Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

16. «Ναυτία»


Οι μέρες περνούσαν, η μία μετά την άλλη κι έπειτα όλα άλλαξαν και οι μέρες περνούσαν η άλλη μετά τη μία –σωστός ο τοίχος… Απέναντι από την πολυκατοικία που έμενε η Τζούλια, κάθε φορά που πήγαινα να πάρω τη μηχανή, εκεί…

Τώρα τελευταία, μάλιστα, η μηχανή και το σπίτι της Τζούλιας ήταν κάμποσο μονοθέσια –πήγαινα μόνος για φαγητό, κατηφόριζα στην πλατεία για κόψιμο κίνησης και μπύρα στα όρθια, πέρναγα από σπίτι Τζούλιας για φρεσκάρισμα, έρημος κατέληγα Πήγασο για σκότωμα ώρας και κοιμόμουν εξίσου μόνος γιατί τα κορίτσια κάπου είχαν πάει, κοριτσοπαρέα δε σε παίρνει…
Ήξερα που πήγαιναν.

Εκείνο τον καιρό η πρεζαγορά της Κυψέλης απέκτησε ανταγωνισμό, είχαν κατέβει κάτι περίεργοι από Περιστέρι μεριά και πούλαγαν με την οκά, αρχίσανε και οι τραβηχτικές –πήγαιναν τα καραβάνια από την πλατεία στον Τοξότη και φόρτωναν για να φέρουν σε συγγενείς και φίλους. Η Τζούλια ήταν φιλική προς την πρέζα αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, η Άννα είχε τσίχλα στον εγκέφαλο. Αφού το κάνει ο Τζάγκερ κι ο Σιδηρόπουλος γιατί όχι κι εμείς –τέτοια φάση. Άκουγε το Η ή το Heroin καπάκι με το Waiting for my man κι αρρώσταινε -κάθε φορά που άρχιζε τις φιλοσοφίες της απώλειας μού ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι –της κόλλαγα στη μούρη την ιστορία εκείνη από τη Βαβέλ που είχε τίτλο «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίδα» κι άλλαζα δωμάτιο. Μαλακία μου αλλά είμαι μαλάκας γενικώς –τρέχει τίποτα;
Τρέχει.

Η Τζούλια με την Άννα στο Περιστέρι σκαρφαλώνουν στα νταμάρια, νύχτες με αθέατα φεγγάρια κι εγώ να μένω πίσω ανίκανος κι ανύπαρκτος. Αυτό τρέχει. Πάει μήνας τώρα, μπορεί και περισσότερο. Θέλεις και το χειρότερο; Το σπίτι της Τζούλιας γίνεται λαϊκό υπνωτήριο συχνά-πυκνά, γιατί οι Περιστεριώτες όταν φτιαχτούν δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους, είναι και δυο αρχίδια με θηριώδεις Καβασάκι Ζ που οι δικές μου τους λιγουρεύονται.
«Ωραίος γκόμενος ο Γιάννης», λέει η Τζούλια.
«Χάρισμά σου –εγώ προτιμώ τον Αργύρη», σιγοντάρει η Άννα.
Είμαι κι εγώ εδώ, γαμώ το στανιό μου…
«Θα είχες πρόβλημα αν έκανα τίποτα;» με ρωτάει η Τζούλια.
«Κάνε δουλειά σου», ρίχνω τρία κιλά σύννεφο και πάω ν΄ αλλάξω το δίσκο στο πικάπ που πάλιωσε στα μισά του πρώτου τραγουδιού.

Κάνει ψωφόκρυο, η ώρα δεν περνάει και ξεροσταλιάζω στα φλιπέρια της πλατείας –δεν έχω όρεξη να ταΐσω τα μασίνια, δεν έχω όρεξη να ταϊστώ εγώ, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Πριν καμιά ώρα ήρθαν οι λεγάμενοι στο σπίτι της Τζούλιας φορτωμένοι –την κοπάνησα για κάποιο ραντεβού με τα παιδιά της σχολής, παπάρια ραντεβού, έχω να δω τους άλλους κοντά ένα μήνα… Όσο ακριβώς έχω να πατήσω στη σχολή. Ξέρω ότι σήμερα το βράδυ η Άννα θα την πέσει στον Αργύρη, δεν ξέρω τι θα κάνει η Τζούλια, αλλά φαντάζομαι τα χειρότερα. Και είμαι σίγουρος ότι αυτό που θα γίνει, θα είναι τελικά χειρότερο απ΄ότι φαντάζομαι.  
«Ή παίξε ή παίξτον παραδίπλα», με σκουντάει ένας πάνκης ψιλόλιγνος.
Τον κοιτάζω, θυμάμαι ότι έχουμε βρεθεί σ΄ένα σκασμό συναυλίες, κάνω στο πλάι, θέλω να του πω κάτι, σηκώνομαι και φεύγω τσαντισμένος.
Όχι μαζί του.

Έχω καβαλήσει τη μηχανή κυνηγημένος από χίλιους διαβόλους, το κρύο περονιάζει από στήθος σε πλάτη γιατί, σα μαλάκας, δεν έχω κλείσει το φερμουάρ του μπουφάν –μέχρι να φτάσω στους Στύλους δεν ξέρω που πάω, είμαι αριστερά για Βουλιαγμένης, τελευταία στιγμή πιάνω μεσαία, τερματισμένος στη Συγγρού μέχρι να χωθώ πίσω από το ΦΙΞ. Είναι εκεί, στο Νέο Κόσμο, ένα μπαράκι που το λένε Μπαράκι (το παίδεψαν πολύ το όνομα κατά πώς φαίνεται) παρκάρω απέξω. Στέκι Ρηγάδων αλλά πάνε και κάμποσοι δικοί μου, μπαίνω μέσα και είναι χαμάμ από την κάπνα, κοντοστέκομαι μην κουτουλήσω σε κάνα αδέσποτο ντουβάρι.
Και βλέπω αυτό το αναπάντεχα αναμενόμενο σετάκι σε ένα τραπέζι βάθος-κήπος, Βιβή, Μάνος, Αντώνης, Μαρία –θα χαμογελούσα αν δεν είχα ξεχάσει πώς γίνεται. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι με βλέπουν κι αυτοί –φωνές, αγκαλιές, φιλιά, χαθήκαμε ρε παιδιά, πώς παν’ τα κέφια, πιάσε ένα καρτούτσο, κάπελα –τέτοια κατάσταση.
Κάθομαι περιτριγυρισμένος σαν ορφανό που μάζεψαν από τους πέντε δρόμους ευγενικοί πλούσιοι, με κερνάνε ξηροκάρπια, μόνο παντόφλες δε μου έχουν φέρει να ξεκουράσω τα πόδια μου.
«Πες τι γίνεται με την περίπτωσή σου μη σε γαμήσω ρε μαλακισμένο», λέει στο τέλος η στοργική Βιβή.
Χαμογελάω –είναι ωραίο να είσαι με τους φίλους σου.
Ανάβω τσιγάρο –το καθυστερώ όσο μπορώ.
«Σκατά», λέω στο τέλος.
«Πες μας κάτι που δεν ξέρουμε», γελάει ο Αντώνης.
Κι έτσι τους λέω την ιστορία, προσπαθώντας να περιορίσω τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
«Αυτό είναι όλο;» γελάει πάλι ο Αντώνης. «Δικά μας παιδιά –πάμε από κει, ψιθυρίζω δυο φωνήεντα και χάνονται επιτόπου στο βάθος του συννεφιασμένου ορίζοντα».
«Δανείζω και Μάνο για κάνα μήνα μπας και ηρεμήσει αυτή η Άννα…» προτείνει η Βιβή βαθυστόχαστα.
Ο Μάνος την κοιτάζει δήθεν θιγμένος.
«Εντάξει –για καμιά βδομάδα, έχουμε κι εμείς ανάγκες», διορθώνει η Βιβή.
Χαμογελάω –έτσι γίνεται λοιπόν…
«Σκατά», ξαναλέω.
«Ε, φάτα ρε πουλάκι μου…» κάνει η Βιβή απηυδισμένη.
«Εννοώ ότι δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω με τη Τζούλια, όλα αυτά έχουν γούστο –αλλά εγώ δεν έχω…»
«Εντάξει –να σου βρούμε μια καλή κοπέλα», προτείνει ο Μάνος.
«Είσαι χαζός ρε μωρό μου;» του χώνεται η Βιβή.
«Σωστά», λέει ο Αντώνης.
Η Μαρία δε λέει τίποτα.
«Καρφωμένα τα δόντια στη λαμαρίνα, φιλαράκι;» σκύβει συνωμοτικά προς το μέρος μου ο Αντώνης.
«Οξυγονοκόλληση», παραδέχομαι.
«Ας πιούμε λοιπόν», προτείνει η Μαρία.
Κι αυτό κάνουμε. Αφήνουμε τα κυριλίκια με τις Στολίσναγια και πέφτουμε στη φτήνια, γραμμή κάνουν τα τριάρια τα Μεταξά, vomo ante portas

Όταν πάμε να σηκωθούμε, ανακαλύπτουμε ότι κάποιος μας έχει φορτώσει μ΄ένα τσουβάλι πέτρες τον καθένα και πρέπει να τις μεταφέρουμε υποχρεωτικά αφού το μαγαζί κλείνει. Στο πεζοδρόμιο έχει έρθει ένα ψιλόβροχο να κάνει παρέα στο ψωφόκρυο –μασέλες που χτυπάνε σε ρυθμό φοξ τροτ, γιακάδες που σηκώνονται…
«Άστη εδώ τη ρημάδα, δυο βήματα είναι το σπίτι μου», λέει η Βιβή.
Κοιτάζω τη μηχανή, δε μου πάει να την παρατήσω.
«Εντάξει…» ψελλίζω.
Κι ανεβαίνω στη σέλα, γίνομαι επιτόπου μούσκεμα μέχρι μέσα από σώβρακο, θα βλαστημούσα αν δεν είχε παγώσει η γλώσσα μου.

Δεν παίρνω χαμπάρι πώς φτάνουμε στο σπίτι της Βιβής κι απορώ ειλικρινά που δεν έχω μαζέψει καμιά εικοσαριά σαβούρδες, αλλά καταφέρνω να παρκάρω ολόκληρος –κι εγώ και η μηχανή. Μέσα στο σπίτι παίζονται μουσικές καρέκλες με γαμοσταυρίδια για υπόκρουση. Όποιος προλαβαίνει καβατζάρει κρεβάτι, καναπέ και οι υπόλοιποι βολεύομαι στο πάτωμα, κολλητά στο σβηστό καλοριφέρ. Τουρτουρίζω βρεμένος αλλά δεν έχει σημασία γιατί όλα αυτά τα νιώθει κάποιος άλλος άνθρωπος, του οποίου τη ζωή παρακολουθώ σε οθόνη τηλεόρασης και τη βαριέμαι κιόλας –πολύ μελό αδερφάκι μου… Πέφτω σε κώμα.
Και κάτι πέφτει πάνω μου, από την αφή καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί κουβέρτας, ακούω μια φωνή από την τηλεόραση ακούω τη Βιβή να μουρμουρίζει «θα κοκαλώσεις ρε μαλάκα», τι δουλειά έχει η Βιβή στην τηλεόραση; Μην ασχολείσαι…

Ένα πέτρινο κύμα σκάει στο μέτωπό μου, τραβιέται πίσω απλώς για να πάρει φόρα και με ξαναχτυπάει. Αλλάζω θέση, καμιά βελτίωση. Ποιος πούστης παίζει μαζί μου; Ανοίγω τα μάτια για ν΄ανακαλύψω ότι το κύμα δεν έρχεται απέξω, αλλά μέσα από το κεφάλι μου. Δε βλέπω καλά, δεν ακούω τίποτα πέρα από τη βουή του κύματος και το στομάχι μου είναι ένας κόμπος από καραβόσκοινα που ψάχνει να βγει έξω.
«Σκατά», μουρμουρίζω, μάλλον, και ψάχνομαι για καμιά εξυπηρετική Καμήλα. Κάτι βρίσκω στην τσέπη του μπουφάν μου, ανάβω και στην πρώτη ρουφηξιά ο κόμπος από το στομάχι σκαρφαλώνει στο λαιμό.
Κατρακυλάω μέχρι την τουαλέτα, χώνω το κεφάλι στη λεκάνη, παθαίνω κάτι περιποιημένους σπασμούς αλλά δε βγάζω τίποτα –μηδέν από μηδέν, μηδέν –όταν βαριέμαι να κρέμομαι ανάποδα, στήνομαι στα πόδια μου. Ένας αποκρουστικός μαλάκας με χαζεύει μέσα από τον καθρέφτη. Και κάποιος άλλος μαλάκας κοπανάει την πόρτα –ανοίγω, πέφτω πάνω στον Αντώνη.
«Την πουτσίσαμε φιλαράκι –μεσημέριασε…» μου λέει.
Σηκώνω αδιάφορα τους ώμους καθώς βγαίνω και μετά θυμάμαι ότι ο Αντώνης είναι εργαζόμενος, κανονικός, με ωράριο. Ο ταχυδρόμος που χτυπάει πάντα δυο φορές, πριν τον πάρει στο κυνήγι ο σκύλος του σπιτιού.
«Πάρτους και πες ότι είσαι άρρωστος», μουρμουρίζω.
«Τους έχω πάρει τόσες φορές, που πρέπει πλέον να δηλώσω ανίατος», λέει καθώς μου κοπανάει την πόρτα της τουαλέτας στα μούτρα.

Στην μικρή κουζίνα του διαμερίσματος η Βιβή βράζει νερό για νες και είναι αυτή η πιο ελπιδοφόρα κίνηση της καινούργιας μέρας –έξω από τη μπαλκονόπορτα ο ήλιος ήδη μαχαιρώνει. Κοιτάζω το ρολόι μου –δωδεκάμισι. Στο μέσα δωμάτιο οι εναπομείναντες λειτουργούν ακόμα με μηχανική υποστήριξη.
«Πώς είσαι;» με ρωτάει με γυρισμένη την πλάτη.
«Λίγο μετά το θάνατο», απαντάω.
«Νεκρική ακαμψία;»
«Όχι –στα καζάνια της κόλασης».
Γελάει όσο φτιάχνει καφέδες.
Κάθομαι. Από την τουαλέτα ακούμε τον Αντώνη να ξερνάει σε στυλ υπερπαραγωγή.
 «Κι αυτός καλά είναι», της κάνω νόημα.
Κάθεται.
«Παρακάτω τι γίνεται;» με ρωτάει.
Ανάβουμε τσιγάρα που θα πάνε άκλαυτα.
«Δεν ξέρω… Θα πάω σπίτι της».
«Κι άμα είναι ο άλλος;»
«Θα του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
«Σιγά ρε σκληρέ άντρα…»
«Εντάξει… Θα πάρω δυο σώβρακα για δικαιολογία και θα φύγω».
«Τώρα μιλάς καλά».
«Και θα τον περιμένω από κάτω να του πετάξω τ΄άντερα έξω…»
Γελάει χαραμίζοντας μια ολόκληρη τζούρα.
«Και τι θα κερδίσεις με αυτό; Απλά θα έχουν κάτι να κοροϊδεύουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Γιατί το βλέπω πιθανό και τη γκόμενα να σου πήδηξε και να σε σαπίσει στο ξύλο, στην κατάσταση που είσαι τώρα…»
«Έχεις δίκιο. Λες να του κάψω τη μηχανή;»
Ξεκαρδίζεται.
«Πόσων χρονών είπαμε ότι είσαι; Το Δημοτικό το τελείωσες; Ρε μαλάκα, με τέτοια μυαλά περιμένεις να κρατήσεις γυναίκα;»
«Ότι δηλαδή τώρα την έχω και την κρατάω…»
«Δεν έχει σημασία. Χάσεις-κερδίσεις το θέμα είναι να μην παίζεις…»
«Να μην παίζω…»
«Να ρε βούρλο. Ποια θα σε πάρει στα σοβαρά όταν δει ότι παίζεις;»
Το βουλώνω σκεπτικός. Προβληματίζομαι. Αν έριχνα ένα χέσιμο μήπως αισθανόμουν καλύτερα; Γιατί από εμετό δε με κόβω ικανό… Και πώς θα είναι η τουαλέτα μετά τον Αντώνη;
«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει η Βιβή.
«Αυτά που μου είπες», χαμογελάω.

Το θέμα είναι ότι μετά τον καφέ μού βγαίνει όλη η νύστα. Κι επίσης οι άλλοι αρχίζουν να σηκώνονται. Δράττομαι της ευκαιρίας, που λένε οι μορφωμένοι, και χώνομαι στο κρεβάτι –μουρμουρίζω ένα «θα ξαπλώσω λίγο γιατί δεν…» και μετά ξεραίνομαι.
Όταν ξυπνάω έχει πάρει να σβήνει ο σιχαμένος ο ήλιος –το κεφάλι μου δεν πονάει, το στομάχι δε με ενοχλεί αλλά νιώθω σα να με πέρασε οδοστρωτήρας. Μόνο η Βιβή με το Μάνο έχουν μείνει, τους ακούω να τρώνε στην κουζίνα, πετάγομαι αλαφιασμένος.
«Πρέπει να φύγω», λέω.
«Κάτσε να φας κάτι».
«Πρέπει να φύγω».

Πρέπει να δω τι έγινε, πρέπει να τη δω, πρέπει να φύγω, πρέπει να φτάσω γρήγορα –η μηχανή δεν παίρνει και με ξεσκίζει στις ανάποδες, βλαστημάω, αρχίζω να ιδρώνω, η μηχανή μπούκωσε…
Την πάω σπρώχνοντας στο δρόμο κι όταν αρχίζουν να γυρίζουν οι ρόδες σηκώνομαι στους μαρσπιέδες και βάζω την πρώτη σκαστή –η μηχανή κλωτσάει άσχημα, κρατιέμαι -φύγαμε.
Ο δρόμος δεν είναι φίλος μου και τα φανάρια έχουν βαλθεί να μου διαλύσουν το νευρικό σύστημα, βλέπω τα αυτοκίνητα σαν κατολίσθηση, τους πεζούς σαν άμμο που τρίβει στα μάτια μου, βλέπω ότι δε βλέπω καθόλου καλά…
Όμως τα καταφέρνω. Παρκάρω δίπλα στο γαμιόλη τον τοίχο, τραβάω το κλειδί πριν σβήσει η μηχανή, ετοιμάζομαι να τρέξω αλλά φρενάρω. Ήσυχα, ήρεμα, πάρε το χρόνο σου… Μην μπεις μέσα σ΄αυτή την κατάσταση...
Ανάβω μια Καμήλα, ακουμπάω στον τοίχο και μετράω ανάποδα από το 100, κάπου στο 60 κόβω, ανασαίνω βαθιά, είναι ώρα; Έχω ακόμα μισή Καμήλα άκαυτη, κοιταζόμαστε –δε θα με παρεξηγήσει. Την πετάω στον αέρα και την σουτάρω ψιλοκρεμαστά, μετά την παρακολουθώ να σκάσει στο δρόμο, μέσα σε μια λακκούβα –άψογος…
Περνάω απέναντι.

Μισοσκόταδο προς το δε βλέπω τίποτα, τσιγαρίλα ανακατεμένη με κλεισούρα, κοντοστέκομαι στην πόρτα για να συνηθίσουν τα μάτια μου. Καταφέρνω να δω ένα πτώμα στον καναπέ σκεπασμένο με ένα βουνό κουβέρτες –εντάξει, αυτή είναι η Άννα. Περνάω δίπλα της στις μύτες, μην την ξυπνήσω και τη χάσουμε από πελάτη –στην κρεβατοκάμαρα βρίσκω τη Τζούλια, βλέπω τα μαλλιά της πάνω από την κουβέρτα και τίποτα άλλο, είναι γυρισμένη προς τον τοίχο. Ακουμπάω στην πόρτα αμίλητος.
«Έλα να ξαπλώσεις», την ακούω να ψιθυρίζει.
«Εγώ είμαι», της λέω ηλίθια –γιατί φοβάμαι μη με πέρασε για κάποιον άλλο.
Δε μιλάει.
Βγάζω τα ρούχα μου, στριμώχνομαι δίπλα της, έρχεται και χώνεται στην αγκαλιά μου –το πρόσωπό της στο στήθος μου, φοράει μόνο μια κοντομάνικη και εσώρουχο. Την κρατάω με ξύλινα χέρια.
«Πού ήσουν;»
Δε μιλάω.
«Μου έλειψες».
Θέλω να της πω… Δε λέω κουβέντα.
«Νυστάζεις;» τη ρωτάω τελικά.
«Δεν ξέρω», μουρμουρίζει και μετά νιώθω την αναπνοή της σταθερή, ήρεμη να χτυπάει στο στήθος μου.
Κλείνω τα μάτια, σκέφτομαι ότι όλα είναι καλά –δηλαδή δε θα με παρατήσει, με θέλει ακόμα, αλλά είναι όλα καλά; Τι έγινε; Φοβάμαι να τη ρωτήσω.
Και τότε τη νιώθω να τραντάζεται, ένα τρέμουλο που ξεκινάει από τους ώμους και σκάει πάνω μου, νιώθω ήδη την υγρασία. Τη σπρώχνω λίγο πίσω.
«Κλαις;» η κλασική ερώτηση του μαλάκα.
Η σωστή απάντηση είναι: όχι –κατουρήθηκα με το που σε είδα…
Αλλά η Τζούλια δεν απαντάει τίποτα. Κολλάει περισσότερο πάνω μου, πιέζει το σώμα της στο δικό μου, θα φώναζα από ενόχληση αν δεν ήμουν, για κάποιο αρρωστημένο λόγο, πανευτυχής.
«Πες μου τι έγινε…»
«Δεν έπρεπε να φύγεις…»
Κουμπώνω αλλά προσπαθώ να το κρύψω.
«Ήρθαν… και γίναμε…»
«Παρακάτω…» λέω προσπαθώντας να μη δείξω πόσο σπασμένος είμαι.
Δε μιλάει. Συνεχίζει να με σφίγγει, τα πόδια της μπερδεύονται με τα δικά μου. Και η όλη φάση αρχίζει να γίνεται ερεθιστική.
«Κάποια στιγμή έχασα επαφή με το περιβάλλον…. όταν συνήλθα τον βρήκα πάνω μου…»
Πετάγομαι –τραβιέμαι πίσω, την κοιτάζω κατάματα. Προσπαθεί να γυρίσει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά, αλλά τώρα είμαι εγώ αυτός που τη σφίγγω.
«Δεν ήθελα να κάνουμε τίποτα…»
«Και;»
Δε μιλάει…
«Δηλαδή σε βρήκε ντάγκλα και σε πήδηξε;»
Δε μιλάει…
Πετάγομαι από το κρεβάτι, ψάχνω τα τσιγάρα μου –το μετανιώνω πριν ανάψω, τώρα ψάχνω τα ρούχα μου.
«Ντύνεσαι;»
Τώρα είναι η σειρά μου να μουγκαθώ.
«Θα φύγεις;»
Την κοιτάζω –είναι διαλυμένη.
«Θα γυρίσω».
«Πού θα πας;»
«Σε πήδηξε χωρίς τη θέλησή σου –αυτό δεν μου είπες;»
«Ναι αλλά…»
Κοντοστέκομαι.
«Ίσως να φταίω εγώ –ήμουν πολύ άνετη μαζί του, μπορεί και να τον φλέρταρα δεν ξέρω…»
Ανάβω τσιγάρο –έχω μια δουλειά εδώ πέρα να τελειώσω, πριν τελειώσω τη δουλειά μαζί του.
«Κοίτα –εσύ μπορεί να του έκανες και στριπτίζ, δε μου λέει κάτι αυτό…»
«Δεν θέλω να πας –μείνε μαζί μου».
«Ο τύπος έχει τελειώσει αλλά δεν το ξέρει…»
Γελάει, την κοιτάζω απορημένος. Τι είναι αυτό τώρα; Αρχές υστερίας;
«Έχει τελειώσει και το ξέρει», μου λέει.
«Μέσα σου;»
Το ανάβω τελικά το γαμημένο το τσιγάρο, κάθομαι στο πάτωμα. Δεν την κοιτάζω κι εκείνη έχει χώσει το κεφάλι μέσα στην κουβέρτα.
«Σε χρειάζομαι τώρα…» λέει πνιχτά.
«Εδώ είμαι…»
«Μη φύγεις».
Κοιτάζω την καύτρα του τσιγάρου, μοιάζει κάπως πεθαμένη, τραβάω μια γερή για να την ξαναζωντανέψω. Μετά σβήνω το τσιγάρο στην παλάμη μου –δε νιώθω τίποτα.
Από το μέσα δωμάτιο ακούω την Άννα να ροχαλίζει. Χαμογελάω.
«Η Άννα;»
Βγάζει το κεφάλι της από την κουβέρτα.
«Τι;»
«Η Άννα, όλα καλά;»
«Ναι –εκείνη τουλάχιστον το ήθελε…»
«Εσύ;»
Με κοιτάζει πραγματικά απορημένη.
«Τι εγώ;»
«Δεν το ήθελες;»
«Γιατί γίνεσαι μαλάκας τώρα;» ρωτάει έτοιμη να βάλει τα κλάματα πάλι.
«Δε γίνομαι –πάντα ήμουν…» ψιθυρίζω.
Σηκώνομαι.
«Πού πας;»
«Για κατούρημα».
«Θα ξανάρθεις;»
«Αν δε με ρουφήξει η λεκάνη…»
Δε γελάει.

Τα πόδια μου ακουμπάνε ξυπόλυτα το παγωμένο μωσαϊκό αλλά η δροσιά που νιώθω είναι πρόσκαιρη, τα πόδια μου καίνε και στα δάχτυλά των χεριών μου νιώθω το αίμα να βελονιάζει. Παίρνω ανάσα, το αίμα φουσκώνει στις φλέβες μου, ζαλίζομαι, κοπανάω σ΄έναν τοίχο –ισιώνω κάπως. Στο δεξί συρτάρι της κουζίνας έχει η Τζούλια ένα μαχαίρι απ΄αυτά που χρησιμοποιούν οι χασάπηδες για να ξεκοιλιάζουν κατσίκια –πολλές φορές αναρωτήθηκα τι το ήθελε, τώρα καταλαβαίνω.
Το βρίσκω, σφίγγω τη λαβή, στρίβω για το δωμάτιο που κοιμάται η Άννα. Περνάω δίπλα της, χώνομαι στην τουαλέτα, κόβω το δεξί μου χέρι στο μπράτσο και πάνω από τον καρπό, κόβω το δεξί μου πόδι στη γάμπα –κάθομαι στη μπανιέρα και χαζεύω το αίμα να τρέχει, όταν το βλέπω να σταματάει πιέζω με τα δάχτυλά μου να βγει περισσότερο. Αλαφρώνω.
Για λίγο. Μετά πάλι το αίμα φουσκώνει, εκεί που κόπηκα οι πληγές παίρνουν να ξεραίνονται –κόβω παραδίπλα, ησυχάζω πάλι. Όταν βεβαιώνομαι ότι βγήκε κάμποσο άγριο αίμα από μέσα μου –και το ξέρω γιατί νιώθω καλά, δεν χτυπάνε πια τα μηνίγγια μου, δεν φουσκώνουν άλλο οι φλέβες –πέφτω στα τέσσερα και καθαρίζω το πάτωμα με χαρτί τουαλέτας.
Μου παίρνει κάμποση ώρα αλλά κάνω καλή δουλειά –μέχρι κάτι τρίχες που έχουν πέσει όσο χτενίζονταν τα κορίτσια εδώ μέσα, μέχρι κι αυτές έχω μαζέψει –ρίχνω τα χαρτιά στη λεκάνη, τραβάω το καζανάκι.
Όλα εντάξει.

Γυρίζω πίσω στο κρεβάτι, η Τζούλια τρέμει, την παίρνω αγκαλιά και κρατιέμαι να μην τραβηχτώ όσο πιέζεται πάνω μου, πρέπει να πάω αυτά τα ρούχα που φοράω για πλύσιμο σύντομα.
«Δε θα βγάλεις τα ρούχα σου;»
«Όχι –κρυώνω λίγο…»
«Εσύ πού ήσουν;»
«Με τα παιδιά από τη σχολή. Κοιμηθήκαμε παρέα».
«Πού;»
«Στης Βιβής».
«Όλα καλά;»
«Όλα καλά».
Κλείνω τα μάτια. Βλέπω την εικόνα του, καρό πουκάμισο καουμπόικο, φράντζα, λιγδιασμένο μαλλί, ψηλός –ίσως λίγο περισσότερο από μένα –κοκαλιάρης με σημάδια από την ακμή. Τα μάτια του θολά, δεν έχουμε κουβεντιάσει ιδιαίτερα αλλά θυμάμαι ότι μιλάει αργά, αφήνει τις προτάσεις στη μέση, σα να κολλάει το μυαλό του κι αυτό το πουλάει για υφάκι.
Πώς θα του κάνω ζημιά χωρίς να το πάρει είδηση η Τζούλια; Με παίρνει ο ύπνος όσο το σκέφτομαι…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Χ

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017

15. «Ερωτεύτηκες ποτέ (κάποια που δεν έπρεπε);»


Έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή μέσα σε μια βδομάδα. Έχουμε φάει δακρυγόνα στην πλατεία και μας έχουν κυνηγήσει οι διμοιρίες στη Θεμιστοκλέους, στη Γαμβέτα, στην Τρικούπη. Βράδυ, έξω από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, περνάνε το απέναντι πεζοδρόμιο χαζεύοντας τα ΜΑΤ, πέφτουμε πάνω σε κάτι ΠΑΣΠίτες από την Πάντειο,  χαμογελάω.
«Τι θες εδώ ρε; Θα ρίξεις καμιά μολότωφ;» μου τη βγαίνει ένα Τίμπερλαντ τυπάκι, τριτοετής.
«Κι άμα τη ρίξω, θα την πιάσεις;» γελάω.
Το τυπάκι σηκώνεται, η Τζούλια με τραβάει από το μανίκι.
«Άσε τις βλακείες», μου ψιθυρίζει.
Αφήνω τις βλακείες –βέβαια αυτό ισχύει μόνο για τις δικές μου βλακείες, όταν εκείνη κάνει παρέλαση μπροστά στα ΜΑΤ και τη βρίζουν, εγώ δε λέω τίποτα… Οι σχέσεις θέλουν συμβιβασμούς κι αλληλοκατανόηση –δηλαδή να πηγαίνεις πάσο στα δικά της και πάσο στα δικά σου. Πάσο γενικώς –ακόμα κι όταν έχεις φουλ του άσσου…

Μας έχουν βάλει στο σημάδι και κυνηγάνε ανελέητα –μπαίνουν στα μαγαζιά, μαζεύουν κόσμο, τη στήνουν στους δρόμους και ρίχνουν ξύλο, τις προάλλες φάγαμε κάμποσες με τα γκλοπ στις πλάτες γιατί θέλαμε να πιούμε ένα ποτό στο Point –άκου να δεις… Εγώ πάντως την είδα παλτό εκείνο το βράδυ, είχα αγκαλιάσει τη Τζούλια που τους έβριζε και μάζεψα μπόλικες –έκανα να κοιμηθώ ανάσκελα τρεις μέρες κι εκείνη με φρόντιζε γκρινιάζοντας που την προστάτευσα.

Είχα κιόλας μετακομίσει στο σπίτι της –όχι επισήμως, με τρώγανε οι δρόμοι κάθε δεύτερη μέρα για ν΄ αλλάξω σώβρακο, έχοντας στα υπόψη να τσοντάρω από το χαρτζιλίκι που μου έδιναν οι γέροι στους λογαριασμούς.

Μιλάμε πολύ και για τα πάντα, διαφωνούμε, συμφωνούμε –στο τέλος καταλήγει σε πήδημα η όλη υπόθεση. Ακούμε μουσική, έχω κουβαλήσει μπόλικους δίσκους από το σπίτι μου και της χώνομαι να εντρυφήσει στην καινούργια μουσική, φτάνει πια με τους πεθαμένους ρόκερς και τα απόνερα της δεκαετίας του ’70 –χεστήκαμε για το κωλόσπιτο στην Αλαμπάμα και στην τελική ήμασταν πολύ νέοι για ροκ εν ρολ και πολύ γέροι για να πεθάνουμε –έτσι είχαν τα πράγματα. Για μένα, ήταν απλό, «μας πυροβολούν κι από τις δυο πλευρές/ όσο τρέχουμε έξω από τα πάντα/ μας πυροβολούν κι από τις δυο πλευρές/ θα πρέπει να έχουν έρθει σε κάποια μυστική συνεννόηση».  Το καταλάβαινε κι εκείνη –αλλά ήταν ξεροκέφαλη. Και γι΄αυτό την ερωτευόμουν κάθε μέρα περισσότερο.

Σήμερα θα της κάνω το τραπέζι –βέβαια δεν έχω κουπόνια για το εστιατόριο της σχολής αλλά βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων, ως συνήθως. Θα τη συστήσω και στα ρεμάλια τους φίλους μου, γι΄αυτό οδηγώ τη μηχανή κανονικό παγώνι με τα φτερά φουλ βεντάλια. Εκείνη με σκουντάει…
«Και τι ρόλο βαράνε;»
«Εντάξει μωρέ –κανονικοί».
«Αυτόνομοι;»
«Πες το κι έτσι…»
«Μεγάλη παρέα;»
«Δυο ταξί με το ζόρι…»
«Ωραίοι γκόμενοι;»
«Ναι, αλλά δε θα στους γνωρίσω».
«Έχεις πηδήξει καμιά τους;»
«Ναι –την πιο όμορφη…»
«Πώς τη λένε;»
«Τζούλια».
Μου τραβάει μια ξεγυρισμένη στην πλάτη.
«Άντε ρε χαζέ…»
Φτάσαμε…

Ήδη βλέπω κάτι γνωστά καθάρματα να μας κόβουν όσο παρκάρω. Είναι κάποιο θέμα να φέρνεις κοπέλα απ΄έξω –καθότι χωριό η σχολή και όλοι έχουμε αρχίσει να βαριόμαστε τα μούτρα των διπλανών μας. Πριν προλάβω να κλειδώσω, σκάει ο Κύπριος –χαμογελάκι, σακακιά ο ανάπηρος, φουλαράκι κι έτσι…
«Φίλος, πού χάθηκες;» μου τραβάει μια στην πλάτη –σακάτη θα με καταντήσουν σήμερα…
«Αλλού χάθηκα, αλλού βρέθηκα», μουρμουρίζω.
«Με την κοπέλαν είστε μαζί;» γυρίζει προς τη Τζούλια.
«Όχι –πρώτη φορά τη βλέπω, δεν είναι μαζί σου;» το παίζω σε τέτοιο στυλ.
Ο Κύπριος ξαφνιάζεται για μια στιγμή, πριν πάρει γραμμή το δούλεμα.
«Τζούλια», του λέει η Τζούλια.
«Χάρηκα», απαντάει αυτός, λες και δε φαίνεται…
«Και τι θέλεις μ΄ αυτόν τον άχρηστον Τζούλια;» τη ρωτάει στη συνέχεια, μετά τη χειραψία.
«Κάνω συλλογή», του γέλασε ανέμελα.
«Λοιπόν, καλή η παρέα σου, αλλά βρωμάνε τα πόδια σου», χαμογελάω κι εγώ ο άχρηστος στον Κύπριο όσο την τραβάω  να φύγουμε.

«Ωραίος», μου είπε ενώ κατεβαίναμε τα σκαλιά για το εστιατόριο.
«Ο Κύπριος;»
«Ναι»
«Τώρα καταλαβαίνω γιατί είσαι μαζί μου…» μουρμούρισα.
«Γιατί;»
«Επειδή έχεις πολύ κακό γούστο», απάντησα.
Μου τράβηξε άλλη μία στην πλάτη –στο ίδιο σημείο με πριν, ξεράθηκα.

Στο εστιατόριο ήταν ήδη μαζεμένη η παρέα –έβλεπα Βιβή, Μάνο, Πάρη, Μαρία, Αλέκα και τον Αντώνη σε ρόλο γκεστ. Μας είδαν κι εκείνοι, έφυγα μπροστά, τον άρπαξα από το μανίκι και τον σήκωσα δίπλα μου.
«Πού ήσουν ρε αρχίδι;» κούμπωσα.
«Εγώ ή εσύ;»
«Εγώ ήρθα την άλλη μέρα να σε ψάξω πούστη».
«Κι εγώ ήρθα…»
Είχε ένα δίκιο πάντως…
«Πού πήγες εκείνο το βράδυ;»
«Κανονικά, εκεί που έπρεπε…» μου είπε χαμογελώντας.
«Έτσι απλά;»
«Ε, τι νόμισες –ότι οι μπασκίνες θα μας κυνήγαγαν στ΄ αλήθεια;»
«Αυτό να μου πεις…» λέω αλλά δεν το πιάνει.
Και τότε θυμήθηκα τη Τζούλια –τον παράτησα αλλά η δικιά μου είχε ήδη βολευτεί μια χαρά δίπλα στη Βιβή και μιλάγανε σα φιλενάδες. Τράβηξα καρέκλα, πήγα δίπλα της.
«Καλώς τον –μαύρα μάτια κάναμε», γέλασε ο Πάρης.
«Λοιπόν, από δω η Τζούλια», έκανα αμήχανα, «κι αυτός είναι ο…»
Γύρισα προς τη Τζούλια –ούτε να με κλάσει.
«Κάναμε εμείς τις συστάσεις γιατί αν περιμέναμε από σένα…» κορόιδεψε η Βιβή.
«Πάω να φέρω φαγητό –τι θέλεις;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε χαμογελαστή.
«Ότι πάρεις και για σένα…»
Κοντοστάθηκα. Η Βιβή με πήρε γραμμή, έκανε νόημα στο Μάνο κι εκείνος μου πάσαρε κάτι κουπόνια.
Έφερα μπιφτέκια με πατάτες συν δυο Κόκες. Η Τζούλια είχε ξεκαρδιστεί με κάτι που της έλεγε ο Πάρης, κάθισα νιώθοντας παρείσακτος.
Ο Αντώνης με κέρασε τσιγάρο –στα παπάρια του που ξεκίναγα να ψωφοφάω.
«Μου ΄λειψες ρε μπαγάσα», είπε.
Κοίταξα τη Μαρία αλλά εκείνη κάτι έψαχνε ανάμεσα στα μακαρόνια που την περίμεναν αφάγωτα.
«Τι παίζει;» ρώτησα στο γενικό.
«Προαπαιτούμενα…» μου σφύριξε από απέναντι ο Πάρης.
«Σημαίνει;»
«Ότι για να δώσεις την Τσιμπουκολογία 2 θα πρέπει πρώτα να έχει περάσει την Τσιμπουκολογία 1 –αλλιώς δεν θα έχεις δικαίωμα να κατέβεις στην εξεταστική», μου εξήγησε η Βιβή.
«Ωραίοι… ποιος το σκέφτηκε; Κάνας Φίλιας;» απόρησα.
«Όποιος κι αν το σκέφτηκε, θα του το βάλουμε στον κώλο», είπε η Βιβή.
«Τώρα ησύχασα…» έκανα δήθεν ανακουφισμένος.
Δε με ένοιαζε και ιδιαίτερα το σύστημα της σχολής κι όσο μας καθυστερούσαν το πτυχίο τόσο καθυστερούσε το φαντάρικο –αλλά ήμουν μέσα αν ήταν να γίνει νταβαντούρι…
Η Τζούλια γύρισε να με κοιτάξει, έσκυψα να τη φιλήσω αλλά κάτι στο ύφος της με κράτησε –μάλλον δεν ήταν από τις κοπέλες που γούσταραν τις διαχύσεις σε κοινή θέα.
«Τι σκοπεύετε να κάνετε δηλαδή;» ρώτησε.
«Στην αρχή θα πάμε να μιλήσουμε με τους καθηγητές, θα πιάσουμε τους πιο ανοιχτούς –Βέλτσο, τη Φωτεινή την Τσαλίκογλου, τον Τσάτσο ίσως… Να δούμε τι θα στηρίξουν…» είπε ο Πάρης.
«Και μετά;»
«Αγωνιστικές κινητοποιήσεις», ξεκαρδίστηκε ο Πάρης.
Η Τζούλια δεν το ‘πιασε.
«Κοίτα –στο μαγαζάκι εδώ πέρα κάνει κουμάντο η Πανσπουδαστική, άρα, θα πάμε μια βόλτα μέχρι Μητροπόλεως και θα τη λήξουμε την επανάσταση», της εξήγησα.
Οι άλλοι κούνησαν τα κεφάλια μέσα στην απελπισία.
Ο Μάνος το σκέφτηκε λίγο παραπάνω.
«Δηλαδή το αποκλείεις να πάρουμε συνέλευση;» με κοίταξε.
Τον κοίταξα κι εγώ. Το σκέφτηκα λίγο… Σαν πόσο καλό κρεβάτι να έκανε δηλαδή για να τον αντέχει η Βιβή;

Όταν σηκωθήκαμε από το εστιατόριο για να μεταφέρουμε τη συνεδρίαση στο Βαστάζο, η Βιβή μου έκανε νόημα να μείνω λίγο πιο πίσω. Έκανα κι εγώ νόημα με τη σειρά μου στον Πάρη να με καλύψει με τη Τζούλια, χώθηκε εκείνος όλο προθυμία στο πλάι της και της έπιασε μια κουβέντα περί Φυσικού και κοινών γνωστών –δηλαδή για Κνίτες τη ρώταγε που θυμόταν από τη θητεία του στο κόμμα κι η Τζούλια γέλαγε υπενθυμίζοντάς του τα κουσούρια του καθενός –όλα καλά.
«Πού την τσίμπησες αυτή;» με ρώτησε η Βιβή.
«Στις φασαρίες –τότε που έχασα τον Αντώνη», της είπα.
«Καλή είναι, πολύ καλή….» ψιθύρισε.
«Λες;»
«Λέω».
«Αλλά;»
«Αλλά όχι για σένα…»
Την κοίταξα απορημένος.
«Είσαστε σε άλλη φάση ρε μαλάκα. Αυτή πάει Λύκειο κι εσύ Νηπιαγωγείο».
«Δεν έχουμε και τόση διαφορά ηλικίας…» έκανα χαζά.
«Μίλησα εγώ για διαφορά ηλικίας; Όχι –μίλησα; Μη με βουρλίζεις τώρα…» κούμπωσε η Βιβή που είχε ένα χρόνο διαφορά από το Μάνο.
«Ε, τότε;»
«Ε, τότε βρες καμιά μπέμπα να παίζετε το γιατρό…» μου ξέκοψε η Βιβή.
«Τι μου λες τώρα;» κούμπωσα.
«Την έχεις δαγκώσει ε;» γέλασε.
«Γιατί –τρέχει τίποτα;» πήρα να φουντώνω.
«Εσύ θα τρέχεις ρε βλάκα –φωτιά στον κώλο σου άναψες», είπε η Βιβή και έφυγε μπροστά να βρει το Μάνο.
Κοντοστάθηκα, την κοίταξα –τι θέλει τώρα η μαλάκω;
Και αδιαφόρησα…

Στου Βαστάζου έγιναν τα επίσημα αποκαλυπτήρια της Τζούλιας –δηλαδή παρέλασε η μισή σχολή για να μας χαιρετήσει και «αλήθεια, την κοπέλα δεν θα μας τη συστήσεις;» -εγώ έκοβα κίνηση… Η αλήθεια είναι ότι πούλαγε πολύ η Τζούλια, με τις μπούκλες της τις ατελείωτες, το κολλητό Φρουτ οφ δε Λούμ χρώματος μωβ και το κοντό τζιν μπουφάν –ειδικά σήμερα που φορούσε κι ένα εξίσου κολλητό παντελόνι μέσα σε μαύρες καστόρινες μπότες. Κάμποσοι Αγωνίτες πιάσανε στασίδι γύρω μας, ο Χωρικός της έκανε ένα σαλιγκαρίσιο πέσιμο που δεν του βγήκε λόγω συνωστισμού –στο βάθος κήπος είδα την Κασσάνδρα παρέα με τους Πανσπουδαστικάριους, με είδε κι εκείνη, χαμογέλασε –της έκλεισα το μάτι –άνετος, ντρινκ μάι φορντ…
Κάπου τότε πέρασε ο Ζαχαρίας, την είδε από μακριά, κοντοστάθηκε –τον είδε κι η Τζούλια, πετάχτηκε στον αέρα, έτρεξε, αγκαλιάστηκαν. Τους χάζευα ευτυχισμένος που η κοπέλα μου ήξερε τη θρυλική γενιά της σχολής κι έτσι δεν πήρα είδηση το Μαρκήσιο όσο με πλεύριζε.
«Μαζί σας είναι αυτή;» μου σφύριξε κοιτάζοντας προς το μέρος της.
«Ναι», παραδέχτηκα.
«Πώς κι έτσι;»
«Υπάρχει ειδύλλιο», κορόιδεψε η Βιβή.
«Με ποιον;» απόρησε ο Μαρκήσιος.
Η Βιβή με έδωσε κανονικότατα.
«Έλα ρε Παντειό….» ξεκαρδίστηκε ο Μαρκήσιος. «Πώς την έριξες;»
«Έχω μάτι…» του έκανα ενώ γύρισα προς το μέρος του αλληθωρίζοντας.
«Ωραίος…» παραδέχτηκε ο Μαρκήσιος.
Και μετά έσκυψε πάνω μου.
«Είναι γαμώ τα άτομα η Τζούλια αλλά τρέχει πολύ… Να προσέχεις μη σε αδειάσει σε καμιά στροφή», μου σφύριξε.
«Δηλαδή;»
«Αυτό που είπα…» είπε κι έφυγε να πάει να βρει τους αγκαλιασμένους.
Άναψα μια Καμήλα, το σκέφτηκα λίγο –τι εννοούσαν όλοι τους; Ότι η Τζούλια ήταν άτομο κάργα πολιτικοποιημένο κι εγώ φλωράκος που θα κώλωνα στην πρώτη φασαρία; Ότι η Τζούλια είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι ενώ εγώ ακόμα ήμουνα στο μπιμπερό; Και πού ξέρετε ρε καργιόληδες ποιος είμαι εγώ; Τι έχω περάσει, από πού έχω έρθει;
«Όλα εντάξει;» με σκούντηξε η Τζούλια η οποία είχε βρεθεί δίπλα μου με κάποια μυστήρια μέθοδο τηλε-μετακίνησης.
«Ναι –μια χαρά…» έκανα αφηρημένα.
«Τέλειωσε η πασαρέλα; Μπορούμε να φύγουμε», μου ψιθύρισε.
«Δε θες να κάτσεις λίγο ακόμα μπας και βρεις κάναν καλό γαμπρό;» το έπαιξα αντικαρφωτικά.
«Και ποιος σου είπε ότι δεν τον βρήκα;» χαμογέλασε.
«Ε, τότε να πηγαίνετε…» το συνέχισα.
«Αυτό λέω. Φεύγουμε;»
Την αγκάλιασα εντελώς περιφερειακά, την ένιωσα να σφίγγεται –έκανα πίσω, άφησα κάτι ψιλά στο τραπέζι και σηκώθηκα.
«Λέμε με την κάνουμε από λίγο-λίγο…» πληροφόρησα την ομήγυρη.
«Εντάξει», είπε η Βιβή.
«Δεν πήρες ακόμα τηλέφωνο και με έχει πρήξει…» μου σφύριξε ο Πάρης.
«Ποιος;» ρώτησα.
«Ποια…» με διόρθωσε ο Πάρης.
«Α, καλά…» έκανα φορώντας το μπουφάν μου.

Ήμασταν πάνω στη μηχανή και βγαίναμε από το προαύλιο της σχολής όταν με ρώτησε.
«Ποια πρέπει να πάρεις τηλέφωνο;»
«Μια κάποια….»
«Και γιατί δεν την παίρνεις;»
«Γιατί δεν έχω το τηλέφωνό της».
«Και γιατί δε στο δίνει;»
«Μου το έδωσε…»
Βγήκα στη Συγγρού φουριόζος, η κουβέντα κόπηκε.
Ο ήλιος βούτηξε πίσω από τις πλάτες μας καθώς ανεβαίναμε για Κέντρο, ένα ηλίθιο μποτιλιάρισμα μ΄ ανάγκασε να καβαλήσω πεζοδρόμιο στου Φιξ και μια αξιοπρεπέστατη κυρία με τσεμπέρι σχολίασε την ανατροφή που μου έδωσαν οι γονείς μου. Ήθελα να της πω ότι οι γονείς δίνουν μόνο τροφή, κι αυτή ανθυγιεινή, αλλά την είχαμε αφήσει 20 μέτρα πίσω και δεν πρόλαβα.
Το πρόγραμμα έλεγε ότι θα αράζαμε λίγο σπίτι της Τζούλιας μέχρι να πέσει η νύχτα και να βγούμε σαν άνθρωποι. Κι έτσι άφησα τη μηχανή στο πεζοδρόμιό της, ανεβήκαμε αφηρημένα –η Τζούλια φρέναρε πριν ανοίξει την πόρτα, κόντεψα να πέσω πάνω της και τότε το είδα.
Κάποιος είχε χαράξει την ξύλινη εξώπορτα του διαμερίσματος –έγραφε «ΗΡΘΑ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;» μάλλον με κλειδιά είχε γίνει η δουλειά. Γύρισα στη Τζούλια, την είδα συννεφιασμένη.
«Τι τρέχει εδώ πέρα ρε πούστη μου;» αναρωτήθηκα.
«Εντάξει…» είπε.
«Τι εντάξει –εδώ σου γάμησαν την πόρτα…»
Άνοιξε με τα κλειδιά της, μπήκαμε. Κοίταζα πίσω μας την ξύλινη εξώπορτα και δεν μπορούσα να το χωνέψω.
«Ξέρεις ποιος καργιόλης…»
«Ναι, ξέρω», με έκοψε.
«Ποιος;»
«Η Άννα…»
«Όπου Άννα σημαίνει;»
«Μεγάλη ιστορία… Κολλητές από το Γυμνάσιο…»
«Και λοιπόν;»
«Τι λοιπόν;»
«Επειδή είσαστε κολλητές από το Γυμνάσιο, σου χαράζει την πόρτα; Δηλαδή αν ήσασταν από το Δημοτικό θα σε ξεκοίλιαζε για ν΄ αφήσει σημείωμα;»
«Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα…»
Την κοίταζα και δεν το πίστευα –το πρόσωπό της είχε αλλάξει, ούτε ίχνος τσαμπουκά πλέον, έμοιαζε με μικρό κοριτσάκι την πρώτη μέρα στο σχολείο. Κούμπωσα άσχημα αλλά προτίμησα να μη μιλήσω.
Χώθηκα στην κουζίνα, ξεκίνησα να ζεσταίνω νερό για καφέ –την ρώτησα αν θέλει (ήθελε) κι έτσι ετοίμασα δυο κούπες. Τη βρήκα στον καναπέ να καπνίζει.
«Είσαι καλά;»
«Ναι –εντάξει…»
«Τι κάνουμε με την πόρτα;»
«Δεν ξέρω –μάλλον θέλει λίγο βάψιμο…»
«Καλά, άστο, θα δω τι θα κάνω…»
Γύρισε προς το μέρος μου με χαμένο βλέμμα.
«Ναι, εντάξει», είπε μετά από ώρα.
Ήπια τον καφέ μου βράζοντας –τι σκατά έτρεχε εδώ πέρα; Πού ήταν η Τζούλια που όλοι ξέρουμε και όλοι αγαπάμε;
Η επόμενη ώρα κύλησε στα μουγκά –όταν προσπάθησα να της μιλήσω ανακάλυψα ότι είχε πάει σε άλλη γη, σ΄ άλλα μέρη, τα παράτησα λοιπόν.

Ήπιαμε καφέ ακούγοντας το δρόμο να κορνάρει κάτω από το παράθυρό της, έκανα να βάλω τίποτα μουσική, έψαξα αλλά δε βρήκα κάτι να κολλάει –τα παράτησα, σηκώθηκα.
«Θα βγούμε;»
Με κοίταξε σα να ήμουνα μούχλα σε πλακάκι του μπάνιου.
«Πού να πάμε;»
Εδώ, τώρα θα γαμηθούμε πολύ άσχημα…
«Ρε Τζούλια δεν είχαμε πει;»
«Α ναι… Εντάξει…»
«Τι εντάξει;»
«Όχι, βαριέμαι…»
«Δηλαδή θέλεις να περιμένεις αυτή την Ήρθα που είσαι…»
«Πες το κι έτσι…»
«Γιατί –εσύ δεν μπορούσες να το πεις;»
«Θα περιμένω την Άννα –τρέχει τίποτα;»
«Κάτι λούκια στο μπαλκόνι αλλά μη δίνεις σημασία…»
«Τι;»
«Τίποτα. Λοιπόν, εγώ λέω να κάνω μια γύρα…»
«Ναι, πήγαινε…»
Φόρεσα το μπουφάν μου τσαντισμένος, πήγα από πάνω της, ήθελα να σκύψω να τη φιλήσω, να τη ρωτήσω τι σκατά ήταν αυτή η Άννα και γιατί την έκανε χάλια –κι αυτό θα έπρεπε να γίνει αλλά δεν το έκανα, προτίμησα να στρίψω απότομα, κοπάνησα και την πόρτα πίσω μου.

Πήγα με τα πόδια στην πλατεία γιατί αν έπαιρνα τη μηχανή θα την κοπάναγα σε κάναν τοίχο από τα νεύρα μου. Το περπάτημα σε ηρεμεί –έτσι λένε όσοι δεν ξέρουν από θυμό… Είχε βραδιάσει κανονικά, σκέφτηκα να ανηφορίσω κατά Πήγασο αλλά ακόμα δεν θα είχαν ανοίξει, χώθηκα λοιπόν στα φλιπέρια να πω δυο κουβέντες στο φίλο μου το Ροζ Πάνθηρα που ένιωθε από σχέσεις –τι διάολο, τόσα χρόνια τραβιόταν με τον Οβίδα κι αυτός…
Στο πρώτο παιχνίδι τα σκάτωσα –τίναζα τις ρακέτες λες και είχα Πάρκινσον, κούναγα το μασίνι ατσούμπαλα, δυο τιλτ και μια μπίλια στο δεξί αυλάκι, πόσο πιο ξεφτίλας; Στο δεύτερο παιχνίδι πήγα καλύτερα –είχα αρχίσει να ξεχνάω τις σημαδεμένες πόρτες και τις μαλακισμένες φιλενάδες, στο τρίτο παιχνίδι κέρδισα έξτρα μπάλα –την οποία χαράμισα σαν κλασικός ηλίθιος. Άναψα μια Καμήλα και άφησα το μασίνι να κρυώσει –γύρω μου κάμποσοι φώναζαν αλλά δεν έδωσα σημασία, με απασχολούσε αν θα έπρεπε να χτυπήσω μια μπύρα ταΐζοντας τον Ροζ Πάνθηρα ή να την κάνω για αλλού.
Τότε άκουσα τα πόδια που έτρεχαν στο πλακόστρωτο, δεν χρειαζόταν να γυρίσω για να καταλάβω ότι ήταν αρβύλες αυτές που κάνανε τη μεγαλύτερη φασαρία και το γεγονός ότι ακούγονταν ταυτόχρονα τα γκλοπ να χτυπάνε σε ασπίδες δεν μου άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.
Γύρω μου όλοι κόλλαγαν τις πλάτες στους τοίχους, ελπίζοντας να μοιάσουν αόρατοι. Μαλακίες. Η τζαμαρία του μαγαζιού κατέβηκε με ψαρωτικό θόρυβο, γυάλινες λεπίδες έφυγαν σπρωγμένες από τις ασπίδες τους –ένα παιδί ούρλιαξε πιάνοντας το αριστερό του μπούτι.
«Γαμώ την Παναγία μου», μούγκρισε ο μαγαζάτορας και πετάχτηκε πίσω από το ταμείο, δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα και η κοιλιά του βρήκε σ΄ένα Πάκμαν, σταμάτησε αγκομαχώντας.
Οι Ματατζήδες στήθηκαν απέξω, στον πεζόδρομο, ήταν καμιά δεκαριά και φώναζαν σαν καρπουζέμποροι σε λαϊκή.
«Βγείτε έξω ρε μουνόπανα», έκανε ένας τους χώνοντας το κεφάλι του εκεί που πριν υπήρχε τζαμαρία.
«Έξω ρε… Έξωωω…» γάβγισαν κι οι υπόλοιποι στο πιο χορωδιακό.
Ένα παιδί ξεκίνησε να πάει προς τα έξω αλλά όταν έφτασε στη σιδεριά της πόρτας δεν έβρισκε από πού ν΄ ανοίξει. Όπως στεκόταν αναποφάσιστο, το άρπαξε ένας καργιόλης μπάτσος από τα μαλλιά και το τράβηξε μέσα από τη διαλυμένη πόρτα, το παιδί έπεσε προς τα έξω, βρήκε στα απομεινάρια της τζαμαρίας και πήρε να πετάει αίματα όσο ούρλιαζε –κανονικό σιντριβάνι.
«Γαμώ το σπίτι σας καργιόληδες», φώναξε ένας πάνκης από δίπλα μου και τους έσκασε το μπουκάλι μπύρας που κρατούσε.
Δεν το περίμεναν, είχαν κατεβάσει ασπίδες –το μπουκάλι βρήκε ένα Ματατζή στο δόξα πατρί, ο μαλάκας γονάτισε.
Πήραμε θάρρος. Μαζέψαμε ότι βρήκαμε εύκαιρο –μπουκάλια, καρέκλες, κάτι κουτσά τραπέζια, ένας μάλιστα έβγαλε τη μπαλαντέζα και τους τη φέρμαρε, άρχισε να γίνεται της Αγιαβαρβάρας εκεί πέρα. Οι Ματατζήδες έκαναν πίσω, δυο μάζεψαν τον δικό τους και τον έσυραν στα πιτς για αλλαγή ελαστικών, οι υπόλοιποι περίμεναν μπερδεμένοι όσο το παιδί που πέρασαν μέσα από τα γυαλιά σφάδαζε μπροστά τους.
Το θέμα είναι ότι κι εμείς το βλέπαμε το παιδί και είχαμε χεστεί πάνω μας –σήμερα θα πεθάνουμε, σήμερα θα μας φάνε στα κρυφά ρε φίλε…
Ο φόβος είναι άσχημο πράγμα γιατί σε κάνει αδίστακτο, άνοιξαν τα παιδιά τη γαμωπόρτα, είδαν τους μπάτσους να διστάζουν και χύθηκαν πάνω τους με όσα καρεκλομπούκαλα δεν είχαν καταναλωθεί προηγουμένως στις ελεύθερες βολές –χώθηκα ανάμεσά τους άδειος, σκεφτόμουν ότι θα μας δένανε όλους, στην καλύτερη, οπότε ήταν προτιμότερο να μη με πιάσουν με κάνα φονικό εργαλείο στο χέρι.
Όταν βγήκα στον πεζόδρομο πήρε το μάτι μου ότι από αριστερά την πλατεία, το κυνηγητό πήγαινε σύννεφο, γι΄αυτό μάλλον δεν είχαν πάρει χαμπάρι οι υπόλοιπες διμοιρίες ότι κάποιοι δικοί τους στριμώχτηκαν στον πεζόδρομο. Την είδα τη φάση και μετάνιωσα που δεν είχα πάρει κι εγώ κάνα μαρκούτσι να τους κοπανήσω τις κεφάλες γιατί είχαν μαζευτεί οι Ματάδες στην είσοδο της απέναντι πολυκατοικίας και τα παιδιά τους βαράγανε ανελέητα. Έψαξα να βρω το παιδί που πέρασε μέσα από τα τζάμια κι ευχόμουν μέσα μου να έχει φύγει, να το έχουν πάρει οι εξωγήινοι, να μη το δω –αλλά ήταν εκεί, διπλωμένο στο πλακόστρωτο κι έκλαιγε χωρίς να βγάζει ήχο.
Πήγα από πάνω του, κοίταξα τριγύρω μπας και βρισκόταν κάνας πρόθυμος αλλά πού τέτοια τύχη; Έσκυψα, τον άρπαξα από τις μασχάλες, έκανα να τον σηκώσω και τότε ούρλιαξε. Ταράχτηκα –κόντεψα να τον αφήσω να σκάσει κάτω σα σακί με πατάτες, τελευταία στιγμή το ξανασκέφτηκα και τον έσυρα μέχρι κάποιο κοντινό τοίχο, τον ακούμπησα εκεί πέρα σε φάση καθισμένος-σωριασμένος κι έφυγα προς τα πίσω.
Έτρεξα στην πλατεία, βρήκα ένα μπάτσο καπελάκια να αφρίζει, στήθηκα μπροστά του.
«Ένα ασθενοφόρο, κάποιος έχει τραυματιστεί», του είπα σταθερά σαν εκφωνητής ειδήσεων.
Ο καργιόλης δε με έβλεπε καν –συνέχιζε να φωνάζει, σταγόνες σάλιου έσκαγαν στα μούτρα μου.
«Ένα ασθενοφόρο…» του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα.
Τινάχτηκε στον αέρα, μόλις εκείνη τη στιγμή πήρε χαμπάρι ότι στεκόμουν μπροστά του. Το δεξί του χέρι έφυγε σπασμωδικά, μπερδεύτηκε στο σακάκι της στολής καθώς πάλευε να βγάλει κάτι από την τσέπη του παντελονιού του κι εγώ καθόμουν εκεί σα χάχας. Ο καπελάκιας με τα πολλά τράβηξε ένα περίστροφο και μου κοπάνησε την κάνη κατακέφαλα, δεν πόνεσα αλλά ένιωσα μια υγρασία πάνω από το δεξί φρύδι.
«Πιάστε τον», ούρλιαξε στο πουθενά.
Του γύρισα την πλάτη κι έγινα Λούης –σιγά μην καθόμουν να περιμένω… Έστριψα Τοσίτσα, μετά βρέθηκα Θεμιστοκλέους, το κεφάλι κάτω, τα πόδια στους ώμους, άκουσα ασπίδες να χτυπάνε σε τοίχους, σήκωσα το κεφάλι, πήγαινα καρφί πάνω σε διμοιρία, φρέναρα, άλλαξα κατεύθυνση.
Βρέθηκα μέσα σ΄ένα άδειο πάρκινγκ, κοπάνησα τέρμα τοίχο κάτω από τη μπογιά «90 δρχ. η πρώτη ώρα», σωριάστηκα. Ακουμπισμένος στον ασβέστη, δίπλα από κάτι αγκάθια άναψα μια Καμήλα για να ξελαχανιάσω –τι να είχε γίνει το παιδί; Το άφησα μέσα στα αίματα, όπως είχα αφήσει και τον Αντώνη να τον κυνηγάνε οι μπάτσοι –ήμουν αυτός που παρατάει τους πάντες για να σώσει τον κώλο του. Εντάξει –ο Αντώνης τη σκαπούλαρε και για το παιδί τι να έκανα δηλαδή… Άμα ανοίξεις το κουτί με τις δικαιολογίες, μέχρι κι από φόνο απαλλάσσεσαι –αυτό ξέρω να πω.

Έφτασα κουτσαίνοντας στο σπίτι της Τζούλιας γιατί κάπου είχα στραμπουλίξει ολίγο από αριστερό αστράγαλο –μικρό το κακό. Τα χέρια μου έτρεμαν όσο ξεκλείδωνα, η χαραγμένη πόρτα με κοίταζε βαριεστημένα.
Το μέσα δωμάτιο είχε τόσο καπνό που σκέφτηκα να τρέξω στο τζάκι για να ξεβουλώσω την καμινάδα, μόνο που το διαμέρισμα της Τζούλιας δεν είχε τζάκι. Άκουσα κάτι γέλια κακαριστά, μπλεγμένα με σκόρπιες λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα, τα μάτια μου έτσουξαν.
«Ανοίχτε κάνα παράθυρο, θα πάτε από άδηλο αναπνοή», μούγκρισα.
«Αυτός είναι λοιπόν;» ακούστηκε μια φωνή από τον καναπέ.
Την εντόπισα. Φορούσε ένα μίνι που το έλεγες άνετα φαρδιά ζώνη κι ένα μπλουζάκι με ντεκολτέ μέχρι τον αφαλό. Ξυπόλητη, κοντά κόκκινα μαλλιά, δεν ήταν όμορφη αλλά αυτό δε νομίζω ότι το πρόσεχε κανένας. Είχε ένα υφάκι Μαίρης Χρονοπούλου, «αγοράκι, από μένα, να ΄χεις να λαβαίνεις» τέτοια φάση….  Την αντιπάθησα αμέσως.
«Κι εσύ είσαι η Άννα…» είπα ξεψυχισμένα.
Κάθισα απέναντί της, δίπλα στη Τζούλια και τίναξα μια πρόθυμη Καμήλα από το μαλακό πακέτο. Την ώρα που άναβα με πήρε χαμπάρι η δικιά μου.
«Τι έπαθες; Τι έχεις;»
«Τι έχω;» απόρησα.
«Αίματα…»
«Ντεν έματες, τώρα τα μάτεις», το έπαιξα χιουμορίστας.
Η Άννα ξεκαρδίστηκε.
«Πάμε μέσα», ούρλιαξε η Τζούλια και με τράβηξε από το χέρι –εκείνη ήταν ήδη όρθια και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά, κοίτα τώρα τι γίνεται ρε μαλάκα…
Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου ψιλοκώλωσα. Το αίμα είχε κοκαλώσει φτιάχνοντάς ένα τεράστιο φρύδι, προέκταση του κανονικού μου. Η Τζούλια έβρεξε μια πετσέτα και πήρε να το σκουπίζει –τινάχτηκα γιατί πόναγε σα διάολος… Αλλά της είπα να συνεχίσει –τελικά είχα ένα σκίσιμο αξιοπρεπές, έκανε δουλίτσα το κουμπούρι….
«Τα ρούχα σου…» βόγκηξε η Τζούλια.
Τότε το είδα –η μπλούζα μου ήταν τίγκα στο αίμα και το παντελόνι τα ίδια. Μόνο το μπουφάν την είχε γλιτώσει.
«Δεν είναι από μένα… Ένα παιδί το γαμήσανε οι μπάτσοι…» ξεκίνησα να λέω.
Δε με άφησε να συνεχίσω. Κόλλησε πάνω μου και με φίλησε με τόση δύναμη που βρόντηξε το κεφάλι μου στα πλακάκια, δίπλα στην κρεμάστρα.
Το ίδιο απότομα με παράτησε, χάιδεψε τα μαλλιά μου, άγγιξε απαλά την πληγή πάνω από το φρύδι με το δάχτυλό της και χαμογέλασε.
«Είσαι καλύτερα τώρα;» με ρώτησε.
«Όχι πολύ, αλλά αν το συνεχίζαμε αυτό με το φιλί, μάλλον θα βοηθούσε…» είπα χαζά.
«Έλα, πάμε έξω…» ψιθύρισε τραβώντας με από το χέρι.
Βγήκαμε μαζί αλλά στο διάδρομο έστριψα –χώθηκα στην κρεβατοκάμαρα και βρήκα ένα μπόγο με βρώμικα ρούχα, διάλεξα μια κολεγιακή κι ένα τζιν για ν΄ αλλάξω τα ματωμένα. Πλύθηκα και λίγο, ξεβρόμισα –αλλά η μυρωδιά του φόβου που μοιάζει με ιδρωμένο μέταλλο δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου.

Κάθισα πάλι απέναντι από την Άννα, η Τζούλια μου πάσαρε τη μπύρα της όσο συνέχιζαν την κουβέντα τους. Της έλεγε η Άννα ότι έμεινε κοντά ένα μήνα στο χωριό (κάποιο χωριό) κι ένας πρώην συμμαθητής τους είχε γίνει μπάτσος και μίλαγε μαζί του στην πλατεία που είχε βγάλει βόλτα το ανιψάκι της κι εκεί που μιλάγανε, κοιτάει το ανιψάκι –ετών 5, να σημειωθεί αυτό- το μπάτσο και του λέει: «γιατί φοράς καπέλο;»
Ήμουν έτοιμος να χασμουρηθώ αλλά το έκοψα απότομα γιατί η Άννα σταμάτησε να μιλάει και μας κοίταξε περιμένοντας. Την κοίταξα κι εγώ που χαμογελούσε σαν ηλίθια και φοβήθηκα μην έπαθε κάποιο εγκεφαλικό.
«Γιατί φοράς καπέλο –το ‘πιασες;» μου έκανε.
Η Τζούλια δίπλα μου έγνευσε όλο θαυμασμό.
Τις κοίταξα απορημένος.
«Μέρα ήταν ή νύχτα;» ρώτησα.
«Βράδυ».
«Ε, γι΄αυτό τον ρώτησε».
Η Άννα τίναξε τα μπράτσα της στον αέρα αγανακτισμένη.
«Χαζός είσαι;» με ρώτησε.
«Ναι, κομματάκι…» παραδέχτηκα σεμνά.
«Βρε, το παιδί είδε αυτό που δε βλέπουμε οι υπόλοιποι. Το καπέλο…»
«Το καπέλο…» επανέλαβα σαν καθυστερημένος.
Γαμώ το μουνί του Ωνάση, σε χίπισσα πέσαμε…
«Κατάλαβες τώρα;» μου χαμογέλασε.
«Κατάλαβες», είπα και μπουκώθηκα μπύρα μη μου φύγει καμιά χριστοπαναγία.
«Θα μου στρίψεις ένα;» ζήτησε η Άννα.
Η Τζούλια ανασήκωσε τους ώμους και η άλλη έβγαλε ένα μεταλλικό κουτάκι από την τσάντα της. Η Τζούλια διάλεξε ένα περιοδικό με λευκό οπισθόφυλλο και βάλθηκε να ξεκοιλιάζει δυο από τις Καμήλες μου πριν κολλήσει τα τσιγαρόχαρτα πατικώνοντάς τα με την κόψη του χεριού της. Ευτυχώς το μαλακό μου πακέτο δεν προσφερόταν για τζιβάνα κι έτσι διέλυσαν τις Μαλμπουρίνες της Άννας. Μετά αρχίσανε να τρίβουν ένα βρομερό λιβάνι γεμίζοντας μαυρίλες τα νύχια τους –κάποια αηδία…

Πήραμε να καπνίζουμε αμίλητοι όσο το τσιγάρο έφερνε γύρες –μάπα ήταν αλλά δε γαμιέται…
«Σκατά η μέρα σήμερα, το χρειαζόμουν για χαλάρωση…» ψέλλισε η Άννα.
Την κοίταξα. Τα μάτια της είχαν γλαρώσει, αν δεν μοιραζόμασταν την ίδια χούσπα θα πίστευα ότι είχε γίνει κανονικά –έμεινα λοιπόν να τη χαζεύω και να προσπαθώ να καταλάβω πόσο το έπαιζε ή αν είχε στ΄ αλήθεια ψηθεί ότι μαστούρωσε. Δεν έβγαλα άκρη.
«Πες μας τι έγινε», πρότεινε η Τζούλια.
Άρχισα λοιπόν να τους διηγούμαι την ιστορία –μου πήρε κοντά 5 λεπτά να τους εξηγώ τα κατορθώματά μου στο Ροζ Πάνθηρα και μόλις ένα λεπτό για να τους περιγράψω όσα έγιναν στη συνέχεια.
«Σου έβγαλε πιστόλι;» άσπρισε η Τζούλια.
Πήγα να απαντήσω, αλλά δεν πρόλαβα.
«Αυτό δεν είναι τίποτα –εμένα μια φορά με έχουν πυροβολήσει σε συναυλία στη Νέα Σμύρνη», πετάχτηκε η Άννα.
Ε μα, φαίνεσαι ότι είσαι πυροβολημένη…
«Πότε ρε συ;» έκανε όλο ενδιαφέρον η Τζούλια.
Τα υπόλοιπα τα έχασα γιατί ψιλοέλιωσα επιτόπου στον καναπέ –φτάσανε τα βλέφαρα μέχρι τα γόνατα, έκοψα επαφή με τον έξω κόσμο, μόνο ένα πλατάγισμα από γέλια και σκόρπιες κουβέντες σαν κύμα που σκάει στις πέτρες, έφτανε μέχρι το κεφάλι μου.

«Δε σε πειράζει να κοιμηθείς στον καναπέ; Είναι ψόφια η Άννα και…»
Τινάχτηκα. Η Τζούλια χαμογελούσε, όρθια μπροστά μου με τα χέρια σταυρωμένα.
«Κάνε δουλειά σου…» μούγκρισα κι οριζοντιώθηκα άμεσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν σε λήθαργο, αλλά με ξύπνησε ένας δυνατός θόρυβος -πετάχτηκα ιδρωμένος, κοίτα να δεις που σπάσανε την πόρτα και με σέρνουν από το μαλλί στα πλακόστρωτα…
Έψαξα τριγύρω, σκοτάδι –μόνο ένα μικρό φως τρεμόπαιζε στο δίπλα δωμάτιο, σηκώθηκα να δω τι γινόταν. Κι αυτό που γινόταν ήταν η Άννα μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο, με τη γνωστή μπλούζα και το βρακί, κοντοστάθηκα λίγο αμήχανα (και για να πάρω μάτι, βέβαια). Γύρισε.
«Σε ξύπνησα; Συγνώμη…»
«Δεν τρέχει τίποτα…»
Τράβηξε ένα μπολ με μακαρόνια που το είχε εκεί μέσα η Τζούλια από τότε που ζούσε ο Τζον Λένον, έβγαλε και μια μπύρα –κάθισε στο τραπέζι.
«Θα μου κάνεις παρέα;» ρώτησε.
Τι ήθελα να σηκώθηκα ο πούστης;
«Ναι», έκανα απρόθυμα και τράβηξα τις Καμήλες κοντά μου όσο έπιανα θέση απέναντί της.
Εκείνη έπεσε με τα μούτρα στο μπολ.
«Μεγάλες πείνες», σχολίασε μπουκωμένη.
Κούνησα το κεφάλι.
«Εσύ λοιπόν; Τι κάνεις;» με ρώτησε.
«Σπρώχνω τους όρθιους στην Ομόνοια», μούγκρισα.
Χαμογέλασε. Σταμάτησε να μπουκώνεται και μου τράκαρε τσιγάρο.
«Δε με πας –έτσι;» ρώτησε.
«Έτσι», παραδέχτηκα.
«Γιατί;»
«Είμαι μονόχνοτος, μάλλον γι΄αυτό…»
«Και για την πόρτα;»
«Και για την πόρτα…»
Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά, έστειλε δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι.
«Σιγά το πράγμα ρε συ… Μην είσαι τόσο μικροαστούλης…»
«Μικροαστούλης…» μουρμούρισα.
Έσκυψα προς το μέρος της.
«Πες μου κάτι ρε Άννα… το ζόρι για την πόρτα ποιος θα το τραβήξει;»
«Τι εννοείς;»
«Ποιος θα φάει κωλόχερο από τον ιδιοκτήτη, ποιος θα κάτσει να τη βάψει…»
«Σαχλαμάρες…»
«Σαχλαμάρες –εντάξει. Ποιος θα τραβήξει το ζόρι όμως;»
«Ξέρω ΄γω; Η Τζούλια;»
«Μέσα είσαι…»
Έσπρωξα πίσω την καρέκλα και σηκώθηκα. Πατίκωσα και την Καμήλα στο τασάκι.
Στήθηκα μπροστά της, κρέμασα τα χέρια μου από τις τσέπες του τζιν και την κοίταξα προσεκτικά. Στην αρχή με κοίταζε κι αυτή, μετά έβγαλε έναν στεναγμό απαξίωσης και αφοσιώθηκε στο τσιγάρο της.
«Λοιπόν…. Άννα. Εγώ είμαι με τη Τζούλια και μ΄ αρέσει αυτό… Που σημαίνει ότι οι φίλες της είναι και δικές μου φίλες. Αλλά μέχρι εκεί. Δε σε πάω, δε με πας –ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, είμαστε σύμφωνοι;»
Με κοίταξε για κάμποση ώρα.
«Πού το ξέρεις ότι δε σε πάω;» ρώτησε στο τέλος.
«Δεν το ξέρω, αλλά το προτιμώ».
«Γιατί;»
«Γιατί πάμε αλλού εγώ κι εσύ και θα τρακάρουμε».
Γέλασε.
«Τα λέτε πιτσουνάκια μου;» άκουσα μια φωνή.
Η Τζούλια στεκόταν πίσω μου χαμογελαστή.
«Τα είπαμε…» απάντησα.

Πέρασα δίπλα από τη Τζούλια αποφεύγοντας να την κοιτάξω και πήγα για τον καναπέ.
«Θα ξαπλώσω εγώ στον καναπέ –έτσι κι αλλιώς δε νυστάζω άλλο», φώναξε η Άννα από την κουζίνα.
Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους, έστριψα προς την κρεβατοκάμαρα. Σωριάστηκα στη δική μου πλευρά του κρεβατιού και περίμενα τη Τζούλια.
Για κάμποσο…

Όταν πήρα χαμπάρι ότι δε θα ερχόταν σύντομα, έκλεισα τα μάτια κι έπιασα μια από τις κλασικές μας κουβέντες με τον Ρέιμοντ Τσάντλερ –είχαμε μονίμως ανοιχτό το θέμα του ποιος θα έπρεπε να παίζει το Μάρλοου στις ταινίες, ο Ρέι παρέμενε κολλημένος στον Κάρυ Γκραντ ενώ εγώ υποστήριζα με πάθος τον Γκάρυ Κούπερ… Μέχρι να με πάρει ο ύπνος δεν βγάλαμε άκρη…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στους Buzzcocks


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι