηγήσει. Την πετάω στον αέρα και την σουτάρω ψιλοκρεμαστά, μετά την παρακολουθώ να σκάσει στο δρόμο, μέσα σε μια λακκούβα –άψογος…
Περνάω απέναντι.

Μισοσκόταδο προς το δε βλέπω τίποτα, τσιγαρίλα ανακατεμένη με κλεισούρα, κοντοστέκομαι στην πόρτα για να συνηθίσουν τα μάτια μου. Καταφέρνω να δω ένα πτώμα στον καναπέ σκεπασμένο με ένα βουνό κουβέρτες –εντάξει, αυτή είναι η Άννα. Περνάω δίπλα της στις μύτες, μην την ξυπνήσω και τη χάσουμε από πελάτη –στην κρεβατοκάμαρα βρίσκω τη Τζούλια, βλέπω τα μαλλιά της πάνω από την κουβέρτα και τίποτα άλλο, είναι γυρισμένη προς τον τοίχο. Ακουμπάω στην πόρτα αμίλητος.
«Έλα να ξαπλώσεις», την ακούω να ψιθυρίζει.
«Εγώ είμαι», της λέω ηλίθια –γιατί φοβάμαι μη με πέρασε για κάποιον άλλο.
Δε μιλάει.
Βγάζω τα ρούχα μου, στριμώχνομαι δίπλα της, έρχεται και χώνεται στην αγκαλιά μου –το πρόσωπό της στο στήθος μου, φοράει μόνο μια κοντομάνικη και εσώρουχο. Την κρατάω με ξύλινα χέρια.
«Πού ήσουν;»
Δε μιλάω.
«Μου έλειψες».
Θέλω να της πω… Δε λέω κουβέντα.
«Νυστάζεις;» τη ρωτάω τελικά.
«Δεν ξέρω», μουρμουρίζει και μετά νιώθω την αναπνοή της σταθερή, ήρεμη να χτυπάει στο στήθος μου.
Κλείνω τα μάτια, σκέφτομαι ότι όλα είναι καλά –δηλαδή δε θα με παρατήσει, με θέλει ακόμα, αλλά είναι όλα καλά; Τι έγινε; Φοβάμαι να τη ρωτήσω.
Και τότε τη νιώθω να τραντάζεται, ένα τρέμουλο που ξεκινάει από τους ώμους και σκάει πάνω μου, νιώθω ήδη την υγρασία. Τη σπρώχνω λίγο πίσω.
«Κλαις;» η κλασική ερώτηση του μαλάκα.
Η σωστή απάντηση είναι: όχι –κατουρήθηκα με το που σε είδα…
Αλλά η Τζούλια δεν απαντάει τίποτα. Κολλάει περισσότερο πάνω μου, πιέζει το σώμα της στο δικό μου, θα φώναζα από ενόχληση αν δεν ήμουν, για κάποιο αρρωστημένο λόγο, πανευτυχής.
«Πες μου τι έγινε…»
«Δεν έπρεπε να φύγεις…»
Κουμπώνω αλλά προσπαθώ να το κρύψω.
«Ήρθαν… και γίναμε…»
«Παρακάτω…» λέω προσπαθώντας να μη δείξω πόσο σπασμένος είμαι.
Δε μιλάει. Συνεχίζει να με σφίγγει, τα πόδια της μπερδεύονται με τα δικά μου. Και η όλη φάση αρχίζει να γίνεται ερεθιστική.
«Κάποια στιγμή έχασα επαφή με το περιβάλλον…. όταν συνήλθα τον βρήκα πάνω μου…»
Πετάγομαι –τραβιέμαι πίσω, την κοιτάζω κατάματα. Προσπαθεί να γυρίσει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά, αλλά τώρα είμαι εγώ αυτός που τη σφίγγω.
«Δεν ήθελα να κάνουμε τίποτα…»
«Και;»
Δε μιλάει…
«Δηλαδή σε βρήκε ντάγκλα και σε πήδηξε;»
Δε μιλάει…
Πετάγομαι από το κρεβάτι, ψάχνω τα τσιγάρα μου –το μετανιώνω πριν ανάψω, τώρα ψάχνω τα ρούχα μου.
«Ντύνεσαι;»
Τώρα είναι η σειρά μου να μουγκαθώ.
«Θα φύγεις;»
Την κοιτάζω –είναι διαλυμένη.
«Θα γυρίσω».
«Πού θα πας;»
«Σε πήδηξε χωρίς τη θέλησή σου –αυτό δεν μου είπες;»
«Ναι αλλά…»
Κοντοστέκομαι.
«Ίσως να φταίω εγώ –ήμουν πολύ άνετη μαζί του, μπορεί και να τον φλέρταρα δεν ξέρω…»
Ανάβω τσιγάρο –έχω μια δουλειά εδώ πέρα να τελειώσω, πριν τελειώσω τη δουλειά μαζί του.
«Κοίτα –εσύ μπορεί να του έκανες και στριπτίζ, δε μου λέει κάτι αυτό…»
«Δεν θέλω να πας –μείνε μαζί μου».
«Ο τύπος έχει τελειώσει αλλά δεν το ξέρει…»
Γελάει, την κοιτάζω απορημένος. Τι είναι αυτό τώρα; Αρχές υστερίας;
«Έχει τελειώσει και το ξέρει», μου λέει.
«Μέσα σου;»
Το ανάβω τελικά το γαμημένο το τσιγάρο, κάθομαι στο πάτωμα. Δεν την κοιτάζω κι εκείνη έχει χώσει το κεφάλι μέσα στην κουβέρτα.
«Σε χρειάζομαι τώρα…» λέει πνιχτά.
«Εδώ είμαι…»
«Μη φύγεις».
Κοιτάζω την καύτρα του τσιγάρου, μοιάζει κάπως πεθαμένη, τραβάω μια γερή για να την ξαναζωντανέψω. Μετά σβήνω το τσιγάρο στην παλάμη μου –δε νιώθω τίποτα.
Από το μέσα δωμάτιο ακούω την Άννα να ροχαλίζει. Χαμογελάω.
«Η Άννα;»
Βγάζει το κεφάλι της από την κουβέρτα.
«Τι;»
«Η Άννα, όλα καλά;»
«Ναι –εκείνη τουλάχιστον το ήθελε…»
«Εσύ;»
Με κοιτάζει πραγματικά απορημένη.
«Τι εγώ;»
«Δεν το ήθελες;»
«Γιατί γίνεσαι μαλάκας τώρα;» ρωτάει έτοιμη να βάλει τα κλάματα πάλι.
«Δε γίνομαι –πάντα ήμουν…» ψιθυρίζω.
Σηκώνομαι.
«Πού πας;»
«Για κατούρημα».
«Θα ξανάρθεις;»
«Αν δε με ρουφήξει η λεκάνη…»
Δε γελάει.

Τα πόδια μου ακουμπάνε ξυπόλυτα το παγωμένο μωσαϊκό αλλά η δροσιά που νιώθω είναι πρόσκαιρη, τα πόδια μου καίνε και στα δάχτυλά των χεριών μου νιώθω το αίμα να βελονιάζει. Παίρνω ανάσα, το αίμα φουσκώνει στις φλέβες μου, ζαλίζομαι, κοπανάω σ΄έναν τοίχο –ισιώνω κάπως. Στο δεξί συρτάρι της κουζίνας έχει η Τζούλια ένα μαχαίρι απ΄αυτά που χρησιμοποιούν οι χασάπηδες για να ξεκοιλιάζουν κατσίκια –πολλές φορές αναρωτήθηκα τι το ήθελε, τώρα καταλαβαίνω.
Το βρίσκω, σφίγγω τη λαβή, στρίβω για το δωμάτιο που κοιμάται η Άννα. Περνάω δίπλα της, χώνομαι στην τουαλέτα, κόβω το δεξί μου χέρι στο μπράτσο και πάνω από τον καρπό, κόβω το δεξί μου πόδι στη γάμπα –κάθομαι στη μπανιέρα και χαζεύω το αίμα να τρέχει, όταν το βλέπω να σταματάει πιέζω με τα δάχτυλά μου να βγει περισσότερο. Αλαφρώνω.
Για λίγο. Μετά πάλι το αίμα φουσκώνει, εκεί που κόπηκα οι πληγές παίρνουν να ξεραίνονται –κόβω παραδίπλα, ησυχάζω πάλι. Όταν βεβαιώνομαι ότι βγήκε κάμποσο άγριο αίμα από μέσα μου –και το ξέρω γιατί νιώθω καλά, δεν χτυπάνε πια τα μηνίγγια μου, δεν φουσκώνουν άλλο οι φλέβες –πέφτω στα τέσσερα και καθαρίζω το πάτωμα με χαρτί τουαλέτας.
Μου παίρνει κάμποση ώρα αλλά κάνω καλή δουλειά –μέχρι κάτι τρίχες που έχουν πέσει όσο χτενίζονταν τα κορίτσια εδώ μέσα, μέχρι κι αυτές έχω μαζέψει –ρίχνω τα χαρτιά στη λεκάνη, τραβάω το καζανάκι.
Όλα εντάξει.

Γυρίζω πίσω στο κρεβάτι, η Τζούλια τρέμει, την παίρνω αγκαλιά και κρατιέμαι να μην τραβηχτώ όσο πιέζεται πάνω μου, πρέπει να πάω αυτά τα ρούχα που φοράω για πλύσιμο σύντομα.
«Δε θα βγάλεις τα ρούχα σου;»
«Όχι –κρυώνω λίγο…»
«Εσύ πού ήσουν;»
«Με τα παιδιά από τη σχολή. Κοιμηθήκαμε παρέα».
«Πού;»
«Στης Βιβής».
«Όλα καλά;»
«Όλα καλά».
Κλείνω τα μάτια. Βλέπω την εικόνα του, καρό πουκάμισο καουμπόικο, φράντζα, λιγδιασμένο μαλλί, ψηλός –ίσως λίγο περισσότερο από μένα –κοκαλιάρης με σημάδια από την ακμή. Τα μάτια του θολά, δεν έχουμε κουβεντιάσει ιδιαίτερα αλλά θυμάμαι ότι μιλάει αργά, αφήνει τις προτάσεις στη μέση, σα να κολλάει το μυαλό του κι αυτό το πουλάει για υφάκι.
Πώς θα του κάνω ζημιά χωρίς να το πάρει είδηση η Τζούλια; Με παίρνει ο ύπνος όσο το σκέφτομαι…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Χ

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι