Παρασκευή, Φεβρουάριος 10, 2012

Συνέντευξη στον ΑΤΛΑΝΤΙΣ 105,2 fm

Αύριο, Σάββατο (11 Φεβρουαρίου) κατά τις 2:30 το μεσημέρι, θα πούμε μερικά πράγματα για το ντοκυμαντέρ "ΕΔΩ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΣΥΛΟ" με τον Θοδωρή Βλαχάκη, στην εκπομπή των Magic De Spell "Νίψον Ανομήματα", στον ΑΤΛΑΝΤΙΣ 105,2 fm.

 

Επειδή, ως γνωστόν, η συγκεκριμένη εκπομπή διαβάζεται και ανάποδα, θα προσπαθήσω να ρωτάω εγώ και ν΄απαντάει ο Θοδωρής ο οποίος, εκτός όλων των άλλων, έπαιζε στο πρώτο πανκ single που γράφτηκε στην Ελλάδα.


Τρίτη, Φεβρουάριος 07, 2012

Μεταφυσικά φαινόμενα: "Τα UFO υπάρχουν!"


Σήμερα έχουμε γενική απεργία ενάντια στις αποφάσεις που είπαν τα δελτία ειδήσεων οτι θα πάρουν οι πολιτικοί αρχηγοί που στηρίζουν την μεταφυσική κυβέρνηση Παπαδήμου. Μεταφυσική διότι οι Πασόκοι που συμμετέχουν σε αυτήν είναι εναντίον της πολιτικής που εφάρμοσε το κόμμα τους (όσο οι ίδιοι ήταν υπουργοί) καθώς και της πολιτικής που εφαρμόζουν σήμερα που έχουν αλλάξει τα πράγματα και είναι υπουργοί. Μεταφυσική επειδή οι Νεοδημοκράτες που συμμετέχουν στην κυβέρνηση δεν δέχονται οτι συμμετέχουν –απλώς σημειώνουν συνεχείς διαπραγματευτικές επιτυχίες. Μεταφυσική τέλος, επειδή το να συμμετέχει σε αυτή το Λάος είναι από μόνο του ένα γεγονός που μόνο με θεία παρέμβαση θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Η σημερινή απεργία που σου έλεγα, είναι εναντίον των περικοπών μισθών στον ιδιωτικό τομέα, εναντίον των περικοπών συντάξεων και κατά των απολύσεων στο Δημόσιο –απ΄ότι κατάλαβα. Για τις περικοπές στον ιδιωτικό τομέα φαίνεται να συμφωνούν και οι μεταφυσικοί συγκυβερνώντες και οι εκπρόσωποι των «παραγωγικών (μα πώς τα λέτε! θα μας πνίξετε από τα γέλια!) κλάδων». Όλοι οι εκπρόσωποι και όλοι οι μεταφυσικοί! Τότε ποιος ο λόγος να εφαρμοστούν οι περικοπές; «Το ζητάει», λένε «η τρόικα». Πέραν της ηλιθιότητας της συγκεκριμένης απόψεως –οτι δηλαδή κάποιοι εμπειρογνώμονες από την αλλοδαπή έρχονται και απαιτούν συγκεκριμένα μέτρα (ακόμα κι ένας ηλίθιος περί των οικονομικών θα καταλάβαινε οτι αυτό που απαιτούν είναι συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα) –ας πούμε ότι όντως οι τύποι την έχουν δει «μικροί θεοί» και προβάλλουν αυτές τις απαιτήσεις. Τι θα γίνει δηλαδή αν ο Χ αφεντικός αποφασίσει να δίνει κατώτερο μισθό 1.000 ευρώ και 25 μισθούς το χρόνο στους εργαζόμενούς του; Θα πάει ο Καρλ Χάινς Ρουμενίγκε να του κλείσει το μαγαζί; Θα τον βάλει φυλακή ο Βενιζέλος μαζί με τον Γαβαλά;
Είναι όμως και οι περικοπές στις συντάξεις –κι αυτό μοιάζει σοβαρό θέμα! Γιατί να περικοπούν οι συντάξεις; Υποθέτω επειδή δεν έχουν λεφτά τα ταμεία. Εντάξει, τα έφαγαν οι κακοί πολιτικοί, τα φάγανε οι ημέτεροι, τα έφαγε η μαρμάγκα –ας το δεχτώ (αν και έχω άλλη άποψη). Αλλά δεν υπάρχουν λεφτά και δεν βλέπω να τα παίρνουν από αυτούς που τα φάγανε –άρα, «μηδέν εις το πηλίκιον»! Άμα δεν υπάρχουν λεφτά από πού θα δοθούν οι συντάξεις; Από δάνεια –κάνω λάθος; Άρα, η σημερινή απεργία όταν ζητάει τη μη περικοπή συντάξεων, ζητάει και νέα δάνεια;
Ας μην ξεχνάμε και τις απολύσεις στο Δημόσιο –έτσι; Για τις οποίες διαμαρτύρεται η ΑΔΕΔΥ και καλά κάνει –τι διάολο συνδικαλιστική οργάνωση θα ήταν αν δεν; Άκουσα οτι θα κλείσουν οργανισμοί του Δημοσίου και οι υπάλληλοί τους θα απολυθούν –έχω την άποψη οτι πολλοί οργανισμοί του Δημοσίου θέλουν κλείσιμο αλλά το ποιοι πρέπει να κλείσουν είναι αντικείμενο μελέτης η οποία ποτέ δεν έγινε και δεν βλέπω να γίνεται τώρα σύντομα. Πάει να πει, ένα αίτημα εναντίον του κλεισίματος οργανισμών με τη μέθοδο «όποιον πάρει ο χάρος» θα το καταλάβαινα –αλλά το αίτημα: «να μην απολυθούν όσοι μείνουν χωρίς αντικείμενο και να τους βάλουμε σε άλλες υπηρεσίες για να τους έχουμε και να τους καμαρώνουμε», δε με πείθει. Ειδικά όταν γίνεται της κόφας εκεί έξω με τις απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, τους απλήρωτους υπαλλήλους και τα κλεισίματα εταιρειών –το κόβω ολίγον προκλητικό το αίτημα.

Αλλά σκέφτομαι να μην αρκεστώ στη στείρα κριτική των διαμαρτυρομένων –οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, κάτι κάνουν –σωστό ή λάθος δεν έχει και τόση σημασία πια. Σκέφτομαι λοιπόν να ρίξω μια ματιά και στις πιο έγκυρες φωνές, σ΄αυτούς δηλαδή στους οποίους το έθνος (άφιλτρο) ακουμπάει τις ελπίδες του (εδώ πέφτει εμβατήριο).
Και δεν μιλάω βέβαια για ξεπουλημένους πολιτικούς της συγκυβέρνησης –αναφέρομαι στους άλλους, τους δημοσκοπικούς αστέρες, πάρε για παράδειγμα τον Αλέξη:

«Η ελληνική πλευρά πρέπει να παίξει το χαρτί της άτακτης χρεοκοπίας... Αν οδηγηθούμε σεάτακτη χρεοκοπία θα αντιμετωπίσει πρόβλημα το τραπεζικό σύστημα, και οι μισθοί και οι συντάξεις, αλλά δεν θα έχει μόνο η Ελλάδα πρόβλημα. Το μεγαλύτεροπρόβλημα θα το έχει η Ευρωζώνη», δήλωσε ο Αλέξης. Κάποια φωτισμένη Αριστερά –νομίζω; Αφού με μια χρεοκοπία θα αντιμετωπίσει πρόβλημα το τραπεζικό σύστημα δεν πάει να γαμηθεί που θα κοπούν και οι δικοί μας οι μισθοί και οι συντάξεις; Άσε που έτσι θα εκβιάσουμε και την Ευρώπη –θα τσακίσουμε και τις δικές τους τράπεζες (και τους μισθούς των ευρωπαίων μαζί με τις συντάξεις τους;) Υπέροχη Αριστερά! Δεν πείστηκες; Πάρε κάτι ακόμα:
«Αναφορικά με την τρόικα, τόνισε ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος κάθεται στο τραπέζι με«υπαλληλίσκους δεύτερης διαλογής» τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ θα απέλαυνε αν ήταν στην εξουσία.» Διότι ο Αλέξης δεν καταδέχεται να μιλάει με «υπαλληλίσκους δεύτερης διαλογής»! Προσηνής, απλός και λαϊκό παιδί ο Αλέξης –πιάσε μια γαρδούμπα τώρα, μην έρθει κάνας Σόιμπλε και ξεφτιλιστούμε! Διότι τώρα που μας δείχνουν ψηλά οι δημοσκοπήσεις, καιρός να δείξουμε οτι κάνουμε και απελάσεις, άμα λάχει!
Αυτός ο Αλέξης (ο ίδιος όμως –αυτοπροσώπως) σήμερα διαδηλώνει για την μη περικοπή των μισθών!

Βαριέμαι να ασχοληθώ με την Αλέκα και τον Κουβέλη –κυρίως επειδή όσα λένε (πέραν του οτι είναι μπούρδες) δεν έχουν καθόλου πλάκα, δεν μπορούν όλοι να είναι Αλέξηδες! Γι΄αυτό θα περάσω σε έναν διανοούμενο, έναν άνθρωπο που αγωνίζεται γι΄αυτή τη χώρα από όλα τα πόστα –μέχρι Κούβα πήγε προσφάτως, να κάνει τα μπανάκια του και να κατακεραυνώσει τους αδελφούς Κάστρο καθότι και διεθνιστής, άμα λάχει...
«Ας υποθέσουμε ότι τον Οκτώβριο του 1940 η ελληνική κυβέρνηση σκεπτόταν, όπως ο κ. Βενιζέλος: η χώρα είναι σε μειονεκτική θέση, και προκείμενου να καταστραφεί από έναν χαμένο εκ των προτέρων πόλεμο, πρέπει να διαλέξει το μικρότερο κακό: παράδοση στους Ιταλούς, χωρίς άσκοπες αιματοχυσίες.... Τι έκανε τους Έλληνες να πολεμήσουν και να κερδίσουν το 1940, έναν ανώτερο αντίπαλο; Το αίσθημα εθνικήςυπερηφάνειας καιτο γεγονός ότι οι υποχωρήσεις και οι, συχνά αναγκαίοι, συμβιβασμοί έχουν κάποιες απαραβίαστες κόκκινες γραμμές.», Στέλιος Κούλογλου κυρίες και κύριοι! Ένας Αη Γιώργης που απεχθάνεται τα σύνορα! Διαβάζω εγώ ο ταπεινός το παράδειγμά του και απορώ: δηλαδή, θέλει να μας πει ο θείος Στέλιος ότι καλά έκανε η Ελλάδα και μπλέχτηκε σε έναν πόλεμο το 1940; Αυτό ήταν το σωστό και το πρέπον; Να σκοτωθεί ένα σωρό κόσμος, να περάσει η χώρα μια ολόκληρη Κατοχή και στο τέλος να φεύγουν τα καραβάνια των Ελλήνων για να κάνουν μεροκάματα στην ανοικοδόμηση της Γερμανίας; Φαντάσου δηλαδή και να μην κερδίζαμε τον «ανώτερο αντίπαλο»! Την τύχη της Τουρκίας θα είχαμε, που εκμεταλλεύτηκε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να ρεφάρει, μέσω της ουδετερότητας, τις ήττες της από τους προηγούμενους πολέμους! Απαπαπα –ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω τέτοιο κατάντημα!

Να το χοντρύνω λίγο ακόμα; Ας το χοντρύνω πηγαίνοντας στη μεγάλη ελπίδα της λαϊκής εξέγερσης –τους περίφημους Anonymous. Χακέψανε τη σελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και κατουρήθηκε ο κάθε λιγούρης που μας πρόσεξε ένα διεθνές κίνημα! Όταν χακάρανε οι δικοί μας σελίδες δεν ήταν το ίδιο –άλλη γλύκα έχει να ακούς το μήνυμα στα αγγλικά, όπως και να το κάνουμε! Το μήνυμα! Θυμάμαι όταν φώναζα οτι το «V for Vendetta» ήταν απλώς μια φασιστική ταινία (όπως φασιστικό είναι κάθε κόμικ όταν αντιμετωπίζεται με ιδεολογικούς όρους). Τώρα οι τύποι με τις μάσκες απομίμηση του Τζόκερ τι λένε;
«Επιλεχθήκατε από τον ελληνικό λαό να πράξετε σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Αλλά αποτύχατε. Και σκοτώσατε το πιο ιερό στοιχείο που είχε η χώρα σας, τη Δημοκρατία». Να υποθέσω οτι αναφέρονται στην κυβέρνηση της χώρας; Δηλαδή ο Γιωργάκης (ή ο Παπαδήμος) σκότωσαν τη δημοκρατία; Η οποία πριν ήταν ζωντανή; Σα να λέμε, υπήρχε κάποτε δημοκρατία στην Ελλάδα! Όχι παλιά, επί Περικλέους –τώρα κοντά ρε παιδί μου! Επί Καραμανλή ας πούμε! Ή επί Σημίτη! Ή επί Μητσοτάκη και Παπανδρέου!
«Μπήκατε στο ΔΝΤ χωρίς τη θέληση του ελληνικού λαού, επιβάλατε μια νέα δικτατορία στους Έλληνες πολίτες και αφήσατε τους τραπεζίτες και τους μονάρχες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να τους σκλαβώσουν, οικονομικά και πολιτικά.» Δίκιο έχουν εδώ αν και ξυπνήσανε αργά –η Ελλάδα είναι υποχείριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και μια 30ετία περίπου. Ξεχνάνε όμως να πουν οτι, όταν εκείνος ο Γιωργάκης πήγε να κάνει δημοψήφισμα περί του αν θέλει ο λαός να μείνει στο ΔΝΤ (και την ΕΚΤ και την ΕΕ), ο υπερήφανος ελληνικός λαός μούτρωσε προβάλλοντας το επιχείρημα: «τώρα το θυμήθηκε;»Υποθέτω εγώ οτι από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα, δεν έχουμε φάει καινούργια μέτρα τα οποία θα αποφεύγαμε αν βγαίναμε! Καλώς το υποθέτω;
«Αγνοήσατε τις προειδοποιήσεις μας και τώρα εμείς έχουμε τον έλεγχο. Είμαστε οι Anonymous. Είμαστε λεγεώνα.» Είχαν προειδοποιήσει παλιότερα τον Γιωργάκη και τον Παπαδήμο και τους αγνόησαν; Ε, καλά να πάθουν τώρα! Γιατί τα παιδιά έχουν τον έλεγχο –είναι λεγεώνα! Μόνο σε μένα φαίνονται φασιστικά και μιλιταριστικά όλα αυτά; Μόνο εγώ πιστεύω οτι οι λεγεώνες χαρακτηρίζονται, ιστορικά, από την σκληρή πειθαρχία που κυριαρχεί στις τάξεις τους κι από την τυφλή υπακοή στον ηγέτη; Λεγεώνα ο λαός; Δεν νομίζω. Άρα –ποια είναι η λεγεώνα; Να υποθέσω κάποιοι σωτήρες που θα πέσουν ουρανοκατέβατοι και θα γνωρίζουν το καλό μας καλύτερα κι από εμάς τους ίδιους;

Την ίδια στιγμή (όπως γράφανε παλιά και στα φωτορομάντζα)...

-Το νομοσχέδιο για την αποποινικοποίηση των «μαλακών» ναρκωτικών κατέληξε στα σκουπίδια. Αφού πρώτα οι επαναστάτες Έλληνες το κορόιδεψαν, αφού το ΚΚΕ έκανε διαδήλωση εναντίον του, αφού οι δεξιοφασίστες δήλωσαν οτι θα το καταψηφίσουν. Διότι σε καιρούς επανάστασης, αυτά δεν έχουν σημασία –άλλωστε, όπου να ΄ναι έρχεται ο καπετάν Καζάκης με τους ΕΠΑΜίτες του και όλα θ΄αλλάξουν! Αυτά να πείτε στον ταλαίπωρο που θα τον πιάσουν με δυο τσιγάρα και θα τον καταδικάσουν για εμπόριο –παλιομαλάκες!

-Το νομοσχέδιο για την «αποσυμφόρηση των φυλακών» ξεκίνησε κουτσουρεμένο και αδρανοποιήθηκε πλήρως από τους δεξιοφασίστες της συμπολίτευσης. Θα βγαίνανε, λέει, οι παιδεραστές και οι πρεζέμποροι έξω! Λες και υπάρχει κανένας που όντας καταδικασμένος για κάποιο από τα δυο αυτά αδικήματα έχει ποινή μικρότερη των 20 χρόνων! Θα μου πεις –υπάρχει, πώς δεν υπάρχει! Ο ταλαίπωρος της από πάνω περίπτωσης που πιάστηκε με δυο τσιγάρα και δεν είχε δικηγόρο για να τον βγάλει «άρρωστο», καθώς και κάτι 20άχρονα που πηδήχτηκαν συναινετικά με 16άχρονα, αλλά τυγχάνουν τσιγγανάκια ή μετανάστες κι έτσι φάγανε ολόκληρη παιδεραστία στην κεφάλα. Ευτυχώς λοιπόν που σώθηκε η κοινωνία από τέτοια κουμάσια –έτσι δεν είναι;

-Συσκέπτονται οι συγκυβερνούντες περί των όρων σύμφωνα με τους οποίους θα δώσουν χρήματα των δανείων στις τράπεζες –αν κατάλαβα καλά ο Γιωργάκης πρότεινε να μπει κανονικά το Δημόσιο στις τράπεζες, αφού βάζει τα λεφτά του -και οι άλλοι δυο το απέρριψαν. «Για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα στην αγορά», είπε ο Καρατζαφέρτον! Δηλαδή να τους δώσουν τα λεφτά «αέρα πατέρα» -ούτε καν τα προσχήματα που είχαν κρατηθεί επί Καραμανλή να μην ισχύσουν! Αν κατάλαβα καλά –το ξαναλέω. Επειδή μέρες τώρα προσπαθώ να μάθω κάτι σχετικό από τις ειδήσεις αλλά εκεί ασχολούνται με το πόσο μας μισεί η Μέρκελ κι ο Σαρκοζί, επειδή είμαστε ωραία γκομενάκια κι εκείνοι είναι κοντόχοντροι.

Και οι «Αγανακτισμένοι» ετοιμάζονται να ξαναβρεθούν στο Σύνταγμα τώρα που θα φτιάξει ο καιρός (μέχρι να ζεστάνει πολύ και να ξαναπάνε για τα μπανάκια τους). Και οι λεβέντες ανακαλύψανε το γιαούρτι 60 χρόνια μετά τον «νόμο περί τεντυμποϊσμού» -τη στήνουν λοιπόν στους πολιτικούς και τους καταφέρουν συντριπτικά χτυπήματα (στη δίαιτά τους να υποθέσω;)

Μιλάγαμε τις προάλλες με τον Κάιν –σα ζόμπι ακουγόταν, έτρεχε τις νύχτες μαζί με την Πρωτοβουλία στην οποία συμμετέχει, μέσα στο ψοφόκρυο να βοηθήσουν τους άστεγους (υποθέτω οτι οι επαναστάτες των Εξαρχείων θα πίνανε τα ρακόμελά τους την ίδια ώρα, συζητώντας για την ανατροπή του κράτους) –«φοβούνται οι άνθρωποι», μου έλεγε ο Κάιν. «Κλειδωμένοι μέσα στα σπίτια τους, νομίζουν οτι θα τη σκαπουλάρουν από μόνοι τους, θα τη βολέψουν όσο ο διπλανός τους πεθαίνει». Αυτό να το δεχτώ. Τρομοκρατημένοι άνθρωποι από ένα αδηφάγο κράτος, απελπισμένοι από την αντίδραση του διπλανού, με διάθεση να ξεδώσουν –χτες ήταν τα μπουζούκια, σήμερα είναι η πλατεία Συντάγματος... Κλειδωμένοι που περιμένουν το Μεσσία –σκέφτεσαι κάτι χειρότερο για μια κοινωνία; Αν ναι –μη μου το πεις, δεν θέλω να το ακούσω.

Δευτέρα, Φεβρουάριος 06, 2012

11. Όταν προκύπτει έρωτας


Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια 
6. Κορόιδο 
7. Η πονεμένη ιστορία της Σόνιας
8. Προδιαγραφές θανάτου 
9. Μια πεταλούδα στις ερημιές 
10. "Κορίτσια μην κλαίτε για τον Λούη"

Η Σόνια είναι κάποια γκόμενα προδιαγραφών, απ΄αυτές που δε γίνεται να τις ξεπετάξεις στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ή στο θλιβερό κρεβάτι ενός μπουρδελοξενοδοχείου με την ανακριτική, γυμνή, λάμπα να της χαρακώνει το μακιγιάζ –με τέτοιες γυναίκες η ικανοποίηση βρίσκεται στο φλερτ, στο παιχνίδι της σταδιακής αποκρυπτογράφησης που ξεκινάει από την εντύπωση οτι σε έχουν εντελώς χεσμένο για να καταλήξει στην ελπίδα οτι θα σε θυμούνται το επόμενο πρωινό. Είμαι ρομαντικός; Δεν τρέχει τίποτα –επειδή γυναίκες σαν τη Σόνια κυκλοφορούν χοντρά ματσωμένες.

Όλα αυτά τα λέω για να εξηγήσω πώς βρεθήκαμε σε χάι κλας ξενοδοχείου της Συγγρού με πανοραμική θέα στους γύρω λόφους, το δωμάτιό μας είχε ένα καθιστικό στο οποίο θα χώραγε άνετα το διαμέρισμά μου και μια τουαλέτα που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ολόκληρο το Βιτόφσκι, μαζί με την πελατεία του. Μια εκνευριστικά κυματιστή μουσική (σαν κονσέρτο του Ζαν Μισέλ Ζαρ για παιδική παράσταση) χυνόταν από αόρατα ηχεία –μου πήρε κάμποση ώρα μέχρι να την σταματήσω.
«Είσαι σίγουρη οτι έχεις φράγκα για όλο αυτό;» ρώτησα τη Σόνια.
«Μη σε απασχολεί», γέλασε. «Ή που θα αποκτήσουμε χρήματα για 10 τέτοια ξενοδοχεία ή που θα φυτευτούμε τόσο βαθιά κάτω από το χώμα ώστε κανένας δεν θα μας βρίσκει για να πληρώσουμε».
«Κάτω από το χώμα ή στον πάτο της θάλασσας...» μουρμούρισα αφηρημένα.
«Το ίδιο δεν είναι;» αναρωτήθηκε.
«Πετρέλαιο και νερό είναι το ίδιο με τον άνεμο για σένα», ψιθύρισα κι αμέσως το μετάνιωσα.
Εκείνη με κοίταξε εξακολουθώντας να χαμογελάει.
«Εντάξει –σίγουρα θα πηδηχτούμε», είπε.
Και χώθηκε στην τουαλέτα αφήνοντάς με μόνο, να χαζεύω τα κινούμενα φώτα της λεωφόρου. Άναψα ένα τσιγάρο, θόλωσα την τεράστια τζαμαρία φυσώντας τον καπνό, δεν άντεχα να βλέπω αυτά τα αμάξια κι αυτή την κίνηση και αυτή την πόλη. Ήμουν εδώ, πέντε ορόφους ψηλά, με μια γυναίκα φτιαγμένη από όνειρα κι όλα αυτά εκεί κάτω μού θύμιζαν απλώς οτι τα όνειρα καταλήγουν σε εφιάλτες –αν προλάβεις βέβαια να ξυπνήσεις... Ο ουρανός πάνω από τον απέναντι λόφο τσαλακώθηκε από έναν κεραυνό και τότε νομίζω οτι τους πήρε το μάτι μου να κατηφορίζουν μυρμηγκιάζοντας το μονοπάτι –δικοί μου άνθρωποι χαμένοι από καιρό που πάσχιζα να πιστέψω οτι κάποτε υπήρξαν.
«Βλέπεις κάτι ενδιαφέρον;» με ρώτησε κολλώντας στο μπράτσο μου.
«Τώρα πια όχι», είπα γυρίζοντας προς το μέρος της.
«Δεν παραγγέλνουμε τίποτα να τσιμπήσουμε;» πρότεινε.
«Ελαφρύ φαγητό και βαριά ποτά», είπα.
«Ε, μα πώς αλλιώς;» απόρησε.

Δεν ξέρω τι εντύπωση κάναμε στον πιτσιρικά που μας έφερε κάτι κρύα σάντουιτς και ένα μπουκάλι Στολίσναγια –γιατί το αλληθώρισμά του όταν είδε τη Σόνια στο άνοιγμα της πόρτας δεν μου άφησε περιθώριο να τον ψυχολογήσω.
«Θέλω μια τεράστια χάρη», είπε η Σόνια στον πιτσιρικά.
«Βεβαίως», προθυμοποιήθηκε εκείνος πριν καν ακούσει τι θα του ζητούσε.
«Μήπως μπορείς να μας βρεις ένα βίντεο;» ζήτησε η Σόνια.
«Βίντεο;» έκανε χαζά ο πιτσιρικάς.
«Ναι»
«Βίντεο ποιου;» ξαναρώτησε.
«Όχι βρε γλυκέ μου –βίντεο, τη συσκευή που παίζει βιντεοκασέτες», του είπε γελώντας η Σόνια.
Ο πιτσιρικάς έξυσε το κεφάλι του, ανάθεμα κι αν καταλάβαινε τι του ζητάγαμε.
«Θα ρωτήσω τον υπεύθυνο», είπε.
«Αυτό να κάνεις», τον ενθάρρυνε η Σόνια.
Όταν έφυγε ο πιτσιρικάς έβαλα δυο γερές δόσεις βότκας σε ποτήρια του νερού και άνοιξα ένα τόνικ.
«Θέλεις;»
«Ευχαριστώ –μόνο πάγο».
Θανατηφόρα η κυρία...

Κάπως έτσι βρεθήκαμε αμίλητοι στο δωμάτιο, μονάχα το φως της λεωφόρου έμπαινε από την τεράστια τζαμαρία κι εμείς πασχίζαμε να ξεχωρίσουμε τα σάντουιτς από τις χαρτοπετσέτες.
«Όταν κοιμηθήκαμε μαζί...» ξεκίνησε να λέει.
«Μη μου το θυμίζεις», την έκοψα.
«Γιατί;»
«Επειδή μετάνιωσα που απλώς κοιμηθήκαμε».
«Θα μπορούσες να επωφεληθείς –αυτό είναι σίγουρο. Αλλά το ίδιο σίγουρο είναι οτι θα με ξενέρωνες», χαμογέλασε.
«Σύγκρουση συμφερόντων λέγεται αυτό», παρατήρησα χαζά.
Έσβησε το τσιγάρο της και με κοίταξε.
«Θέλεις ακόμα να με σκοτώσεις;» ρώτησε.
«Ποτέ δεν ήθελα. Απλώς, έπρεπε να το είχα κάνει», είπα.
Σηκώθηκε και ήρθε να καθίσει στα πόδια μου, μετά άρχισε να με φιλάει κι εγώ παρακαλούσα από μέσα μου να μην πει καμιά σαχλαμάρα του τύπου «ποτέ δεν είναι αργά» -αλλά μετά κατάλαβα οτι η Σόνια δεν ήξερε να λέει σαχλαμάρες.
«Πάμε στο κρεβάτι;» της ζήτησα όταν η πληγή στον ώμο μου άρχισε να διαμαρτύρεται.
Πήγαμε. Βγάλαμε αργά τα ρούχα μας κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια. Κι όταν βρεθήκαμε ολόγυμνοι κάτω από τα σκεπάσματα χτύπησε το τηλέφωνο. Τινάχτηκα στα πρόθυρα του εμφράγματος.
«Θα το σηκώσω εγώ», μου είπε.
Έμεινα να χαζεύω τη γυμνή της πλάτη όσο έλεγε οτι «ναι, εμείς το ζητήσαμε, βεβαίως, ευχαριστώ πολύ –θα περιμένουμε». Μετά ακούμπησε απαλά το ακουστικό και με φίλησε στα χείλη.
«Ντύσου –φέρνουν το βίντεο», ψιθύρισε.
«Υπέροχα», έκανα μουδιασμένα.
Γιατί το μόνο που μου έλειπε τώρα ήταν να δω την Λίζα Φωτίου να παρτουζώνεται

Πράγμα το οποίο δεν φαινόταν να το αποφεύγω, όπως και το ξαναντύσιμο άλλωστε, για να περιμένω τον πιτσιρικά που εμφανώς απογοητεύτηκε από την υποδοχή αλλά προσφέρθηκε να συνδέσει το βίντεο ελπίζοντας να πάρει λίγο μάτι τη Σόνια. Δεν με πείραζε καθόλου κάτι τέτοιο κι ο πιτσιρικάς θα αποζημιωνόταν για δυο ζωές εφόσον η Σόνια ακόμα κάτω από τα σκεπάσματα ολόγυμνη –αλλά αμφέβαλλα για τις ικανότητές του στις συνδέσεις συσκευών και, εν πάση περιπτώσει, ήθελα να ξεμπερδεύουμε μ΄αυτό το άθλημα μια ώρα αρχύτερα.

Μπλε, τρεμάμενο, φως γέμισε την οθόνη –ένας ανατριχιαστικός ήχος από παράσιτα μάς ξεκούφανε όσο έψαχνα το τηλεκοντρόλ για να χαμηλώσω την ένταση. Η κάμερα πήγαινε πέρα-δώθε μέχρι να κατακαθίσει η τρικυμία και να σταθεροποιηθεί σ΄ένα κρεβάτι με ξύλινο, σκαλιστό, προσκέφαλο. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο στην τρίχα. Πρώτος μπήκε ο Μανιάτης, ο οποίος έσυρε μια καρέκλα μέχρι να την ακουμπήσει στον κοντινότερο τοίχο. Είχε ένα θλιμμένο βλέμμα όσο κοίταζε το κρεβάτι λες και υπήρχε κάποιος ετοιμοθάνατος εκεί πάνω. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο περιώνυμος Κουδουνάς –ένα γομάρι με αρχές φαλάκρας, τον θυμήθηκα από τις παλιές ταινίες στις οποίες έπαιζε μονίμως τον μπράβο. Κάτι είπε στον Μανιάτη αλλά η ταινία δεν είχε ήχο –μπορούσα πάντως να καταλάβω οτι παίζανε ένα σεναριάκι του τύπου «ήρθα όπως είχαμε συμφωνήσει», «ναι –όπως τα είπαμε, εγώ κάνω κουμάντο». Μετά ο Μανιάτης πήρε το κουμάντο του και άραξε στην καρέκλα όσο ο Κουδουνάς γδυνόταν.
«Την έχει κάπως μεγάλη», παραδέχτηκε η Σόνια.
Γέλασα άκεφα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε η Φωτίου, έκανε την έκπληκτη βλέποντας τον Κουδουνά γυμνό στο κρεβάτι, η ηθοποιία της έδειχνε ακόμα πιο άθλια δίπλα στην ερμηνεία του Μανιάτη. Τον χάζευα και θυμόμουν την άποψη της Φωτίου –όντως ο Μανιάτης έπαιζε συνέχεια ρόλους. Στο μεταξύ ο Κουδουνάς είχε αναλάβει το γδύσιμο της Φωτίου η οποία έκανε οτι αντιστέκεται για χάρη της (ο θεός να την κάνει) πλοκής. Όταν άρχισαν να πηδιούνται τρόμαξα με το βλέμμα της. Αυτή η γυναίκα πάσχιζε να δείξει στον Μανιάτη πόσο γελοία θεωρούσε την όλη παράσταση, ήταν όμως κακή ηθοποιός κι έτσι δεν κατάφερνε να κρύψει την προσπάθειά της να τον εντυπωσιάσει.
Από την άλλη βέβαια, ο Κουδουνάς εκτελούσε τον ρόλο του επαγγελματικά –έφτανε μόνο να δεις τη φάτσα του για να καταλάβεις οτι ο ενθουσιασμός του που θα πήδαγε μια διάσημη σταρ είχε δώσει γρήγορα τη θέση του στη μπλαζέ έκφραση του τσοντοηθοποιού ο οποίος εμπέδωσε στην πράξη, την άποψη του Τζέρι Λη Λιούις περί  γυναικείας ποικιλότητας.
«Φοβερή γκόμενα η Φωτίου τελικά», μουρμούρισε κακόκεφα η Σόνια. «Κρίμα που πήγε έτσι...»
«Όταν την είδα δεν ήταν και τόσο φοβερή», είπα.
«Κατάλαβα –είσαι κι εσύ από αυτούς που δεν βλέπουν πέρα από τα βυζιά και τους κώλους», νευρίασε η Σόνια.
«Μόνο όταν πρόκειται για όμορφες γυναίκες», παραδέχτηκα.
«Κι έτσι θα με βλέπεις και εμένα;» συννέφιασε.
«Είναι κάπως υπερβατικό το να σε δω αλλιώς», είπα.
«Κι όταν γεράσω;»
«Τότε θα έχω όλο το χρόνο να θαυμάσω τον ψυχισμό σου».
«Μαλακίες...»
«Εντάξει –αλλά όχι μεγαλύτερες από το οτι θα γεράσουμε παρέα....»
Κόλλησε δίπλα μου και γυρίσαμε προς την οθόνη –ο Μανιάτης είχε ήδη προσθέσει την επιβλητική του παρουσία στο σύμπλεγμα και το θέμα έφερνε πλέον σε γκραν γκινιόλ. Δυο άνθρωποι που αποτύγχαναν παταγωδώς στην προσπάθειά τους να δείξουν οτι το απολαμβάνουν κι ένας φανφαρόνος που περίμενε να πέσουν τα τείχη της Ιεριχούς στη θέα του πούτσου του.
«Εντάξει, δεν είναι και τόσο σπουδαίος», παρατήρησε η Σόνια.
Και τότε ακριβώς κατάλαβα τη χρησιμότητα του βίντεο για τον Μανιάτη –όλος αυτός ο πειθαναγκασμός των υπολοίπων, η προσπάθειά τους να παίξουν σωστά τους ρόλους τους, να φανούν άξιοι των ορέξεων του Μανιάτη –αυτό ήταν που τον ηδόνιζε τον καργιόλη.
«Να το τρέξουμε λίγο μπροστά;» ρώτησα τη Σόνια.
«Θέλεις να δεις ποιος είναι ο δολοφόνος;» με κορόιδεψε.
Κοιταχτήκαμε και ήταν ολοφάνερο τι θέλαμε να κάνουμε.
«Πάρτον από το δικό μου τηλέφωνο που είναι με κάρτα», μου είπε.
Πήρα τις πληροφορίες και ζήτησα να με συνδέσουν με το σταθερό του. Περίμενα όσο η κοπέλα έψαχνε και περίμενα ακόμα περισσότερο όσο χτύπαγε χωρίς να το σηκώνει κανένας. Άρχισα να απελπίζομαι.
«Εμπρός;» άκουσα μια τσιριχτή φωνή.
«Δώσμου τον Βίκτορα», είπα.
«Ποιος είναι;» ζήτησε να μάθει η φωνή.
«Κλείνω και ξαναπαίρνω», του είπα.
«Περίμενε», έκανε η φωνή.
«Εμπρός;» ακούστηκε η μπασαδούρα του Βίκτορα.
«Θα έπρεπε να σε κόψω κομματάκια», μούγκρισα.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Βίκτορας.
«Αυτός που του φόρτωσες τον δικό σου φόνο», είπα.
«Ο Πετράς...»
«Με τη μία τα πιάνεις βλέπω...»
«Κάνεις λάθος, δεν σκότωσα εγώ τη Φωτίου», ψιθύρισε ο Αλεξιάδης.
«Εντάξει –και μετά ήρθε ένας πελαργός κι άφησε την κασέτα έξω από την πόρτα σου», είπα εγώ.
«Κάνεις λάθος...» επανέλαβε ο Αλεξιάδης.
«Κάνω λάθος, πάμε παρακάτω τώρα. Μου δίνεις 100 χιλιαρικάκια κι εγώ σου δίνω την κασέτα –έτσι το θέμα λήγει», του ξεκαθάρισα.
«Πού να τα βρω;» μουρμούρισε.
«Δικό σου πρόβλημα», είπα.
Έκλεισα το τηλέφωνο. Η Σόνια ακουμπούσε την πλάτη της στο μαξιλάρι και με κοίταζε, τα σκεπάσματα άφηναν να φαίνεται το γυμνό της στήθος.
«Έχεις ακόμα όρεξη να πηδηχτούμε;» ρώτησε κάπως νευρικά.
Την κοίταξα χαμογελώντας και βιάστηκα να πετάξω τα ρούχα μου. Εκείνη χαμογέλασε καθώς έκλεινε το βίντεο με το τηλεκοντρόλ.

Έκανα ανήσυχο ύπνο, αποσπασματικό, κάθε λίγο πεταγόμουν ιδρωμένος με την αίσθηση οτι κάποιος με παρακολουθούσε –έφταιγε το οτι την κρατούσα αγκαλιά και οι κινήσεις της, ακόμα κι η αναπνοή της, με επηρέαζαν. Έφταιγε και το άρωμά της –σαπούνι ανακατεμένο με απόγνωση, βέβαια αυτή μπορεί να ήταν απλώς η εντύπωσή μου –για την απόγνωση λέω... Η Σόνια αναστέναξε γυρίζοντας πλευρό κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να ξεγλιστρήσω από δίπλα της. Έξω είχε βγάλει έναν κουρασμένο ήλιο, τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο ξοδεύανε τις ζωές των οδηγών τους στο μποτιλιάρισμα κι εγώ χρειαζόμουν επειγόντως καφέ. Πλύθηκα, ντύθηκα, κατέβασα μερικά χάπια κωδεϊνης και πήρα την εφεδρική κάρτα του δωματίου –δεν ήθελα να παραγγείλω για να μην την ξυπνήσω –βγήκα στον διάδρομο έξω από το δωμάτιό μας, είχε μια παχιά μοκέτα εκεί πέρα, βούλιαξα μέχρι τα γόνατα μέσα της μέχρι να φτάσω στο ασανσέρ. Η καφετέρια του ξενοδοχείου ήταν ήσυχη, μονάχα ένας ανοιχτός δέκτης τηλεόρασης έσπαγε λίγο το κοπάνημα των ποτηριών όσο οι πελάτες απολάμβαναν το ολ ινκλούντεντ πρωινό τους. Έβαλα μια κούπα καφέ και κάθισα παράμερα –μια παρέα κουστουμαρισμένων πλασιέ φώναζε ηλιθιωδώς όσο έτρωγε το καταπέτασμα. Πληρωμένα τα έξοδα παράστασης, πληρωμένος πονόκοιλος –ανάμεσά τους μια όμορφη κοπελίτσα έπινε χυμό πορτοκάλι κάνοντας οτι ακούει με προσοχή έναν χοντράνθρωπο –αυτή θα πρέπει να ήταν μαθητευόμενη.
Ήπια τον καφέ λαίμαργα και έβαλα δεύτερο φλιτζάνι –η πικρή μυρωδιά του με χτύπησε σαν χαλασμένη πρίζα. Αυτό και μια γνωστή εικόνα στην οθόνη της τηλεόρασης, έδειχναν κάποιο δρόμο που είχα πρόσφατα επισκεφτεί, οι τρίχες στο σβέρκο μου σηκώθηκαν σα συρματοπλέγματα. Περίμενα τη λεζάντα και με το ζόρι κρατιόμουν, έστω επιφανειακά ήρεμος. Και η λεζάντα ήρθε. «Μυστηριώδης δολοφονία –νεκρός ο Βίκτορας Αλεξιάδης».   
Μια ρεπόρτερ ανοιγόκλεινε το στόμα της χωρίς να βγαίνει ήχος, μετά άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από γείτονες, τα δάχτυλά μου έτρεμαν –χρειαζόμουν επειγόντως τσιγάρο.
Η πρώτη μου κίνηση ήταν να πάω προς τα έξω –να πάρω λίγο αέρα –όμως τρόμαξα φτάνοντας στις πόρτες με το φωτοκύτταρο, είχα την εντύπωση οτι έξω με περίμεναν... Έκανα μεταβολή, χώθηκα στο ασανσέρ, κολύμπησα ξανά στη μοκέτα και έφτασα στο δωμάτιό μας.
Πέρασα τον διάδρομο, μπήκα στο κυρίως δωμάτιο κι ένιωσα ακαριαία έναν δυνατό πόνο στο πρόσωπο –έσκυψα κατόπιν εορτής για να προφυλαχτώ. Είδα τότε τι με είχε χτυπήσει, ένα τηλεκοντρόλ που κείτονταν ξεκοιλιασμένο δίπλα στην αριστερή μου μπότα.
«Μην ξανατολμήσεις να φύγεις όσο κοιμάμαι», σφύριξε η Σόνια.
«Συγνώμη», ψέλλισα. «Για να μη σε ξυπνήσω...»
«Και ήταν καλύτερα να ξυπνήσω μόνη μου μετά το χτεσινό; Και ν΄ ακούω κάποιον να πειράζει την πόρτα του δωματίου;» φώναξε.
«Εντάξει –μαλακία μου», παραδέχτηκα.
Αλλά τότε θυμήθηκα οτι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα και δεν είχαμε πολυτέλειες για ερωτικά καβγαδάκια –φοβήθηκα και λίγο γιατί αυτή η γυναίκα μπορούσε να πάρει το μυαλό μου και να το πάει όπου γούσταρε.
«Συγνώμη που σου πέταξα το τηλεκοντρόλ», είπε.
«Δεν το εννοείς», παρατήρησα.
«Ναι –δεν το εννοώ», παραδέχτηκε.
«Κάποια άλλη μέρα μπορεί και να θύμωνα. Σήμερα όμως δεν έχουμε τέτοια πολυτέλεια. Βλέπεις, σκοτώσανε τον Αλεξιάδη...» της εξήγησα.
Με κοίταξε με μάτια διάπλατα κι εγώ βιάστηκα να ανοίξω την τηλεόραση. Μου έκανε χώρο να καθίσω δίπλα της όσο άναβα δυο τσιγάρα –πήρε αυτό που της πρόσφερα με κάποια δυσφορία, είχα ξεχάσει οτι προτιμούσε τα δικά της.

Αυτό που συνέβη ήταν οτι η πόρτα του Αλεξιάδη βρέθηκε παραβιασμένη κι ο ίδιος με ένα κατσαβίδι καρφωμένο στο λαιμό. Το διαμέρισμα ήταν ανάστατο, άρα υπήρχε πιθανότητα διάρρηξης. Η ρεπόρτερ έλεγε οτι ο Αλεξιάδης έμενε μόνος του στο διαμέρισμα και το τελευταίο άτομο που τον είδε ζωντανό ήταν ο μαγαζάτορας του απέναντι καφέ –ο Αλεξιάδης είχε σταματήσει για λίγο εκεί πριν ανέβει στο διαμέρισμά του για να πιει ένα τελευταίο ποτό. Ο μαγαζάτορας θυμόταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από τον Αλεξιάδη: «Αυτή η πόλη με έχει κουράσει, αν δε φύγω δεν θα ηρεμήσω». Το υπόλοιπο ρεπορτάζ ήταν άχρηστο –αναφερόταν στην καλλιτεχνική σταδιοδρομία του Αλεξιάδη, στα παιδικά του χρόνια και στον κακό μας τον καιρό. Η Σόνια παρακολουθούσε προσηλωμένη.
«Τώρα, τι γίνεται;» ρώτησε τον εαυτό της, ως συνήθως, όταν άλλαξαν θέμα στην τηλεόραση.
Πήγα μέχρι την τεράστια τζαμαρία για να σκεφτώ –αλλά αυτό δεν βοήθησε πολύ.
«Ο Αλεξιάδης δεν έμενε μόνος του», είπα.
«Δηλαδή;»
«Είχε κι έναν άλλο γέρο μαζί του –αυτός σήκωσε το τηλέφωνο χτες βράδυ».
«Και πού είναι τώρα;»
«Πού θες να ξέρω; Αν γλίτωσε από αυτόν που σκότωσε τον Αλεξιάδη θα έπρεπε να πάει στους μπάτσους. Αν δεν το έκανε σημαίνει οτι κάτι ήθελε να κρύψει. Ίσως κιόλας αυτός να σκότωσε τον Αλεξιάδη και τώρα κρύβεται. Όπως και να’ χει πρέπει να τον ξετρυπώσουμε».
«Για ποιο λόγο;»
Την κοίταξα απορημένος. Και μετά κατάλαβα οτι είχε δίκιο.
«Λες δηλαδή οτι τα λεφτά τα είχε μόνο ο Αλεξιάδης...» υπολόγισα.
«Λέω οτι έκανες μάλλον λάθος –μπορεί να μην ήταν ο Αλεξιάδης ο δολοφόνος».
«Και ποιος να ήταν;»
«Ίσως ο άλλος που έμενε μαζί του, ίσως και οι δυο τους... Πάντως το θέμα μπλέχτηκε. Κι αν ο τύπος κρύβεται δεν προσφέρεται για εκβιασμό –με τι να τον εκβιάσουμε δηλαδή;»
Έσβησα το τσιγάρο νευρικά στο τασάκι.
«Λοιπόν Σόνια, ήταν ωραίο αυτό το μεταξύ μας», είπα. «Κοπάνα την τώρα και θα τα πούμε κάποια μέρα όταν όλα θα είναι καλύτερα».
Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται όσο εγώ την παρακολουθούσα καθισμένος σε μια πολυθρόνα.
«Μην κοιτάς», μου ζήτησε.
Πήγα να πω κάποια σαχλαμάρα αλλά το κατάπια. Η Σόνια τέλειωσε το ντύσιμό της και στάθηκε μπροστά μου με τα χέρια σταυρωμένα.
«Δηλαδή πώς την έχεις δει;» με ρώτησε. «Ο μασκοφόρος εκδικητής που θα πάρει αμπάριζα και θα ξεπαστρέψει τους κακούς;»
«Βλέπεις να φοράω μάσκα;» απόρησα.
«Και δηλαδή το μεταξύ μας τι ήταν;» συνέχισε σα να μη με είχε ακούσει. «Ρίξαμε ένα πήδημα στην κυρία, ξαλαφρώσαμε και πάμε παρακάτω;»
«Τι θέλεις τώρα –να σου κάνω πρόταση γάμου;» κούμπωσα εγώ.
«Ρε ηλίθιε, είμαστε σ΄αυτό μαζί και δεν αλλάζει. Αν περιμένεις οτι θα σε αφήσω να φας το κεφάλι σου, ξέχνα το –δεν μου πάνε τα μαύρα».
«Υπέροχα», ψιθύρισα. «Και πώς το σκέφτεσαι δηλαδή; Να τη δούμε Μπόνι και Κλάιντ;»
«Η υπόθεση έχει λεφτά –δεν σκοπεύω να τα χάσω».
«Λεφτά; Δεν συμφωνήσαμε οτι ο γέρος που έμεινε δεν εκβιάζεται;»
«Ξεχνάς την κασέτα».
Την κοίταξα έκπληκτος.
«Δε νομίζω», είπα.
«Καιρός ν΄ αρχίσεις», μου ξεκαθάρισε. «Η κασέτα σίγουρα δεν πιάνει 100 χιλιάρικα αλλά ένα πενηντάρι θα το πιάσει. Τα παίρνουμε και φεύγουμε».
«Και ποιος θα μας το δώσει;»
«Ο Γκας».
«Γιατί;»
«Επειδή πήγε να σε σκοτώσει αλλά δεν τα κατάφερε κι επειδή τα περισσότερα θα τα πάρει πίσω πουλώντας ξανά την κασέτα».
«Δεν είμαι σίγουρος οτι με συναρπάζει η ιδέα», παραδέχτηκα.
«Ενώ το να βγεις στο κυνήγι κι όποιον πάρει ο Χάρος είναι καλύτερο», γέλασε η Σόνια.
«Τι λέμε τώρα...» μουρμούρισα.
«Λέμε οτι έχεις λίγη ώρα για να κάνεις το μπανάκι σου, να φρεσκαριστείς και μετά θα πάμε στο σπίτι του Γκας για μπίζνες», μου εξήγησε η Σόνια.
Σήκωσα τους ώμους.
«Κάποιο πήδημα προβλέπεται στο μεταξύ;» αναρωτήθηκα.
«Κι αυτό που πάμε να κάνουμε πήδημα είναι»,  μου απάντησε.

Βγήκαμε με το αυτοκίνητο από το πάρκινγκ του ξενοδοχείου, η κασέτα έμεινε πίσω, κρυμμένη σε ασφαλές σημείο. Οδηγούσα κάπως επιφυλακτικά, η αίσθηση ότι μου την έχουν στημένη κι όπου να ΄ναι θα μου την πέσουν, δεν έλεγε να φύγει. Ίσως να έφταιγε η Σόνια –ακόμα δεν είχα πειστεί οτι ήταν μαζί μου κι όχι εναντίον μου, ακόμα χειρότερα, σκεφτόμουν οτι ήταν μαζί μου για όσο την εξυπηρετούσα και σύντομα θα με πούλαγε.
«Πες το», μου χαμογέλασε.
«Ποιο πράγμα;» έκανα το κορόιδο.
«Έλα τώρα...» δυσανασχέτησε.
«Γιατί είσαι μαζί μου ρε Σόνια; Και για πόσο;» έκανα νευρικά.
«Δηλαδή τώρα τι θέλεις να ακούσεις; Αγάπες και λουλούδια;» ξεκαρδίστηκε εκείνη.
«Μαλακίες», αναστέναξα. «Το πρόβλημά μου είναι οτι δεν αισθάνομαι άνετος να κάνω δουλειά ξέροντας οτι από στιγμή σε στιγμή μπορεί να με δώσεις...»
Μια άλλη γυναίκα θα χάιδευε στοργικά το μάγουλό μου, θα προσπαθούσε να με καθησυχάσει.
«Δεν έχεις κι άλλη επιλογή ρε βλάκα –ή μαζί μου ή στο χώμα», γέλασε με κακεντρέχεια. «Τι σε νοιάζει λοιπόν αν θα σε πουλήσω; Αφού είσαι ήδη ξεγραμμένος..»
Μια άλλη γυναίκα αλλά όχι η Σόνια... Χτες βράδυ της πήρε λίγη ώρα να βγάλει τα ρούχα της και πολλή ώρα να ξεντυθεί από τη συμπεριφορά της –κάποια στιγμή νόμισα πως διέκρινα ένα πλάσμα που ενδιαφερόταν μονάχα για τις χαρές της στιγμής, μετά είδα ένα εύθραυστο κορίτσι, θα έβλεπα κι άλλα αν δεν μου γύριζε την πλάτη για να χωθεί στην αγκαλιά μου –έτσι είναι με τις γυναίκες, νυστάζουν πάνω στο καλύτερο. Αυτό το κορίτσι πάντως το ξανάδα όταν μου πέταξε το τηλεκοντρόλ και μετά χάθηκε κάτω από το μακιγιάζ πριν ακόμα το αλείψει στο πρόσωπό της.
«Όπως και να ΄χει θα σε πάρω μαζί μου», της είπα.
«Το όνειρο κάθε γυναίκας», κορόιδεψε.
«Ακόμα κι αν πεθάνω –πρώτα θα σε σκοτώσω», της ξεκαθάρισα.
«Το δικό μου όνειρο», είπε εντελώς σοβαρά.
Πήγα να την κοιτάξω αλλά με έκοψε.
«Κάνε αριστερά στο επόμενο στενό και πάρκαρε όπου βρεις», μου είπε.

Δεν ήξερα οτι ο Γκας έμενε σε μονοκατοικία με μπόλικο κήπο γύρω της, ήταν τελικά κονομημένο το αρχίδι...
«Θα πάω μέσα, εσύ βρες έναν τρόπο να μπεις χωρίς να σε πάρουν χαμπάρι», είπε η Σόνια.
«Έχει κόσμο να τον φυλάει;» τη ρώτησα.
«Όχι σε στυλ φρουράς αλλά ποτέ δεν ξέρεις ποιος έχει ξεμείνει μαζί του...» μου εξήγησε.
Και τότε κούμπωσε την κατακόκκινη καμπαρτίνα, άνοιξε το βήμα της αποφασιστικά –την περίμενα να ξεμακρύνει πριν ξεκινήσω. Μετά έτρεξα στο απέναντι πεζοδρόμιο απ΄αυτό που εκείνη είχε επιλέξει, έκανα γύρο το σπίτι του Γκας και διάλεξα ένα τυφλό σημείο για να πηδήξω μέσα από τα χαμηλά κάγκελα της περίφραξης. Είχε κάποια δέντρα εκεί πέρα, νεραντζιές κυρίως και κάτι αφρόντιστα παρτέρια τίγκα στο αγριόχορτο. Πάτησα σε ξεραμένο χώμα προσέχοντας να μη σκοντάψω κι έφτασα στον τοίχο του σπιτιού τη στιγμή που η Σόνια χτυπούσε το κουδούνι στην εξώπορτα. Κράτησα την ανάσα μου. Η εξώπορτα άνοιξε μετά από λίγο.
«Τι σκατά θέλεις εδώ πέρα;» ακούστηκε η φωνή του Γκας.
«Πρέπει να μιλήσουμε», είπε ήσυχα η Σόνια.
«Χάθηκαν τα τηλέφωνα;» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.
«Αυτά που έχω να σου πω δεν λέγονται από το τηλέφωνο», του απάντησε.
«Περίμενε μισό λεπτό», έκανε ο Γκας και άκουσα την εξώπορτα να κλείνει.
Πήγα μέχρι το κοντινότερο παράθυρο προσπαθώντας να δω ή ν΄ ακούσω τι έκανε ο Γκας –δεν κατάφερα πολλά όμως. Σε λίγο άκουσα την εξώπορτα να ξανανοίγει.
«Έλα μέσα», της είπε ο Γκας.
Περίμενα λίγο, πριν πάω προς την εξώπορτα –η Σόνια είχε καταφέρει να την αφήσει μισάνοιχτη κι αυτό το εκμεταλλεύτηκα χαμογελώντας. Τελικά, ίσως να τα καταφέρναμε, εγώ κι η Σόνια...

Το σπίτι του Γκας μύριζε ξεθυμασμένη μπύρα, τσιγαρίλα και αποσμητικό χώρου. Έκλεισα προσεκτικά την εξώπορτα πίσω μου, στηρίχτηκα πάνω της όσο προσπαθούσα να προσανατολιστώ, έβγαλα την πεταλούδα και άνοιξα τη λεπίδα της προσεκτικά. Ήμουν στο διάδρομο, δεξιά κι αριστερά υπήρχαν κλειστές πόρτες, στην απέναντι πλευρά έβλεπα κάτι σκαλιά (όχι παραπάνω από 3) να κατεβαίνουν καθώς ο διάδρομος γινόταν χωλ, ανάμεσα σε σαλόνι και καθιστικό, όπως υπέθετα. Προχώρησα κατά κει.
Η Σόνια με τον Γκας ήταν κάπου αριστερά στο βάθος –κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο ελπίζοντας οτι ο Γκας παρέμενε όσο γαϊδούρι τον θυμόμουν και δεν θα ερχόταν μέχρι την κουζίνα για να της φτιάξει καφέ ή κάτι τέτοιο.  Αφουγκράστηκα το σπίτι –δε έμοιαζε να υπάρχει άλλος εκεί μέσα εκτός από τον Γκας και τη Σόνια. Ένιωσα καλύτερα.
«Τα πράγματα αλλάξανε νομίζω», έλεγε η Σόνια.
«Τι εννοείς;» έπαιρνε να θυμώνει ο Γκας.
«Οτι μάλλον δεν κατάφερες να φας τον Πετρά».
«Κι εσύ πού το ξέρεις;»
Ησυχία.
«Πού το ξέρεις μωρή καργιόλα;» επέμεινε ο Γκας.
Έκρινα οτι ήταν ώρα να εμφανιστώ κι αυτό ακριβώς έκανα –εντυπωσιακή είσοδο με την αόρατη μπάντα να παιανίζει το «Once upon a time in America».
«Πώς πάνε τα κέφια;» ρώτησα χαρωπά την ομήγυρη.
Ο Γκας πετάχτηκε αλλά γρήγορα ξαναβρήκε την ψυχραιμία του.
«Πάντα είχες τον τρόπο σου με τις πουτάνες», διαπίστωσε κοιτάζοντάς μας.
«Και με τους πούστηδες σαν και σένα έχω τον τρόπο μου», συμπλήρωσα.
Γέλασε καλόκαρδα (ή έτσι μου φάνηκε).
«Έλα τώρα ρε μαλάκα –αφού ξέρεις οτι αυτά έχουν οι δουλειές, δεν ήταν προσωπικό», είπε.
«Χαίρομαι που το βλέπεις έτσι, επειδή κι εμείς για δουλειά ήρθαμε», του απάντησα.
«Δηλαδή;» έκανε όλο ενδιαφέρον.
Κάθισα απέναντί του, άναψα τσιγάρο, η Σόνια τράβηξε την τσάντα μπροστά στο στήθος της σα να ήθελε να κρυφτεί.
«Ξέρεις τι γίνεται όταν δεν εκτελείται ένα συμβόλαιο...» ξεκίνησα να λέω.
«Μπορεί ακόμα να εκτελεστεί», μουρμούρισε ο Γκας.
«Μαλακίες», είπα. «Αυτός που σου έκανε την παραγγελία δεν υπάρχει πλέον...»
Έπιασα το βλέμμα του να κοιτάζει νευρικά τριγύρω –δεν έδωσα όμως σημασία.
«Τέλος πάντων, προχώρα παρακάτω», είπε.
«20 χιλιάρικα για να ξεχάσω οτι έβαλες να με σκοτώσουν και 80 για την κασέτα –το σύνολο 100», πρότεινα.
«Ποια κασέτα;» έκανε, στ΄αλήθεια ξαφνιασμένος.
«Την κασέτα για την οποία σκότωσαν τη Φωτίου ρε ηλίθιε», είπα.
Έμεινε για λίγο να το σκέφτεται –δεν μπορούσα να καταλάβω αν όντως ήξερε για την κασέτα ή προσπαθούσε να μη δείξει άσχετος.
«Εντάξει», είπε στο τέλος.
«100;» τινάχτηκε η Σόνια.
«Τόσα δε ζητάτε; Δώστε μου την κασέτα τώρα», νευρίασε ο Γκας.
Κατάλαβα την παγίδα αλλά δεν ήμουν τόσο γρήγορος ώστε να αντιδράσω έγκαιρα. Κι έτσι, όταν σηκώθηκα κουνώντας την πεταλούδα, ο κωλόγερος ήταν ήδη στο δωμάτιο –δεν χρειάστηκε να τον δω για να καταλάβω οτι μας σημάδευε με όπλο, μου αρκούσε η τρομαγμένη έκφραση στο πρόσωπο της Σόνιας.
«Πόσο κορόιδο;» μου γέλασε κατάμουτρα ο Γκας.
«Πολύ κορόιδο», παραδέχτηκα.
«Πού είναι η κασέτα», ρώτησε ο φαλακρός γέρος με τρεμάμενη φωνή.
Δεν φορούσε πλέον τα γελοία πασουμάκια του ούτε τη μισάνοιχτη ρόμπα, ήταν ντυμένος με φόρμες γυμναστικής –έμοιαζε μ΄ εκείνες τις καρικατούρες ανθρώπων που προσπαθούσαν να περάσουν για αθλητικοί τύποι κάθε πρωί στα παρκάκια, τρέχοντας ανάμεσα σε σκυλόσκατα. Η φωνή του με τρόμαξε επειδή φαινόταν στα πρόθυρα της υστερίας.
«Ο κύριος Λεωνίδας», έκανα φιλικά. «Δεν περίμενα οτι είχατε τόσο στενές σχέσεις με τον Γκας...»
«Δώσμου την κασέτα και άσε τις φλυαρίες», είπε ο γέρος άψυχα.
Κοίταξα τον Γκας ο οποίος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Κι εμείς τι θα βγάλουμε;» ρώτησα.
«Καλύτερα να του δώσεις τη γαμωκασέτα πριν στην ανάψει και την πάρει από μόνος του», με συμβούλευσε ο Γκας.
«Αν την έχουμε μαζί μας», του υπενθύμισα αδιαφορώντας για το όπλο που με σημάδευε.
«Ήρθατε να μου την πουλήσετε, άρα...» έκανε ο Γκας.
«Εντάξει», έκανα κουρασμένα. «Σόνια, δώσε την κασέτα στους κυρίους...»
Στο χέρι μου κρατούσα ακόμα την πεταλούδα, σκέφτηκα λοιπόν οτι τώρα ήταν η στιγμή να την κουνήσω. Ο γέρος ταράχτηκε.
«Πέτα το», έκρωξε.
Άνοιξα την παλάμη μου αφήνοντας την πεταλούδα να γλιστρήσει ενώ ο γέρος γύρισε το πιστόλι του έτοιμος να μου την μπουμπουνίσει. Εκείνη τη στιγμή δεν κοίταζε τη Σόνια η οποία είχε από πριν ξεκινήσει να βάζει το χέρι της μέσα στην τσάντα, ο πυροβολισμός κόντεψε να σπάσει τα τζάμια του δωματίου, είδα πρώτα τον γέρο να πιάνει την κοιλιά του και μετά ανακάλυψα οτι η τσάντα της Σόνιας είχε μια μεγάλη τρύπα που κάπνιζε.
Ο γέρος προσπάθησε να σηκώσει ξανά το πιστόλι του αλλά ήμουν αρκετά γρήγορος για να τον φτάσω. Του άρπαξα το χέρι κλωτσώντας τον ταυτόχρονα, ο γέρος σωριάστηκε ουρλιάζοντας.
Γύρισα προς τον Γκας με το πιστόλι του γέρου στα χέρια μου.
«Δώσμου έναν λόγο να μη σε πυροβολήσω», του είπα.
«Επειδή θα σε πληρώσω», ψιθύρισε.
«100», είπε η Σόνια.
«Εντάξει», έκανε ο Γκας.
«Αύριο να τα έχεις», τον ειδοποίησα.
«Μεθαύριο», πρότεινε.
«Αύριο», είπε η Σόνια.
«Εντάξει», παραιτήθηκε ο Γκας.
Η Σόνια σηκώθηκε κρατώντας, κανονικά τώρα, το μικροκαμωμένο πιστόλι της.
«Πήγαινε κοντά στο γέρο», τον διέταξε.
«Δηλαδή...» έκανε μπερδεμένος ο Γκας.
Η Σόνια απλώς κούνησε το πιστόλι της κι ο Γκας βιάστηκε να υπακούσει. Μετά εκείνη έβγαλε το κινητό της και τους φωτογράφησε δίπλα-δίπλα.
«Σε περίπτωση που πας να κάνεις καμιά μαλακία, θα τη δώσω στους μπάτσους», του εξήγησε.
«Μη μπλέκεις τους μπάτσους», σκοτείνιασε ο Γκας.
«Φέρε τα λεφτά αύριο και όλα θα πάνε καλά», του είπα.
Μετά βιάστηκα ν΄ ακολουθήσω τη Σόνια που πισωπατούσε προς την εξώπορτα. Βγήκαμε έξω και προσπαθήσαμε να περπατήσουμε ψύχραιμα –το καταφέραμε για καμιά δεκαριά μέτρα πριν αρχίσουμε να τρέχουμε.

Μονάχα όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν 2-3 χιλιόμετρα μακρύτερα από το σπίτι του Γκας νιώσαμε πιο ήρεμοι, τότε άρχισα να οδηγώ πάλι στρωτά.
«Αυτός λοιπόν σκότωσε τη Φωτίου;» ρώτησε η Σόνια.
«Δεν ξέρω», είπα. «Μπορεί να την έφαγε μαζί με τον Αλεξιάδη... Το θέμα είναι οτι πλέον δεν υπάρχει ο ένοχος για τη δολοφονία της Φωτίου, άρα, την έχω άσχημα...»
«Ενώ αν υπήρχε θα παραδεχόταν την ενοχή του και θα καθάριζες», γέλασε η Σόνια.
«Θα ήταν κάποια πιθανότητα...» μουρμούρισα.
«Μη γίνεσαι ηλίθιος», έκανε απαξιωτικά η Σόνια.
«Πάντα ήμουν», παραδέχτηκα.
«Εντάξει –αυτό διορθώνεται», είπε η Σόνια. «Πρέπει να φροντίσουμε να βγάλεις καινούργιο διαβατήριο, οι μπάτσοι μάλλον θα σε ψάχνουν».
«Υποθέτεις δηλαδή οτι ο Γκας δεν θα μας μπλοκάρει;» ρώτησα.
«Γιατί να το κάνει; Αν φύγουμε θα του μείνει η κασέτα, αν μας πιάσουν θα μπλέξει», απάντησε η Σόνια.
«Επειδή ίσως ο Γκας είναι αρκετά αρχίδι και δεν του αρέσει να του τη φέρνουν», πρότεινα.
«Εντάξει –κάθε δουλειά έχει τα ρίσκα της», παραδέχτηκε η Σόνια.
Δεν είπα τίποτα, απλώς κοίταξα τον δρόμο που ανοιγόταν μπροστά μας και δεν με ενθουσίασε αυτό που είδα.
«Πού πάμε τώρα;» τη ρώτησα.
«Έχω ένα φίλο που ασχολείται με διαβατήρια, λέω να τον προτιμήσουμε από τους δικούς σου γνωστούς», είπε.
«Εντάξει», συμφώνησα. «Πες μου που να πάω».
«Μη βιάζεσαι», χαμογέλασε. «Πρώτα θα κάνουμε μια στάση στο κέντρο –στην αγορά».
«Γιατί;» απόρησα.
«Επειδή, ρε βλάκα, μου χρωστάς μια καινούργια τσάντα», απάντησε η Σόνια.
«Δηλαδή τώρα θα πάμε να ψωνίσουμε καινούργια τσάντα», διαπίστωσα. «Μήπως είμαστε λίγο τσίρκο;»
«Πολύ τσίρκο», ξεκαρδίστηκε η Σόνια.
Τότε αποφάσισα οτι η Σόνια ήταν η γυναίκα της ζωής μου ή η γυναίκα που θα μου έπαιρνε τη ζωή –το ίδιο πράγμα είναι αυτά τα δύο. Οδήγησα προς την αγορά χωρίς να με νοιάζει τίποτα περισσότερο.

Παρασκευή, Ιανουάριος 27, 2012

10. «Κορίτσια, μην κλαίτε για τον Λούη»

Προηγούμενα:

1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο 
2. Τα όνειρα γερνάνε άσχημα
3. Οι γυναίκες είναι ακριβό χόμπυ 
4. Η πονεμένη ιστορία της Βίβιαν 
5. Η αντοχή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια 
6. Κορόιδο 
7. Η πονεμένη ιστορία της Σόνιας
8. Προδιαγραφές θανάτου 
9. Μια πεταλούδα στις ερημιές

Ο θυμός είναι σπασμωδική κι ανεξέλεγκτη κατάσταση, ενώ το μίσος σε κάνει να οδηγείς πάνω σε ράγες -μπήκα λοιπόν στην Αθήνα στρωτός και σίγουρος. Το μοναδικό μου πρόβλημα ήταν οτι τρωγόμουν να σκοτώσω τον Βίκτορα Αλεξιάδη –αν δεν συγκρατούσα αυτή μου την επιθυμία δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω τη φυλακή κι όταν μπεις μέσα, το όνομα του σκοτωμένου δεν έχει καμιά σημασία, κανέναν δεν ενδιαφέρει αν λεγόταν Λίζα Φωτίου ή Βίκτορας Αλεξιάδης –τα δικαστήρια δεν δείχνουν τέτοιες ευαισθησίες.
Υπήρχε βέβαια και ο Γκας. Με είχε στείλει να σκοτωθώ κι όταν δεν τα κατάφερα έβαλε τα δικά του τα παιδιά να με βοηθήσουν –δεν ήμουν θυμωμένος μαζί του. Ο Γκας ήταν επαγγελματίας -δεν σκότωνε κόσμο για την πλάκα του ή για ιδιοτελείς σκοπούς, ο θάνατός μου ήταν, προφανώς, μέρος κάποιας συμφωνίας. Λίγη σημασία είχε αν η συμφωνία αφορούσε τον Αργυριάδη, τον Αλευρά, τον Κωνσταντινίδη ή κάποιους ανταγωνιστές του οι οποίοι χρειάζονταν έναν σκοτωμένο για να ρεφάρουν τη χασούρα  ενός μαγαζιού, ήταν θέματα κύρους αυτά... Δεν μισούσα τον Γκας. Έπρεπε να τον βρω και να τον ξεσκίσω, αλλά όχι από μίσος, όχι με εμπάθεια –επαγγελματικά, νοικοκυρεμένα.
Τη Σόνια όμως τη μισούσα. Ακόμα χειρότερα –τη γούσταρα σα μαλάκας, ήθελα να την πάρω και να εξαφανιστούμε σε κάποιο ανύπαρκτο νησί όπου θα φυτεύαμε καλαμπόκια και κουτσούβελα –αυτή ήταν και η μόνη που μπορούσε να πεθάνει χωρίς να μπλέξει κανένας μας, αυτή ήταν που έπρεπε να πεθάνει...
Άναψα τσιγάρο, χαμογέλασα –όταν τα βάζεις κάτω τα πράγματα με τη λογική βγάζεις συμπέρασμα –ξεκίνησα λοιπόν για το σπίτι της. Έξω από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου το απόγευμα νύσταζε και μέσα από το παρμπρίζ οι ταχύτητες κλωτσάγανε αρνούμενες να μπουν στο κιβώτιό τους. Διαβολοκατάσταση –πήγαινα στοίχημα οτι αν άνοιγα το παράθυρο θα μ΄ έπνιγε το θειάφι.

Η γειτονιά της ήταν περισσότερο φασαριόζικη απ΄ οτι την θυμόμουν, πάρκαρα σχετικά κοντά στο σπίτι της, χωρίς προφυλάξεις, έτσι κι αλλιώς δεν ήξερε το αυτοκίνητο. Βολεύτηκα καλύτερα στη θέση μου, άναψα κι άλλο τσιγάρο –η πόρτα της πολυκατοικίας της ήταν 10 μέτρα πιο μπροστά –χαμογέλασα. Δεν χρειαζόταν να ψαχτώ, ήμουν σίγουρος οτι δεν είχα πλέον το κλειδί του σπιτιού της. Έβαλα και στοίχημα με τον εαυτό μου οτι θα την πετύχαινα να βγαίνει (κι όχι να μπαίνει) κάποια στιγμή.
Ήταν τυχερή που δεν κουβάλαγα πιστόλι γιατί θα την έτρωγα με το «καλησπέρα», να γλιτώσω και τα μπερδέματα. Αλλά με την πεταλούδα δεν πήγαινε έτσι η δουλειά –η πεταλούδα είναι κοινωνικό εργαλείο, συσφίγγει τις σχέσεις. Με είχε απασχολήσει κι άλλες φορές αυτό το πράγμα, οτι δηλαδή ήμουνα εύκολος στο να σκοτώσω έναν άνθρωπο, ειδικά αν δεν χρειαζόταν να τον πλησιάσω. Έτσι ήταν. Αν μου έδινες ένα όπλο και μου ζητούσες να σημαδέψω κάποιον θα το έκανα χωρίς να το σκεφτώ. Κι από τη σκόπευση μέχρι το πάτημα της σκανδάλης η απόσταση είναι όση μια νευρική σύσπαση. Αυτό που με απασχολούσε λοιπόν δεν είχε να κάνει τόσο με τη συγκεκριμένη προδιάθεσή μου όσο με το γεγονός οτι τη μοναδική φορά που (στα σίγουρα) σκότωσα άνθρωπο το έκανα από κοντά και με γυμνά χέρια. Πράγμα που σήμαινε οτι ήμουν ιδιαίτερα άτυχος, όπως και να το δεις.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκε από την εξώπορτα της πολυκατοικίας της. Φορούσε τη γνωστή κατακόκκινη καμπαρτίνα κι έμοιαζε έτοιμη να προκαλέσει κατάθλιψη στον πρώτο οικογενειάρχη που θα πέρναγε δίπλα της. Μου πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσω οτι έπρεπε να βγω από το αυτοκίνητο και να την κυνηγήσω αν δεν ήθελα να τη χάσω κι αυτό έκανα, κοπάνησα απρόσεκτα την πόρτα πίσω μου, ευτυχώς που ο δρόμος είχε ακόμα μπόλικη φασαρία. Σκόπευα να την ακολουθήσω για λίγο, μπας και την περίμενε κανένα από τα παιδιά του Γκας ή κάποιος άλλος ενοχλητικός αλλά δεν πρόλαβα να κάνω πολλά. Γύρισε πίσω το κεφάλι και με εντόπισε, δεν έδειξε να ξαφνιάζεται, σα να με περίμενε. Χαμογέλασε κι ακούμπησε στον τοίχο όσο εγώ την πλησίαζα νιώθοντας εντελώς μαλάκας.
«Άργησες», παρατήρησε.
«Όσο γερνάω τόσο περισσότερο μού παίρνει η ανάρρωση», της εξήγησα.
«Είσαι καλά τώρα;» έκανε δείχνοντας κάποιο ενδιαφέρον.
«Όπως το πάρει κανείς...» είπα. «Δεν έρχεσαι τώρα μαζί μου να κουβεντιάσουμε κάτι θεματάκια;»
«Πού θα πάμε;»
«Έχω καινούργιο αμάξι, σκέφτηκα να πάμε μια βόλτα...» είπα σχεδόν αδιάφορα.
«Κατάλαβα», είπε χαμηλώνοντας το κεφάλι.
«Πέρνα μπροστά και σ΄ ακολουθώ», είπα εγώ.
Έτσι έγινε και φτάσαμε μέχρι το αμάξι, τής άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και βιάστηκα να μπω από την άλλη πλευρά. Εκείνη είχε ήδη βολευτεί όταν ξεκινήσαμε.
«Αμαξάρα», έκανε κοροϊδευτικά.
«Ειδική παραγγελία», της εξήγησα δήθεν σοβαρά.
Περάσαμε γρήγορα από τους στενούς δρόμους στη λεωφόρο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει.
«Μουσική δεν έχει το ρημάδι;» ρώτησε η Σόνια κάπως ανυπόμονα.
«Ραδιόφωνο μόνο», απάντησα.
«Άστο τότε –καλύτερα έτσι», είπε.
Κοίταξα τον καθρέφτη ψάχνοντας να δω αν μας ακολουθούσε κανένας, εκείνη το κατάλαβε.
«Πώς και δεν σε φυλάνε;» τη ρώτησα.
«Για ποια με πέρασες;» γέλασε.
«Όσο να πεις...» μουρμούρισα.
«Δεν σε κάρφωσα εγώ, σε περιμένανε στο σπίτι», είπε.
«Έχει σημασία;» ρώτησα. «Δηλαδή αν δεν με περιμένανε δεν θα τους τηλεφωνούσες;»
«Δεν έχει σημασία –η απάντησή μου εννοώ», παραδέχτηκε εκείνη.
Προτίμησα να σωπάσω. Προσηλώθηκα στο δρόμο που τρεμόπαιζε με τα αναμμένα φώτα των αυτοκινήτων του απέναντι ρεύματος, είχα σκοπό να πάμε παραλιακά, προς Σούνιο –εκεί που με είχανε πάει βόλτα τα καλόπαιδα τις προάλλες.
«Και πώς θα γίνει δηλαδή;» ζήτησε να μάθει.
«Τι εννοείς;»
«Το όλο πράγμα –πυροβολισμός στον αυχένα; Όπως στις ταινίες;»
«Δεν έχω πιστόλι».
«Ε, τότε; Θα με σπρώξεις από τα βράχια στα Λιμανάκια;»
«Για ποιον με πέρασες...» διαμαρτυρήθηκα.
«Κάπως όμως πρέπει να γίνει...» μουρμούρισε σκεφτικά.
«Μπορεί κιόλας να πηγαίνουμε απλώς μια βόλτα και μετά να σε γυρίσω σπίτι σου άθικτη», συμπλήρωσα.
«Μπορεί...» γέλασε. «Όπως μπορεί και να υπάρχουν νεράιδες ή ξωτικά».
«Όλα είναι πιθανά», είπα.
«Ότι και να γίνει, θέλω να σου πω κάποια πράγματα πριν», μου ζήτησε.
«Εντάξει», συμφώνησα.
Κάπως έτσι φτάσαμε στην ερημική παραλία, έξω έκανε κρύο ανακατεμένο με σκοτάδι, πάρκαρα το αμάξι χωρίς να σβήσω τη μηχανή για να συνεχίσει να λειτουργεί το καλοριφέρ.
«Είμαι όλος αυτιά», της είπα.
«Θα το συνηθίσω κι αυτό», αναστέναξε. «Νομίζω πάντως οτι έχω κάποιες πληροφορίες που θα σε ενδιαφέρουν...»
Σταμάτησε, δεν είπα τίποτα.
«Για παράδειγμα, έτυχε ν΄ακούσω τον Γκας να μιλάει για σένα...» είπε στη συνέχεια.
«Θα μου πεις τώρα οτι κάποιος του ζήτησε να με καθαρίσει;» κορόιδεψα.
«Δεν το ξέρω αυτό και μη βιάζεσαι να κάνεις τον έξυπνο. Εγώ άκουσα τον Γκας να λέει οτι εσένα πρέπει να δώσουν επειδή έχεις τις λιγότερες άκρες...»
«Τι θα πει αυτό;» απόρησα.
«Να σε δώσουν ρε παιδί μου –πώς το λένε; Να σε στήσουν, κατάλαβες;»
Κατάλαβα.
«Και πότε το άκουσες αυτό;»
«Πάει κάνας μήνας τώρα –μπορεί και περισσότερο. Μου είχε κάνει εντύπωση το όνομά σου γι΄αυτό το θυμάμαι, έλεγε ο Γκας: ‘τον Λούη, τον Λούη που θα τον κλάψουνε λιγότερα κορίτσια΄ και γέλαγε. Από το τραγούδι –θυμάσαι έτσι;»
Θυμόμουν. Η Σόνια συνέχισε.
«Κι αυτό δεν θα μου έμενε αν δεν ήταν όλη η κουβέντα μπλεγμένη με μουσική –δηλαδή ο Γκας έλεγε αυτό που μοιάζει με τον στίχο του τραγουδιού και φώναζε τον άλλο ‘Πιανίστα’...»
«Πώς τον φώναζε;»
«Πιανίστα».
«Τον Τάκη τον Πιανίστα;»
«Δεν θυμάμαι –μπορεί. Το ‘Πιανίστας’ μου έμεινε...»
Έξυσα το κεφάλι μου. Πριν κάνα μήνα, είχε πει η Σόνια.
«Άλλο;» ρώτησα προσπαθώντας να μείνω συγκεντρωμένος.
«Μετά ο Γκας μου είπε να σε μαντρώσω στο σπίτι μου».
«Πότε μετά;»
«Μετά –τώρα... Τώρα τελευταία δηλαδή, την προηγούμενη της μέρας που συναντηθήκαμε νομίζω...»
«Και μάντρωμα θα πει...»
«Φαγητό, πήδημα –όλες τις ανέσεις...»
«Σωστά».
«Αλλά εγώ....»
«Ναι ξέρω, εσύ με ερωτεύτηκες –κυκλοφόρησε και σε ντιβιντί».
«Όχι –εγώ... Θέλω να πω, εσύ με εκνεύριζες από την πρώτη στιγμή που σε είδα κι έτσι μου ήταν δύσκολο να το γυρίσω το θέμα σε πήδημα».
«Είδες τι μαλάκας που είμαι;» γέλασα.
«Μετά όμως...»
«Μετά άλλαξες γνώμη και με ερωτεύτηκες –θα το δείξουν και στην κρατική τηλεόραση απ΄ότι άκουσα».
«Όχι –κόψε λίγο τις μαλακίες. Ξαναγίνεσαι το ίδιο εκνευριστικός με την πρώτη μας συνάντηση... Αυτό που ήθελα να πω είναι οτι μετά με ειδοποίησε ο Γκας να μη σε χάνω καθόλου από τα μάτια μου και κατάλαβα οτι θα σε σκοτώνανε. Είναι ερεθιστικό να πηδηχτείς μ΄έναν μελλοθάνατο, όπως και να ΄χει....»
Γέλασα για να κρύψω την απογοήτευσή μου. Γιατί στ΄αλήθεια την προκαλούσα τόση ώρα να το πει –να παραδεχτεί οτι είναι ερωτευμένη μαζί μου -έστω και για να γλιτώσει τη ζωή της. Αλλά ούτε κι έτσι...
Άναψα τσιγάρο.
«Αυτά είναι όλα;» ρώτησα.
«Ναι», απάντησε.
«Εντάξει», είπα.
«Και τώρα;»
«Δεν ξέρω –πρέπει να το σκεφτώ...»
«Για το αν θα με σκοτώσεις ή για το πώς;» θέλησε να μάθει.
«Και για τα δυο», παραδέχτηκα.
Της πρόσφερα τσιγάρο, αρνήθηκε κι έπιασε την τσάντα της κάνοντάς μου νόημα οτι προτιμάει τα δικά της.
«Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω σ΄αυτό», μουρμούρισε βάζοντας το χέρι της στην τσάντα.
Στη συνέχεια το τράβηξε και είδα οτι κρατούσε ένα πιστόλι –όχι τίποτα τρομερό, ένα πλακέ πραγματάκι, γυναικείο, απ΄αυτά που κάνουν πολλή φασαρία αναλογικά με το μέγεθός τους. Με σημάδεψε χαμογελώντας.
«Κάποια βοήθεια», γέλασα φυσώντας τον καπνό προς το μέρος της.
«Ότι μπορεί ο καθένας..» με κορόιδεψε.
«Εντάξει», είπα. «Ξεμπέρδευε –όλο και κάτι θα σου δώσει ο Γκας γι΄αυτό».
«Είσαι πολύ μαλάκας τελικά», μουρμούρισε και πυροβόλησε –ο θόρυβος έκανε τ΄ αυτιά μου να κουδουνίζουν και το εσωτερικό του αυτοκινήτου γέμισε καπνό. Κοίταξα πίσω μου και είδα οτι είχε κάνει μια τρύπα στο πλαϊνό τζάμι αρκετά μεγάλη για να χωρέσει ένα κέρμα.
«Καινούργιο αμάξι ρε γαμώτο...» αγανάκτησα.
 «Ήθελα να δω τα μούτρα σου», παραδέχτηκε. «Τώρα μήπως γίνεται να βγάλεις το σκασμό;»
«Και πριν γινόταν, αρκεί να μου το ζητούσες –δεν ήταν ανάγκη να μου τρυπήσεις το τζάμι», είπα.
Χαμογέλασε συνεχίζοντας να με σημαδεύει.
«Δεν το βάζεις πάλι στη θέση του μη γίνει κάνα ατύχημα;» είπα.
«Γι΄αυτό το κρατάω ρε κορόιδο –για να μη γίνει κάνα ατύχημα», γέλασε. «Τι θα έλεγες τώρα να μου δώσεις οτι κουβαλάς –πιστόλια, μαχαίρια, χειροβομβίδες...»
«Θα έλεγα οτι μου φαίνεται κακή ιδέα», παρατήρησα.
Κούνησε το πιστόλι της μπροστά στα μούτρα μου κι εγώ σήκωσα τους ώμους παραιτημένος.
«Πιστόλι δεν έχω», της είπα. «Μόνο την πεταλούδα...» και έβαλα το δεξί μου χέρι στη μέσα τσέπη του μπουφάν για να την πιάσω.
Την τράβηξα προσεκτικά με τα δυο δάχτυλα σα να έπιανα κάτι σιχαμένο και ταυτόχρονα άρπαξα το πιστόλι της με το αριστερό μου χέρι. Γύρισα το χέρι της προς το πίσω τζάμι, πάλεψε λίγο να μου ξεφύγει κρατώντας το πιστόλι αλλά δεν πυροβόλησε. Το πιστόλι έπεσε ανάμεσα στα καθίσματά μας κι εγώ το χτύπησα με την άκρη της πεταλούδας και το έστειλα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου.
«Καλύτερα έτσι», παρατήρησα ξαναβάζοντας στην τσέπη μου την πεταλούδα.
«Κλασικός αντρικός κομπλεξισμός –φοβόσαστε μη χάσετε την κυριαρχία όταν βλέπετε μια γυναίκα με πιστόλι», είπε η Σόνια.
Κόντεψα να κατουρηθώ από τα γέλια –σταμάτησα όμως γιατί η τρύπα στο παράθυρο έμπαζε βρωμόκρυο.
«Και τώρα που αποκαταστάθηκε η φαλλοκρατική εξουσία, τι προβλέπει το μενού;» τη ρώτησα.
«Κοίτα –δεν υπάρχει λόγος να σκοτωθούμε μεταξύ αλλά ούτε και να με χαρακώσει ο Γκας», άρχισε να μου εξηγεί η Σόνια. «Απ΄ ότι έχω καταλάβει σε στήσανε χοντρά και τώρα τρέχεις να ξεμπλέξεις. Μπορώ ίσως να βοηθήσω...»
«Γιατί να το κάνεις;»
«Επειδή, αν το παίξουμε σωστά, κι εσύ θα γλιτώσεις και θα κονομήσουμε κάμποσα φράγκα».
Έξυσα πάλι το κεφάλι μου. Τελικά, αυτή η γυναίκα με λάτρευε  –δεν υπήρχε αμφιβολία....
«Για προχώρα στο παρασύνθημα», της ζήτησα.
«Απλό είναι το θέμα –αυτός που ζήτησε από τον Γκας να σε στήσει θα πρέπει να είναι ο ίδιος που σκότωσε εκείνη την ηθοποιό...»
«Τη Φωτίου».
«Μπράβο –έχεις γερό μνημονικό... Αυτός λοιπόν, εκτός που έκανε φόνο διαθέτει και κάμποσο παραδάκι, εφόσον πλήρωσε τον Γκας...»
«Σωστά».
«Τι γίνεται όταν έχουμε έναν κονομημένο ένοχο;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με κατευθείαν στα μάτια.
«Τη γλιτώνει γιατί μπορεί να πληρώσει καλό δικηγόρο», έκανα χαζά.
«Εκβιασμός γίνεται ρε βλάκα», μου είπε γελώντας.
Έξυσα πάλι το κεφάλι μου.
«Δηλαδή;» έκανα.
«Δηλαδή, μας πληρώνει και δεν το κάνουμε βούκινο».
«Ή μας σκοτώνει και μας ξεφορτώνεται μια και καλή».
«Σωστά αλλά λάθος. Γιατί αν μπορούσε να το κάνει από μόνος του δεν θα έβαζε τον Γκας. Εφόσον όμως ο Γκας απέτυχε...»
«Απέτυχε;»
«Ε, βέβαια. Πώς αλλιώς θα εμφανιστούμε εμείς μπροστά του;»
«Ωραία».
«Εφόσον ο Γκας απέτυχε δεν είμαστε εύκολοι στόχοι. Κι όπως θα του εξηγήσουμε, είναι πολύ πιο εύκολο να μας ξεφορτωθεί πληρώνοντας».
«Και μετά;»
«Μετά εξαφανιζόμαστε. Εμένα δε με ψάχνουν οι μπάτσοι, εσύ βγάζεις ένα πλαστό διαβατήριο...»
«Μην ξεχνάς οτι όσο με κυνηγάει ο Γκας είμαι αποκομμένος...»
Αναστέναξε κουρασμένα.
«Αυτό λέμε βρε μωρό μου, οτι ο Γκας δεν θα σε κυνηγήσει άλλο. Γιατί να το κάνει δηλαδή; Θα πάμε, θα τον βρούμε, θα του εξηγήσουμε –επιχειρηματίας είναι, θα καταλάβει....»
«Εννοείς...»
«Εννοώ οτι είναι προτιμότερο να χάσει μια δουλειά παρά τη ζωή του».
Άναψα καινούργιο τσιγάρο.
«Δηλαδή, για να καταλάβω... Εγώ την πέφτω στον Γκας για αρχή, τον απειλώ και κλείνω συμφωνία μαζί του. Μετά την πέφτω στον δολοφόνο της Φωτίου...»
«Κάπως έτσι...»
«Δυο προβλήματα».
«Να τ΄ ακούσω».
«Πρώτον, δεν ξέρουμε τον δολοφόνο της Φωτίου».
Γέλασε.
«Αν είναι να συνεργαστούμε θα πρέπει να σταματήσεις να μου λες μαλακίες», είπε.
«Εντάξει», παραδέχτηκα. «Ας πούμε οτι τον ξέρω τον δολοφόνο της Φωτίου».
«Έτσι μπράβο».
«Δεύτερο πρόβλημα: αν είναι να κάνω εγώ όλη τη δουλειά, γιατί να μοιραστώ τα φράγκα μαζί σου;»
Μετακινήθηκε στη θέση της σταυρώνοντας τα πόδια της. Η καμπαρτίνα άνοιξε αφήνοντας να φανεί λίγο μαύρο ημιδιαφανές καλσόν.
«Επειδή αν δε σε φέρω εγώ κοντά στον Γκας δεν υπάρχει περίπτωση να τον πλησιάσεις –ζωντανός εννοώ. Κι επειδή έχω την υποψία οτι ο δολοφόνος της Φωτίου σε ξέρει, άρα κι εκεί με χρειάζεσαι».
Είχε δίκιο.
«Και πώς ξέρω οτι δεν μου τη στήνεις;»
«Βρε βλάκα –από τη στιγμή που δεν σε σκότωσα ενώ μπορούσα...»
«Σωστά», παραδέχτηκα. «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει οτι δεν θα με σκοτώσεις όταν πάρουμε τα φράγκα».
«Δεν έχεις άδικο», παραδέχτηκε. «Αλλά το ίδιο ισχύει και για σένα».
«Μου φαίνεται τίμια συμφωνία», παρατήρησα.
«Εντάξει», είπε.
Αμέσως έσκυψε προς το μέρος μου, με φίλησε στα χείλια κι απομακρύνθηκε.
«Έκλεισε η συμφωνία», είπε απλά.
«Δεν θα το γιορτάσουμε άλλο;» έκανα απογοητευμένος.
«Οι επιτυχίες γιορτάζονται, όχι οι συμφωνίες», απάντησε.
«Κατάλαβα –δεν πρόκειται να πηδήξουμε φέτος», μουρμούρισα.
«Άλλο αυτό ρε βλάκα», έκανε τσιμπώντας με στο μπράτσο.

Οδηγούσα αργά κι αμίλητος, η Σόνια στο πλάι μου κάπνιζε και περνούσε απότομα από την πολυλογία στη μουγκαμάρα –ήταν νευρική και το έδειχνε. Μιλούσε για τα μέρη που θα ήθελε να επισκεφτεί, τη Νότιο Αμερική με τα απομονωμένα ψαράδικα χωριά, τα ερείπια των αρχαίων ναών και τα βουνά που φτάνανε πάνω απ΄ τα σύννεφα -στην αρχή την παρακολουθούσα αλλά μετά χάθηκα στη συγχισμένη γεωγραφία της. Περιόρισα λοιπόν τις αρχικές μου μονολεκτικές απαντήσεις σε νεύματα του κεφαλιού και στο τέλος παράτησα κάθε προσπάθεια, απλώς οδηγούσα μυρίζοντας το άρωμά της και φανταζόμουν τι θα ήθελα να κάνω μαζί της. Όταν κατάλαβε οτι δεν πηγαίναμε στον Γκας ήταν αργά.
«Πού πάμε; Δεν είναι προς τα εδώ το σπίτι του Γκας», απόρησε.
«Αλλαγή σχεδίων μωρό μου», είπα.
«Τι έκανε λέει;» φούντωσε.
Έβγαλα δεξί φλας, έλεγξα αν ερχόταν κανένας πίσω μας και στη συνέχεια ανέβασα το μισό αμάξι στο κοντινότερο πεζοδρόμιο. Τράβηξα χειρόφρενο, την κοίταξα στα ίσα.
«Μαζί σου κάνω τεράστιες προσπάθειες να μην πιαστώ εντελώς κορόιδο», της εξήγησα. «Πάει να πει...» την έκοψα όταν προσπάθησε να μιλήσει, «οτι θέλει μεγάλη δόση ηλιθιότητας για να σε αφήσω να με τραβολογήσεις α λα μπρατσέτα στον Γκας ενώ το κεφάλι μου παραμένει ακόμα κερδοφόρο. Σκέφτηκα λοιπόν να πάμε πρώτα να βρούμε τον δολοφόνο και να του ξηγηθούμε τον εκβιασμό μας –έτσι, και τη συμφωνία του Γκας χαλάμε κι εσύ μπλέκεσαι μαζί μου...»
«Πολύ έξυπνο –μαλάκα», ψευτοθαύμασε.
«Υπάρχει βέβαια και η εναλλακτική να κατέβεις επιτόπου και να ξεχάσουμε ότι έγινε», της είπα.
«Υπέροχα. Πώς θα γίνει δηλαδή; Κατεβαίνω, κάνω 10 βήματα μέχρι να πιάσεις το πιστόλι από το πίσω κάθισμα και μετά με καθαρίζεις;» έκανε παγωμένα.
«Ποτέ δεν ξέρεις μέχρι να μάθεις», της είπα.
«Βλακείες...» μουρμούρισε. «Ξεκίνα το αυτοκίνητο –μη μας βρει το ξημέρωμα εδώ πέρα».
Χαμογέλασα.
«Γι΄αυτό σ΄ αγαπάω», της είπα.
«Καλά –οδήγα τώρα», έκανε.
Πολύ στο φτύσιμο με είχε ρε παιδί μου...

Παρκάραμε πολύ κοντά στο σπίτι του Αλεξιάδη, άνοιξα το παράθυρο, έβγαλα το κεφάλι απέξω και κοίταξα προς τον όροφο του. Δεν έβλεπα φως. Ο επίμαχος σκουπιδοτενεκές ήταν ξέχειλος από πολύχρωμες πλαστικές σακούλες. Της έδειξα το διαμέρισμα.
«Τι να κάνω δηλαδή;» με ρώτησε.
«Πηγαίνεις και χτυπάς. Είναι πολύ νωρίς για να κοιμούνται αλλά ποτέ δεν ξέρεις...»
«Παρακάτω;»
«Ελέγχεις το απέναντι καφέ», της έδειξα.
«Τι ψάχνω;»
«Δυο αδερφές. Ο ένας είναι υστερικιά με καράφλα κι ο άλλος, αρχοντικός τύπος που καπνίζει κόκκινα τσιγάρα».
«Αυτόν θα τον συμπαθήσω», έκανε στρώνοντας την καμπαρτίνα της.
«Καλύτερα όχι –τυγχάνει να είναι ο δολοφόνος».
«Ε και τι μ΄αυτό; Άλλο η δουλειά κι άλλο οι συμπάθειες», γέλασε κοριτσίστικα.
Πράγμα που με έκανε να σκεφτώ οτι η Σόνια ήταν κάποτε κορίτσι, αιώνες πριν γίνει γυναίκα-αράχνη.
«Τέλος πάντων –τσεκάρεις κι έρχεσαι να με ειδοποιήσεις», είπα.
Βγήκε χτυπώντας την πόρτα του αμαξιού πίσω της –έπρεπε να κολλήσω κάνα ταξιτζίδικο αυτοκόλλητο «Σιγά τις πόρτες» γιατί θα μου το διαλύανε το όχημα....
Την είδα να χτυπάει κουδούνια στην πολυκατοικία, δεν της πήρε πολύ μέχρι ν΄ανοίξει η πόρτα. Όταν χάθηκε μέσα στην πολυκατοικία βγήκα από το αμάξι έχοντας ήδη φυλάξει το πιστόλι της στην εξωτερική τσέπη του μπουφάν μου. Έψαξα τον μισοσκότεινο δρόμο, δεν άργησα να βρω το μπάσιμο μιας πολυκατοικίας στο απέναντι πεζοδρόμιο και να χωθώ μέσα –το μόνο που είχα να κάνω ήταν να περιμένω.
Δεν χρειάστηκε να το κάνω για πολύ –σε δυο λεπτά η Σόνια κατέβηκε και κατευθύνθηκε προς το καφέ. Όταν βγήκε κι από εκεί, πήγε προς το αυτοκίνητο, την ακολούθησα προσεκτικά αλλά και πάλι με πήρε είδηση.
«Δεν είναι πουθενά», μου είπε.
«Ωραία, πάμε να μπούμε στο διαμέρισμά τους», έκανα.
«Δεν μπορούσες να μου το έχεις πει από πριν για ν΄αφήσω την εξώπορτα ανοιχτή;» παραπονέθηκε.
«Αυτοσχεδιάζω», δικαιολογήθηκα.
Πήγανε ξανά προς την εξώπορτα, η Σόνια την έσπρωξε κι αμέσως έπεσε ένα κομμάτι χαρτί που μπλόκαρε την πόρτα, κρατώντάς την ανοιχτή.
«Βλέπεις μπροστά», παραδέχτηκα με θαυμασμό.
«Μπα –δίπλα μου βλέπω», μουρμούρισε κοιτάζοντάς με επιτιμητικά.
Άρχισα να ξανασκέφτομαι οτι έκανα μαλακία που δεν την είχα ήδη σκοτώσει.

Ο διάδρομος έξω από το διαμέρισμα του Αλεξιάδη ήταν θεοσκότεινος, της έδωσα να κρατάει αναμμένο τον αναπτήρα μου και διέλυσα την κλειδαριά χρησιμοποιώντας την πεταλούδα.
«Εσύ κάθεσαι έξω για τσίλιες», της ξέκοψα.
Το εσωτερικό του διαμερίσματος μύριζε λιβάνι, θερμαντικές αλοιφές και γεράματα. Δεν τόλμησα ν΄ ανάψω το φως –περίμενα μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου και μετά άρχισα να ψάχνω ακατάστατα. Βρήκα ένα δρύινο γραφείο, ξεκοίλιασα τα συρτάρια του στη σειρά, αδειάζοντας το περιεχόμενό τους. Μετά ανακάτεψα τη βιβλιοθήκη κι αυτό μου πήρε πολύ χρόνο γιατί ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη. Μπήκα στα υπνοδωμάτια αλλά γρήγορα ξαναβγήκα, στάθηκα στη μέση του σαλονιού, κοντά στην τηλεόραση. Ήταν τόσο προφανές τελικά... Δεξιά από την οθόνη υπήρχε ένα πλήρες στερεοφωνικό συγκρότημα –πάνω στο πικ απ ήταν ακουμπισμένη μια συσκευή βίντεο, πλησίασα, πάτησα το κουμπί και αμέσως πετάχτηκε έξω η κασέτα. Άναψα τον αναπτήρα για να την ψάξω καλύτερα –στην ετικέτα έγραφε: «Γάμος Λυδίας Παπακώστα», γέλασα με την πονηριά της Λίζας Φωτίου –ποιος θα ενδιαφερόταν για το βίντεο ενός γάμου; Μονάχα κάποιος που θα ήξερε οτι η Λυδία Παπακώστα αποκλειόταν να έχει παντρευτεί εκείνο το γομάρι με το οποίο τραβιόταν. Έβαλα την κασέτα στην τσέπη και βιάστηκα να φύγω από εκεί μέσα.
«Τι έγινε;» με ρώτησε η Σόνια.
«Φύγαμε», της είπα.
Στο κατέβασμα από τις σκάλες με πρόλαβε.
«Βρήκες τίποτα;»
«Κάτι βρήκα...»
«Τι;»
«Τίποτα».
«Πάλι μαλακίες;»
«Εντάξει –θα σου δείξω. Πάμε να φύγουμε τώρα».

Μπήκαμε βιαστικά στο αμάξι και ξεκίνησα.
«Ξέρεις κάνα ασφαλές μέρος να πάμε;» τη ρώτησα.
«Γιατί; Το σπίτι μου τι έχει;» απόρησε.
«Κακές δονήσεις –σαν πορτ μπαγκάζ τζιπ ένα πράγμα...» μουρμούρισα.
Προτίμησε να μη σχολιάσει.
«Έχεις λεφτά;» τη ρώτησα.
«Κάτι έχω».
«Πάμε σε κάνα ξενοδοχείο;»
Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Κι εγώ ξεκίνησα με κατεύθυνση τα βόρεια, ρομαντικά, προάστια.
«Λοιπόν; Τι βρήκες;» με ξαναρώτησε.
«Το λόγο για τον οποίο σκοτώθηκε η Φωτίου», απάντησα.
«Κι ο λόγος είναι;» ζήτησε να μάθει.
«Μια κασέτα με πορνό», απάντησα.
«Καλά λένε οτι η τσόντα βλάπτει σοβαρά την υγεία», διαπίστωσε.
«Ειδικά όσων συμμετέχουν σ΄αυτή», είπα.
Με κοίταξε σκεπτική.
«Τι έγινε πάλι;» ρώτησα.
«Απόψε θα σε πηδήξω –αυτό έγινε», μου είπε.
«Κι αν δε θέλω;» έκανα χαζά.
«Οδήγα ρε βλάκα μη σκοτωθούμε –που θα μου πεις κιόλας οτι δεν θέλεις», γέλασε.
Οδήγησα λάμποντας σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Παρασκευή, Ιανουάριος 13, 2012

4. Ελληνική οικονομία: το φαινόμενο της αποικίας χωρίς μητρόπολη

Έχεις απορίες;

Είναι (σ΄αυτό το υπερβατικό σύμπαν των ανεκδότων) ένας Γερμανός, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας οι οποίοι συμμετέχουν σε διαγωνισμό για το ποιος μπορεί να τελειώσει σε μικρότερο χρόνο κάποια, συγκεκριμένα, πράγματα. Ο χρόνος είναι δυο λεπτά και πρέπει μέσα σ΄αυτόν να συναρμολογήσουν ένα καρμπυρατέρ, να φάνε μια μακαρονάδα και να κάνουν σεξ με μια γυναίκα. Ξεκινάει πρώτος ο Γερμανός, συναρμολογεί το καρμπυρατέρ κι εκεί τελειώνουν τα δυο λεπτά. «Εμείς στη Γερμανία, πιστεύουμε οτι η δουλειά είναι πάνω απ΄ όλα», λέει παραδεχόμενος την  ήττα του. Έρχεται η σειρά του Ιταλού, πλακώνεται στη μακαρονάδα, τελειώνει ο χρόνος. «Εμείς στην Ιταλία πιστεύουμε οτι το φαγητό είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει παραδεχόμενος την ήττα του κι αυτός. Έρχεται ο Γάλλος, βουτάει τη γυναίκα, τελειώνει κι ο δικός του χρόνος. «Εμείς στη Γαλλία πιστεύουμε οτι ο έρωτας είναι πάνω απ΄ όλα», σχολιάζει. Τελευταίος ο Έλληνας, ο οποίος βάζει τη γυναίκα να συναρμολογεί το καρμπυρατέρ όσο αυτός κάνει σεξ μαζί της και ταυτόχρονα τρώει τη μακαρονάδα από το πιάτο που έχει ακουμπισμένο στην πλάτη της. Μέσα σε δυο λεπτά τα έχει τελειώσει όλα! Το πλήθος επευφημεί, οι συναγωνιζόμενοι θαυμάζουν την εφευρετικότητά του, «μα πώς τα καταφέρατε, πώς το σκεφτήκατε!» τέτοια πράγματα. «Εμείς στην Ελλάδα», λέει κορδωμένος, «πιστεύουμε οτι άμα δεν γαμήσεις τον εργαζόμενο ψωμί δεν τρως».

Το παραπάνω ανέκδοτο παρουσιάζει την στρεβλή απεικόνιση της πραγματικότητας η οποία κυριάρχησε στην δόμηση της ελληνικής οικονομίας –αυτό που θεωρείται ως απαύγασμα της καπατσοσύνης (της ικανότητας δηλαδή να φέρνεις σε πέρας οτιδήποτε με τον μικρότερο δυνατό κόπο και με τα ελάχιστα δυνατά εφόδια) δεν είναι παρά η απεικόνιση ενός στουρθοκαμηλισμού. Γιατί αυτό που θα έπρεπε να είναι η λογική κατάληξη του ανεκδότου αποκρύπτεται –το οτι δηλαδή οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι συμμετέχοντες θα πλάκωναν τον Έλληνα στις σφαλιάρες γιατί, ούτε το καρμπυρατέρ έδεσε σωστά (αναθέτοντας την εργασία στη γυναίκα-αντικείμενο του σεξ και άρα άσχετη με μηχανολογία), ούτε το φαγητό ευχαριστήθηκε, ούτε από το σεξ αποκόμισε τίποτα περισσότερο πέραν της αυνανιστικής ικανοποίησης. Το οτι η πλήρης αποτυχία στην υλοποίηση κάποιων οικονομικών ενεργειών θεωρείται ένδειξη εφευρετικότητας σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη η οποία επικρατεί στη χώρα, θα πρέπει να ειδωθεί σαν αποτέλεσμα «αγιοποίησης» της ελληνικής αβελτηρίας.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός οτι η καρκινική ανάπτυξη του ελληνικού οικονομικού μορφώματος ξεκινάει εξίσου ανεκδοτολογικά και συγκεκριμένα με την ιστορία για την καλλιέργεια της πατάτας την οποία προσπάθησε να προωθήσει στον ελλαδικό χώρο ο Ιωάννης Καποδίστριας, αλλά για να τα καταφέρει, αναγκάστηκε να βάλει φρουρούς στην αποθήκη με τους σπόρους, ωθώντας έτσι τους κατοίκους στο να κλέψουν τους σπόρους (που δεν καταδέχονταν να πάρουν όσο μοιράζονταν δωρεάν) επειδή πίστεψαν οτι (λόγω φρούρησης) ήταν πολύτιμοι.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους μετά την ανεξαρτητοποίηση από την οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν μια διαδικασία η οποία προήλθε σαν ευθύ αποτέλεσμα κοινωνικής επανάστασης, επειδή:
1. Η επανάσταση του ’21 είχε μεν κοινωνικές εκφάνσεις οι οποίες όμως καταπνίγηκαν (τις περισσότερες φορές από τους ίδιους τους ηγέτες της), δίνοντας τη θέση τους σε έναν αγώνα αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιοπροσόδων και εξάλειψης των φόρων που πλήρωναν οι γαιοκτήμονες. Αυτό ήταν άλλωστε και το νόημα της αρχηγικής εμπλοκής των αρματολών στην εξέγερση και γι΄αυτό οι, όποιες, πολυπολιτισμικές φωνές (π.χ. Ρήγας Φεραίος) βγήκαν από τη μέση νωρίς και οι, τυχόν, κολλεκτιβικές μορφές διαχείρισης των πόρων (π.χ. Αμπελάκια) αφέθηκαν να παρακμάσουν.
2. Ακόμα κι αυτός ο φεουδαρχικός χαρακτήρας της επανάστασης του ’21 δεν στάθηκε δυνατό να οδηγήσει σε επικράτηση, αδυνατώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον τοπικισμό, τον φυλετισμό, τη θρησκευτική επικυριαρχία και την έλλειψη σύμπνοιας μεταξύ των κοτζαμπάσηδων. Αποτέλεσμα ήταν να ηττηθούν οι επαναστατικές δυνάμεις και να χρειαστεί η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεξαρτητοποίηση του ελληνικού κράτους.

Εφόσον όμως δεν ευδοκίμησε κάποια κοινωνική επανάσταση προκειμένου να ανατραπούν οι όροι ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων, αλλά και δεν έγινε μια ομαλή μετάβαση από ένα καθεστώς σε άλλο, ήταν φυσικό επακόλουθο να επικρατήσει οικονομικό, ιδιοκτησιακό και φορολογικό χάος στο νεοσύστατο κράτος. Στον τομέα της γεωργίας, όχι μόνο δεν έγινε αναδιανομή εδαφών αλλά οι συνθήκες εργασίας έγιναν σκληρότερες για τους ακτήμονες (κολίγους) απ΄αυτές που επικρατούσαν επί οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση εξελίχθηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και στα εδάφη που προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια στη συνέχεια. Αγροτικές εξεγέρσεις καταπνίγηκαν με βίαιες μεθόδους, παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν στην επαιτεία ενώ το σώμα της Χωροφυλακής εξελίχθηκε σε κανονικό στρατό κατοχής. Την εποχή της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης στην Ελλάδα εφαρμοζόταν το οικονομικό καθεστώς του «τσαρισμού άνευ Τσάρου» και, στις περιπτώσεις προσάρτησης εδαφών με κάποια δομημένη βιομηχανική γραμμή παραγωγής η στάση του ελληνικού κράτους ήταν τόσο αποτελεσματικά άκαμπτη που η ερήμωση της βιομηχανικής περιοχής αποτελούσε απλώς θέμα χρόνου. Όλα αυτά δεν θα δημιουργούσαν ιδιαίτερα μεγάλα προβλήματα αν η Ελλάδα κατέληγε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη «φυσική» της θέση –δηλαδή στο λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ» μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Από τη στιγμή όμως που αποφασίστηκε οτι η Ελλάδα θα ανήκει στο «δυτικό μπλοκ» (υποθέτω για λόγους διευκόλυνσης των εμπορικών και στρατιωτικών μετακινήσεων –πάντως σίγουρα όχι για λόγους ομοιογένειας με τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες) ξεκίνησε μια αγωνιώδης προσπάθεια απόκρυψης των δομικών διαφορών κάτω από ένα χαλί κεντημένο με «καπατσοσύνη».

Ας δούμε το χαλί από πιο κοντά...

Υπενθυμίζοντας, σε πρώτη φάση, ότι από την εποχή σύστασης του ελληνικού κράτους κυριάρχησαν δυο, αλληλένδετες, οικονομικές τακτικές:
-Η υπερφορολόγηση όσων στερούνται περιουσίας (ως περιουσία νοείται η κατοχή αγαθών ή/και μέσων παραγωγής τα οποία προσκομίζουν κέρδος).
-Η διευκόλυνση όσων κατέχουν περιουσία να χρησιμοποιήσουν τα κέρδη που προσπορίζουν από αυτή καθώς και την όποια ρευστοποίησή της σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (τουλάχιστον εντός των κρατικών ορίων).

Από την εποχή της εξέγερσης του Κιλελέρ (λόγω της επέκτασης και στις κοινόχρηστες γαίες της απαίτησης προσόδου –άρα λόγω αύξησης της φορολόγησης) μέχρι την σημερινή εποχή της υπέρμετρης αύξησης (τόσο της έμμεσης όσο και) της άμεσης φορολόγησης σε ποσοστό που ίσως ξεπερνάει το 40% του μισθού, τα στρώματα των μισθωτών είναι αυτά που πληρώνουν αναγκαστικά. Πράγμα που, με τη σειρά του, σημαίνει οτι η έννοια του φόρου είναι παντελώς αποκομμένη από την οποιαδήποτε κοινωνική αναγκαιότητα (που ίσως εξυπηρετεί), άρα και η ίδια η φοροαπόδοση προσδιορίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την δυνατότητα του φορολογικού υποκειμένου να την αποφύγει.
Από την εποχή ακόμα της Τουρκοκρατίας και της ανάπτυξης των μεγάλων οικογενειών πλοιοκτητών εκτός ελλαδικού χώρου μέχρι τη σημερινή οργασμική ανάπτυξη των off shore εταιρειών στις οποίες μεταφέρονται τα εγχώρια κεφάλαια, η «αποικειοκρατική στρατηγική» εφαρμόστηκε με αξιοζήλευτη ευλάβεια στην Ελλάδα, με τη μόνη διαφορά βέβαια οτι οι «αποικειοκράτες» που απογύμνωναν τη χώρα από πόρους και έσοδα ήταν οι ιθαγενείς κάτοικοι της ίδιας της χώρας!

Σα να μην έφτανε η καταστροφική πορεία της χώρας (με οικονομικούς όρους) ήρθαν οι εμπλοκές σε Παγκόσμιους, Βαλκανικούς και κάθε λογής πολέμους για να αφαιρέσουν εργατικό δυναμικό και να καταστρέψουν τις όποιες υποδομές, προσθέτοντας παράλληλα στρατούς ανειδίκευτων ανέργων (γυναίκες και παιδιά), προσφύγων, αναπήρων πολέμου κ.λ.π. Για μια, υπό ανάπτυξη, οικονομία ο στρατός των εξαθλιωμένων είναι μάννα εξ ουρανού –εφόσον αυτοί μπορούν να αποτελέσουν πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Η μεταπολεμική Ελλάδα όμως, βγαίνοντας από μια 45ετία σχεδόν συνεχόμενων πολέμων, δεν διέθετε την παραμικρή προϋπόθεση οικονομικής ανάκαμψης. Αυτό γιατί:

1.Το παραγωγικό εργατικό δυναμικό της ήταν σημαντικά απομειωμένο (λόγω των πολέμων), σχεδόν εξ ολοκλήρου ανειδίκευτο και παράλληλα επεδείκνυε τρομερή σπουδή να φύγει από τη χώρα, αναζητώντας την τύχη του στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία κυρίως.
2.Οι οδικοί άξονες είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί και το ίδιο ίσχυε, εν πολλοίς, για τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα (ελάχιστα πάντως) εργοστάσια της χώρας.
3.Οι γεωργικές εκτάσεις υποκαλλιεργούνταν για χρόνια, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ενταχθούν σε διαδικασίες μαζικής παραγωγής.
4.Η χώρα είχε λεηλατηθεί με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο.

Ακόμα και αν η εξωτερική βοήθεια για την ανοικοδόμηση της χώρας αξιοποιούταν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο, η ανοικοδόμηση θα ήταν άθλος. Είναι κατανοητό λοιπόν το τι συνέβη όταν αυτή η εξωτερική βοήθεια μοιράστηκε στους «ημέτερους» οι οποίοι, αφού αγόρασαν οτι ακόμα έστεκε όρθιο, φρόντισαν να βγάλουν εκτός χώρας μεγάλα οικονομικά ποσά που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση της χώρας! Αν σε αυτό προστεθεί και ο χωρισμός των κατοίκων σε νικητές και ηττημένους (οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα, όχι πρόσβασης στα κεφάλαια ανοικοδόμησης, αλλά ούτε καν έμμεσης βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσής τους από την εξωτερική εκείνη βοήθεια) καταλαβαίνει κανείς οτι η μετέπειτα «ανάπτυξη» της χώρας η οποία διαφημίστηκε από τις πρώτες συντηρητικές κυβερνήσεις (και αποθεώθηκε από τη χούντα των συνταγματαρχών) ήταν στην πραγματικότητα ο πλουτισμός κάποιων μακρόβιων συμμοριών και η δημιουργία μιας εύθραυστης ιλουστρασιόν βιτρίνας η οποία κάλυπτε την οικονομική εξαθλίωση. Ήταν δηλαδή, ότι ακριβώς περιγράφει το ανέκδοτο του προλόγου: η ασύστολη εκμετάλλευση του εργαζόμενου ο οποίος δεν ήταν καν ικανός να φέρει σε πέρας την εργασία για την οποία κακοπληρωνόταν, προκειμένου ο συμμορίτης-εργοδότης να μπουκωθεί στα κλεφτά με όσο περισσότερο φαγητό μπορούσε.

Τα οικονομικά χαρακτηριστικά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν είχαν να επιδείξουν κάποια σημαντική βελτίωση –απλώς ένα κατασταλαγμένο μεταπρατικό μοντέλο στο οποίο η παραγωγική διαδικασία κινήθηκε σπασμωδικά (ανάμεσα στα ελάχιστα εργοστάσια που λειτουργούσαν ζημιογόνα, στις αγροτικές καλλιέργειες που πέρασαν από την κατά τύχη εκμετάλλευση στην ένταξη σε ένα ευρωπαϊκό πλάνο ανισότητας και ενός αχρείαστα τεράστιου τριτογενή τομέα). Σε εκείνη τη χρονική περίοδο θα πρέπει να αναζητηθεί και η σχιζοφρενική (για καπιταλιστικό κράτος) μετατροπή του βαθμού κοινωνικής καταξίωσης που συνεπάγεται το επάγγελμα. Πράγματι, θα πρέπει να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία η κοινωνική καταξίωση που απολαμβάνει η εργασία στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα (και δεν έχει να κάνει καθόλου με συσχετισμούς περί κοινωνικής προσφοράς των δημοσίων υπαλλήλων). Οι υπόλοιπες κοινωνικά καταξιωμένες θέσεις εργασίας αφορούν είτε όσους έχουν την τυπική δυνατότητα να διαλεχθούν με την εξουσία (π.χ. δικηγόροι, συμβολαιογράφοι), είτε όσους «συνδιαλέγονται με τον θάνατο» (γιατρούς, φαρμακοποιούς) –αυτό είναι ένα σαφές δείγμα φοβικής κοινωνίας σε βαθμό μάλιστα τον οποίο δεν επέδειξαν ούτε καν υπόδουλοι λαοί ενώ βρίσκονταν υπό την απειλή της γενοκτονίας.

Αν θελήσει κανείς να εξετάσει τους παραγωγικούς τομείς της σύγχρονης Ελλάδας θα παρατηρήσει οτι:

-Ο πρωτογενής τομέας (γεωργία) πέρασε σε ένα καθεστώς επιδότησης χάνοντας την επαφή του με την οικονομία της αγοράς και στερώντας την, ελάχιστη έστω, δυνατότητα αυτοσυντήρησης της χώρας.
-Ο δευτερογενής τομέας (βιομηχανία, βιοτεχνία) λειτούργησε σε δυο άξονες: α) ως παράρτημα κάποιων πολυεθνικών και β) ως εγχώρια μικρομεσαία μονάδα παραγωγής. Στην πρώτη περίπτωση επήλθε μεταφορά των εργοστασίων με την πτώση του «ανατολικού μπλοκ» και την μείωση του εργασιακού κόστους στις χώρες αυτές. Στη δεύτερη περίπτωση, μέσω της απαξίωσης της εργοστασιακής παραγωγής λόγω απροθυμίας εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού και των μεθόδων και λόγω της απροθυμίας των βιομηχάνων να επενδύσουν στις δικές τους μονάδες επήλθε σταδιακός μαρασμός.
-Ο τριτογενής τομέας διογκώθηκε υπέρμετρα και λειτούργησε απομυζώντας παραγωγικές δυνάμεις, προϊόντα και κεφάλαια.

Σ΄αυτόν τον τριτογενή τομέα αξίζει να σταθεί κανείς περισσότερο. Όχι τόσο (και μόνο) λόγω του γεγονότος οτι αναπτύχθηκε υπέρμετρα, όσο και γιατί ο συγκεκριμένος τομέας θα μπορούσε να είναι η σημαντικότερη πηγή ανάπτυξης σε μια χώρα η οποία δεν έχει κανένα παραγωγικό πλεονέκτημα πέραν της γεωγραφικής της θέσης (τόσο αναφορικά με τον τομέα των μεταφορών, όσο και με αυτόν της αναψυχής). Ο τριτογενής στην Ελλάδα θα μπορούσε (με αρκετή διάθεση απλούστευσης) να χωριστεί σε μεταπρατικό εμπόριο και παροχή υπηρεσιών.

Στον τομέα του εμπορίου η κατάρρευση ήρθε ως αναγκαία συνθήκη για τις εγχώριες εταιρείες, από τη στιγμή που άρχισαν να κλείνουν οι βιομηχανικές (και οι βιοτεχνικές) παραγωγικές μονάδες. Αυτό στέρησε στους ντόπιους εμπόρους το πλεονέκτημα του μειωμένου κόστους χοντρικής αγοράς των προϊόντων και, σε συνάφεια, με την είσοδο παραρτημάτων πολυεθνικών, τους αφαίρεσε κάθε προοπτική ανταγωνιστικότητας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις, η παράδοση κάποιων εμπορικών καταστημάτων και άλλοι σχετικοί παράγοντες εξασφάλισαν στα εμπορικά καταστήματα τον απαραίτητο χρόνο για να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους εκτός επιχείρησης ή να διαπραγματευτούν την πώλησή τους σε κάποια πολυεθνική. Φυσικά, για ανασυγκρότηση και επαναδιεκδίκηση του κομματιού της αγοράς το οποίο κάποτε τούς αναλογούσε –ούτε λόγος!
Συνεπώς, τα παραρτήματα των πολυεθνικών εταιρειών (και οι εγχώριες συνεργασίες τους) δεν αντιμετώπισαν κανενός είδους ανταγωνισμό που (σύμφωνα με τις φρούδες ελπίδες των θεωρητικών της ελεύθερης αγοράς) θα τους οδηγούσε σε κάποια προσαρμογή τιμών. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα σημερινά εμπορικά καταστήματα της Ελλάδας να συγκαταλέγονται στα ακριβότερα της Ευρώπης.

Αναφορικά με τον τομέα της παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να συνυπολογιστεί οτι, όπως το εμπόριο χρειάζεται τροφοδότηση από τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία έτσι και οι υπηρεσίες χρειάζονται τροφοδότηση από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις σχολές κατάρτισης. Αν, για παράδειγμα, η επιστήμη της πληροφορικής (καθώς και οι εφαρμογές της) δεν διδάσκονται πουθενά σε μια χώρα, η πιθανότητα να παρέχει αυτή η χώρα υπηρεσίες πληροφορικής είναι μηδαμινή. Στην περίπτωση που εμφανίζονται παρεχόμενες υπηρεσίες από μια τέτοια χώρα, ή στην περίπτωση όπου οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν αντιστοιχούν στο εκπαιδευτικό επίπεδο της χώρας τότε πρόκειται για μια ακόμα εφαρμογή του ανεκδότου του προλόγου –με τους εργαζομένους στο ρόλο της γυναίκας που δένει το καρμπυρατέρ.
Μια ακόμα αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών είναι η ύπαρξη των απαραίτητων υποδομών. Αν, ας πούμε, ένας υπάλληλος γραφείου δεν έχει στυλό να γράψει δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει τη δουλειά του. Και στην Ελλάδα, οι υποδομές για την παροχή υπηρεσιών είναι φτωχές. Από το αναξιόπιστο δίκτυο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, στο απελπιστικά ανεπαρκές (αργό, αναξιόπιστο, ακριβό) δίκτυο μεταφοράς δεδομένων κι από τα ακατάλληλα τουριστικά καταλύματα μέχρι τους εξωφρενικά επικίνδυνους δρόμους του οδικού δικτύου της χώρας –η λέξη «υποδομές» μοιάζει με κακό ανέκδοτο για την Ελλάδα.
Όλα αυτά έχουν σα συνέπεια την παροχή υπηρεσιών του χειρίστου είδους και σε (συγκριτικά με τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης) τρομερά υψηλές τιμές.

Κοντολογίς, η διαχρονική πορεία της ελληνικής οικονομίας μοιάζει με λεηλασία ξεραμένης μηλιάς το χειμώνα –όχι μόνο δεν υπάρχουν μήλα για φάγωμα, αλλά αφαιρείται κι από το δέντρο κάθε προοπτική να κάνει κάποτε μήλα. Αντί να γίνει μια προσπάθεια θεραπείας του άρρωστου δέντρου, οι Έλληνες οικονομικοί παράγοντες προτιμούν να ονομάσουν «μήλο» το ξερόκλαδο και να το μασουλήσουν δείχνοντας ευχαριστημένοι σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αυθυποβολής.

Ολοκληρώνοντας αυτή την επιγραμματική (σχεδόν) παρουσίαση των οικονομικών δομών της Ελλάδας πιστεύω οτι μπορούμε πλέον να δούμε το ανέκδοτο του προλόγου στην πραγματική του υπόσταση. Η οποία δεν είναι άλλη από το «ουδείς ηλιθιοδέστερος του κομπορρήμονα».

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι