13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο
Παρασκευή, Νοέμβριος 20, 2009
Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
Ένας κολοβός ήλιος ξεμύτισε στο διάλειμμα της βροχής, το κεφάλι μου κουδούνιζε από φως, ήμουνα κουρασμένος και φοβόμουν πολύ. Έτσι συμβαίνει αν τύχει να ξημερωθείς στην άκρη της πόλης, κρυμμένος σ΄ένα σταματημένο αυτοκίνητο, μόνος κι ο κόσμος όλος εναντίον σου. Κοίταξα τη Βέρα που ξεκουραζόταν στο πίσω κάθισμα, δεν έμοιαζε να βρίσκεται κι αυτή στα καλύτερά της. Ξεφτίζαμε παρέα λουσμένοι στο καχεκτικό φως.
Όσο μελετούσα την καταληκτική φάση του σχεδίου.
Δυο παιδιά πέρασαν απ΄έξω, φορτωμένα σχολικές τσάντες –το ένα κοίταξε στο εσωτερικό της Άλφα και βιάστηκε να γυρίσει το κεφάλι του αλλού. Ήμουν, μάλλον, αποτρόπαιος.
Βγήκα έξω και άναψα τσιγάρο, για να καθαρίσω το μυαλό μου. Έπρεπε να περιμένω κι αυτό ήταν το δύσκολο, έπρεπε να μείνω κρυμμένος όσο το Αφεντικό θα κολύμπαγε στην αγωνία –πόσες μέρες άραγε; Και με τα σκυλιά ξαμολημένα στο κατόπι μου... Αργοπορημένοι εργαζόμενοι ξεπετάγονταν από τα σπίτια για να προλάβουν τις δουλειές τους, χαμογέλασα σε όσους δεν είχαν χρόνο να με κοιτάξουν. Και περπάτησα σαν σε ναρκοπέδιο, για να περάσει η ώρα.
Τότε ακριβώς κατάλαβα οτι από κάπου την ήξερα αυτή τη γειτονιά. Τις εργατικές πολυκατοικίες, τους ακάλυπτους γεμάτους σωριασμένα μπάζα, τη μυρωδιά άκαυτου μαζούτ, τις τσιρίδες απελπισμένων μανάδων... Την ήξερα αυτή τη γειτονιά.
Προχώρησα στον πρώτο δρόμο που βρήκα, έστριψα αριστερά, μετά δεξιά...
«Δεν έχεις δίκιο –είναι από τα πιο διάσημα γυμναστήρια της πόλης», έλεγε ο Χαρακωμένος.
«Διάσημο γιατί; Επειδή όσοι έψαξαν να το βρουν, πέθαναν στο δρόμο;» γκρίνιαζα εγώ.
Διάσημο επειδή εκεί πέρα στήνονταν όλοι οι αγώνες –το κατάλαβα όταν έχασα από κάποιον μύξα και διέλυσα με δυο μπουνιές ένα ντερέκι δίμετρο. Είχαμε βγάλει μπόλικα εκείνο το βράδυ, ο Χαρακωμένος δηλαδή –εγώ τα μόνα που κέρδισα ήταν ένα πιάτο φαΐ και κάποιο ξεγυρισμένο διάστρεμμα. Αλλά θυμώνουν ακόμα πως να βρω το γυμναστήριο.
Έσπρωξα τη σκουριασμένη πόρτα, όλοι οι δαίμονες τις κόλασης ήταν εκεί –κρυμμένοι στις ράγες της, έτοιμοι για κονσέρτο. Πέρασα την πρώτη αίθουσα, ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ με το παρκέ πλημμυρισμένο απ΄τη βροχή, βγήκα στην πίσω πλευρά. Εκεί πίσω από τον κίτρινο τοίχο με περίμενε το ρινγκ, οι σάκοι, τα μπαλονάκια –οι προσωπικοί μου εφιάλτες σε απαρτία. Το γυμναστήριο ήταν άδειο, στις προθήκες μερικά ζευγάρια γάντια, δεν τα χρειαζόμουν. Δοκίμασα τον κοντινότερο σάκο, καλά κρατιόταν. Κι έτσι έβγαλα το μπουφάν και ξεκίνησα το ζέσταμα -πρώτα με διερευνητικά κροσέ, μετά κάποια ξεγυρισμένα ντιρέκτ, στο τέλος τα γεμάτα άπερκατ. Και πάλι απ΄την αρχή, πιο γρήγορα, πιο δυνατά, το λαχάνιασμα μ΄έπνιξε αλλά συνέχισα φουρκισμένος. Χτυπάς μέχρι να πέσεις κάτω και τότε ξανασηκώνεσαι και ξαναρχίζεις, χτυπάς...
«Ποιος πούστης είσαι εσύ πάλι;» έσκασε μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου.
Δεν έκοψα το ρυθμό μου, δε γύρισα να κοιτάξω.
«Ο αρχιπούστης των 5 ηπείρων», μούγκρισα.
«Το γυμναστήριο είναι ιδιωτικό», συνέχισε η φωνή.
«Το ίδιο και τ΄αρχίδια μου», απάντησα.
Μετά σταμάτησα απότομα για να κοιτάξω –ιδρώτας έτρεχε και η φωνή μου σύντομα θα χανόταν. Στην πόρτα ένας πιτσιρικάς με αθλητική φόρμα και οργωμένη φάτσα, κρατούσε επιφυλακτικά την τσάντα του.
«Πρέπει να φύγεις, σε λίγο έχουμε προπόνηση», μου εξήγησε.
«Θες να προσπαθήσεις να με διώξεις;» χαμογέλασα.
Δεν είπε τίποτα, μόνο που συννέφιασε απότομα –ήταν ένας αθλητής και σ΄αυτούς απαγορευόταν να αγριέψουν.
«Μην τρελαίνεσαι, θα φύγω όταν έρθουν οι υπόλοιποι –μπήκα μόνο για να ξεσκουριάσω», είπα καθησυχαστικά.
«Είσαι μποξέρ;» με ρώτησε.
«Ήμουν», απάντησα.
«Και τώρα;» θέλησε να μάθει.
«Τώρα δεν είμαι», τον γείωσα.
Ξεκίνησα πάλι να τσακώνομαι με τον σάκο, πρώτα αργά, επιφυλακτικά –κι όσο ανέβαιναν οι παλμοί πιο γρήγορα, πιο δυνατά.
«Και τι κάνεις τώρα που τα παράτησες; Ρωτάω επειδή σε 5-6 χρόνια....» μουρμούρισε ο αθλητής πλησιάζοντάς με.
Έκοψα, τον κοίταξα.
«Σε 5-6 χρόνια ε;» αναρωτήθηκα.
«Άμα ανέβω κατηγορία...»
«Να πας στα βαρέα δηλαδή; Κι εκεί πέρα θα σε περιμένει κάποιος οδοστρωτήρας, 5 χρόνια μικρότερός σου που θα παίζει στη φυσική του κατηγορία, ενώ εσύ θα είσαι ένας μεσαίος που χόντρυνε....»
«Δεν θα γίνει έτσι....» ψιθύρισε.
«Ότι πεις», χαμογέλασα.
«Και μετά; Τι παίζει από δουλειά;» με ρώτησε.
«Εσύ τι περιμένεις δηλαδή; Να σε κάνουν γυμναστή σε κάνα σύλλογο;»
Το σκέφτηκε λίγο, ντράπηκε ίσως.
«Όχι αλλά....» κόμπιασε.
«Έτσι ακριβώς», τον διαβεβαίωσα.
«Πάω να ντυθώ –θες γάντια να κάνουμε μια προθέρμανση;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα κι εκείνος εξαφανίστηκε προς τ΄αποδυτήρια. Ήθελα. Και γάντια και την αίσθηση του ρινγκ στις πατούσες μου κι όλα αυτά τα σκατά, ήθελα...
Εκείνη την ώρα έσκασε μύτη ο προπονητής.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» φώναξε.
Τι να του πεις τώρα; Προτίμησα να μη μιλήσω.
Κάθισα ξέπνοος στον ξύλινο πάγκο στο βάθος της αίθουσας όταν οι κλειδώσεις μου ξεκίνησαν να σκίζονται, τις χάζεψα με απορία. Είχα καταντήσει σκέτος φλώρος από την απροπονησιά τελικά! Από την άλλη μεριά εμφανίστηκε ο αθλητής, φουριόζος.
«Θα ανέβεις να παίξουμε;» με ρώτησε.
«Άσε τις μαλακίες!» θύμωσε ο προπονητής.
«Καλά σου λέει», του απάντησα. «Δε με ξέρεις, μπορεί να είμαι βαλτός για να σε σακατέψω».
«Δε μασάω τίποτα –θα σε λιώσω όπως και να’χει», μου χαμογέλασε εκείνος.
Κοιτάχτηκα με τον προπονητή, εκείνος χαμογέλασε όλο κατανόηση.
«Μην του δίνεις σημασία», μου ζήτησε.
Κι αυτό αποφάσισα να κάνω, επειδή το γυμναστήριο άρχισε να πολυκοσμίζει –φόρεσα το μπουφάν μου.
«Παλιός;» με ρώτησε ο προπονητής.
«Κάτι τέτοιο», έκανα απρόθυμα.
«Ποιος σε είχε;» ξαναρώτησε.
«Τι τα σκαλίζεις τώρα;» τον ξέκοψα.
«Κατέβα αμέσως ρε κωλόπαιδο και τροχάδην στις κερκίδες!» ούρλιαξε ο προπονητής στον αθλητή του.
Γέλασα. Κάποτε ήμουνα κι εγώ σαν αυτόν –ίσως περισσότερο ξεροκέφαλος, αλλά πάντως σαν αυτόν.
«Δεν είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο προπονητής πίσω απ΄την πλάτη μου.
«Όχι δεν είμαι», του απάντησα.
Βιάστηκα να βγω πάλι στο μπροστινό κλειστό γήπεδο μπάσκετ, δυο πιτσιρίκια ρίχνανε σουτάκια τραντάζοντας το ταμπλό. Με κοίταξαν και βιάστηκαν να γυρίσουν το βλέμμα τους αλλού.
Αδιαφόρησα -βγήκα έξω.
Ο δρόμος είχε γίνει ήσυχος σαν Κυριακάτικο πρωινό, μέχρι και οι μυρωδιές εξαφανίστηκαν. Δεν έδωσα σημασία. Προχώρησα με σταθερό βήμα, οι κλειδώσεις μου πονούσαν, ήθελα να πάρω την Άλφα και να βρούμε κάποια απόμερη παραλία. Να κοιμηθώ λιγάκι. Αλλά η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω σου βγάζει τσιφ στον κατηφορικό δρόμο της παγίδας –το κατάλαβα όταν έφτασα 200 μέτρα μακριά από την Άλφα. Ούτε γατί δεν κυκλοφορούσε τριγύρω, ανατρίχιασα. Η Άλφα καθόταν δίπλα στο πεζοδρόμιο αδιάφορη για τα προβλήματά μου, αλλά κάπου πίσω της στη γωνία.... Κόλλησα στον τοίχο, πισωπάτησα αθόρυβα, περίμενα. Από την απέναντι γωνία ακούστηκε μια πνιχτή σιγανή κραυγή έκπληξης, κοίταξα καλύτερα –οι καργιόληδες μου την είχανε στημένη. Γύρισα να φύγω προς το γυμναστήριο αλλά ο κινητήρας κάποιου αυτοκινήτου με φρέναρε. Τότε ακριβώς άκουσα τις σειρήνες στριφογύρισα νευρικά –από που να πάω; Στην πλάτη μου κλειστές πόρτες, σκέφτηκα να χτυπήσω κάποιο κουδούνι αλλά αμέσως μετά υπολόγισα οτι κάποιος απ΄αυτούς είχε καλέσει τους μπάτσους. Ποτέ μην έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους πίσω από κλειστές πόρτες –μονάχα όταν βρεθείς κι εσύ μέσα μπορείς να τους εξηγήσεις την κατάσταση, ειδικά αν έχεις το Βάλτερ για παρέα. Έφτασα τοίχο –τοίχο, πάλι μέχρι το γυμναστήριο. Ένα μπατσικό σταματημένο απέξω, άδειο –μάλλον είχαν πάει να ρωτήσουν μέσα. Βλαστήμησα τη μαλακία μου που δεν πήρα έξτρα γεμιστήρες μαζί μου και γι΄αυτό τσιγκουνεύτηκα κάπως. Αλλά το μπατσικό έφαγε δυο καλές στα λάστιχα, άλλη μια στο καπό, η γειτονιά βρόντηξε κι εγώ έβαλα τα πόδια στην πλάτη.
Μπήκα στο επόμενο στενό, ευτυχώς που δεν ήταν αδιέξοδο, ένα μπατσικό μόλις έφευγε, τους άφησα στην ησυχία τους. Τώρα όλοι θα έτρεχαν προς το γυμναστήριο –με λίγη τύχη θα έφτανα στην Άλφα. Διέσχισα τρέχοντας το στενό, ετοιμαζόμουν να βγω στο επόμενο όταν μια γυναικεία φωνή ούρλιαξε: «Νάτος, εδώ είναι!»
Σήκωσα το Βάλτερ ενστικτώδικα, αλλά λυπήθηκα τη σφαίρα.
«Άντε γαμήσου μωρή παντόφλα!» φώναξα και η γυναίκα βιάστηκε να κρυφτεί.
Συνέχισα να τρέχω χαμογελώντας, κάποτε θα έπρεπε να σκεφτώ αν ο αυθορμητιζέ διάλογος είναι το ίδιο αποτελεσματικός με μια σφαίρα. Κάποτε...
Στο επόμενο στενό έπεσα πάνω σε μπατσικό –έτσι όπως πετάχτηκα από το πουθενά παραλίγο να με πατήσουν οι μαλάκες. Πυροβόλησα μόνο μια φορά και συνέχισα να τρέχω, το μπατσικό δεν με κυνήγησε. Τώρα ήμουνα και πάλι κοντά στην Άλφα χωρίς να έχω χρόνο για προφυλάξεις. Έτρεξα με το Βάλτερ έτοιμο, λίγο πριν φτάσω δίπλα της αρχίσανε να βουίζουν οι σφαίρες σαν κακόγουστες απορίες. Πυροβόλησα στα τυφλά.
«Πάει να φύγει!» φώναξε κάποιος.
Σταμάτησα, υπολόγισα την κατεύθυνση της φωνής και πυροβόλησα –αυτό θα τους κρατούσε για λίγο ήσυχους. Μετά μπήκα στην Άλφα κι εκείνη ξεκίνησε κυριολεκτικά με τη σκέψη. Πίσω μου άναβαν οι σειρήνες, κινητήρες ξέρναγαν πετρέλαιο, πίσω μου ήταν η κόλαση και χρειάστηκε να οδηγήσω καμιά εκατοστή μέτρα για να καταλάβω οτι και μπροστά μου ήταν μια απ΄τα ίδια. Θέλανε να με μπλοκάρουν στα στενά κι έτσι να με τελειώσουν αλλά εγώ δεν συμφωνούσα. Γι΄αυτό έκανα αναστροφή στο πρώτο πλάτωμα, κοιτάχτηκα με τα μπατσικά που φρενάρανε αφηνιασμένα και πέρασα ξυστά δίπλα τους. Πέσανε εκεί πολλές σφαίρες, απορούσα πώς πήγαινε ακόμα η Άλφα, όμως τελικά τα καταφέραμε. Βγήκα στη λεωφόρο με χίλιους διαβόλους ξαμολημένους πίσω μου. Ήξερα κιόλας οτι ο δρόμος μου ήταν λίγος, μέχρι να φτάσει το ελικόπτερο και να με αποκόψουν από παντού. Οδηγούσα σφυρίζοντας, τι άλλο να ‘κανα; Οι μπάτσοι από πίσω ακολουθούσαν.
Γρήγορα κατάλαβα οτι δεν μπορούσε να πάει πολύ ακόμα όλο αυτό, επειδή η κίνηση των αυτοκινήτων μειώθηκε απότομα, κάποιοι εμπόδιζαν τους οδηγούς και στο δικό μου ρεύμα και στο αντίθετο. Μπλόκο μπροστά, σα να λέμε –έκοψα βιαστικά το τιμόνι και η Άλφα γύρισε μούρη κατά τους παράδρομους. Άκουσα τα φρεναρίσματα των μπατσικών στη λεωφόρο, ένιωσα κάπως αλεπού στη μέση της κυνηγετικής περιόδου, με το δεξί μου χέρι άνοιξα το ντουλαπάκι στο καντράν κι έχωσα τις γεμιστήρες στις τσέπες –δεν σκόπευα να τελειώσουμε χωρίς πυροτεχνήματα.
Στροφή απότομη στο πρώτο εύκαιρο στενό, δευτέρα κολλημένη κι ακόμα μια στροφή –κατάφερα να τους ρίξω κάποια μέτρα και να χαθεί η οπτική επαφή. Βγήκα σ΄έναν κάπως μεγαλύτερο δρόμο αρχίζοντας να ελπίζω. Πάτησα γκάζι απολαμβάνοντας τους άδειους καθρέφτες μου, τελικά μπορεί και να τη γλίτωνα.
Αλλά μπορεί και όχι. Επειδή, εντελώς από το πουθενά, εμφανίστηκαν μπροστά μου πάγκοι με φρούτα και ιδρωμένοι πωλητές, ημιφορτηγά γεμάτα καφάσια, ο δρόμος μπλοκαρισμένος από τη λαϊκή αγορά της συνοικίας. Φρέναρα ξεκαρδισμένος στα γέλια –άμα είναι της μοίρας σου να γαμηθείς...
Έστριψα την Άλφα και την παράτησα απρόθυμα, πήρα όμως τη Βέρα μαζί μου. Και βγήκα έξω τρεχάτος. Οι γριές έμπλεκαν τα καρότσια τους στα γόνατά μου, έβριζα επειδή ούτε να τρέξω δεν μπορούσα πλέον. Δίπλα σε έναν πάγκο με μπανάνες κοντοστάθηκα –σκέφτηκα να πάρω ένα τσαμπί, αλλά τότε είδα κάτι απίθανο. Ένας άντρας όρθιος στο πεζοδρόμιο 50 μέτρα παρακάτω, μπροστά του η ανοιχτή θήκη μιας κιθάρας κι ελάχιστα κέρματα, εκείνος έπαιζε κάτι που έμοιαζε με ισπανική μαλακία. Τον πλησίασα πριν προλάβω να σκεφτώ περισσότερα.
«Θες ακομπανιάρισμα;» τον ρώτησα χαμογελαστός.
«Δουλεύω μόνος», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μην ξηγιέσαι –ότι βγάλουμε δικό σου», ψιθύρισα.
«Κι εσύ τι θα κερδίσεις;» σήκωσε το κεφάλι να με δει.
«Δεν είμαι εγώ το θέμα, αλλά εσύ κι αυτός...» του έκανα νόημα αφήνοντάς τον να δει τη λαβή του Βάλτερ μέσα απ΄την τσέπη μου.
«Τότε αλλάζει το πράγμα...» ανασήκωσε τους ώμους.
Πήρα λοιπόν θέση δίπλα του, ζύγιασα τη Βέρα, έσκυψα το κεφάλι σε στυλ «σκεπτόμενος βιρτουόζος»...
«Τι παίζουμε;» τον ρώτησα.
«Φλαμέγκο –έχεις αντίρρηση;» ζήτησε να μάθει.
«Φλαμέγκο, Γκαλαπάγκος και μαλακίες!» ξεφύσηξα. «Πιάσε κάνα Δέλτα του Μισισιπή να γουστάρουμε».
Έριξε έναν αρπισμό για να ξεμουδιάσει τη βιρτουοζιτέ του.
«Αυτά θέλουν και σπρέχεν εκτός από τη μουσική», παρατήρησε.
«Μη φοβάσαι –εγώ είμαι εδώ», τον καθησύχασα.
«Δηλαδή θα τραγουδήσεις;» αναρωτήθηκε.
«Όχι βέβαια! Αλλά θα σε ακομπανιάρω», τον διαβεβαίωσα.
Ξερόβηξε καθαρίζοντας τον λαιμό του κι έπιασε να γρατζουνάει, με κοίταξε να δει αν ξέρω το κομμάτι, δε μου πήρε πολύ να καταλάβω.
«Λοιπόν μια χάρη θέλω να σου ζητήσω/ μια μόνο χάρη κι αυτό είναι όλο/ μια χάρη μόνο/ Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου»
Χαμογέλασα –ωραία πήγαινε η φτιάξη. Κι εκείνος σε λίγο το πήρε προσωπικά το ζήτημα –από φωνή ήταν χέσε μέσα, αλλά είχε γρέζια να ρίξει στην ερμηνεία.
Μια μεσόκοπη πέρασε μπροστά μας, πέταξε μερικά κέρματα στη θήκη της κιθάρας. Του έκλεισα το μάτι κι εκείνος χαμογέλασε περνώντας στη δεύτερη στροφή.
«Άκουσες τις καμπάνες που χτυπούσαν;/ Πήρες χαμπάρι τις καμπάνες;/ Αυτό σημαίνει οτι ακόμα ένα φτωχό αγόρι είναι νεκρό και φευγάτο».
Τότε σκάσανε οι μπάτσοι παραμερίζοντας βάναυσα τον κόσμο, κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν αλλά οι περισσότεροι σκύψανε κεφάλια. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά –από παντού έρχονταν. Μάλλον είχαν ήδη βρει την Άλφα. Ο άντρας δίπλα μου, φαινόταν ανήσυχος.
«Δυο άσπρα άλογα μ΄ακολουθούν/ άσε με μόνο όταν φτάσω στο νεκροταφείο», γκάριξα προειδοποιώντας τον με αλλαγμένα τα λόγια του τραγουδιού.
Χαμογέλασε κι έκανε ένα ψευτοσόλο.
«Αν ξανατραγουδήσεις θα σ΄αφήσω πολύ πιο πριν», μου ψιθύρισε.
Τότε πέρασαν από μπροστά οι μπάτσοι, δεν μας κοίταξαν καν. Σπρώχνανε τον κόσμο, βούτηξαν κάνα δυο από τους ακριβοθώρητους άντρες που είχε η λαϊκή, τους τράβηξαν πίσω για να τους τσεκάρουν. Χαμογέλασα -ο άντρας δίπλα μου έκανε το ίδιο. Κι επειδή μάλλον ανακάλυψε οτι παίζαμε εδώ και 10 λεπτά το «Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου», έφτιαξε μια συρμάτινη γέφυρα με την κιθάρα του και πέρασε σε άλλο θέμα.
«Μιλάνε για το σκυλί μου και μιλάνε για τη γάτα μου/ λένε οτι το σκυλί μου δεν γαβγίζει κι η γάτα μου δε γρατζουνάει/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και για σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, θ΄αρχίσω κι εγώ να μιλάω».
Κοίταξα προς τη μεριά που μου έδειχνε, οι μπάτσοι είχαν αρχίσει να ρωτάνε τις νοικοκυρές αν είδαν οτιδήποτε περίεργο. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα –συνέχισα λοιπόν να τον συνοδεύω με τη Βέρα ενώ όλο και λιγότεροι σκέφτονταν να μας αφήσουν κάνα ψιλό. Ο άντρας είδε τον εκνευρισμό μου.
«Δεν είναι κανενός δουλειά αν γαβγίζω σα σκυλί/ κι αν κυνηγάω ποντίκια πάνω-κάτω στο διάδρομο/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, δεν έχω όρεξη να πω τίποτα περισσότερο», με καθησύχασε.
Δίπλα μας άρχισαν να βρωμάνε οι ντομάτες και τα ροδάκινα πήραν να σαπίζουν, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται αλλά συνέχισα να γρατζουνάω τη Βέρα. Σκεφτόμουν πόσο σε ξεφτιλίζει η ζωή –να μην έχεις παίξει για Εκείνη και ν΄αναγκάζεσαι να κάνεις τον καραγκιόζη στις περαστικές νοικοκυρές, λοιπόν είναι αστείο το πως έρχονται τα πράγματα.... Οι μανάβηδες τριγύρω είχαν αρχίσει να μας κοιτάζουν περίεργα, ο δικός μου, ο καλλιτέχνης, φάλτσαρε του σκοτωμού κι όλα έδειχναν χοντροκομμένα μέχρι γελοιότητας. Αλλά οι μπάτσοι δε λέγανε να ξεκουμπιστούν –ρωτούσαν, έψαχναν, γυρνοβολούσαν. Έβλεπα ένα ντουετάκι στα δεξιά μου, γυρισμένες πλάτες –δεν θα ήταν δύσκολο να τους ξεσκίσω με το Βάλτερ πριν προλάβουν να πάρουν χαμπάρι από που τους ήρθε. Δεν θα ήταν δύσκολο –απλώς ηλίθιο θα ήταν.
Ο άντρας από δίπλα με σκούντηξε, φαίνεται πως είχα αρχίσει να χάνω το ρυθμό. Τα μπουρδούκλωσα ρίχνοντας μερικά θολά ακόρντα, μπας και το σώσω.
«Δεν πάτε παραδίπλα; Μας πήρατε το κεφάλι!» τσίριξε κάποιος που πούλαγε φασόλια.
«Πως δηλαδή; Νοικιασμένο το΄χεις το μέρος;» στράβωσε ο δικός μου.
«Ρε, φεύγετε ή θα σας πλακώσω με τη σέσουλα;» αγρίεψε ο φασολάς.
Εγώ είχα βρει την ευκαιρία να κουρδίσω λίγο τη Βέρα όσο αυτοί οι δυο σαχλαμάριζαν –ο δικός μου ο κιθαρίστας έριχνε απελπισμένες ματιές προς το μέρος μου περιμένοντας στήριξη.
«Δηλαδή...» έκανε, έτσι για να πει κάτι.
«Τι δηλαδή και ξεδηλαδή –άιντε, μάζεψε το βρομιάρη σου κι αδειάστε μας τη γωνιά!» μούγκρισε ο φασολάς.
Σήκωσα τότε το κεφάλι, είδα οτι μερικοί ακόμα είχαν πλησιάσει από τους τριγύρω πάγκους, επειδή μυρίστηκαν βαβούρα.
«Τι τρέχει εδώ πέρα;» έσκασε κι ένας ουρανοκατέβατος μπάτσος.
«Αυτοί εδώ κύριε αστυνόμε! Μας έχουνε σπάσει τα νεύρα με τις παλιοκιθάρες τους, μας διώχνουν και την πελατεία!» διαμαρτυρήθηκε ο φασολάς.
Ο μπάτσος μας κοίταξε και μετά γύρισε προς το μέρος του.
«Έχεις άδεια;» τον ρώτησε.
«Τι άδεια; Ναι, βέβαια...» ψέλλισε ο φασολάς.
«Και γιατί δεν την έχεις αναρτημένη σε ταμπελάκι;» ζήτησε να μάθει ο μπάτσος.
«Εεε, επειδή....»
«Όταν ξαναπεράσω φρόντισε να την έχεις σε εμφανές σημείο αλλιώς μάζεψέ τα και φύγε», τον γείωσε ο μπάτσος.
Μετά ήρθε προς το μέρος μας κι εγώ τα χρειάστηκα.
«Δεν θέλουμε φασαρίες –πάρτε τα όργανά σας κι εξαφανιστείτε αμέσως!» μας διέταξε.
«Μα γιατί; Επειδή δηλαδή...» ξεκίνησε να λέει ο διπλανός μου.
«Ρε, άκουσες τι σου είπα;» φόρτωσε ο μπάτσος.
Εγώ έκανα τον ψόφιο κοριό. Οι μπάτσοι άρχισαν να πλησιάζουν. Βιάστηκα λοιπόν να καβατζάρω τη Βέρα, έκανα νόημα στον δικό μου –βαλθήκαμε να την πουλεύουμε από σιγά-σιγά.
«Μισό λεπτό!» φώναξε κάποιος από τους μπάτσους.
Σταματήσαμε.
«Μήπως είδατε κανέναν να περνάει τρέχοντας από δω;» ρώτησαν τον κιθαρίστα.
«Ξέρω ΄γω... δεν πρόσεξα...» μουρμούρισε αυτός.
«Εντάξει, φύγετε!» μας είπαν.
Κι αυτό κάναμε, αν θες να ξέρεις –με τα αυτιά κατεβασμένα και διστακτικό περπάτημα αφήσαμε πίσω μας τους πάγκους της λαϊκής αγοράς.
Έκανα νόημα στον δικό μου να μην πάμε από τη μεριά που είχα παρατήσει την Άλφα, χωθήκαμε λοιπόν σ΄ένα στενό και βρεθήκαμε στις πλάτες των μπάτσων. Συνεχίσαμε το περπάτημα μέχρι που φτάσαμε σε μια πλατεία, υπήρχε κάποια γενικότερη αναστάτωση αλλά ήταν φανερό οτι δεν έψαχναν εμάς. Ποιος ασχολείται με δυο ψωραλέους κιθαρίστες όταν κυκλοφορεί ελεύθερος ένας επικίνδυνος κακοποιός;
«Κερνάω καφέ», του είπα.
«Άστο καλύτερα –να μένει», απάντησε αλλά μετά είδε οτι δεν είχα διάθεση για αντιρρήσεις και με ακολούθησε απρόθυμα.
Μπήκαμε σε μια καφετέρια της πλαστικής συφοράς. Παραγγείλαμε καφέδες, τοστ, πορτοκαλάδες. Όταν απομακρύνθηκε το γκαρσόνι, έβγαλα μια χούφτα χαρτονομίσματα και του τα έδωσα. Με κοίταξε απορημένος.
«Για τη σημερινή χασούρα», του εξήγησα.
«Καλά –μη νομίζεις οτι χέζομαι στο τάλιρο τις υπόλοιπες φορές...» γέλασε.
«Εντάξει –τότε η σημερινή ήταν η τυχερή σου μέρα», αποφάσισα.
«Αυτό σίγουρα! Αν σου μοστράρουν ένα πιστόλι και κινδυνεύεις να σε μαζέψουν οι μπάτσοι για υπόθαλψη, δεν μπορεί παρά να είναι η τυχερή σου μέρα!» ξεκαρδίστηκε.
«Ακόμα κι έτσι –ποτέ δεν ξέρεις που θα καταλήξει...» του είπα.
«Ούτε ποιος είσαι ξέρω, ούτε τι έκανες και σε κυνηγάνε», διαπίστωσε.
«Καλύτερα», τον διαβεβαίωσα.
Εκείνη τη στιγμή ήρθαν τα φαγώσιμα, ξεχαστήκαμε όσο μασουλάγαμε, ο τύπος μάλλον δεν είχε σταθερά ωράρια φαγητού –ούτε καν σταθερές μέρες, αν έκρινα από την ταχύτητα που άδειαζε τα πιάτα. Τον περίμενα για να καπνίσουμε παρέα –επειδή, όταν είσαι μόνος, μερικά πράγματα σου λείπουν αφόρητα.
«Τσιγαράκι;» πρότεινα.
«Να μη σε προσβάλω!» αποφάνθηκε.
Στις πρώτες τζούρες πνίγηκε, αλλά μετά πήρε να ισιώνει –βοήθησε ο καφές σ΄αυτό.
«Δηλαδή εσύ με το κιθαρόνι βιοπορίζεσαι;» τον ρώτησα.
«Πότε έτσι, πότε αλλιώς...» αναπόλησε.
«Όπου ‘αλλιώς’ σημαίνει;» αναρωτήθηκα.
«Ελαφρύνσεις, διευκολύνσεις και άλλα τινά...»
«Λεωφορεία;»
«Δεν έχω προκαταλήψεις –κάθε μέσο συγκοινωνίας είναι καλό, αρκεί να τιγκάρει στον κόσμο. Εσύ;»
«Εγώ δεν παίρνω συγκοινωνίες –δεν αντέχω το στρίμωγμα», απάντησα.
«Καλά –αυτό το καταλάβαμε!» γέλασε εκείνος.
«Θέλω μια τελευταία χάρη», ψιθύρισα σκύβοντας προς το μέρος του.
Με κοίταξε περιμένοντας.
«Έχω αφήσει μια Άλφα Τζουλιέτα –κόκκινη -εδώ παρακάτω. Θέλω να πας να δεις αν την πήραν οι μπάτσοι».
Έγειρε στο πλάι σκεφτικός, τον περίμενα.
«Εντάξει», είπε στο τέλος.
Του εξήγησα που ακριβώς είχα παρκάρει την Άλφα.
«Θα σε περιμένω εδώ να γυρίσεις», είπα στο τέλος.
«Να πάω τώρα αμέσως δηλαδή;» αναρωτήθηκε.
«Καλό θα ήταν», ομολόγησα.
Σηκώθηκε διστακτικά. Κοίταξε τριγύρω, αλλά δεν υπήρχε κανείς στην καφετέρια εκτός από μας. Τράβηξε τη θήκη της κιθάρας του, πέρασε το λουρί σταυρωτά στην πλάτη.
«Έχω συναισθηματικό δέσιμο –δεν μου πάει να την αφήνω μόνη της», δικαιολογήθηκε.
«Σε καταλαβαίνω», τον καθησύχασα.
«Λοιπόν... πάω κι έρχομαι», μου είπε.
Χαμογέλασα.
Τον κοίταζα μέχρι να βγει έξω από την πόρτα, μετά πέταξα δυο χάρτινα στο τραπέζι και βγήκα στο δρόμο. Υπολόγιζα οτι ήμουνα 500 μέτρα απόσταση από το γυμναστήριο, άρχισα λοιπόν το τρέξιμο. Επειδή ήμουνα σίγουρος οτι ο δικός μου θα με έδινε στους πρώτους μπάτσους που θα πετύχαινε μπροστά του. Κι εκείνοι θα έρχονταν να με μαζέψουν –μόνο που θα τους έπαιρνε ώρα να μαζευτούν, μετά θα περικύκλωναν την καφετέρια....
Έτρεχα λαχανιάζοντας.
Οι γειτονιές είχαν πάλι κόσμο –γύριζαν από τις δουλειές τους, γύριζαν από τα σχολεία, γύριζαν αποκαμωμένοι –κανένας δεν είχε όρεξη να με δει. Δυο δρόμους πριν το γυμναστήριο έκοψα ταχύτητα, το γύρισα στο βιαστικό περπάτημα.
Εκεί απέξω δεν υπήρχε ούτε λέπι από μπάτσο. Όπως ακριβώς το υπολόγιζα. Σκεφτόμουν τον δικό μου, τον κιθαρίστα, και πως τώρα θα με είχε ήδη καρφώσει. Αλλά δεν ένιωθα θυμό, κι εγώ στη θέση του το ίδιο θα ‘κανα. Αν είχα διάθεση να φτιάξω τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους δηλαδή....
Έκανα το γύρο του γυμναστηρίου αφού είδα οτι η μπροστινή του πόρτα ήταν κλειδωμένη. Έφτασα στο πίσω μέρος, σακούλες με σκουπίδια και γάτες που ψάχνανε την τύχη τους, ένα σκουριασμένο λουκέτο κράταγε κλειστή την πίσω πόρτα. Δεν μου πήρε πάνω από δυο κλωτσιές για να το ανοίξω.
Και μετά το ξανάβαλα πρόχειρα στη θέση του όσο έκλεινα την πόρτα μπαίνοντας –ο χώρος ήταν σκοτεινός και βρώμαγε θερμαντική αλοιφή. Πέρασα τις ντουζιέρες σημειώνοντας να κάνω ένα καλό μπάνιο όταν ξυπνήσω επειδή, για την ώρα, δεν με πολυκρατάγανε τα πόδια μου. Έτσι βρήκα μια γωνιά προστατευμένη, έστρωσα κάτι μουχλιασμένες πετσέτες και την έπεσα εξουθενωμένος. Με την ελπίδα να μη με πάρουν χαμπάρι σύντομα οι ποντικοί.
Αποκοιμήθηκα έχοντας την εντύπωση οτι αύριο θα ήταν μια άλλη μέρα.
Πέρασε από εδώ οThe Motorcycle boy στις 2:28 μμ 4 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
"Και για επάγγελμά τους δηλώνουν 'ο σώζων λαούς'"
Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009
Στο παρόν κατάστημα εκτελούνται και παραγγελιές –όπως το κείμενο που ακολουθεί, ας πούμε. Επειδή, πρόσεξε τι συμβαίνει: η Ελλάδα μαστίζεται από τη γρίπη! Την καινούργια, των χοίρων που λέμε; Δεν είμαι ειδικός γριπολόγος –αλλά έχω κάποια εμπειρία σχετικά με χοίρους και χειρότερους, πάντως η Ελλάδα μαστίζεται από τη γρίπη, όπως κάθε χειμώνα, αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο.
Μια καλή μας φίλη κόλλησε γρίπη και αναγκάστηκε να μείνει σπίτι της, όπου ακολούθως αναγκάστηκε να κουκουλωθεί με μια κουβέρτα στον καναπέ (υποθέτω) και να χαζέψει ότι παιζόταν στην τηλεόραση (αυτό δεν το υποθέτω –μου το είπε η ίδια).
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση στο άσχετο -έβλεπα χτες στην Ελληνοφρένεια ένα απόσπασμα συνέντευξης του Χρυσοχοϊδη που έλεγε οτι «οι αναρχικοί είναι φιλειρηνιστές, διαφωνούν με τους νόμους και το κράτος και θέλουν να ζουν στις δικές τους κοινότητες, με τον δικό τους τρόπο ζωής» κι από κάτω αναρωτιόταν ο φωστήρας Ελληνοφρενικός «ΓΙΑ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΜΙΛΑΕΙ Ή ΓΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΟΥΣ;» κι εγώ αναρωτήθηκα με τη σειρά μου, ποιος είναι ο σιχαμερός συκοφάντης μιας ολόκληρης ιδεολογίας; Ο υπουργός ή ο εξυπνάκιας τηλεοπτικός σχολιαστής; Κλείνω την παρένθεση νιώθοντας πολύ πιο σχετικός!
Έχουμε τώρα αυτή τη φίλη, μη διαθέτουσα αντισώματα απέναντι στην ελληνική τηλεόραση (κακό αυτό!) που κάθεται και χαζεύει. Βλέπει μοντέλες, βλέπει μπουγέλες, βλέπει της Παναγιάς τα μάτια –αντέχει γενικώς. Μέχρι που φτάνει η εκπομπή του Λάκη του Λαζούλη και με παίρνει τηλέφωνο η φίλη με τα μαλλιά όρθια (το υποθέτω κι αυτό, από τα συμφραζόμενα).
«Καλά -απίστευτο, δεν μπορείς να φανταστείς τι βλέπω στο Λαζόπουλο!» μου λέει.
Εγώ φυσικά, σαν παλιός τηλεορασόβιος, έχω προνοήσει εδώ και καιρό να κάνω το σχετικό εμβόλιο –πάει να πει, πληρώνω κάτι παραπάνω αλλά έχω βάλει Νόβα -οπότε εκείνη την ώρα χαζεύω για 10η φορά το «Σύνδρομο Μπάαντερ Μάινχοφ» (ωραία ταινία, αλλά πολύ προβοκατόρικη αν θες τη γνώμη μου -δεν τη θες; εντάξει φάε μόνο τις πατάτες).
«Ο Λαζόπουλος διάβασε την επιστολή του Θεοδωράκη που τα χώνει στους Πυρήνες της Φωτιάς και του την έστειλε, λέει, ο ίδιος ο Μίκης επειδή την εκπομπή του (του Λάκη, όχι του Μίκη) τη βλέπει πολύς κόσμος!» συνεχίζει η φίλη.
«Ε, καλά –σπουδαία τα λάχανα!» απαντάω ο κουλ εγώ.
«Μα δεν είναι μόνο αυτό!» διαμαρτύρεται η αθώα φίλη. «Μετά την επιστολή πήρανε αμπάριζα και τραγουδήσανε τραγούδια του Θεοδωράκη, ήταν στο κοινό και η Καλομοίρα που τραγούδαγε κι αυτή! Μάλιστα, όταν τη δείχνανε οι κάμερες έκανε τα γνωστά της ‘νιάου, γκρρρρ’ με τα νυχάκια, δηλαδή ‘Ετούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, νιάααου!’ Και μετά ανέβηκε στη σκηνή ο Βαλτινός και διάβασε βαρύγδουπα ποίηματα με τη βαρύγδουπη φωνή του και τη ανάλογη υφολογική βαρυγδουπότητα που όλοι θυμόμαστε από την εποχή της ‘Ανατομίας ενός εγκλήματος’ –σε στυλ ‘η κυρα Ευθαλεία ήταν μια ήσυχη, καλοσυνάτη, γυναίκα, κανένας δεν περίμενε οτι θα δηλητηρίαζε τους μπατζανάκηδές της με ξεροτήγανα, αλλά ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για τα σκοτεινά βάθη του ανθρώπινου υποσυνείδητου;’ Κι όλοι μαζί χορεύουν και τραγουδάνε τώρα! Έχω τρομάξει, γράψε κάτι εσύ που τα καταφέρνεις σ΄αυτά!»
Να διευκρινίσω εδώ οτι η φίλη μας αυτή, δεν διαβάζει φανατικά το μπλογκ μου –εγώ (αφ΄εαυτού μου δηλαδή) την έχω πείσει οτι γράφω καυστικά και συγκλονιστικά, επειδή, αν γράφεις 10σέλιδα κείμενα είναι εύκολο να πουλήσεις μούρη (κανείς δεν τα διαβάζει, άρα κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει!)
Κι αφού άρχισα με τις διευκρινήσεις λέω να το συνεχίσω...
-Έχω διαβάσει την σχετική προκήρυξη των Πυρήνων της Φωτιάς κι αυτό που κατάλαβα είναι οτι βάζουν μπόμπες επειδή έτσι γουστάρουν. Δεν ασχολούνται με την πιθανότητα διεκδίκησης ενός καλύτερου κόσμου, υπερηφανεύονται μάλιστα για την αμορφωσιά τους, μέχρι και πρακτικές συμβουλές δίνουν –«Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει να μην περιεργάζεται ή να μετακινεί "ύποπτα" αντικείμενα που πιθανόν να "βρίσκονται" εκεί για κάποιο σκοπό». Εντάξει λοιπόν, αφού γουστάρουν –περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, όμως όλα τα σχετικά αφορούν τη συγκεκριμένη οργάνωση και όσους κατατάσσει στους εχθρούς της, εγώ δεν ανήκω ούτε στους μεν, ούτε στους δε (ή μήπως ανήκω στους εχθρούς;) Απλά σκέφτομαι οτι αν θες να αναπτύξεις επαναστατική δράση θα πρέπει να έχεις έναν μπούσουλα περί του που θες να πας το πράγμα. Ή θα τον διαβάσεις στα βιβλία τον μπούσουλα, ή θα τον δημιουργήσεις από μόνος σου –επειδή λοιπόν οι Πυρήνες δεν διαβάζουν, μάλλον έχουν ανακαλύψει κάποια καινούργια κοινωνική θεωρία! Τέτοια είναι η γενικότερη άποψή μου –αλλά ειδικότερα, οι Πυρήνες έχουν κάποιο δίκιο σε όσα καταλογίζουν στον Θεοδωράκη, τον Ανδρουλάκη και τον Βασιλικό: «Θα έπρεπε τουλάχιστον να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες ανώνυμους αριστερούς, που ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, και εκτελέστηκαν...» Θα αναρωτηθείς βέβαια –μήπως και οι Πυρήνες θα έπρεπε να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες διαδηλωτές των δρόμων που υφίστανται άμβλυνση της καταστολής με το δικαιολογητικό των τρομοκρατικών επιθέσεων; Αλλά, αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα –άστη για άλλη φορά.
-Την εκπομπή του Λαζόπουλου δεν την είδα, στηρίζομαι στις περιγραφές της φίλης μου κι αν κάνω λάθος, ας με διορθώσει κάποιος καλός άνθρωπος. Μπορώ όμως να εικονοποιήσω το υγρό βλεμματάκι σε στυλ «περισσεύει κοκαλάκι για τον Αζόρ αφεντικό;» που παίρνει ο Λάκης κάθε φορά που αποφασίζει να μιλήσει για «μεγάλους Έλληνες σαν τον Μίκη (ή τον Ντόναλντ)». Με προβληματίζει λίγο κι εκείνη η παράκληση του Μίκη προς τον Λάκη να διαβάσει την ανοιχτή επιστολή του –αλλά μπορεί να έκανε λάθος η φίλη μου, ή κάτι τέτοιο.
-Οι Πυρήνες αναφέρθηκαν, στην προκήρυξή τους, σε τρία άτομα. Ο μεν Βασίλης Βασιλικός μου είναι αδιάφορος –τον θεωρώ μέτριο (και βγάλε) συγγραφέα ρεπορταζοειδών βιβλίων. Άσε που είναι και υπεύθυνος για την ηρωοποίηση του Σαρτζετάκη, με το «Ζ» μας έκανε να πιστέψουμε οτι ο εισαγγελέας ήταν τολμηρός και ασυμβίβαστος ενώ, όπως φάνηκε κι αργότερα, επρόκειτο απλώς για έναν τεφάλ κολλημένο γραφειοκράτη. Ο δε Μίμης Ανδρουλάκης μου είναι απεχθής κι όποιος θυμάται τη δήλωσή του σχετικά με το οτι έκλεισαν, με εντολή του, τους αναρχικούς στα υπόγεια του Πολυτεχνείου το ’73 και τους κράτησαν μαντρωμένους εκεί μέσα για να μην αποπροσανατολίσουν την εξέγερση (και για να τους μαγκώσουν πιο εύκολα οι αστυνομικοί υποθέτω), θα δικαιολογήσει την απέχθειά μου.
-Μένει ο Mikis Theodorakis. Ο οποίος, αν κρίνω από τα λατινικά στοιχεία με τα οποία αποφάσισε να υπογράψει την ανοιχτή επιστολή του θα πρέπει να την έχει δει εσχάτως Άγγλος ευπατρίδης ή λαϊκή φίρμα σε σκυλάδικο της Βοστόνης. Για τον Μάικης λοιπόν, θυμάμαι δυο –τρία πράγματα... Όπως, ας πούμε, οτι σαν γραμματέας της νεολαίας Λαμπράκη, κατάφερε να διαλύσει το πρώτο ειρηνιστικό κίνημα της χώρας και να το ενσωματώσει στο τιμημένο ΚΚΕ. Σα να πήγαινε π.χ. ο Τρεμόπουλος σούμπιτους τους οικολόγους του στον Συνασπισμό –κάπως έτσι ξηγήθηκε ο Μάικης, μόνο που οι τότε πολιτικές συνθήκες ήταν πολύ πιο άγριες. Το άλλο που θυμάμαι περί Μάικης, είναι πως όταν έκανε απεργία πείνας στις φυλακές, είχε πλακωθεί στις ζάχαρες για ν΄αντέξει –αλλά το ψιλοξεφτίλισε, με αποτέλεσμα να πάθει ζάχαρο! Αυτά είναι αρχαία ιστορία, περνάω τώρα στη νεώτερη, πάει να πει, στην εποχή που ήμουνα εγώ πιτσιρικάς. Αρχές ’80. Όταν ο Μάικης κάνει τη φοβερή δήλωση στην οποία χαρακτηρίζει όσους παίζουν ροκ στην Ελλάδα ως «γενίτσαρους»! Σιγά τα ωά, μπορεί να σκεφτείς. Αλλά μην το κάνεις! Επειδή στις αρχές του ’80, με το φρέσκο Πασόκ στην κυβέρνηση (και το λαό στην εξουσία, βεβαίως!) η ροκ μουσική τρώει διωγμό επιπέδου «πάρτι στις κατακόμβες». Ο Ριζοσπάστης λυσσάει με το «ξενόφερτο ροκ, που είναι όργανο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και σκοπεύει στην αποκτήνωση της νεολαίας», οι μετέπειτα «Έλληνες ρόκερς», τύπου Βασιλάκη Παπακωνσταντίνου τραγουδάνε για τον Πέτρο, τον Γιόχαν και το Φρανς που «ποτέ τους δεν διάβασαν Μαρξ», ο ξεκούτης Καμπανέλης κόβει στη μέση την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο κρατικό ραδιόφωνο, στις συναυλίες των ξένων συγκροτημάτων το ξύλο πέφτει ανελέητο από την αστυνομία (και οι νοικοκυραίοι αναστενάζουν –«καλά να πάθουν τα κωλόπαιδα που βάφονται σαν πούστηδες»)... Φυσικά, η ελληνική ροκ σκηνή ξεσκίζεται μανιωδώς, με το σφράγισμα των κλαμπ της Πλάκας, με την απαγόρευση συναυλιών και τη λογοκρισία που θερίζει όποιον δίσκο δεν έχει μπουζούκι μέσα. Η μπάλα της εθνοκάθαρσης από το βέβηλο ροκ παίρνει και τις ταινίες του Νικολαϊδη, που λογοκρίνονται και στη συνέχεια υβρίζονται χυδαία από τις στήλες των δεξιών και πασοκικών εφημερίδων –χειρότερος απ΄όλους τους λασπολόγους παραμένει διαχρονικά ο Δανίκας που αρθρογραφεί, εκείνη την εποχή, στον Ριζοσπάστη. Κι εφόσον ο Μάικης είναι σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ (δεν είχε ακόμα ερωτευτεί τον Μητσοτάκη), πετάει τα περί «γενίτσαρων» για να δέσει το γλυκό. Παρενθετικά (και για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας) να αναφέρω οτι μπορεί όντως ο Πούλικας να υπήρξε κάποτε γενίτσαρος επειδή θυμάμαι οτι ήταν συνομήλικος του Κόμη Δράκουλα στη δεκαετία του ’80, αλλά ο Σπάθας π.χ. δεν ήταν κάτι τέτοιο. Μάλλον προάγγελο της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει (άρα τσιράκι του Σόρος, πριν ακόμα εμφανιστεί ο Σόρος) επειδή είχε εκείνη την εμμονή να παίζει Ηπειρώτικα δημοτικά με την Στρατοκάστερ –ντροπή σου Γιάννη που πήγες να πειράξεις τα δημοτικά τραγούδια! Ρε τα δημοτικά μόνο με κλαρίνο παίζονται, πως έρχεσαι εσύ να υπονομεύσεις το κλαρίνο! Ελλάδα ίσον κλαρίνο βρωμομαλλιά! Τέλος πάντων, παρασύρθηκα, ας επιστρέψω στον Μάικης... Κι επειδή οι μετέπειτα πολιτικές του περιπέτειες είναι γνωστές, θα αρκεστώ να αναφέρω μονάχα την προ 15ετίας δήλωσή του πως «παρακολουθεί ανελλιπώς την ΛΑΜΨΗ»! Όχι, οτι έχω πρόβλημα –ο καθένας κάνει οτι γουστάρει, εντάξει; Απλά υποψιάζομαι οτι ο πολύς Φώσκολος όλο και κάποιο κουσούρι μπορεί ν΄αφήσει στον άνθρωπο. Καμιά μαλάκυνση, τίποτα προβλήματα στην ομιλία τύπου «Σελήνη αγαπάει Χόχο»... Ξέρω ΄γω;
Ξεκίνησα αυτό το κείμενο από μια παραγγελιά και τελικά το γύρισα στη μουρμούρα –δεν ξέρω αν αυτό ήταν που θα ήθελε η φίλη μας. Αλλά επειδή δεν πρόκειται να το διαβάσει, μπορώ να ισχυριστώ ότι θέλω –σωστά;
Ξανακοιτάζοντας πάντως την επιστολή του Mikis Theodorakis, δεν μπορώ παρά να τον συμπονέσω που ολόκληρος μουσικοσυνθέτης και πνευματικό κεφάλαιο της χώρας, έχει καταντήσει να μένει σ΄ένα χαμόσπιτο εκεί πέρα, με θέα τον λόφο του Φιλοπάππου. Αναρωτιέμαι –τι κάνει το ανάλγητο κράτος περί αυτού; Ως πότε θα αδιαφορεί επιδεικτικά;
Και μια τελευταία παράκληση: κύριε Theodorakis κλείστε επιτέλους το παράθυρό σας! Δεν είναι τώρα καιρός να μας πάθετε καμιά γρίπη –εσείς μπορεί να είστε άφοβος, αλλά λυπηθείτε όσους συμπάσχοντες αναγκαστούν να φάνε στη μάπα ένα ακόμα αφιέρωμα του Λαζόπουλου στην εμβληματική προσωπικότητά σας!
Υ.Γ.: Και προειδοποιούσε τότε ο Παυλάκης, καλή του ώρα, «Βρε πρόσεχε μ΄αυτούς τους τρελούς/ που τ’ όνειρό τους είναι να μη ζουν/ και για επάγγελμά τους δηλώνουν ‘ο σώζων λαούς’» -θυμάσαι έτσι;
Πέρασε από εδώ οThe Motorcycle boy στις 1:02 πμ 27 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Συμβαίνουν κι αυτά
Ψάχνοντας το "Κορίτσι του Ποτέ"
Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009
«Μπορείς να κάψεις το σπίτι μου/ να κλέψεις το αμάξι μου/ να πιεις το ποτό μου μέσα από την παλιά φρουτιέρα μου/ Μπορείς να κάνεις ότι γουστάρεις αλλά/ μωρό μου, κατέβα από τα παπούτσια μου/ μην πατάς τα μπλε σουέτ παπούτσια μου», έλεγε παλιότερα ο τεράστιος Carl Perkins –θυμάσαι;
Το 1990, ένας μυστήριος τύπος ονόματι Tom DiCillo, αποφάσισε να στήσει ολόκληρη ταινία ξεκινώντας από αυτούς ακριβώς τους στίχους, μόνο που τα παπούτσια ήταν τώρα μαύρα, κι όχι μπλε σουέτ. Και η ταινία ξεκινούσε ως εξής:
«Κάποτε, στα τέλη του 20ου αιώνα, στα βάθη κάποιας Αμερικάνικης πόλης, ζούσε ένας άντρας με το όνομα Τζον Μπίμαν. Κανένας δεν ήξερε από πού είχε έρθει στ΄αλήθεια... ή για πού πήγαινε. Αλλά ήταν φανερό, τουλάχιστον σ΄αυτόν, οτι κάπου πήγαινε.
Ο Τζον τα είχε σχεδόν όλα: εμφάνιση, μαλλί, ρούχα... όλα, εκτός από κάτι... Παπούτσια. Κι αυτό τον έκανε να νιώθει ημιτελής. Σα να του έλειπε το μικρότερο, αλλά σημαντικότερο, κομμάτι. Σαν αυτοκίνητο χωρίς ρόδες, σαν πύραυλος χωρίς καύσιμα.... σαν άνθρωπος χωρίς παπούτσια. Όλοι οι άλλοι φαίνονταν να τα έχουν, όλοι έμοιαζαν ολοκληρωμένοι. Όλοι εκτός από εκείνον. Έτσι εξακολουθούσε να ψάχνει για αυτό το ένα πράγμα. Κάθε νύχτα... αναρωτιόταν... έψαχνε... Αυτή η ιστορία ξεκινάει τη στιγμή που βρήκε ότι έψαχνε.»
Εκείνη την εποχή ο Nick Cave είχε βγάλει τη δισκάρα με τίτλο «Good Son» ενώ παράλληλα ολοκλήρωνε ένα βίντεο καταγραφής περιοδείας που λεγόταν «Ο δρόμος για, ένας Θεός ξέρει, πού». Κι ο Brad Pitt ήταν ακόμα, απλώς μια όμορφη φάτσα που έπαιζε σε σήριαλ (το Glory Days), τηλεταινίες (το Image) και έκανε τη γνωστή διαφήμιση των Levis 501. Ποια η σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο; Μα η ταινία του DiCillo –το Johnny Suede!
Στον ομώνυμο ρόλο ο Brad Pitt με ένα γιγαντιαίο τσουλούφι (τύφλα νάχουν οι Leningrad Cowboys) σε καταλυτικό ρόλο διάσημου σταρ της περιοχής με το όνομα (Jeremiah) Freak Storm (και αναλόγων διαστάσεων λευκό τσουλούφι) ο Nick Βασιλιάς Μελάνι Cave αυτοπροσώπως! Υλικό για φανατίλες –με λίγα λόγια.
Αλλά η ταινία δεν ήταν μόνο αυτό. Επειδή ο DiCillo δεν ήταν κάποιος τυχαίος και οι σχέσεις του με τον Jim Jarmusch (συνεργάστηκαν το Permanent Vacation) το επιβεβαιώνουν. Έτσι προέκυψαν πλάνα πολύ κοντινά σ΄αυτά του Mystery train, κινηματογράφηση σε έρημους βρώμικους δρόμους, μαύρα σουέτ παπούτσια που έπεφταν από τον ουρανό και ένα γύψινο χέρι που βρέθηκε ξεκάρφωτο καταμεσής της ασφάλτου –μαγικά πράγματα με μουσική υπόκρουση ροκαμπίλι. Σαν αυτή που τραγουδάει ο Brad Pitt, με ξέφτιλη φωνή και θανατερά στιχάκια.
Το παρακάτω κείμενο το πήρα από το μπλογκ του σκηνοθέτη, καταπληκτικό κείμενο και γαμάτο μπλογκ:
"Μαντέψτε! Μόλις έμαθα οτι η πρώτη μου ταινία, το Johnny Suede, κυκλοφόρησε σε DVD από την Anchor Bay. Ο λόγος που το έμαθα μόλις τώρα θα χρειαζόταν ένα τεράστιο ποστ για να αναλυθεί και ίσως να το γράψω αυτό το ποστ κάποιο πρωί, αν έχω προηγουμένως καταναλώσει αρκετές χημείες και ρουφήξει μπόλικο ουίσκι.
Μόλις θυμήθηκα οτι ο Sam Jackson είχε έρθει να κάνει οντισιόν για την ταινία....
Άλλες αναμνήσεις ξεπετάγονται, σαν αγριεμένα ζόμπι έξω από το Kwikee Mart. Θυμάμαι λοιπόν οτι μου είχε πάρει μήνες να ψάχνω τον κατάλληλο ηθοποιό για το ρόλο του Τζόνι. Πρέπει να πέρασα πάνω από 300 άτομα από οντισιόν. Οι περισσότεροι έρχονταν με την εντύπωση οτι ο ρόλος ήταν κάποια ηλίθια παραλλαγή του Φόνζι από το «Happy Days». Τον Αύγουστο του ’89 και αφού είχαμε εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες στη Νέα Υόρκη, η Marcia Shulman κι εγώ πήγαμε στο Λος Άντζελες για να συνεχίσουμε το ψάξιμο.
Σε εκείνη τη φάση, η παραγωγή ξέμεινε από χρήματα. Οι παραγωγοί κανόνισαν να μείνουμε εγώ και η Marcia στο Highland Gardens μοτέλ –γνωστό κυρίως επειδή εκεί είχε πεθάνει η Janis Joplin. Υπήρχε και κάποια πισίνα εκεί πέρα αλλά κανένας δεν κολυμπούσε επειδή ήταν γεμάτη κιτρινισμένα φύλλα.
Το μοτέλ μας άφησε να χρησιμοποιήσουμε τη «σουίτα» του για το κάστινγκ. Κάποιο απόγευμα είδα έξω απ΄το παράθυρο μια ψηλή γυναίκα που φόραγε ένα κοντό, μαύρο φόρεμα, μαύρο καλσόν και μπότες λεοπάρ. Καθώς περνούσε δίπλα από την πισίνα άνοιξε μια λεοπάρ ομπρέλα για να προστατευτεί από τον ήλιο. Μου πήρε λίγο για να αναγνωρίσω την Tina Louise που την είχα δει στο “Gilligan’s Island.” Όταν ήρθε μέσα την έκλεισα αμέσως για να παίξει τη μητέρα της φιλενάδας του Τζόνι.
Αργότερα εκείνη τη μέρα, η Marcia μου είπε οτι ο επόμενος ηθοποιός δεν είχε τίποτα της προκοπής στο βιογραφικό του. Για την ακρίβεια, είχε κάνει μόνο δυο πράγματα, μια συμμετοχή σε καναδέζικο σήριαλ ενώ μόλις ολοκλήρωνε τη συμμετοχή του στα γυρίσματα της πρώτης πραγματικής του ταινίας –επρόκειτο για κάτι που είχε τίτλο «Θέλμα και Λουίζ» για το οποίο κανένας δεν είχε ακούσει τίποτα, επειδή δεν παιζόταν ακόμα.
Ξανακοίταξα λοιπόν τη φωτογραφία του ηθοποιού και είπα στη Marcia, «Τι διάολο, φέρτον μέσα!». Το όνομα του ηθοποιού ήταν Brad Pitt. Πες με ηλίθιο αν θες, αλλά ήμουνα σίγουρος για δυο πράγματα με το που μπήκε στο δωμάτιο: 1. Αυτός ήταν ο Τζόνι, 2. Αυτός ο ηθοποιός θα γινόταν μεγάλος σταρ.
Έκανε οντισιόν χωρίς να του πω την παραμικρή κουβέντα. Και χωρίς να του πω την παραμικρή κουβέντα κατάλαβε ότι πίσω από το εντυπωσιακό στυλάκι του, ο Τζόνι ήταν στην πραγματικότητα μια χαμένη ψυχή –κάποιος που κυριολεκτικά δεν είχε ιδέα για το ποιος ήταν. Αυτό οδήγησε τον Brad σε μια πολύ γενναία επιλογή προσέγγισης του ρόλου, έβαλε λοιπόν από μόνος του κάποια στοιχεία διακριτικά πληγωμένης ευαισθησίας κι αυτό ήταν κάτι που κανένας άλλος δεν είχε καταφέρει να το κάνει –ακόμα κι όταν τους το ζητούσα.
Όταν έφυγε ήμουνα σίγουρος οτι είχα βρει τον πρωταγωνιστή μου. Αλλά οι παραγωγοί είχαν άλλη γνώμη. Έλεγαν «Ο πιτσιρίκος είναι κυριολεκτικά ο κανένας. Δεν πρόκειται να σ’ αφήσουμε να τον βάλεις στην ταινία». Η γελοιότητα της συγκεκριμένης άποψης μπορεί να γίνει ευκολότερα κατανοητή αν σκεφτείς οτι ο συνολικός προϋπολογισμός της ταινίας ήταν κάτω από 500.000 δολάρια.
Οι παραγωγοί με έβαλαν να συναντήσω κάποιον άλλο ηθοποιό, ένα πραγματικό «αστέρι». Ο Αστέρας μου ξεκαθάρισε οτι δεν επρόκειτο να περάσει από οντισιόν αλλά συμφώνησε να συναντηθούμε για να μου περιγράψει τον χαρακτήρα που θα έπαιζε. Δευτερόλεπτα μετά τη συνάντησή μας ήμουν σίγουρος οτι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας δεν είχε καμιά θέση στην ταινία μου.
Οι παραγωγοί δεν ήταν πολύ χαρούμενοι με τη στάση μου. Έτσι, την Παρασκευή, το διαλύσαμε. Τη Δευτέρα είχα μια καινούργια συμφωνία με μια Ελβετίδα παραγωγό, τη Ruth Waldburger, η οποία, αφού είδε την ταινία με την οντισιόν του Brad, συμφώνησε μαζί μου οτι ο νεαρός είχε δυνατότητες. Επίσης δέχτηκε να κανονίσει σχετικά με τη μήνυση που μας έκαναν, ταχύτατα και γενναιόδωρα οφείλω να πω, οι παραγωγοί της Παρασκευής.
Όσο ήμασταν ακόμα στο Highland Gardens, υπήρξε άλλη μια ηθοποιός που με εντυπωσίασε. Η Catherine Keener, που είχε έρθει για τον ρόλο της Υβόν, της φιλενάδας του Τζόνι. Μερικές φορές παρομοιάζω την οντισιόν της με την προσπάθεια κάποιου να παίξει γκολφ μέσα σε ένα στενό δωμάτιο χτισμένο από τσιμεντόλιθους. Οι αλλεπάλληλοι εξοστρακισμοί, τα συνεχόμενα γκελ, με εκνεύρισαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω οτι αυτό ακριβώς το, σχεδόν ανεξέλεγκτο, χάος ήταν ότι χρειαζόταν ο ρόλος. Αλλά, στη μέση της νύχτας, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, κοπάνησα τον ενδιάμεσο τοίχο και φώναξα στη Marcia, «Θα πάρουμε Catherine Keener για το ρόλο της Υβόν!»
Γυρίσαμε την ταινία μέσα σε 30 μέρες στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα στον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη του 1990. Το θυμάμαι γιατί προς το τέλος ο Brad και η Catherine ήταν στο διαμέρισμά μου για το Δείπνο των Ευχαριστιών. Τα γυρίσματα ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, εφιαλτικά. Φυσικά, έγιναν και κάποια σπουδαία πράγματα. Αλλά για πρώτη ταινία, μου φάνηκε οτι είχαμε περισσότερες καταστροφές παρά διασκέδαση.
Τη δεύτερη βδομάδα των γυρισμάτων ήρθε η πυροσβεστική και μας είπε οτι δεν μπορούσαμε πλέον να χρησιμοποιούμε το κτίριο που είχαμε φτιάξει για να είναι το διαμέρισμα του Τζόνι. Μέσα σ΄ένα Σαββατοκύριακο εκείνο το κτίριο (που ήταν ήδη ετοιμόρροπο) είχε μετακινηθεί περίπου 1,5 μέτρο προς τ'αριστερά κι έτσι ήταν επικίνδυνο να γίνουν γυρίσματα εκεί μέσα. Θα έπρεπε να αλλάξουμε λοιπόν μέρος για να συνεχίσουμε τα γυρίσματα και τότε μου είχε κάνει εντύπωση που κανείς δεν μας είχε προειδοποιήσει γι΄αυτό στην αρχή των γυρισμάτων.
Πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα είχαμε κάποιες δυσκολίες με την ενδυματολόγο, σχετικά με την γκαρνταρόμπα του Τζόνι. Ο ρόλος ερχόταν από τα τέλη του ’50, αλλά δεν ήθελα τα ρούχα του να βγάζουν νοσταλγία, ήθελα ο χαρακτήρας να μοιάζει ξεχωριστός από τον περίγυρό του αλλά όχι παράταιρος.
Όμως δεν έβαινε άκρη. Οπότε, μια μέρα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα πήρα τον Brad και τον πήγα για μια επίσκεψη στη ντουλάπα μου. Βγάλαμε έξω κάθε κομμάτι που είχα αγοράσει από το Thrift Store, μιλάμε για ατόφιο χρυσάφι –μάζευα αυτά τα ρούχα 10 χρόνια! Ευτυχώς, όλα μου τα ρούχα του έκαναν. Όλα τα αγαπημένα μου, μοναδικά, αυστηρά προσωπικά, ανεκτίμητα ρούχα.
Γυρίζαμε την ταινία στο Williamsburg του Brooklyn, μια περιοχή στην οποία, τότε στα 1990, κανένας δεν θα σκεφτόταν να ανοίξει Starbucks (για να το θέσω κομψά). Δυο βδομάδες μετά την έναρξη των γυρισμάτων ήρθε ο βοηθός σκηνοθέτη ουρλιάζοντας, «Κάποιος άφησε ανοιχτό το βαν με την γκαρνταρόμπα και όλα τα ρούχα έκαναν φτερά!»
Την επόμενη μέρα, βρήκαν τους τύπους που μας έκλεψαν τα ρούχα. Αλλά η ανακούφισή μου δεν κράτησε πολύ –για την ακρίβεια δεν κράτησε πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Η αστυνομία μας πληροφόρησε οτι τα ρούχα του Τζόνι άρεσαν πάρα πολύ στους κλέφτες και δεν ήταν διατεθειμένοι να τα επιστρέψουν. Οι μπάτσοι μας συμβούλευσαν οτι, αν θέλαμε να συνεχίσουμε τα γυρίσματα στο Williamsburg, καλύτερα να δεχόμασταν τους «όρους» των κλεφτών.
Οπότε όλη η γκαρνταρόμπα του Τζόνι έπρεπε να αντιγραφεί. Έγιναν λοιπόν γρήγορα αντίγραφα από ότι ρούχο είχε φορέσει μέχρι τότε ο Brad στα γυρίσματα. Αν και δεν είχαμε λεφτά για να χρησιμοποιήσουμε τα αυθεντικά υλικά, τα ρούχα έγιναν σχεδόν ίδια με τα κανονικά. Στο τέλος των γυρισμάτων, μου έδωσαν τα αντίγραφα αυτά σαν δώρο. Τα πήγα σπίτι μου και τα έβαλα στην ντουλάπα μου. Μια μέρα προσπάθησα να φορέσω κάποιο απ΄αυτά τα πουκάμισα. Μια βδομάδα αργότερα τα πέταξα όλα στα σκουπίδια.
Όταν τελείωσε η ταινία, ένας από τους ανθρώπους της Miramax έπεισε τον Harvey Weinstein να κάνει κάτι πρωτοφανές γι΄αυτόν. Να αγοράσει ταινία χωρίς να την έχει δει. Ο άνθρωπος εκείνος ήταν σίγουρος οτι ο Brad θα γινόταν σύντομα μεγάλο αστέρι. Ήρθε και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από το Φεστιβάλ και η συμφωνία έκλεισε.
Ένα μήνα αργότερα ο Harvey καθόταν δίπλα μου στο φεστιβάλ του Τορόντο και τότε είδα άλλον ένα διανομέα, οπότε γύρισα προς τον Harvey και του είπα «Ελπίζω να σου αρέσει η ταινία».
Και νομίζω οτι όντως του άρεσε. Κάναμε μια δοκιμαστική προβολή στη Νέα Υόρκη μια βδομάδα αργότερα. Καθόταν πίσω μου και χαμογελούσε ευχαριστημένος όσο το κοινό γελούσε και επευφημούσε. Στο τέλος μου έκανε ένα ενθαρρυντικό νόημα.
Και μετά ήρθαν τα αποτελέσματα από το κοινό. Και τα αποτελέσματα δεν του άρεσαν. Οπότε αποφάσισε να διορθώσει το πρόβλημα. Αποφάσισε να κόψει 15 λεπτά από την ταινία και να βάλει voice over αφήγηση –κι εγώ του είπα οτι αν μου έδειχνε ποια 15 λεπτά θα έκοβε χωρίς να διασπάσει την ενότητα της ταινίας θα το σκεφτόμουν.
Η ιδέα με την αφήγηση προχώρησε πάντως κι εγώ δεν ήμουνα πολύ ευτυχισμένος μ΄αυτό. Η ταινία είχε κερδίσει ήδη κάμποσες διακρίσεις σε μεγάλα Ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Δεν καταλάβαινα λοιπόν για ποιο λόγο η δική μου βερσιόν δεν μπορούσε να προβληθεί στο Αμερικάνικο κοινό.
Αλλά αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία. Και αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα σχετικά με το πόσο θολά μπορούν να γίνουν τα νερά μέσα από τις παράπλευρες «διαπραγματεύσεις». Η αφήγηση έμεινε στην ταινία. Εκνευρίζομαι κάθε φορά που το θυμάμαι, ειδικά επειδή ξέρω, οτι όλα αυτά δεν έκαναν καλύτερο το τελικό αποτέλεσμα.
Κάποιοι άνθρωποι είδαν την ταινία. Σε κάποιους ανθρώπους άρεσε. Κάποιοι γούσταραν τόσο πολύ το όνομα της ταινίας που ξεκίνησαν ολόκληρη φίρμα ρούχων με αυτό το όνομα χωρίς καν να σκεφτούν να μου δώσουν ένα 10%. Εγώ πρώτος θα παραδεχτώ οτι η ταινία έχει όλες τις αδυναμίες της πρώτης δουλειάς ενός σκηνοθέτη. Αλλά παραμένει το πρώτο παιδί μου κι ακόμα τη λατρεύω. Εξακολουθώ να πιστεύω οτι η ερμηνεία του Brad ήταν γενναία και διεισδυτική. Εξακολουθώ να θεωρώ την ερμηνεία της Catherine Keener μαγική –όπως και κάθε ερμηνεία της άλλωστε. Αν νοικιάσετε την ταινία θυμηθείτε να προσέξετε τη σκηνή όπου η Υβόν μαθαίνει στον Τζόνι για το «κουκούτσι του καρπουζιού».
Ακόμα πιστεύω οτι η ιστορία ενός νεαρού άντρα που συνειδητοποιεί οτι δεν έχει καμιά ιδέα σχετικά με το ποιος είναι –ισχύει μέχρι και σήμερα. Γι΄αυτό ενθουσιάστηκα όταν έμαθα οτι η ταινία κυκλοφόρησε σε DVD στην κανονική της κόπια –όπως δεν έχει παιχτεί ποτέ πριν στη χώρα.
Χωρίς τη γαμημένη αφήγηση δηλαδή."
Αυτή είναι η ιστορία ενός μουσικού που έχει όλες τις προϋποθέσεις για να πετύχει (δηλαδή είναι απλώς όμορφος και ντύνεται τυπάδικα), αλλά δεν έχει συγκρότημα, ούτε τραγούδια –λεπτομέρειες! Η ιστορία ενός άντρα που ερωτεύεται και προσπαθεί να μάθει τις γυναίκες, καθότι πολύ αθώος και κάμποσο χαζός. Αλλά μονίμως στυλάτος –εντάξει; Ο Johnny μιλάει με τον κολλητό του για γκόμενες:
Deke: Πάρτο ή άστο –σωστά;
Johnny Suede: Σωστά κι έτσι το χειρίζομαι με τη γκόμενα τώρα, φίλε!
Deke: Δηλαδή δεν κάνετε έρωτα;
Johnny Suede: Φυσικά και κάνουμε έρωτα! Έπρεπε να με δεις χτες βράδυ φίλε, ήμουνα σκέτος αγριάνθρωπος, της έκανα τα πάντα!
Deke: Όπως, ας πούμε;
Johnny Suede: Όπως... λοιπόν, μου έδειξε που βρίσκεται το κουμπί της, εκεί μέσα, εκεί κάτω... καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Deke: Δηλαδή, μέχρι τώρα δεν ήξερες που βρισκόταν;
Johnny Suede: Ναι, εντάξει... φυσικά ήξερα! Αλλά τώρα μπορώ να το βρω και στο σκοτάδι αν χρειαστεί! Κι αυτό... αυτό είναι σημαντικό πράγμα να το γνωρίζει ένας άντρας!
Deke (γελώντας): Ξέρεις κάτι Johnny; Πολύ χάρηκα που τα κουβεντιάσαμε όλα αυτά!
Johnny Suede: Ναι, πάντα στη διάθεσή σου φίλε.
Κι ο Johnny προσπαθεί να βγάλει άκρη με την περίπλοκη γυναικεία ψυχοσύνθεση:
Johnny Suede: Δεν θα βάλεις εκείνο το μαύρο πράγμα γύρω απ΄τα μάτια;
Yvonne: Το Άι-λάινερ εννοείς;
Johnny Suede: Ναι, το φοράνε όλα τα κορίτσια στο μπαρ. Πολύ σέξι!
Yvonne: Εμένα δε μου αρέσει.
Johnny Suede: Θα έχεις τους λόγους σου....
Yvonne: Ποια παπούτσια να φορέσω;
Johnny Suede: Αυτά που γουστάρεις.
Yvonne: Σου αρέσουν αυτά εδώ;
Johnny Suede: Ναι, μια χαρά είναι.
Yvonne: Ή μήπως προτιμάς εκείνα καλύτερα;
Johnny Suede: Μωρό μου, ντυνόσουν από μόνη σου πολύ πριν γνωριστούμε –δεν υπάρχει λόγος να το σταματήσεις τώρα.
Yvonne: Απλά ρωτάω ποια σου αρέσουν!
Johnny Suede: Κι εγώ απλά λέω –φόρα όποια σου αρέσουν εσένα περισσότερο –εντάξει;
Yvonne: Γιατί δεν μπορείς να μου πεις ποια παπούτσια σου αρέσουν περισσότερο;
Johnny Suede: Υποθέτω, επειδή δε μου αρέσει κανένα απ΄όσα μου έδειξες.
Yvonne: Αυτά είναι τα γαμωπαπούτσια που έχω, εντάξει; Κι έτσι ντύνομαι εγώ και ξέρεις κάτι; Τι σημασία έχει το πως ντύνομαι στην τελική ρε γαμώτο;
Και τελικά; Τίποτα λιγότερο από μια μυθική ταινία (μάλλον άγνωστη στο ευρύ κοινό) τιγκαρισμένη στις αιώνιες αλήθειες που μας ρημάζουν από αρχαιοτάτων χρόνων –με τον Brad Pitt να δίνει ρέστα και φυσικά τον Αρχηγό σε μεγάλα κέφια!
Θες κι άλλα; Πάρε ένα βιντεάκι:
Πέρασε από εδώ οThe Motorcycle boy στις 12:01 μμ 4 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Κολλήματα
Σε καταστολή
Δευτέρα, Νοέμβριος 16, 2009
Είχα τις τελευταίες εβδομάδες κάποιες εξωπλασματικές εμπειρίες τις οποίες ακολούθησαν βαθυστόχαστοι συλλογισμοί. Μπερδεύτηκα πάει να πει –οπότε, τα’σπασα και τα ξανάριξα, γιατί δεν φαίνονταν καθαρά ούτε οι αριθμοί από τα ζάρια. Κι έφερα ντόρτια, ή αλλιώς 2Χ2 –πιάσε στασίδι να σου εξηγήσω τις λεπτομέρειες.
Τις τελευταίες εβδομάδες αναγκάστηκα να νταραβεριστώ υπερβολικά, για τα γούστα μου, με τις αρχές καταστολής του εγκλήματος ή σκέτο «καταστολής» αν προτιμάς.
Επειδή:
1. Έπρεπε να βγάλω διαβατήριο στην κόρη μου, για να κάνουμε ένα ταξιδάκι στην αλλοδαπή.
2. Με επέλεξε «τιμητικά» η Πολιτεία ως ένορκο σε κακουργιοδικείο.
Πικράθηκες; Βολέψου αναπαυτικότερα όσο παραθέτω τα γεγονότα.
ΒΡΕ ΠΟΥ ΜΠΛΕΞΑΜΕ! -ΙΣΤΟΡΙΑ 1
Μια ωραία πρωία επισκεφτήκαμε το αρμόδιο, για διαβατήρια, Αστυνομικό Τμήμα με τα δικαιολογητικά μας, τις φωτογραφίες μας κι ένα σκασμό παράβολα –όπου μια αστυνομικίνα επιπέδου σούπερ μόντελ (δεν κάνω πλάκα) ανέλαβε να μας εξυπηρετήσει. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα να της πιάσω κουβέντα πήγαν στο βρόντο, πήρε γραμμή και η κόρη μου, πήγε να με βοηθήσει –ματαιότης. Ντουβάρι η σούπερ μόντελ, πιο ζεστά είχα νιώσει παλιότερα όταν με είχε πάρει αγκαλιά ένας ΜΑΤάς και μ΄έσουρνε. Όπως και να ‘χει, ξεμπερδέψαμε κι όταν πέρασαν οι απαιτούμενες μέρες τηλεφώνησα προκειμένου να μάθω πότε θα παραλάβω διαβατήριο.
«Ξέρετε –η αίτησή σας για διαβατήριο ακυρώθηκε», με πληροφόρησε μια γυναικεία φωνή.
«Γιατί;» απόρησα.
«Το χαρτί της φωτογραφίας δεν ήταν κατάλληλο για σκανάρισμα».
«Τι θα πει αυτό;»
«Οτι δεν μπορούσαν να σκανάρουν τη φωτογραφία!» μου εξήγησε υπομονετικά η φωνή.
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησα.
«Όλη τη διαδικασία από την αρχή –πιστοποιητικό, φωτογραφίες... Μόνο τα παράβολα γλιτώνετε», με πληροφόρησε η φωνή.
Άρχισα να φορτώνω.
«Εντάξει για τις φωτογραφίες, αλλά γιατί να ξαναφέρω πιστοποιητικό; Που να τρέχουμε πάλι στο Δήμο;»
«Τι να σας κάνω; Έτσι είναι ο νόμος!»
«Κι αν ακυρωθεί πάλι, θα το ξαναπάμε τρίτη φορά το κορδόνι;» νευρίασα.
«Ε, μάλλον. Σκέφτεστε να ταξιδέψετε;» με ρώτησε όλο ευγένεια η φωνή.
Όχι –έτσι για πλάκα το ήθελα το διαβατήριο της μικρής, για να το δείχνει άμα θέλει να πάρει κουλούρι από το κυλικείο, σκέφτηκα. Αλλά δεν της το είπα.
Μια επόμενη ωραία πρωία ξαναβρεθήκαμε στο ίδιο Αστυνομικό Τμήμα με καινούργιο σετάκι χαρτιών. Η σούπερ μόντελ ήταν απασχολημένη, οπότε μας ανέλαβε μια άλλη, πολύ όμορφη κοπελίτσα. Διαφορετική κατάσταση –έπιασε την κουβέντα με την κόρη μου, πλακωθήκανε να γελάνε και να κοροϊδεύονται, το κάνανε καλοκαιρινό κανονικά το μαγαζί. Η μικρή τους χώθηκε στο τέλος που δεν την άφηναν να υπογράψει πουθενά και που οι μεγάλοι όλα δικά τους τα θέλουν και θα μαζέψει όλα τα παιδιά της Αθήνας να την αλλάξουν αυτή την αδικία, τους ανακάτεψε τις σφραγίδες και τα συραπτικά –ωραία περάσαμε!
«Όταν ξανάρθετε για το διαβατήριο να μου την ξαναφέρετε τη μικρή!» ζήτησε η όμορφη κοπελίτσα –αστυνομικίνα.
«Είστε σίγουρη;» απόρησα. «Επειδή εγώ την άφησα λυτή καθαρά για λόγους εκφοβισμού –σε στυλ, αν μας ξανακυρώσετε διαβατήριο, θα ξανάρθουμε!»
Να μην τα πολυλογώ –μετά από 3 μέρες χτυπάει το κινητό μου.
«Γεια σας, είμαι από το αστυνομικό τμήμα –το διαβατήριό σας είναι έτοιμο».
Πήγα, το πήρα –ευχαρίστησα την όμορφη κοπελίτσα για το ενδιαφέρον της, μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και να χαίρομαι την κόρη μου την πανέξυπνη –μόνο που δεν αγκαλιαστήκαμε ν΄αρχίσουμε τα φιλιά (όχι οτι θα με χάλαγε δηλαδή!)
Να προσθέσω κλείνοντας το πρώτο μέρος των εμπειριών μου, οτι το αστυνομικό τμήμα που βγάλαμε διαβατήριο ήταν αυτό που χτύπησαν οι καμπόιδες με τα καλάσνικοφ τις προάλλες.
ΒΡΕ ΠΟΥ ΜΠΛΕΞΑΜΕ! -ΙΣΤΟΡΙΑ 2
Πριν παρουσιάσω την εμπειρία μου ως ενόρκου, θέλω να πω κάτι: αν ακούσεις οτι η Πολιτεία θέλει να σε τιμωρήσει άραξε και προετοιμάσου, αν όμως σου πουν οτι η Πολιτεία θέλει να σε τιμήσει κοπάνα την επειγόντως για τα Νησιά του Πάσχα –μόνο έτσι θα γλιτώσεις.
Δεν θα σε κουράσω με τη φρίκη των δικαστηρίων, τους φτωχούς κατηγορούμενους με τις χειροπέδες και τους πλούσιους με τα κουστούμια. Θα πω μόνο οτι την τιμητική διάκριση της Πολιτείας τη νιώθεις με το που μπαίνεις στη δικαστική αίθουσα και πληροφορείσαι οτι αν αργήσεις καμιά μέρα απ΄αυτές που έχεις οριστεί για ένορκος θα πληρώσεις ένα κατοσταρικάκι πρόστιμο! Μην ακούς λοιπόν αυτούς που λένε οτι «η τιμή, τιμή δεν έχει»... Μερικές φορές έχει και παραέχει!
Τέσσερις μέρες ήμουνα υποχρεωμένος να παρευρίσκομαι στην τιμή που μου έκανε η Πολιτεία, τρεις φορές κληρώθηκαν ένορκοι για δίκες και τις τρεις βγήκε το όνομά μου! Διότι αν είσαι γκαντέμης φίλε μου, πας κόντρα και στο νόμο των πιθανοτήτων! Τι πιθανότητες έχεις να είσαι μέσα στους 4 που κληρώνονται από 12 άτομα; 100% -σωστά;
Ευτυχώς η πρώτη δίκη που κληρώθηκα δεν έγινε.
Δυστυχώς όμως η δεύτερη δίκη έγινε. Είχαμε απέναντί μας έναν τύπο με πανάκριβο δικηγόρο και κατηγορίες για πολύ γερά στομάχια. Δεν θέλω να επεκταθώ –μην το κάνουμε θρίλερ εδώ μέσα. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ένας πράος άνθρωπος, ευγενικός, καλόβολος. Όσο μας παρουσίαζε (στην αίθουσα συσκέψεων) την υπόθεση κράταγε ουδετερότητα σχοινοβάτη, αν πηγαίναμε να πούμε «ένοχος είναι ο καργιόλης», μας υπενθύμιζε οτι υπάρχει και το τάδε στοιχείο που μπορεί να αποδεικνύει το αντίθετο. Αν λέγαμε, «ρε λες να είναι θύμα σκευωρίας ο άνθρωπος;» φρόντιζε ο πρόεδρος να μας θυμίσει τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Φυσικά ο εισαγγελέας ήταν πεπεισμένος οτι ο κατηγορούμενος είχε κάνει όσα τον κατηγορούσαν κι άλλα τόσα –αλλά ο πρόεδρος έβαζε πάγο γενικώς.
Όσο ήμασταν μαζεμένοι σαχλαμαρίσαμε κιόλας –λύθηκε ο πρόεδρος, μας είπε γενικές απόψεις του, για το πόσο μαλακία είναι το αμερικάνικο δικανικό σύστημα (η υπόθεση που εξετάζαμε είχε και Αμερική μέσα) που στηρίζεται σε περιπτωσιολογία και όχι σε νομολογία, για τις συναλλαγές των Αμερικάνων με εγκληματίες όπου αρκεί αυτοί να καρφώσουν κάποιους και αθωώνονται (ακόμα κι αν έχουν σίγουρα διαπράξει έγκλημα). Μας είπε και για τα κολλήματα της ελληνικής δικαιοσύνης... Με λίγα λόγια ο πρόεδρος μου φάνηκε ένα καλορυθμισμένο γρανάζι του συστήματος που όμως, λόγω υπερχρησιμοποίησης, είχε αρχίσει να βγάζει γρέζια. Όχι οτι δεν έκανε τη δουλειά του σύμφωνα με τους τύπους, όχι οτι ήταν ανεπαρκής, μεροληπτικός, λουφαδόρος, ξέρω ΄γω... Απλά, έβγαζε γρέζια.
Τελικά καταλήξαμε σε απόφαση, χαιρετηθήκαμε ευγενικά και βρεθήκαμε στο πεζοδρόμιο μαζί με τους συγγενείς του κατηγορούμενου που μόλις είχαμε καταδικάσει. Μια ωραία ατμόσφαιρα!
Την τρίτη φορά που με κληρώσανε για δίκη –φόρτωσα. Αει σιχτίρ πια, πως την είχαν δει; Βρήκαμε παπά να θάψουμε πέντε –έξη; Στην έδρα ήτανε μια πρόεδρος εντελώς χάλι. Απ΄αυτές που βρίζουν τους κατηγορούμενους, μιλάνε επιθετικά στους μάρτυρες, ειρωνεύονται τους πεθαμένους –εντελώς χάλι, το ξανάπα. Κληρώνει τον πρώτο ένορκο, πάει ο άνθρωπος να σηκωθεί, πετάγεται ο συνήγορος υπεράσπισης (χωρίς καν να τον δει) και λέει «εξαιρείται»! Γιατί το έκανε δεν κατάλαβα –μάλλον, κάποιο δικηγορίστικο στυλάκι... Κληρώνουν τ΄όνομά μου, σηκώνομαι, πλησιάζω -μούγκα ο συνήγορος.
«Δε με εξαιρείς κι εμένα;» του λέω.
Μπλοκάρει ο συνήγορος.
«Μόνο δύο μπορώ να εξαιρέσω», μου δικαιολογείται.
«Τι πράγματα είναι αυτά; Δεν ντρέπεστε;» φορτώνει η πρόεδρος.
«Τι να ντρέπομαι κυρία πρόεδρος!» διαμαρτύρομαι. «Τρεις φορές κληρώθηκαν ένορκοι και τις τρεις μέσα ήμουνα!»
«Εκατοντρείς να κληρωθείτε!» τσιρίζει η κυρία.
«Όπως νομίζετε», απαντάω, επειδή βλέπω τους μπάτσους τριγύρω έτοιμους να μου φερμάρουν.
Αλλά η κυρία συνεχίζει!
«Αν δεν θέλετε να είστε ένορκος να πηγαίνετε κάθε Γενάρη να το δηλώνετε!»
Σηκώνω κι εγώ τους ώμους.
«Και τώρα μου το λέτε;» παρατηρώ.
«Είναι τιμή σας να κληθείτε για ένορκος!» γκαρίζει η κυρία πρόεδρος.
«Τι τιμητικό έχει το να κάθομαι εκεί πάνω και ν΄αποφασίζω για τις ποινές των ανθρώπων;» απορώ.
Ευτυχώς με λυπήθηκε η εισαγγελέας και με εξαίρεσε! Έφυγα από την αίθουσα ακούγοντας την πρόεδρο να ουρλιάζει οτι αποτελώ την «ντροπή των ενόρκων» -πράγμα που δεν μου φάνηκε και πολύ υποτιμητικό αν θες να ξέρεις.
Αυτά ήταν τα γεγονότα –περνάω τώρα στις επακόλουθες σκέψεις:
Έχω συνηθίσει να αποφεύγω τα νταραβέρια με τις Αρχές. Το πρώτο λοιπόν που ήρθε στο μυαλό μου ήταν πως να τη γλιτώσω. Πως να γίνει έτσι που να μην χρειαστεί να πηγαίνω σε αστυνομίες και δικαστήρια...
Αν δεν πήγαινα στο αστυνομικό τμήμα δεν θα μπορούσα να ταξιδέψω με την κόρη μου -απλό είναι το θέμα. Και το αναφέρω για να υπενθυμίσω σε όσους ξεσκονίζουν τον αντικρατισμό τους κάθε εκλογική αποχή -οτι το κράτος έχει άμεση σχέση με τη ζωή μας, δυστυχώς. Δε γουστάρεις νταραβέρια με μπάτσους; Μαγκιά σου. Κάτσε ψηλά στο βουνό κι αγνάντευε. Είσαι της άποψης οτι ACAB, ας πούμε; Σωστός. Κι όταν πας να βγάλεις το δείνα χαρτί σε αστυνομικό τμήμα τι κάνεις; Μοιράζεσαι με τα μπατσόνια την άποψή σου ή το παίζεις τυπικός και μετρημένος; Ερωτώ.
Πάμε τώρα στην άλλη περίπτωση. Όπως βεβαίως γνωρίζεις "τα δικαστήρια απλώς νομιμοποιούν την κρατική βία" κ.λ.π. Σε καλούν για ένορκο -τι κάνεις; Λες "συγνώμη, αναρχικός, δεν θα μπορέσω"; Κι αφήνεις άλλους να βγάλουν το φίδι; Αν, ας πούμε, είναι κάποιος καημένος ταλαίπωρος -κακό είναι να τον υποστηρίξεις μπας και γλιτώσει τη μπουζού; Ή μήπως η ελευθερία ενός ταλαίπωρου είναι λιγότερο σημαντική από τις απαράβατες αρχές σου;
Κι ας πούμε τώρα οτι με βάση το παραπάνω πήγες στα δικαστήρια για ένορκος. Που, έτσι κι αλλιώς θα πας δηλαδή -επειδή αν δεν πας, θα πληρώνεις σα μαλάκας -τέλος πάντων... Πήγες στα δικαστήρια κι απέναντί σου έχεις έναν στυγερό δολοφόνο. Τι κάνεις; Ψηφίζεις να τον κλείσουν μέσα ή μένεις πιστός στο "η ελευθερία είναι θεραπευτική" και υποστηρίζεις για την αθώωσή του -κι ας έχει σφάξει ένα κάρο κόσμο;
Κοντολογίς, πως λειτουργεί κάποιος μέσα σε θεσμούς στους οποίους είναι ιδεολογικά και ηθικά αντίθετος;
Έγραψα παραπάνω οτι το αστυνομικό τμήμα που επισκέφτηκα ήταν εκείνο που χτύπησαν με καλάσνικοφ. Πράγμα που με έκανε να αναρωτηθώ –ποια θα ήταν η αίσθησή μου αν χτυπάγανε εκείνη την όμορφη κοπελίτσα που έπαιζε με την κόρη μου; Ή την άλλη την αχώνευτη μεν, αλλά σούπερ μόντελ δε; Δηλαδή –κατά πόσο θα προσωποποιούσα στις συγκεκριμένες την απωθητική όψη της κατασταλτικής εξουσίας; Ή τη θεσμοποιημένη αστυνομική βία; Μαλακίες να λέμε τώρα; Αν μάθαινα κάτι για αυτές τις κοπελίτσες σίγουρα θα λυπόμουν.
Επειδή ήταν όμορφες; Μπορεί.
Επειδή με εξυπηρέτησαν; Δουλειά τους είναι.
Επειδή ήταν τόσο φιλικές; Για τη μια από τις δύο ίσχυε αυτό να υπενθυμίσω.
Αν μάθαινα οτι κάποια από τις κοπελίτσες έφαγε μια σφαίρα θα λυπόμουν επειδή θα εικονοποιούσα μια τραυματισμένη κοπέλα κι όχι έναν τραυματισμένο θεσμό –τόσο απλό είναι το θέμα.
«Οι δικαστές είναι ασυνείδητα καθάρματα που υπερασπίζονται τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης» –έτσι δεν πάει;
«Ήμουνα σε μια δίκη κι ο εισαγγελέας σηκώθηκε και είπε οτι κακώς δικαζόμασταν, επειδή το θέμα ήταν καθαρά ιδεολογικό και οι ιδέες δεν δικάζονται –αυτός ο εισαγγελέας ήταν πολύ πιο προωθημένος από κάτι και καλά αναρχικούς που συχνάζουν πλέον στα Εξάρχεια κι αν έχεις διαφορετική άποψη από τη δική τους σε σπάνε στο ξύλο», μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, που διακρίνεται για τη συνέπειά του στον αναρχικό τρόπο ζωής.
Η πρόσφατη εμπειρία μου στα δικαστήρια πάντως εξαντλήθηκε στην παρατήρηση μερικών ευσυνείδητων υπαλλήλων που προσπαθούσαν να μην αδικήσουν (ή για να το πω καλύτερα: να αδικήσουν όσο γίνεται λιγότερο) τους εμπλεκόμενους. Εντάξει, υπήρχε κι εκείνη η πρόεδρος που είχε μπερδέψει το θρόνο του παντοκράτορα με την έδρα του κακουργιοδικείου –αλλά, τέλος πάντων.
Πόσους απ΄αυτούς θα ήθελα νεκρούς; Κανέναν ρε γαμώτο –ούτε καν εκείνη την ψωνισμένη πρόεδρο -ίσως να σκεφτόμουν οτι χρειάζεται επειγόντως ψυχιατρική υποστήριξη, αλλά με τίποτα δεν θα σκεφτόμουν οτι ο θάνατός της θα έκανε τον κόσμο καλύτερο.
Τι θέλω να πω;
Τίποτα περισσότερο από το προφανές –οτι η συγκεκριμένη κοινωνική δομή έχει πρόβλημα στους θεσμούς. ΣΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ. Και το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με νεκρούς μπάτσους, νεκρούς δικαστές, νεκρούς υποθηκοφύλακες –νεκρούς γενικώς.
Επειδή τη θέση των νεκρών θα πάρουν άμεσα κάποιοι άλλοι –τι γίνεται τότε; Συνεχίζεται ο σκοτωμός;
Ας υποθέσουμε οτι διαθέτουμε έναν λεπτομερέστατο κατάλογο με τα ονόματα όλων των αστυνομικών –πατάμε ένα κουμπί κι όλοι μαζί πεθαίνουν. Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία με τους δικαστικούς κι αφού έχουμε κουμπιά, να φαν΄κι οι κότες, εξολοθρεύουμε και τους δημόσιους υπαλλήλους, τους στρατιωτικούς, τους πολιτικούς, τους πλούσιους, τους λιγότερο πλούσιους, τους έτσι κι έτσι, τους ολίγο από γιουβέτσι... Φτάνει μέχρι εδώ;
Μετά απ΄αυτό θα δημιουργηθεί ένας καλύτερος κόσμος; Εγώ σου λέω πως έτσι θα γίνει –απάντα όμως κι εσύ σε αυτό: ένας καλύτερος κόσμος για ποιους; Ποιοι θα έχουν απομείνει; Μόνο εκείνοι που πατάνε τα κουμπιά και η παρέα τους.
Μάγκα μου, αν αυτός είναι ο καλύτερος κόσμος εγώ δεν θα είμαι εκεί για να τον δω. Θα με έχει καθαρίσει κάποιο πάτημα κουμπιού –οπότε ο συγκεκριμένος καλύτερος κόσμος δεν με αφορά.
Όσους τους αφορά ας τραβηχτούν μόνοι τους. Και για πάρτη τους.
Πέρασε από εδώ οThe Motorcycle boy στις 10:00 πμ 16 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Συμβαίνουν κι αυτά





