3. Ο σκλάβος της Κυριακής
Τετάρτη, Αύγουστος 27, 2008
Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
2. Τιλτ
Δυο ώρες τώρα, κολλημένος στο παράθυρο κοιτάζω τον απέναντι τοίχο –μασάω κι ένα καπάκι μπικ που βρέθηκε πρόχειρο. Η μετάφραση πάει κατά διόλου, η προκαταβολή να ‘ταν κι άλλη, η εξεταστική έφτασε κι εγώ είμαι μονίμως εκτός. Προθεσμίας.
Πάει ενάμισης μήνας που τραβάει η ιστορία με τη Νάντια σε στυλ βρισκόμαστε-πηδιόμαστε-εξαφανιζόμαστε. Ο Τάκης λέει «γαμώ τις φάσεις –βρήκες γκόμενα μόνο για πήδημα, άνευ λοιπών υποχρεώσεων». Ο Τάκης είναι έτσι φτιαγμένος. Να πωρώνεται με κάθε κατάσταση, να βρίσκει τα θετικά, να το διασκεδάζει. Ο Πέτρος λέει «συνέχισε μήπως κάτσει καμιά παρτούζα». Τη γουστάρει τη Νάντια και δεν απογοητεύεται –αν και δοκιμάσαμε να κάνουμε ιστορία, άδικος κόπος. Δεν τους έχω πει κουβέντα για την κατάθλιψη μετά το πήδημα. Δεν ξέρουν οτι μπαίνω στο σπίτι της κοιτάζοντας τριγύρω -«από πού την κοπανάμε τώρα;» Δεν με έχουν δει να φεύγω σαλιαρίζοντας φτηνές δικαιολογίες, να ανεβαίνω στη μηχανή σίγουρος ότι «ποτέ ξανά», μέχρι την επόμενη φορά.
Η Φανή εξαφανισμένη.
Συνεχίζω τη μετάφραση, η πριγκίπισσα πρέπει να μάθει την αλήθεια, ότι δηλαδή οι διαστημικοί πειρατές είναι στην πραγματικότητα λεγεώνες κατευθυνόμενες από τον κεντρικό διαπλανητικό εγκέφαλο ο οποίος, άκου τώρα, την έχει ερωτευτεί αλλά επειδή είναι σαν ανάποδο γαμώτο εμφανισιακά δεν τολμάει να σκάσει μύτη μπροστά της! Πρέπει να βγω έξω, ν΄αγοράσω τον καινούργιο δίσκο του Cave, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να βρω λεφτά πρώτα. Θα βρω –ψάχνω μέσα στο σπίτι ήδη, αναποδογυρίζω μαξιλάρια, πάω παρακάτω. Η γκόμενα του ξαδέρφου μου έχει παρατήσει την τσάντα της στο χωλ, ψάχνω, πετυχαίνω τρία χιλιάρικα, βουτάω το ένα. Αυτό δεν παίζει για συνέχεια, θα με καταλάβουν και τη βάψαμε τότε.
Γνώρισα τη Φανή από μαλακία μου. Κοίτα πως έγινε –είχα πάει στο βιβλιοπωλείο που δούλευε για να βουτήξω κάτι καινούργια βιβλία. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε το μοναδικό βιβλιοπωλείο. Όμως το πρόβλημα όταν πας να βουτήξεις κάτι, έχει να κάνει με την πλεονεξία. Θέλεις να πάρεις πέντε βιβλία; Έλα τρεις φορές ρε φίλε, μη ζητάς να τα σηκώσεις όλα με τη μία. Όμως είχε σκάσει εκείνη η πεντάτομη Ιστορία της Φιλοσοφίας, δοκίμαζα να την κρύψω στις μέσα τσέπες του μπουφάν και πίσω στην πλάτη μου –δε γινόταν με τίποτα. Μια κοπέλα με μακριά ράστα μαλλιά με κοίταζε, δεν ανησύχησα επειδή στον ώμο της κρεμόταν η κλασσική πάνινη τσάντα. Μου είχε έρθει η ιδέα, πλησίασα και της ζήτησα στα ίσα να βγάλει δυο τόμους έξω για μένα κι εγώ θα βόλευα τους υπόλοιπους τρεις. Είχε χαμογελάσει πολύ γλυκά.
«Καλή ιδέα, αλλά δεν γίνεται», είχε πει.
«Γιατί ρε; Μην κωλώνεις».
«Δεν κωλώνω. Απλά δουλεύω εδώ ξέρεις …»
Είχα κοκαλώσει. Μάγκα μου την πατήσαμε –τώρα θα φωνάξει τ΄αφεντικά!
Είχα ζητήσει συγνώμη γυρίζοντάς το σε άτακτη φυγή. Με είχε προλάβει στις σκάλες, πριν βγω έξω.
«Μην ψαρώνεις δεν πρόκειται να καρφώσω τίποτα».
«Εντάξει». Είχα πει, αλλά δεν το πίστευα.
«Πάρε τα δύο τώρα και θα τα βολέψουμε με τα υπόλοιπα», είχε προτείνει.
Αυτό το πίστεψα. Την επόμενη μέρα είχαμε δώσει ραντεβού στην πλατεία –έφερε τους υπόλοιπους τόμους, την κέρασα καφέ αν και ήμουνα ταπί. Αυτή μου είχε βρει τη δουλειά με τις μεταφράσεις –το βιβλιοπωλείο δούλευε και σαν εκδοτικός οίκος. Έτσι γνώρισα τη Φανή. Κάναμε έξη μήνες παρέα μέχρι να μου δείξει ότι γούσταρε κάτι παραπάνω. Άργησα να το καταλάβω καθότι κολλημένος με τα ηθικοπλαστικά μου. Εντάξει, δεν έφταιγα μόνο εγώ. Κάθε που βγαίνουμε, μου τα ΄πρηζε με το πόσο ερωτευμένη ήταν με τον γκόμενό της. Που να πάρω χαμπάρι ότι αυτά τα έλεγε επειδή ήθελε να κάνουμε κατάσταση, αλλά δεν γούσταρε κιόλας να την περάσω για εύκολη; Αυτά εν ολίγοις.
Άφησα τη μηχανή έξω από το Happening, χάζεψα τις αφίσες με τις συναυλίες. Gun Club στο ΡΟΔΟΝ! New Model Army στο ΡΟΔΟΝ! Μάγκα μου –κόντεψα να κατουρηθώ! Δεν ήταν μόνο το ότι θα σκότωνα για να δω αυτά τα συγκροτήματα, αλλά στο ΡΟΔΟΝ δούλευε ντιτζέι ο ξάδερφός μου! Τζάμπα είσοδος! Παρά λίγο να ξεχάσω γιατί είχα πάει στο δισκάδικο από τη χαρά μου, αλλά τελευταία στιγμή το ‘σωσα. Κανονικά έπρεπε να πάω γραμμή στο σπίτι για ν΄ακούσω τον καινούργιο δίσκο -κανονικά. Με τη σακούλα κρεμασμένη στον καρπό άνοιξα την πόρτα του βιβλιοπωλείου που δούλευε η Φανή. Ο πλήρης μαλάκας.
«Τι χαμπάρια; Που χάθηκες;» με ρώτησε ο Κώστας ρουφώντας το φραπέ του. Καλό παιδί ο Κώστας, ήταν στο τμήμα που πούλαγε λογοτεχνία αλλά δεν του άρεσε. Προτιμούσε ν΄ανακαλύπτει ταλέντα στην ελληνική μουσική, τις προάλλες με είχε πρήξει με κάποιο Δάντη, τραγουδιστή και συνθέτη να πούμε.
«Δε χάθηκα –εδώ είμαι», μουρμούρισα κοιτάζοντας τριγύρω.
Το ΄πιασε ο Κώστας, γέλασε φιλικά.
«Έχει ρεπό σήμερα», μου είπε.
«Ποιος;» πήγα να σώσω τα προσχήματα.
«Έλα ρε μαλάκα, για χάνους μας περνάς;»
«Δε σε πιάνω».
«Η Φανή έχει ρεπό».
«Μπράβο –χαίρομαι».
Κοίταξα μια στοίβα βιβλίων ανόρεχτα.
«Θες να της πω τίποτα;» έκανε ο Κώστας.
«Ποιας;»
Ξεκαρδίστηκε. Κατάλαβα ότι δε με έπαιρνε για άλλο αντικάρφωμα.
«Ρε μη γαμιέσαι! Πως την έχεις δει μ΄εμένα και τη Φανή δηλαδή; Θ’ ακούσει τίποτα ο δικός της και θα έχουμε δράματα», διαμαρτυρήθηκα.
Άναψε τσιγάρο.
«Για τόσο μαλάκα με έχεις;» αναρωτήθηκε.
«Όχι, αλλά δε θέλει πολύ να γίνει η στραβή».
«Θες να της πω τίποτα;»
«Τίποτα να μην της πεις. Έτσι κι αλλιώς πέρασα για να πάρω κάτι κείμενα».
«Ότι γουστάρεις».
Κωλοβάρεσα για λίγο χαζεύοντας τίτλους βιβλίων πριν αποφασίσω να ξεκουμπιστώ από εκεί πέρα. Τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Φανή. Την είδα, με είδε. Ο Κώστας πέρασε δίπλα μου με μια στοίβα βιβλίων.
«Τι κουφάλα που είσαι τέλος πάντων!» μου σφύριξε στο αυτί.
Δεν έδωσα σημασία. Ξεκίνησα για την έξοδο αμήχανος –γιατί ήρθα, τι έγινε τώρα, πως πρέπει να φερθώ; Η Φανή έτρεξε πίσω μου, γύρισα.
«Πως από ‘δω;» ρώτησε.
«Για κάτι κείμενα», είπα με ηλίθιο ύφος.
«Έλα έξω να σου δείξω κάτι».
Δυσανασχέτησα. Δήθεν. Την ακολούθησα όμως.
«Τι είναι αυτή η χαρχάλω;» κορόιδεψα, αλλά αμέσως το μετάνιωσα.
Η Φανή μούτρωσε, με κοίταξε με βλέμμα καρφιτσάτο.
«Τι είναι αυτό τέλος πάντων;» προσπάθησα να το διορθώσω απεγνωσμένα.
«Χάρλεϊ Ντάβιντσον Γκατζίβα», είπε σίγα.
Την κοίταξα σα χάνος.
«Κάποτε η Χάρλεϊ συνεργάστηκε με τη Γκατζίβα για ένα μόνο μοντέλο τελικά …» ξεκίνησε να λέει αλλά το έκοψε απότομα.
Γύρισα το κεφάλι προς το μέρος της. Έκλαιγε. Γάμησέ τα.
«Θέλω να μιλήσουμε», ψέλλισε.
«Εντάξει», είπα.
«Έχω κάτι δουλειές στο κέντρο», συνέχισε.
«Έχουμε γίνει θέαμα στο μαγαζί», της υπενθύμισα.
Έκοψε το κλάμα αυτόματα.
«Σε δυο ώρες, που θα είσαι;» ρώτησε.
«Σπίτι μου».
«Δεν θέλω εκεί».
«Καλά. Σε δυο ώρες στην πλατεία», πρότεινα.
Μετά καβάλησα τη μηχανή και έφυγα πριν κάνω καμιά άλλη χοντράδα. Δεν άντεχα τις γυναίκες που έκλαιγαν, ειδικά όταν έφταιγα εγώ γι΄αυτό κι ακόμα πιο ειδικά όταν δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το αλλάξω. Τι διάολος τις είχε καβαλήσει όλες τους; Η Φανή βαριόταν με το Νίκο –δεκτό και κατανοητό. Άλλα εκείνος ήταν ο άντρας της ζωής της –μέσα, κι εγώ κουμπάρος. Τι γούσταρε τώρα με όλη αυτή τη μελούρα που άπλωνε στα πέριξ; Ερχόταν μαζί μου για να ξεδίνει, γιατί έπρεπε να μου πουλάει έρωτα και μαραμένες μαργαρίτες να πούμε; Επειδή έτσι φχαριστιόταν το παραμύθι της; Τι σκατά ευχαρίστηση ήταν αυτή; Και από την άλλη μεριά η Νάντια. Άνετη, ψύχραιμη, μονίμως στην τρίχα. Αυτό που το πας; Απροειδοποίητα έφτανα σπίτι της κι εκείνη ήταν πάντα ντυμένη ντρινκ μάι φορντ. Μπανιαρισμένη, παρφουμαρισμένη … «Γιατί δε μένεις να κοιμηθείς εδώ;» Επειδή δεν θα κοιμηθώ, γι΄αυτό –άντε γαμηθείτε όλες σας!
Έβαλα το δίσκο στο πικάπ. Μου πήρε τα μυαλά ο Αρχηγός, κεφάτο τον έβρισκα, μέσα στους θανατοποινίτες, τα διαβόλια και τα τριβόλια. «Η Κυριακή έχει ένα σκλάβο/ η Δευτέρα έχει έναν επίσης./ Τα βάσανά μας είναι αμέτρητα/ οι χαρές μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες./ Πέρασα όλη τη μέρα σκάβοντας τον τάφο μου/ τώρα πήγαινε να μου φέρεις τον σκλάβο της Κυριακής./ Η καρδιά μου κατέρρευσε στις ράγες ενός περαστικού τρένου/ αρκεί να ψιθυρίσεις το όνομά του/ και έρχεται αμέσως ο σκλάβος της Κυριακής».
«Τι κάνεις εδώ μέσα ρε βλαμμένε; Αποφάσισες να κόψεις τις φλέβες σου;»
Πετάχτηκα, ξύπνησα. Ο ξάδερφός μου χωρίς τη γκόμενά του.
«Μουσική ακούω –τι γουστάρεις τώρα;» δικαιολογήθηκα.
«Άναψε κάνα φως γαμώτο».
Πήγα αυτόματα προς τον διακόπτη. Στη μέση φρέναρα. Τι ώρα ήταν; Έξω νύχτωνε κι εγώ είχα ένα ραντεβού. Πόση ώρα άκουγα τον ίδιο δίσκο; Πόσο μαλάκας ήμουν; Άνοιξα το παράθυρο να μπει αέρας, να ξεντουμανιάσει το δωμάτιο. Η Φανή θα πρέπει να είχε ήδη γυρίσει σπίτι της, υπολόγιζα ότι θα με περίμενε κάνα μισάωρο, όχι παραπάνω. Μετά, βαρέθηκα να υπολογίσω τις συνέπειες.
«Έρχονται γκρουπάρες στο ΡΟΔΟ», φώναξα στον ξάδερφό μου.
«Εσένα περίμενα να μου το πεις!» γέλασε.
«Πάμε για καμιά μπύρα;» τον ρώτησα.
«Τώρα μπήκα ρε άνθρωπε! Κάτσε να αράξω λιγάκι, από το πρωί τρέχω».
Έμεινα ρέστος. Την έπεσα λοιπόν κάτω από τις κουβέρτες με τα ρούχα –είπα να κοιμηθώ για να περάσει ο καιρός. Τι ζημιά μου είχε κάνει ο Αρχηγός πάλι ρε γαμώτο! Θα μου πεις, εντάξει, ένα δίσκο έβγαλε ο άνθρωπος –έπρεπε εσύ να κολλήσεις σα χασικλής τελειωμένος; Γύρισα πλευρό μπας και βολευτώ καλύτερα.
Όταν κοιμάσαι με τις κότες ξυπνάς με τα κοκόρια –γνωστό αυτό. Πετάχτηκα από το κρεβάτι ιδρωμένος και άρρωστος. Έξω από τις γρίλιες δεν έλεγε να φωτίσει, είπα να πλυθώ και να κάνω καμιά μετάφραση αλλά δεν γίνονται τέτοια θαύματα αξημέρωτα.
Μου πήρε λιγότερο από ένα τέταρτο για να φτάσω σπίτι της, η περιοχή τριγύρω βρώμαγε σκουπίδια και χαλασμένα φρούτα -άναψα τσιγάρο. Εντάξει μάγκα μου, ήρθαμε, τώρα τι κάνουμε; Χάζευα τα κουδούνια, ήξερα ποιο έπρεπε να χτυπήσω αλλά δεν είχα κουράγιο να το κάνω. Κάθισα στα σκαλιά μπας και πάθω κόψιμο από το κρύο μάρμαρο –αυτό θα ήταν μια κάποια λύση. Έμεναν πάνω από δυο ώρες μέχρι να ξεκινήσει για τη δουλειά της, μήπως θα ήταν καλύτερα να την περιμένω εδώ έξω; Απελπισμένος ρομαντισμός κι έτσι –πιάνουν αυτά στις γυναίκες. Σηκώθηκα και κόλλησα το δάχτυλό μου στο κουδούνι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι αν τύχαινε να ήταν μαζί με το Νίκο την είχαμε και οι δυο μας πολύ άσχημα. Ετοιμάστηκα για δράματα. Έτσι κι αλλιώς.
Μου άνοιξε αφού της είπα ποιος είμαι στο θυροτηλέφωνο. Κατέβηκα τα σκαλιά μέχρι το σπίτι της και σκεφτόμουνα ότι ο πούστης ο Αρχηγός ήταν και πάλι δραματικά επίκαιρος με το Mercy Seat του. Βγάλανε τη ζωή μας σάουντρακ κι από πάνω ζητάνε να τους πληρώσουμε αντί να μας το χαρίζουν οι κερατάδες. Η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου ήταν ορθάνοιχτη και έρημη.
Καθόταν σε μια καρέκλα της μικροσκοπικής κουζίνας, αναμαλλιασμένη από τον ύπνο. Πρησμένα μάτια, ελπίζω όχι από κλάμα.
«Τι θες;» ρώτησε.
«Να ζητήσω συγνώμη», είπα. Δεν σκέφτηκα τίποτα καλύτερο.
«Εντάξει, ανησύχησα γιατί δεν είχα συνηθίσει να με στήνεις, αλλά αφού είσαι καλά …», μουρμούρισε.
«Σκατά καλά», είπα. «Κερνάς καφέ;»
Μου έφτιαξε ένα νες νερόπλυμα και θρονιάστηκε απέναντί μου όσο έπινα αμίλητος. Δεν υπήρχε τίποτα να κάνω εδώ πέρα, βιάστηκα να τελειώνω τον καφέ για να φύγω.
«Τα χαλάσαμε με τον Νίκο», είπε απαλά.
«Τι;»
Η ιστορία είχε ως εξής: από τη μέρα που κοντέψαμε να κουτουλήσουμε στο λιμάνι, η Φανή ένιωθε κάπως. Κι ο Νίκος, μέγας ψυχογνώστης, το είχε καταλάβει. Την τριβέλιζε λοιπόν για να μάθει τι είχε (κατανοούσα πλήρως το σπαζαρχίδιασμα που είχε φάει ο άνθρωπος μέχρι να της πάρει κουβέντα) και στο τέλος η Φανή του είπε ότι ήθελε να μείνει λίγο μόνη για να σκεφτεί. Έτσι περίπου είχαν τα πράγματα και λέω περίπου, επειδή η Φανή δεν μου είχε πει όλη την ιστορία.
«Εντάξει», μουρμούρισα όταν τελείωσε. «Πως νιώθεις τώρα;»
«Περίεργα».
«Υποθέτω ότι δεν μπορούμε να το γυρίσουμε σε αγάπες και λουλούδια μεταξύ μας … Τουλάχιστον, όχι κατευθείαν …»
«Ναι, κάπως έτσι».
Σηκώθηκα.
«Να πηγαίνω», είπα.
Δεν έβγαλε άχνα, οπότε κοπάνησα την πόρτα πίσω μου και ξεκίνησα με κατεύθυνση άγνωστη. Χρειάστηκε να γυρίσω τον διακόπτη της μηχανής στη ρεζέρβα για να πάρω χαμπάρι ότι κόντευα να φτάσω Σούνιο. Αλλά, αφού ήμουν ξύπνιος τόσο νωρίς, σκέφτηκα να περάσω από τη σχολή –μπας και πιάσω καμιά επαφή για τις εξετάσεις. Κι αυτό ακριβώς έκανα. Δηλαδή, γύρισα πίσω για τη σχολή.
Ένας ψεύτικος ήλιος ζέσταινε τα μυαλά όσων επέμεναν να καθίσουν στα έξω τραπεζάκια του καφενείου, χώθηκα πίσω από μια εφημερίδα επειδή ήταν πολλοί όσοι δεν είχα όρεξη να συναντήσω. Κάτι Κνίτες σπαστικοί, από αυτούς που θέλουν να σου πιάσουν κουβέντα και, στην καλύτερη, καταλήγετε να τσακώνεστε. Κάτι Αγωνίτες φιλικοί με γκόμενες απλησίαστες. Και οι Αυτόνομοι τίγκα στα μπλεξίματα. Τι σκατά να έκανα με την Φανή από δω και πέρα;
«Έχει θέση;» άκουσα κι αναγκάστηκα να βγάλω τη μούρη από την εφημερίδα.
«Ρε Ανθή! Σαν τα χιόνια τον Αύγουστο», φώναξα.
Χαιρόμουν κιόλας. Καλό κορίτσι η Ανθή –γνωριστήκαμε από το πρώτο έτος, με τον χειρότερο τρόπο στο μεγάλο αμφιθέατρο, εγώ πέταγα σαΐτες κι εκείνη πάλευε να παρακολουθήσει την παράδοση. Μπορεί και να τη γούσταρα γκομενικώς, αυτή δεν ξέρω πως το έβλεπε –γεγονός είναι ότι πρώτα με έβρισε και μετά πιάσαμε κουβέντα. Σπαστικιά έμοιαζε, έκανε, λέει, μπαλέτο κι ετοιμαζόταν να παντρευτεί όταν ο δικός της τελείωνε το φαντάρικο. Κότα εκ πρώτης όψεως. Αλλά έδειχνε να με νοιάζεται κι εγώ της έλεγα να μην κάνει μαλακίες, να διασκεδάσει όσο ήταν φοιτήτρια, πάρτι, ξενύχτια, κανένα πήδημα στη ζούλα και ν΄αφήσει τους γάμους για μετά θάνατον.
«Εγώ εδώ είμαι βλάκα μου. Εσύ έχεις να πατήσεις σε παράδοση από του Αγίου …»
«Πούτσου;» την έκοψα γελώντας.
«Άντε μωρέ βρομόστομε!» γκρίνιαξε στην πλάκα.
Η Ανθή δεν έβριζε.
«Πως πάνε τα δικά σου;» ενδιαφέρθηκα. «Παντρεύτηκες ή ακόμα;»
«Κάτσε να βρει δουλειά πρώτα, δεν βιαζόμαστε …»
Γέλασα –δεν είχα όρεξη να το σχολιάσω.
«Εσύ τι γίνεσαι;» με ρώτησε.
Της τα είπα όλα, το είχα ανάγκη φαίνεται –αλλά δεν μπορούσα να ανοιχτώ στους υπόλοιπους της παρέας. Έρωτες, ευαισθησίες, σάλια … θα έπεφτε η καρπαζιά σύννεφο.
«Βρες καμιά άλλη», συμβούλεψε η Ανθή.
«Κάτι βρήκα», συμπλήρωσα και της είπα τα καθέκαστα με τη Νάντια.
«Καλά –εσύ πας γραμμή για το τρελάδικο!» ψευτοθαύμασε η Ανθή.
«Πες μας κάτι που δεν ξέρουμε», την προέτρεψα.
«Ρε παιδάκι μου, τόσο δύσκολο είναι να βρεις μια νορμάλ περίπτωση;»
«Όπου νορμάλ …»
«Μια κοπέλα, στην ηλικία σου, το τονίζω αυτό –ελεύθερη κι ωραία».
«Ελεύθερη κι ωραία;»
«Ναι μωρέ. Χωρίς άλλη σχέση, αλλά να μην είναι και βούρλο, να σου αρέσει κιόλας …»
«Άστο ρε Ανθή. Ακόμα τα πιστεύεις αυτά τα παραμύθια; Τέτοιες φάσεις είναι από άλλη ζωή, όχι από τη δικιά μας».
«Τι μας λες; Εγώ δηλαδή πως βρήκα;»
Δεν ήθελα να της πω την άποψή μου, ότι κορόιδευε δηλαδή τον εαυτό της εξακολουθώντας να τραβιέται με το μαλάκα που την πρωτοπήδηξε στο Λύκειο.
«Βρήκες; Τι βρήκες;» έκανα. «Βρήκες τέτοια κοπέλα που μου λες; Και τι έγινε; Τα φτιάξατε;»
Γέλασε νευρικά. Ήταν πολύ νευρική γενικώς η Ανθή. Νευρόσπαστο.
«Ανθούλα θα σου πω κάτι κι αν το βγάλεις παραέξω σου υπόσχομαι ότι θα σε βρουν φυτεμένη στα χωράφια. Λοιπόν, εγώ περιμένω. Κάποια μέρα θα σκάσει εκείνη η γυναίκα που δεν θα μοιάζει με τίποτα από αυτά που περπατάνε στη γη –έτσι στο τυχαίο θα σκάσει μύτη, με προσέχεις; Κι εγώ, για κάποιον ανεξήγητο λόγο θα έχω το θράσος να της μιλήσω. Άκου τώρα κάτι απίθανο –η γυναίκα αυτή θα γελάσει με τη σαχλαμάρα που θα της πω, θα γελάσει ζεστά κι εγώ θα γίνω επιτόπου χαλκομανία. Να μη στα πολυλογώ, δεν θα την αφήσω ποτέ αυτή τη γυναίκα, γιατί θα φοβάμαι ότι θα σπάσει από τον αέρα ή θα βρωμιστεί από το νερό. Και τότε τίποτα δεν θα μετράει πέρα από το γέλιο της –κατάλαβες;»
Με κοίταζε αμίλητη, έλεγα, τώρα θα φωνάξει να μου φορέσουν ζουρλομανδύα.
«Όμορφο ήταν αυτό που είπες …» μουρμούρισε στο τέλος.
«Ναι, όμορφο. Συμφωνώ –κι εμένα μ΄αρέσει. Κοίτα τώρα γύρω σου ρε Ανθούλα. Βλέπεις καθόλου ομορφιά στα πέριξ; Κακοχυμένοι άνθρωποι περιμένουν τη σειρά τους για να φάνε από τον σκουπιδοτενεκέ. Βιάζονται κιόλας. Από πού θα έρθει αυτή η καταπληκτική γυναίκα λοιπόν; Από πουθενά Ανθή. Γιατί απλούστατα δεν υπάρχει κι όλα αυτά είναι σαχλαμάρες που ξέμειναν στα κεφάλια μας από την εποχή των Τριών Σωματοφυλάκων και του Ατρόμητου Καπετάνιου».
Άναψα τσιγάρο νευριασμένος.
«Γι΄αυτό σου λέω Ανθή. Ότι κάτσει, όπως κάτσει», κατέληξα.
«Και τότε γιατί τρώγεσαι ακόμα μ΄αυτή τη Φανή;» ρώτησε χαμογελώντας.
«Τι εννοείς;»
«Ότι κάτσει, όπως κάτσει –το κατάλαβα αυτό που είπες. Έκατσε η Νάντια, καλύφθηκες, έτσι δεν είναι; Αυτό έκατσε –η Φανή πού κολλάει; Εκτός αν δεν είσαι καλυμμένος και ψάχνεις …»
Έσβησα το τσιγάρο.
«Πρέπει να φύγω Ανθούλα. Έχω να παραδώσω κάτι μεταφράσεις, χάρηκα που τα είπαμε».
«Έλα ρε χαζέ στο μάθημα να πάρεις τίποτα σημειώσεις».
«Τις παίρνεις εσύ και μου τις δίνεις».
«Πώς να στις δώσω αν κάνεις κάνα χρόνο να ξαναπατήσεις;»
Κάποτε θα έβρισκα μια σταθερή δουλειά με σφιχτό ωράριο, θα χτύπαγα κάρτα και τέτοια. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγεις τις ερωτήσεις –μπαίνεις τότε στο γκεζί και σταματάς να σκέφτεσαι. Γιατί αλλιώς κινδυνεύεις να σε κολλήσει στον τοίχο η πρώτη τυχούσα Ανθή κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό αν θέλεις να περνιέσαι για ψαγμένο άτομο. Τι να της έλεγα δηλαδή; Ότι κυνηγάμε τα όνειρά μας ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχουν;
Χρειαζόμουν ένα εισιτήριο για κάποιο γρήγορο τρένο, χρειαζόμουν να περάσω από τον καιρό, να τρέξω μπροστά τον χρόνο, να φτάσω στον προορισμό πριν καν ξεκινήσω. Γι΄αυτό σου λέω, κάνε μου τη χάρη και ψάξε προσεκτικότερα στις τσέπες σου.
Έγραφε η διαθήκη τουThe Motorcycle boy και ήταν 8:45 πμ 0 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων
2. Τιλτ
Δευτέρα, Αύγουστος 25, 2008
Προηγουμένα:
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
Η πλατεία είχε περίεργη κίνηση απόψε. Πάει να πει, κυκλοφορούσαν πολλοί περίεργοι, χάζευαν τα ξεραμένα παρτέρια, κάθονταν στα παγκάκια … Λιγδιασμένα μαλλιά και παντελόνια τζιν-μπάγκι, πήγα να βάλω πέταλο στη μηχανή αλλά το μετάνιωσα –δεν μου έκαναν για κλεφτρόνια οι περίεργοι. Ξεκίνησα μετά, μια βόλτα προς το άγαλμα, στη μέση της διαδρομής το έπαιξα ότι κάτι θυμήθηκα, έκανα απότομα μεταβολή. Οι περίεργοι από τα παγκάκια με κάρφωναν κανονικότατα κι αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Κοίταξα τριγύρω, οι δικοί μου δεν φαίνονταν πουθενά, κάτι φρικιά σέρνονταν άσκοπα –κανένας άλλος. Και οι περίεργοι. Προχώρησα προς το περίπτερο του Φιλόσοφου –τρίχες Φιλόσοφος δηλαδή, οι φήμες έλεγαν ότι το περίπτερο ανήκε στους Τρότσκηδες και το δουλεύανε για κομματικό χαρτζιλίκι, τέλος πάντων. Τον είχαμε βγάλει Φιλόσοφο από τότε, με την Επιχείρηση Αρετή, ήταν οι πρώτες μέρες της Σκούπας κι εμείς δεν δίναμε σημασία, είχαμε λοιπόν πάει στο περίπτερο να αγοράσουμε τσιγάρα. «Κάντε την στο τσάκα-τσάκα», είχε πει. Δεν καταλαβαίναμε. «Δυο νεκροί και δέκα τραυματίες», είχε προσθέσει. Μαλακίες περιπτεράδων –σωστά; Δεν πρόλαβε να περάσει μια ώρα και τα ΜΑΤ ορμούσαν από παντού, μας λιάνισαν τότε. Μέχρι και στο Βοξ είχαν μπουκάρει και βαράγανε τους θεατές. Από τότε τον βγάλαμε Φιλόσοφο και τον σεβόμασταν.
«Καλησπέρα», του είπα.
«Καλώς τον κι ας άργησε», γέλασε.
«Γιατί; Έπαιξε τίποτα καλό και το ‘χασα;»
«Ναι αμέ. Ήρθανε τα σχολικά και τους αδειάσανε στο πεζοδρόμιο».
Κοίταξα τους περίεργους για μια ακόμα φορά.
«Ασφαλίτες;» ρώτησα.
«Μακάρι να ήταν», μουρμούρισε ο Φιλόσοφος και έσκυψε να τακτοποιήσει κάτι στοίβες περιοδικών.
Τρόμαξα κάπως.
Με βρήκαν σκαρφαλωμένο στο παγκάκι, καθόμουν εκεί και κάπνιζα κόβοντας κίνηση. Ήρθαν από πίσω, αιφνιδιαστικά, με αστραπιαίες κινήσεις άρπαξαν τα μανίκια τού τζιν μπουφάν μου.
«Τρέχει τίποτα ρε κωλόπαιδο; Γουστάρεις τσαμπουκάδες να πούμε;»
«Ταυτότητα παλιοανάρχα. Και δίπλωμα οδήγησης!»
Πριν προλάβω να γυρίσω είχαν βολευτεί δεξιά κι αριστερά μου στο παγκάκι.
«Δεν αφήνετε τις μαλακίες λέω εγώ», είπα εγώ.
«Εμείς τις αφήνουμε, αυτές δεν μας αφήνουν», απάντησε ο Τάκης.
«Έχεις φάει τίποτα; Γιατί πεινάω σαν πούστης», δήλωσε ο Πέτρος.
«Πεινάνε διαφορετικά οι πούστηδες;» αναρωτήθηκα.
«Μαλάκας είσαι; Βεβαίως και πεινάνε διαφορετικά!» έκανε ο Πέτρος.
«Πως πεινάνε δηλαδή;» έξυσε το κεφάλι του ο Τάκης.
«Σαν πούστηδες», τον διαβεβαίωσε ο Πέτρος.
Ένιωθα πιο ήσυχος τώρα που ήταν εδώ αυτοί οι δύο.
«Έχουν πλακώσει κάποιοι περίεργοι στην πλατεία», είπα.
«Και λοιπόν; Η περιέργεια είναι καλό πράγμα, βοηθάει την επιστήμη να προοδεύσει», σχολίασε ο Τάκης.
«Ποιοι; Αυτοί οι βρομύλοι που κόβουν βόλτες;» ενδιαφέρθηκε ο Πέτρος.
Ένευσα.
«Ρώτησες τον Φιλόσοφο;» σοβάρεψε απότομα ο Τάκης.
«Ναι. Χειρότερα κι από ασφαλίτες –έτσι είπε».
Μείναμε να τους κοιτάζουμε σκεπτικοί. Άναψα κι άλλο τσιγάρο, ο λαιμός μου γαμήθηκε.
«Πάμε για κανένα φλιπέρι;» ρώτησε ο Τάκης.
«Πεινάω ρε μαλάκα! Μόλις πριν λίγο το είπα!» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος.
«Εντάξει. Αν πεινάς, αλλάζει το πράγμα …» μουρμούρισε ο Τάκης και μετά γύρισε προς το μέρος μου. «Πάμε για κανένα φλιπέρι;» ρώτησε.
Κάτι άστραψε στην πολυκατοικία πάνω από τη Μαρονίτα. Κοιταχτήκαμε.
«Χαμογελάστε –μας φωτογραφίζουν», είπε ο Πέτρος. Μετά σηκώθηκε και άρχισε να απομακρύνεται.
«Κάβουρα;» ρώτησε ο Τάκης.
«Ηνενήντα», απάντησε ο Πέτρος.
«Πάμε να ρίξουμε καμιά μπίλια και θα ΄ρθει να μας βρει», είπε ο Τάκης.
Πήγαμε.
Τον παρακολουθούσα σκυφτό πάνω από τον Ροζ Πάνθηρα, συγκεντρωμένο στην κίνηση της μπίλιας, να μουρμουρίζει μπινελίκια όταν αυτή πέρναγε ξυστά από τις τρύπες χωρίς να κάθεται. Εγώ δεν τον γούσταρα τον Ροζ Πάνθηρα, προτιμούσα τον Χουλκ του Γκότλιμπ –μου άρεσαν τα μουγκρητά που έβγαζε το τέρας όταν πετύχαινες τρεις τρύπες στη σειρά. Αλλά τώρα ήταν πιασμένο –μια παρέα πάνκηδες το είχαν τιγκάρει στις μπύρες και τα αποτσίγαρα.
«Τι είναι αυτό το πάρτι;» ρώτησα.
«Το πάρτι;» έκανε ο Τάκης. «Πάρτα ρε κωλομασίνι του κερατά! Πάρτα γαμώ την αρρώστια σου μέσα!»
Περίμενα λίγο να κερδίσει έξτρα μπίλια.
«Λοιπόν, άκου φάση. Θυμάσαι την Έφη τη συμφοιτήτρια μου;»
«Πώς να τη θυμάμαι ρε βλάκα; Αφού δεν την έχω γνωρίσει!»
«Άσχετο. Θυμάσαι που σου έχω πει γι΄αυτήν;»
«Που παίζεις τάβλι μαζί της κάθε απόγευμα μετά τα εργαστήρια, αντί να την πηδήξεις –σωστά;»
«Σωστά! Δηλαδή, λες μαλακίες. Δεν πάει σε πήδημα η φάση, όχι ακόμα τουλάχιστον. Και όταν παίζουμε τάβλι στο γωνιακό, μας ακούνε μέχρι Ομόνοια από τη φασαρία».
«Θα προτιμούσα να κάνατε άλλα πράγματα κι ας μην γινόταν τόση φασαρία».
Τράβηξε μια ξεγυρισμένη στη μπίλια και την είδε να σφηνώνει στις πάνω ρακέτες. Γύρισε να με κοιτάξει.
«Μου γάμησες την κουβέντα», παρατήρησε.
«Αφού εσύ δε γαμάς την Έφη …»
«Τέλος πάντων σκάσε κι άκου. Η Έφη είναι του καλλιτεχνικού χώρου, ξέρεις, θεατρικές ομάδες, φιλολογικά τέια και τέτοια».
«Νυστάξαμε», συμπέρανα.
«Επειδή είσαι ακαλλιέργητος –γι΄αυτό. Παίζει λοιπόν σήμερα αυτό το τρομερό πάρτι, το κάνει μια γνωστή συγγραφέας …»
«Ποια;»
Μου είπε το όνομά της. Κάπου την είχα ακούσει αλλά δεν είχα διαβάσει ούτε οπισθόφυλλο από τα βιβλία της.
«Και το σπίτι είναι ρετιρέ, εδώ παραπάνω και είμαστε καλεσμένοι. Καλή φάση, έτσι;»
«Ποιος μας κάλεσε;»
«Η Έφη ρε παιδί μου!»
«Χωρίς να μας ξέρει; Σε ξένο σπίτι;»
Η μπίλια ξεκόλλησε από την πάνω ρακέτα, πήγαινε καρφί στο λούκι.
«Ξεσκισμένη!» μούγκρισε ο Τάκης. «Εμένα κάλεσε η κοπέλα ρε κόπανε –εσείς θα έρθετε της προσκολλήσεως».
«Α», έκανα χαζά. Το σκέφτηκα λίγο. «Κι αν δε γουστάρει η συγγραφεύς;» αναρωτήθηκα.
«Στ΄αρχίδια μας», απάντησε ο Τάκης. «Μήπως, δικό της είναι το πάρτι;»
«Δικό της είναι», επανέλαβα.
«Γι΄αυτό σου λέω. Στ΄αρχίδια μας». Κούνησε το φλίπερ για να σώσει την τρίτη μπίλια αλλά το μηχάνημα άναψε πλευρικά φώτα και μετά σκοτείνιασε απότομα.
«Μπράβο λεβέντη μου, το τίλταρες πάλι», σχολίασα.
«Στ΄αρχίδια μας», ξανάπε ο Τάκης.
Είχαμε κάνει ψιλά για να ταΐσουμε τα μασίνια, αλλά καθόμασταν παράμερα περιμένοντας. Τι ακριβώς –δεν ξέραμε. Ο Χουλκ ήταν άδειος κι ο Ροζ Πάνθηρας το ίδιο -ακουμπάγαμε στον απέναντι τοίχο αμίλητοι χωρίς διάθεση να πλησιάσουμε.
«Που χάθηκε ο μαλάκας;» ρώτησα τον Τάκη.
«Ξέρω ‘γω … Μπορεί να είχε ουρά το σουβλατζίδικο», απάντησε.
«Πάμε να τον βρούμε;»
«Φύγαμε».
Είπαμε, αλλά δεν κάναμε βήμα από τον τοίχο. Μια κούραση ήρθε και μας άρπαξε από τα μούτρα, ο Τάκης χασμουρήθηκε, εγώ τεντώθηκα ψάχνοντας τα τσιγάρα μου. Στο άνοιγμα της τζαμένιας πόρτας εμφανίστηκε η Φανή, έψαξε μέσα στην κάπνα νευρικά.
«Η δικιά σου», είπε ο Τάκης.
«Την είδα», απάντησα.
«Λες να μας φορτωθεί στο πάρτι;» ρώτησε.
«Αν είναι έτσι δεν θα ΄ρθω», τον καθησύχασα.
Η Φανή μας είχε δει επιτέλους. Πλησίασε και με φίλησε –ο Τάκης τής έκανε χώρο.
«Καλώς τη Φανή», χαιρέτησε.
Εκείνη ούτε να τον φτύσει.
«Συγνώμη για το απόγευμα», μου είπε σιγά.
«Δεν τρέχει κάστανο. Αυτά έχει η παρανομία», μουρμούρισα.
«Δεν θύμωσες;» ρώτησε.
«Κι αν θύμωνα, τι θα γινόταν δηλαδή; Θα τον παράταγες να ΄ρθεις μαζί μου;»
Κατέβασε το κεφάλι –γνωστό κόλπο. Όταν η Φανή μουτρώνει, εγώ την κανακεύω μέχρι να της περάσει. Όταν εγώ θυμώνω, η Φανή κατεβάζει το κεφάλι για να αποφύγει τις απαντήσεις. Υποκρινόμαστε τους μετανιωμένους και πάμε παρακάτω –κατάλαβες;
«Έλα έξω να μιλήσουμε» ψιθύρισε.
Η σωστή απάντηση θα ήταν «δεν μπορώ τώρα, περίμενα μισή ώρα ν΄αδειάσει το μηχάνημα για να παίξω», κάπως έτσι.
«Προχώρα κι έρχομαι», της είπα.
Όταν βγήκε από τη τζαμένια πόρτα κοίταξα τον Τάκη.
«Οι μαλακίες πληρώνονται», μου υπενθύμισε.
Βγήκα πίσω της. Καθίσαμε στο πρώτο παγκάκι.
«Δεν το ήξερα ότι θα έρθει», είπε.
«Εντάξει, δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Το κατάλαβα».
«Ήθελα πολύ να σε δω».
«Ωραία, με βλέπεις τώρα. Παρακάτω;»
«Είσαι θυμωμένος ακόμα».
Την κοίταξα. Μέτρησα τις αντοχές που διέθετα, πρόσθεσα και κάτι παραπάνω για να μου βγει ακέραιος –αποφάσισα να τη γαμήσω εντελώς την υπόθεση.
«Ρε Φανή, εντάξει, τι κουβεντιάζουμε τώρα; Καλά περάσαμε, αλλά δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση, δε βγαίνει πουθενά», το έκοψα απότομα γιατί πήρα χαμπάρι ότι μίλαγα με τσιτάτα της Βαμβουνάκη. Αηδίασα.
«Τι θες να πεις;» ρώτησε η Φανή.
«Απλά είναι τα πράγματα Φανή. Έγινε ότι έγινε μεταξύ μας, κάναμε το κέφι μας, πάμε παρακάτω».
«Παρακάτω; Τι έχει παρακάτω;»
«Ξέρω ΄γω … σκέψου και πες μου».
Κοιταχτήκαμε. Για μια στιγμή μού πέρασε από το μυαλό ότι θα έλεγε «χωρίζω κι έρχομαι μαζί σου», γέλασα.
«Γιατί γελάς;»
«Τίποτα –θυμήθηκα ένα παλιό ανέκδοτο».
«Πες το μου να γελάσω κι εγώ …»
«Είναι εκείνο με τον μεγάλο γάτο που βγάζει βόλτα το μικρό γατάκι για να το μυήσει στα μυστικά του σεξ. Και πάνε στην πλατεία, βλέπουν τις θηλυκές γάτες, τις στρώνουν στο κυνήγι, μπροστά οι γάτες, πίσω αυτοί -κάνουν γύρους στην πλατεία. Μέχρι που λαχανιάζει το γατάκι και λέει ‘κοίτα να δεις, εγώ κουράστηκα, λέω να γαμήσω ακόμα έναν γύρο και μετά να πάω σπίτι’. Αυτό θυμήθηκα».
Με κοίταξε.
«Δεν γέλασα», μου είπε.
«Ναι, το πρόσεξα. Φαίνεται ότι δεν είμαι τόσο αστείος πλέον. Αλλά μπορώ πάντοτε να γίνω γελοίος, τι σου λέει αυτό;»
Δεν μίλησε. Άναψα εκείνο το κωλοτσίγαρο που καθυστερούσα από την αρχή της κουβέντας, μου έπιασε το χέρι, πήρα θάρρος –μαλακία μου-απλώς ήθελε μια τζούρα από το τσιγάρο. Κι εγώ ήθελα να το πάμε πάλι από την αρχή, να πάρω πίσω ότι είχα πει –γέλασα ξανά.
«Άλλο ανέκδοτο θυμήθηκες;» με ρώτησε.
«Δεν υπάρχει άλλο ανέκδοτο εδώ πέρα –εμείς οι δύο είμαστε το μοναδικό ανέκδοτο», είπα.
Σηκώθηκε.
«Φεύγω», είπε.
Δεν έβγαλα άχνα, επειδή δεν ήθελα με τίποτα να φύγει. Την κοίταζα λοιπόν, καθισμένος στο παγκάκι και μέτραγα πότε θα έστρεφε το κεφάλι της προς τα πίσω, μέχρι που κατάλαβα ότι θα μπορούσα να περάσω 100 χρόνια καθισμένος εκεί και να μετράω. Βολεύτηκα λοιπόν καλύτερα και συνέχισα το μέτρημα.
«Τι έγινε; Κάποια χυλόπιτα;» γέλασε ο Τάκης χώνοντας το χέρι στην τσέπη του τζιν μπουφάν μου.
«Πες το κι έτσι», απάντησα.
«Έφαγες ή έριξες;» ξαναρώτησε συνεχίζοντας το ψάξιμο.
«Τι διαφορά έχει;» φιλοσόφησα. «Και τι ψάχνεις στην τσέπη μου ρε μαλάκα, κοντεύεις να μου σκίσεις τη φόδρα!»
«Τα τσιγάρα σου ψάχνω».
«Αφού δεν καπνίζεις, τι τα θέλεις;»
«Δεν καπνίζω εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων».
«Που την είδες την εξαιρετική περίπτωση;»
«Μέσα στο φλιπεράδικο είναι μια τύπισσα με μπλε μαλλί που με έχει στείλει για τσάγια!» τινάχτηκε πίσω με το πακέτο μου στο χέρι.
«Άντε και καλούς απογόνους», είπα.
«Πρέπει κάποτε να μας πεις την ιστορία με τη Φανή –δε νομίζεις;» ψιθύρισε ο Τάκης πάνω από το κεφάλι μου.
«Ναι», είπα. «Κάποτε».
Όταν έφυγε κατάλαβα ότι μου είχε πάρει το πακέτο, σηκώθηκα βρίζοντας να τον ψάξω. Στο άνοιγμα της πόρτας με πρόλαβε ο Πέτρος.
«Μαλάκα γίνεται της καργιόλας στην πλατεία! Πέφτει ξύλο!» φώναζε.
Έμεινα με το χέρι στο πόμολο, ο Πέτρος έτρεχε προς την πλατεία, άνοιξα τη τζαμένια πόρτα, ειδοποίησα τον Τάκη και έτρεξα να δω τι γίνεται.
Αλλά η φάση είχε λήξει. Δυο -τρεις πάνκηδες κρατάγανε τα σαγόνια τους μην τους πέσει κανένα δόντι, κόσμος ήτανε μαζεμένος κατά Στουρνάρη μεριά. Βρήκα τον Πέτρο.
«Τι έγινε ρε;»
«Φασίστες. Την πέσανε στα ξαφνικά, κάτι τέτοιο …»
Πλησίασα τους πάνκηδες που γίνονταν όλο και περισσότεροι. Έβριζαν και απειλούσαν, κάποιοι άνοιγαν φερμουάρ και μοίραζαν αμφεταμίνες –«θα τους βρούμε τους πούστηδες, ξέρουμε τα στέκια τους». Κοίταξα τριγύρω, οι περίεργοι είχαν εξαφανιστεί. Από την άλλη πλευρά ερχόταν τρέχοντας ο Τάκης.
«Την έχασα τη φάση;» ρώτησε λαχανιασμένος.
«Μάγος είσαι;» έκανε ο Πέτρος.
Δυο φωσφοριζέ κεφάλια πρόβαλαν πίσω του. Κοίταξα καλύτερα, ο Τάκης το ΄πιασε.
«Να σας συστήσω την Ολίβια και τη Χριστίνα», είπε.
Γκόμενες κατηγορίας Τάκη. Κοντό μαλλί, δικτυωτά, βαμμένο μάτι και πολλά σκουλαρίκια. Και βραχιόλια και μπιχλιμπίδια διάφορα –απ΄αυτές που ζυγίζουν 20 κιλά λιγότερο όταν γδυθούν.
«Χάρηκα», είπα. Τι να ΄λεγα;
«Οι κοπέλες θα έρθουν μαζί μας στο πάρτι», μας πληροφόρησε ο Τάκης.
«Καλά θα κάνουν», συμπέρανε ο Πέτρος.
Ακολουθούσα τις μηχανές τους χαλαρά στην άδεια Τρικούπη, μπροστά ο Τάκης με τη μπλε ντεθιάρα, πίσω ο Πέτρος με την κόκκινη ντεθιάρα. Κάθε φανάρι σκεφτόμουν να την κοπανήσω όμως δεν ήξερα που να πάω. Δηλαδή ήξερα, αλλά αν δεν γινόταν. Να πάω.
Ο Τάκης έκανε νόημα ανεβαίνοντας το πεζοδρόμιο, ο Πέτρος ακολούθησε κι εγώ το ίδιο. Κάτι σπασμένα λούκια στάζανε στις τσιμεντόπλακες, αυτοκίνητα παρκαρισμένα στραβά –εδώ ήταν το πάρτι. Σήκωσα το κεφάλι, φώτα και μουσική από ένα μπαλκόνι με κρεμαστές γλάστρες. Δε γαμιέται;
Μας υποδέχτηκε ένας χοντρός με Λακόστ στο άνοιγμα της πόρτας, είπα να κάνω επιτόπου μεταβολή.
«Τι γίνεται δικέ μου; Αρχίσατε χωρίς εμάς; Αργήσαμε;»
Ο χοντρός ίδρωσε ψάχνοντας ποια ερώτηση να απαντήσει πρώτα. Τον περάσαμε πριν πει δεύτερη κουβέντα.
«Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησα τον Τάκη.
«Και που θες να ξέρω; Ένας χοντρός με Λακόστ», είπε αδιάφορα.
Το σπίτι ήταν τίγκα στη ρουστίκ παλιατσαρία, βαριά έπιπλα, περσικά χαλιά και πίνακες με καράβια στους τοίχους. Πολλοί πίνακες. Πολλά καράβια. Κόντεψα να πάθω ναυτία. Ένας μαλλιάς άλλαζε δίσκους στα πικάπ, μια παρέα χόρευε, οι καναπέδες ξεχείλιζαν από φωνακλάδες και πατατάκια λιωμένα. Κοίταξα τριγύρω για να σταμπάρω την κάβα.
«Ποια είναι η συγγραφεύς;» ρώτησα τον Τάκη.
«Αυτή που γράφει βιβλία», απάντησε όλο σοβαρότητα.
«Και η Έφη;»
Σήκωσε το δάχτυλο, μου έδειξε μια ομορφούλα που τη χερούκωνε κάποιος φαλάκρας σαραντάρης. Γέλασα.
Ξεκίνησα για τη γωνία δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, επειδή εκεί πέρα είχαν φωλιάσει τα μπουκάλια. Έσπρωξα, σκούντησα, έφτασα. Τα καλά πάρτι ξεχωρίζουν από τα αναψυκτικά που έχουν απομείνει δίπλα στα ποτά κι από τα παγάκια που διαθέτουν –αυτό το πάρτι λοιπόν ήταν μέτριο. Ευτυχώς βρήκα μισό μπουκάλι τόνικ που το καβάντζαρα πίσω από κάτι κουβάδες με ποπ κορν. Πιο πριν είχα φροντίσει να με σερβίρω μια πλούσια δόση βότκας με μπόλικο παγάκι και τσιγκούνικες σταγόνες τόνικ για να φτουρήσει. Ένιωσα καλύτερα.
Το τσούρμο των χορευτών αλάλαξε καθώς ο μαλλιάς έχωνε REM στα πλατό, The one I love, και από τη μέση ξεπετάχτηκε μια αυτιστική χοντροκώλα με κολλητό δερμάτινο που σάρωνε μύτες και ποτήρια με τις χορευτικές της φιγούρες. Έμεινα έκθαμβος. Κατέβασα μια γερή γουλιά να σιγουρευτώ ότι δεν ονειρεύομαι, αλλά η ατσούμπαλη ήταν ακόμα εκεί κλωτσώντας αέρα και περαστικά γόνατα. Ο Πέτρος με πλησίασε για να φορτώσει ποτά.
«Ποιο είναι το κάζο;» ρώτησα, δείχνοντάς την.
«Η συγγραφεύς ρε ηλίθιε!» με κοίταξε υποτιμητικά.
«Πολυτάλαντη νομίζω», διαπίστωσα.
«Γροθιά στο στομάχι», διευκρίνισε ο Πέτρος και όντως η γυναίκα κοπάνησε μια περαστική, εκτελώντας τη φιγούρα «πόδια δεξιά-αριστερά, χέρια αριστερά-δεξιά».
«Πως και δεν σαβουριάζεται;» ρώτησα.
«Ο θεός είναι μεγάλος», μουρμούρισε φεύγοντας ο Πέτρος.
Βολεύτηκα στο κάγκελο του μπαλκονιού επειδή μέσα στο σαλόνι γινόταν της χάβρας. Ρε πούστη μου, όταν κάποιος βάζει μουσική, ακούς τη μουσική ή χορεύεις. Δεν ουρλιάζεις σαν το μουεζίνη για να την καλύψεις. Αλλιώς πας και ξηγιέσαι στον ντιτζέι να παίξει τίποτα Phil Collins που είναι και συζητησιακός –εντάξει;
Ανάμεσα σε κάτι πέργκολες διέκρινα μια παρέα καθισμένων σε ξύλινες σεζ λονγκ. Άκουγα και την κουβέντα τους, αν και δεν είχα καμιά όρεξη. Γαμημένη γενιά του Πολυτεχνείου, νοσταλγικό υφάκι, περασμένα μεγαλεία και τίποτα δεν αξίζει πλέον, πέρα από την κονόμα. Με τις αντιστασιακές μουσικές τους που κυκλοφόρησαν κατόπιν εορτής, τα μελωμένα βιβλία τους πηγμένα στο γιασεμί και την αρμύρα, με κάτι βρωμερές πίπες ή τσιγάρα με άσπρο φίλτρο. Σιχάματα.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» έφαγα μια ξεγυρισμένη στην πλάτη, συνοδευτική της ερώτησης.
Γύρισα. Ο Πέτρος χαμογελούσε λες και είχε κάνει κατόρθωμα.
«Τι να κάνω; Περιμένω να έρθεις να με σφαλιαρώσεις –τι άλλο;» είπα.
«Ο Τάκης μου είπε για κάποια αισθηματικά προβλήματα …»
«Έτσι σου είπε;»
«Ναι».
«Για να το λέει …»
«Εσύ τι λες δηλαδή;»
«Εγώ λέω ότι δεν έχω όρεξη να το συζητήσω».
«Σεβαστό αυτό. Μήπως έχεις όρεξη να ασχοληθείς με την κυρία που σε κόβει από απέναντι;»
Γύρισα αντικαρφωτικά. Κάποια από την παρέα των σεζ λονγκ κοίταζε προς το μέρος μας καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο. Λεπτοκαμωμένη, με αραχνοΰφαντο φόρεμα –ο τύπος γυναίκας που αρέσει στον Πέτρο.
«Για τη γρια λες;» τον ρώτησα.
«Ε, όχι και γρια!» πετάχτηκε.
«Καλά. Πάρτην εσύ τότε –εγώ δε γουστάρω».
«Αφού εσένα κοίταζε ρε μαλάκα!»
Δεν θα ξεμπερδεύαμε σήμερα, μ΄αυτό το βιολί.
«Εντάξει ρε φίλε. Πάμε να της πιάσουμε κουβέντα μπας και γλιτώσω από τη γκρίνια σου, αλλά μη με υπολογίζεις για πολύ –ξηγημένοι;»
«Καθίστε παιδιά».
Καθίσαμε.
«Νάντια».
Είπαμε και τα δικά μας ονόματα.
«Πως από δω; Δεν σας έχω ξαναδεί στην παρέα».
«Περαστικοί. Είδαμε φως και μπήκαμε».
Μείναμε να κοιταζόμαστε σα χαμογελαστές πέστροφες. Τι άλλο να λέγαμε; Η παρέα της Νάντιας συνέχιζε την ανάλυση των πολιτικών εξελίξεων, τους απασχολούσε η δίωξη Κοσκωτά. Αφαιρέθηκα για λίγο ακούγοντάς τους.
«Σε ενδιαφέρει το θέμα Κοσκωτά;» με ρώτησε η Νάντια.
«Και πολύ μάλιστα. Αν δεν πάρει κανένα προπονητή για την επόμενη χρονιά –τη βάψαμε», απάντησα.
Ξεκαρδίστηκε.
«Ποδοσφαιρόφιλος ε;» διαπίστωσε.
«Ναι, αλλά κάνω θεραπεία», την πληροφόρησα.
«Δηλαδή;»
«Πηγαίνω στο γήπεδο ακόμα και τώρα που η ομάδα σέρνεται».
Χαμογέλασε από ευγένεια. Ο Πέτρος ανέλαβε να ρίξει κάποιο θέμα περί απωθημένων –γνωστό κόλπο, σε λίγο θα το γύριζε στα σεξουαλικά του στυλ «μαλακίζεσθε στο μπάνιο κι αν ναι με τι θέμα;» Άναψα τσιγάρο χαζεύοντας τη μπίχλα στον νυχτερινό ουρανό. Μέσα στο σαλόνι ο Τάκης είχε ξεκινήσει τα καφριλέματα –έκανε επίδειξη κατανάλωσης ποτών χωρίς τα μπουκάλια να ακουμπάνε στο στόμα του, οι φωσφοριζέ γκόμενες τον πότιζαν αμήχανα και ο υπόλοιπος κόσμος εξέφραζε την αηδία του με πολιτισμένο τρόπο.
Με πήρε το μάτι του καθώς πέρναγε από ουίσκι σε τζιν, χαμογέλασε.
«Μην απλώσεις στη βότκα ζώο!» τον προειδοποίησα φωναχτά.
Αλληθώρισε χύνοντας ποτό στα περσικά χαλιά.
«Φίλος σας είναι;» ρώτησε η Νάντια.
«Μπα –ψυχασθενής. Τον βγάζουμε από το ίδρυμα για να ξελαμπικάρει και μετά τον επιστρέφουμε –πληρωνόμαστε γι΄αυτό», απάντησα.
Γέλασε πάλι. Ήθελα να φύγω αμέσως από εκεί πέρα. Αλλά εκείνη έσκυψε πάνω από το τραπέζι που μας χώριζε, αφήνοντάς με να διακρίνω ότι δεν φορούσε σουτιέν και μου πρότεινε το σβηστό τσιγάρο της.
«Φωτιά;» ζήτησε.
Ο Παύλος έβγαλε τον μπικ του, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Άναψα το τσιγάρο της μηχανικά –κοιταχτήκαμε. Λες;
«Πάω να τον μαζέψω γιατί θα κατεβάσει τους πολυελαίους σε λίγο», μας πληροφόρησε ο Πέτρος καθώς σηκωνόταν.
Τον κοίταξα άγρια –τι πούλημα ήταν αυτό τώρα; Μου χαμογέλασε κάνοντας την κίνηση «δικιά σου η γκόμενα». Βλαστήμησα μέσα από τα δόντια μου. Στην παρέα υπήρχαν κανόνες. Άλλες γυναίκες άρεσαν σε μένα, άλλες στον Πέτρο ενώ οι ανυπόφορα έξαλλες ήταν ειδικότητα του Τάκη. Κανένας δεν άπλωνε στην κατηγορία γυναικών του διπλανού του –νόμος αυτό.
«Λοιπόν; Με τι ασχολείσαι εσύ;» ρώτησε η Νάντια.
Της είπα για τις μεταφράσεις, βρεθήκαμε με κοινούς γνωστούς στον χώρο επειδή εκείνη δούλευε σε εκδοτική. Χαλάρωσα –η κουβέντα γύριζε στα ξέβαθα, μόνο που με ανησυχούσαν οι άλλοι δύο. Βλέπεις, αντί να τον μαζέψει, ο Πέτρος είχε αρχίσει τις κόντρες –τώρα πίνανε και οι δυο τους από τα μπουκάλια, σε λίγο θα την έπεφταν στον μαλλιά για παραγγελιές. Και ήξερα τι θα ακολουθούσε μετά –δεν ήθελα να το χάσω.
«Θέλεις να πας με τους φίλους σου;» πήρε χαμπάρι η Νάντια.
«Το κάνεις ν΄ακούγεται πολύ μαμαδίστικο», παρατήρησα.
«Τι θέλεις να πεις; Για τη διαφορά ηλικίας;» συννέφιασε.
«Όχι –ποια ηλικία, δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα», δικαιολογήθηκα. «Για το ύφος σου λέω …», παράτησα την κουβέντα στη μέση –δε σωζόταν από πουθενά η κατάσταση.
Σηκώθηκα.
«Θα με πας σπίτι μετά;» φώναξε η Νάντια.
Άλλο πάλι κι αυτό! Είπα να τη ρωτήσω που μένει και να δικαιολογηθώ ότι δεν ήταν στο δρόμο μου, μαλακίες.
«Ναι, εντάξει …» φώναξα με τη σειρά μου για να ακουστώ μέσα στον πανικό.
Οι άλλοι δύο είχαν αγκαλιάσει τον μαλλιά και κάτι του ψιθύριζαν. Για την ακρίβεια τον πήγαιναν καροτσάκι πίσω από τα πλατό, ο έρημος αγωνιζόταν να προστατεύσει τους δίσκους του. Πλησίασα.
«Φτιάξε μας ρε φιλαράκι, τι σου ζητάμε δηλαδή;» εκλιπαρούσε ο Τάκης.
«Βάλε τίποτα ζόρικο να ξεμπερδεύουμε», απειλούσε ο Πέτρος.
«No Rest», του ψιθύρισα.
«Δεν το ΄χω», με κοίταξε έντρομος.
«Suspect Device», πρότεινα εναλλακτικά.
«Ούτε αυτό!», ίδρωσε ο μαλλιάς.
«Ε, άντε γαμήσου –βάλε ότι έχεις από Stranglers», αγανάκτησα.
Με κοίταξε χαμογελώντας τώρα.
Ο Πέτρος χόρευε με το προσωπικό του στυλ «το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους» δικής του επινοήσεως και προελεύσεως. Ο Τάκης κλώτσαγε σαν αμυντικός ερασιτεχνικής ομάδας που πρέπει να μαρκάρει τον Ρομάριο. Εγώ περιοριζόμουν σε μια παραλλαγή του πόγκο που έφερνε σε πυρρίχιο. Στα ηχεία το Peaches. Η συγγραφεύς ούρλιαξε όταν αναγνώρισε το κομμάτι και πετάχτηκε να το χορέψει αλλά ο Τάκης της ξηγήθηκε ένα ύπουλο τάκλιν από πίσω και την άφησε να ψάχνει τα τακούνια της. Ένα τραπέζι με πατατάκια αναποδογύρισε. Ο Πέτρος με πλησίασε λαχανιασμένος.
«Σε περιμένει στην πόρτα».
Κοίταξα –έτσι ήταν.
«Τι δουλειά έχω εγώ ρε πούστη; Δικιά σου είναι η γκόμενα».
«Θέλεις να πεις ότι σου κάθεται και θα την αφήσεις;» με κοίταξε αγριεμένος.
Μαζεύτηκα. Κάτι τέτοιο απαγορευόταν στην παρέα –θα με σταυρώνανε στην πλατεία Συντάγματος.
«Την κάνω –καληνύχτα», βιάστηκα να πω.
«Σε περιμένουμε αύριο για ανάλυση», μου σφύριξε ο Τάκης στο αυτί.
«Έχω μηχανή, δεν σε πειράζει –έτσι;»
«Ξέρεις πόσα χρόνια έχω ν΄ανέβω σε μηχανή;»
Δεν ήθελα να ξέρω.
«Γιατί δε μιλάς;»
«Επειδή οδηγώ. Πες μου που στρίβουμε».
«Εδώ».
Έστριψα τελευταία στιγμή με τη Νάντια κολλημένη πάνω μου. Κατέβηκε –εγώ περίμενα με τη μηχανή αναμμένη.
«Δεν θα ανέβεις επάνω για έναν καφέ;» χαμογέλασε.
Έσβησα τη μηχανή και έψαξα μέρος να την παρκάρω. Ήθελα να θαφτώ στο πρώτο χαντάκι της ΕΥΔΑΠ και να με σκεπάσει με χώμα το αυριανό συνεργείο. Ήθελα να πιω μέχρι λιποθυμίας. Ήθελα να λιποθυμήσω μέχρι θανάτου.
Βιάστηκα να την ακολουθήσω πριν κλείσει η πόρτα της πολυκατοικίας της.
Έγραφε η διαθήκη τουThe Motorcycle boy και ήταν 10:08 πμ 14 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων
1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη
Πέμπτη, Αύγουστος 21, 2008
Το απόγευμα μάθαμε ότι κρεμάστηκε ο Άσιμος. Κάποια βαρυπενθούσα με ινδική φούστα και αξύριστη μασχάλη, δακρυσμένη όπως ακριβώς άρμοζε στην περίπτωση. Μας έκρυβε το γκαρσόνι κι έπρεπε να πληρώσω γιατί είχα αργήσει –στραβοκοίταζα τον Λάκη που την είχε φωνάξει στο τραπέζι μας. Μεγάλος μαλάκας ο τύπος και επαγγελματίας σαβουρογάμης. Κόψε φάτσα, σέρνει τη σιδερένια καρέκλα για να έχει τον κώλο της σε απόσταση βολής και την κρατάει ήδη από τη μέση. Συντετριμμένος όσο να πεις! Μουρμουρίζει πουστριλίκια ενώ δουλεύει κουτάλα πίσω από την πλάτη της. Πάω στοίχημα ότι σε λίγο θα την καθίσει στα γόνατά του και η άλλη –στον κόσμο της. Να μιλάει για Κροκανθρώπους και συνωμοσίες και ανάληψη στους ουρανούς γαμώ τον Προφήτη Ηλία μου μέσα! Σηκώθηκα σπρώχνοντας το τραπέζι. Πέταξα ένα πενηντάρι που μούσκεψε από κάτι χυμένες μπύρες.
«Εγώ την κάνω, έχω δουλειές», ανακοίνωσα.
Η τεθλιμμένη με κοίταξε δηλητηριασμένα.
«Ποιες δουλειές μπορεί να είναι σημαντικότερες από αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Οι δικές μου δουλειές», τη διαβεβαίωσα. «Άντε και στα δικά μας οι ανύπαντροι. Ξεβρόμισε η πλατεία πάντως».
Έφυγα πριν μου μπήξει τα νύχια της γιατί είχα ήδη αργήσει. Μεγάλος καραγκιόζης ο Άσιμος. Και πολύ το άργησε, αν θες τη γνώμη μου.
Εκείνη τη χρονιά τίποτα δεν πήγαινε καλά, οι όμορφες μέρες δεν ξέρω αν είχαν έρθει ποτέ γιατί εγώ δεν τις πήρα χαμπάρι –αλλά αυτές εδώ ήταν άσχημες μέρες. Και νύχτες. Δούλευα σε κάποιον εκδοτικό οίκο, μεταφραστής, παραμυθιάζοντας το αφεντικό ότι, και καλά, είμαι τελειόφοιτος Αγγλικής Φιλολογίας. Έμενα σε ένα σπίτι νοικιασμένο με ψεύτικα στοιχεία και καλά εργαζόμενος στην Ολυμπιακή, νιόπαντρος με την Άννα, φοιτήτρια του Φυσικού –αλήθεια ήταν μονάχα αυτό το τελευταίο. Πήγαινε κοντά χρόνος που είχα αποφασίσει να φύγω από τους γέρους μου, ο ξάδερφός μου με είχε φιλοξενήσει για κάτι μέρες πριν βολευτώ στην κατάληψη της σχολής μου. Αλλά η κατάληψη έληξε μετά πολλών επαίνων που λένε, λόγω Σισμίκ. Δηλαδή, έπιασε τον κόσμο μια υστερία, «πάμε για πόλεμο», «πάρτε κονσέρβες από τα σουπερμάρκετ» -βρήκαν την ευκαιρία οι μπασκίνες να κάνουν τα στραβά μάτια και οι Κνίτες να μπουκάρουν στη σχολή. Μας βγάλανε σηκωτούς. Μας άφησαν στα πεζοδρόμια ασήκωτους. Από το ξύλο. Έπρεπε να βρω σπίτι –δουλειά είχα με τις μεταφράσεις. Ο ξάδερφός μου ήθελε να μετακομίσει από το πλυσταριό που νοίκιαζε, ψάξαμε στο κέντρο –αυτός έψαχνε δηλαδή, εγώ κωλοβάραγα. Βρήκε εκείνο το σπίτι στη Νεάπολη, το ερωτεύτηκε. Έκλεισε ραντεβού με τη σπιτονοικοκυρά, αλλά έφαγε φτύσιμο επειδή η γυναίκα δεν έβαζε φοιτητές στο σπίτι της. Μετά βρήκε εμένα στην πλατεία –κανονίσαμε το παραμύθι, πήρα και τη γκόμενά του αγκαζέ για λόγους πρεστίζ, πήγαμε. Η κάργια μας συμπάθησε, «τι προκομμένα παιδιά κι εγώ με τον άντρα μου μικροί παντρευτήκαμε», τέτοια. Κρατιόμουνα να μην ξυστώ γιατί το ζελέ στα μαλλιά με είχε γαμήσει. Τέλος πάντων πέσανε οι υπογραφές και το νοικιάσαμε το σπίτι. Νιόπαντροι! Μετά πήραμε πρέφα πως η σπιτονοικοκυρά έμενε στον αποπάνω όροφο. Γαμώ τις παράνοιες! Κάθε απόγευμα έβλεπε τη «γυναίκα μου» να ανεβαίνει αγκαλιά με τον ξάδερφό μου –κάποια βράδια με έβλεπε κι εμένα να μπαίνω έχοντας κολλημένη πάνω μου, στρείδι, τη Φανή –μας έκοψε στεγνά την καλημέρα αλλά προστατευόμασταν από το συμβόλαιο.
Πλακώθηκα στις μανιβελιές για να ξεκινήσει η μηχανή κοιτάζοντας το ρολόι μου. Είχα αργήσει μισή ώρα και βάλε –παλιοκατάσταση. Θα με περίμενε η Φανή στο λιμάνι και ποιος την άκουγε –όχι τίποτα άλλο δηλαδή, αλλά θα είχε δίκιο. «Να ζητήσω από το Νίκο να με πάρει;» είχε προτείνει. «Με τίποτα», είχα απαιτήσει, όπως στο λέω, το είχα απαιτήσει ο μαλάκας! Βλέπεις, ο Νίκος ήταν ο μόνιμος γκόμενός της, σιγά μην του έδινα έξτρα χρόνο! Ότι προλάβουμε κι ότι κάτσει –πάντως σήμερα ο μάγκας δεν θα έβλεπε τη Φανή. Θα μου πεις –τι έφταιγε ο άνθρωπος; Μια χαρά παιδί, με την κοτσιδούλα του, με το μουσάκι του, τριαντάρης με Μοτογκούτσι, ξεχασμένο φρικιό –εντελώς μαλάκας ο τύπος! Αλλά τακτοποιημένος, σταθερή δουλειά γραφίστας, σίγουρος μισθός –πως να τον αφήσει η Φανή; Που γούσταρε να τακτοποιηθεί κι αυτή, να φύγει από το νοικιασμένο υπόγειο, να ζήσει σαν άνθρωπος ρε παιδί μου. Με ποιον θα τα έκανε; Με μένα που ήμουνα της αρπαχτής και της μετάφρασης και χρώσταγα ακόμα το φαντάρικο ή με το Νίκο τον άνετο; Θέλει και ρώτημα; Περί τού τι γύρευε μαζί μου –εντάξει τώρα. Κατανοητό -20 χρονών η Φανή, έξυπνο κορίτσι σε θέματα τακτοποίησης αλλά ήθελε και το περιπετειώδες της. Το παραμύθιασμα, την παρανομία, τις τύψεις … «μ΄ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι», έτσι δε λένε; Κι εγώ ήμουνα το Άρλεκιν καθότι έφερνα κάπως σε Αρλεκίνο. Ειδικά όταν ήμουν πιωμένος. Τέλος πάντων, βρήκα τη Φανή μόλις είχα ξεμπερδέψει από μια πολύ επικίνδυνη σχέση που πήγαινε τσιφ για γάμο –την ερωτεύτηκα για λόγους επιβίωσης, τι το ψάχνεις τώρα; Δε μου βρίσκεις καλύτερα καμιά δικαιολογία για την αργοπορία γιατί θα με ξεχέσει η Φανή –μακάρι δηλαδή να με ξέχεζε, εδώ που τα λέμε. Γιατί όταν πλακώνεσαι με τον άλλο εκτονώνεσαι, ηρεμεί το πράγμα –αλλά η Φανή κάνει μούτρα γαμώ το κέρατό μου! Γαμώ το κέρατο του Νίκου πες καλύτερα, τέλος πάντων, κατεβάζει προβοσκίδα, πίνει και δυο λίτρα αμίλητο νερό –άντε να κάνεις τον καραγκιόζη ύστερα. «Τι έχεις Φανούλα;» «Γιατί δε μιλάς;» Παπαριές –ξέρετε και οι δυο τι έχει η Φανούλα, απλά πρέπει να φας στη μάπα τη μουτράκλα της για κάνα δίωρο προς γνώσιν και συμμόρφωση. Και η προηγούμενη δηλαδή, η επικίνδυνη, έτσι ήταν. Μόνο που κράταγε μούτρα για περισσότερες ώρες. Καμιά φορά και μέρες. Στο τέλος ξεχνάγαμε γιατί ξεκίνησε η όλη ιστορία. Έστριψα απότομα το τιμόνι για να αποφύγω την ανοιχτή πόρτα κάποιου ταρίφα, έπιασα τέρμα δεξιά πανικόβλητος –άμα κοιμάσαι οδηγώντας δεν προλαβαίνεις να δεις από πού έρχεται ο πελάτης. Μια χοντρή κατέβαινε από το ταξί κόντεψα να βρω πεζοδρόμιο για να την αποφύγω.
«Γαμιέται το σπίτι σου ρε!» τσίριξα προσπερνώντας. Μου πήρε γύρω στα 50 μέτρα μέχρι να βεβαιωθώ ότι ο ταρίφας με είχε στρώσει στο κυνήγι. Χάρηκα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να σταματήσω και να πλακωθούμε, θα ήταν μια καλή δικαιολογία για την αργοπορία μου, αλλά μετάνιωσα επιτόπου. Αν έμπλεκα εκεί πέρα θα έπρεπε να ξεχάσω τη Φανή για σήμερα. Προτίμησα λοιπόν να κρατήσω τη δικαιολογία ενός μουσαντένιου καυγά για να την ξεφουρνίσω στη Φανή. Δεν υπάρχει λόγος να μπλέξεις, όταν δεν υπάρχει λόγος να μπλέξεις –κατάλαβες; Κατέβασα τετάρτη και χάθηκα στην άπλα της
Συγγρού σα μύγα που μυρίστηκε σκατά.
Στο λιμάνι γαμιόταν η μάνα του Σαργκάνη κανονικά και με το νόμο, που λένε. Τα πλοία ξέβραζαν φορτηγά, τα φορτηγά ξέβραζαν μπόχα και η μπόχα δεν ξέβραζε τίποτα καθότι ατόφια και πηχτή. Αλλά το καράβι από την Κρήτη μόλις είχε δέσει –έβλεπα την καταπακτή να κατεβαίνει όσο πλησίαζα. Πρίμα! Ούτε δικαιολογίες, ούτε μούτρα, ούτε τίποτα –μη σου πω ότι θα έριχνα εγώ κάποια γκρίνια επειδή περίμενα τόση ώρα! Έβαλα νεκρά και άφησα τη μηχανή να ησυχάσει, έκοβα κιόλας κίνηση μην πατήσω κανένα αδέσποτο. Κοιτάχτηκα στον αριστερό καθρέφτη –μια χαρά χάλια ήμουνα, η καταπακτή ακούμπησε το τσιμέντο, μπορεί και να προλάβαινα μισό τσιγαράκι στο περίμενε. Και τότε τον είδα. Δηλαδή, πρώτα πήρε το μάτι μου τη Μοτογκούτσι, μετά τα ακουμπισμένα κράνη στη σέλα και στο τέλος είδα την πλάτη του να κουνιέται χαιρετώντας προς τη γέφυρα. Σήκωσα το κεφάλι, η Φανή με κοίταζε κι εκείνη από ψηλά –κάπως μαγκωμένη. «Τι θες εδώ αγάπη μου;» «Είπα να σου κάνω έκπληξη μωρό μου». «Αχ, τι καλά!» Τον πλακώνεις τώρα τον πούστη, έτσι που τον έχεις πισώπλατα; Δεν τον πλακώνεις, τι να λέμε τώρα. Έβαλα δευτέρα κι εξαφανίστηκα στις προβλήτες να μη με πάρει χαμπάρι. Γιατί, βλέπεις, η Φανή είχε φροντίσει να μας γνωρίσει σε κάποιο πάρτι –κρίμα κι άδικο να μην έχουμε μια τυπική, έστω, επαφή, την ίδια γκόμενα πηδάγαμε στο κάτω-κάτω! Βγήκα ξανά στον δρόμο βλαστημώντας.
Εκείνο το βράδυ έλεγα να το περάσω στην Οκτάνα, να κατεβάσω ότι ξύδια μπορούσαν να πληρώσουν οι τσέπες μου, ευτυχώς είχα πάρει προκαταβολή για μια επιστημονική φαντασία που θα μετάφραζα –κάτι με κουρσάρους σε διαστημόπλοια και μεταλλαγμένες πριγκίπισσες –χέσε ψηλά κι αγνάντευε δηλαδή. Στην επιστροφή δεν είχα τον ήλιο να με στραβώνει κι αυτό ήταν βολικό όσο να πεις, πάτησα λοιπόν τη μηχανή αλλάζοντας ταχύτητες στα κόκκινα –επειδή έτσι πρέπει να κάνεις άμα σε έχει παρατήσει η γκόμενα. Το είχα δει σε μια ταινία αυτό.
Φτάνοντας στα Προπύλαια έκοψα τελευταία στιγμή επειδή έπρεπε να τσεκάρω τον πίνακα ανακοινώσεων. Δεν είχα ιδέα που έβοσκαν οι υπόλοιποι, ούτε αν έπαιζε καμιά συνάντηση για το βράδυ. Δεν είχα και όρεξη –βγήκα στην Ακαδημίας και ανέβηκα το πεζοδρόμιο πίσω από τις στάσεις των λεωφορείων. Πλησίασα τις αφίσες που έφτιαχναν τον τωρινό μας πίνακα ανακοινώσεων, κόντεψα να κολλήσω τη μύτη στο χαρτί –κάποιος είχε γράψει με μαύρο στυλό σε κόκκινη αφίσα.
«ΠΑΡΤΙ ΓΝΩΣΤΗΣ ΣΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ. ΠΡΟΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΙΑ ΚΟΨΙΜΟ ΚΙΝΗΣΗΣ»
Μάλιστα. Το σκέφτηκα διεξοδικά. Σε τελική ανάλυση θα ήταν τζάμπα τα ποτά, άσε που είχα μια βδομάδα να τους δω επειδή έτρεχα με κάτι πολιτικά στη σχολή. Πάρτι λοιπόν γι΄απόψε και ότι κάτσει. Άλλωστε είχε κρεμαστεί κι ο Άσιμος, όλο και κάποια βλαμμένη θα τριγυρνούσε ψάχνοντας παρηγοριά. Έλπιζα μόνο να μην έχει τρίχα-κάγκελο σαν την άλλη της πλατείας –αλλά τι ψάχνεις τώρα; Λες και δεν τις ήξερα τις ποιήτριες των λεωφόρων, μακριά φούστα, απλυσιά και υφάκι σε στυλ «εγώ σου λέω τα μελλούμενα κι εσύ ζητάς τα απαιτούμενα».
Την έκανα λοιπόν για το σπίτι, αν αυτή η νύχτα μπορούσε να περάσει χωρίς μάτια που ψάχνουν να βρουν από πού ξημερώνει θα ήταν μια όμορφη νύχτα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας έπεσα φάτσα με τον γιο της σπιτονοικοκυράς –ένας σκατίφλωρος του κερατά που κυκλοφορούσε με τη Μπεμβέ του μπαμπά. Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο ο πιτσιρικάς μου χαμογέλασε –έκανα το ίδιο αμήχανα, αντί να του δαγκώσω το λαρύγγι. Δεν γούσταρα κανέναν, ποτέ –και δεν γουστάρω κανέναν ούτε τώρα. Οι κολλητοί μου είναι σκυλιά ατάιστα που ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες, τα παιδιά από τη σχολή είναι νεκροζώντανα κι ας αρνούνται να το παραδεχτούν, τα αφεντικά στις δουλειές θέλουν κρεμάλα επειγόντως και η Φανή είναι σκέτη πουτάνα. Όχι από τις κανονικές που βγάζουν μεροκάματο για να ζήσουν –από τις άλλες, τις χειρότερες. Κι εγώ ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη, σέρνομαι πίσω απ΄όλους τους για λίγη υγρασία, λίγη γαμημένη υγρασία σε μια άσφαλτο που καίει μετά τον άνυδρο χειμώνα. Ελπίζω τουλάχιστον να πεθάνω πριν φτάσω τα 30, άλλωστε πήγαιναν κοντά 8 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει.
Έσπρωξα την πόρτα του σπιτιού πίσω μου, μύρισα μοναξιά ανακατεμένη με ξεχασμένα σκουπίδια και ακούμπησα στον τοίχο για να κρατηθώ.
Έγραφε η διαθήκη τουThe Motorcycle boy και ήταν 10:19 πμ 13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων
Φιλοζωική φιλοσοφία
Παρασκευή, Αύγουστος 08, 2008
Σήμερα θα γίνει του «Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών» εδώ μέσα. Δημοσιογράφοι (μία, για την ακρίβεια), νομολογίες, ανακοινώσεις-προσφυγές με καλές προθέσεις, ιστορικές αναδρομές και τέρατα με κεφάλια δύο, πόδια τέσσερα –«βάλε τώρα που γυρίζει», «10 κρίκοι ένα τάλιρο»… Εντάξει, κόβω το καλαμπούρι! Και ξεκινάω με σύντομη ιστορική αναδρομή …
Τον Δεκέμβρη του 2007, είχε σηκωθεί ένα κείμενο σε μερικά blogs με τίτλο «Τα αδέσποτα ανήκουν σε όλους μας». Θυμάμαι ότι τότε σκάσανε κάποιοι πονηροί που το έπαιζαν χίπικα, σε στυλ «τι παπαριές είναι αυτές; τα αδέσποτα δεν ανήκουν σε κανέναν!» Υποθέτω ότι την ίδια άποψη θα έχουν και για το σύνθημα των Ζαπατίστας -«Τίποτα για μας –όλα για όλους». Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Όμως θυμάμαι κάτι ακόμα –σχετικό με το όλο θέμα. Πήρα, που λες, την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στο τέλος εκείνης της βδομάδας, ήξερα ότι είχε φιλοζωική στήλη και ήθελα να δω αν ανέφεραν κάτι σχετικά με το συγκεκριμένο κείμενο. Εντάξει, και ποιοι είσαστε ρε σεις, να σας αναφέρει η Κυριακάτικη; -θα πεις. Σωστά, οι τίποτες είμαστε –γι΄αυτό η Κυριακάτικη είχε στη φιλοζωική της στήλη κάτι φωτογραφιούλες με μέλη σωματείων που έστελναν ζώα στο εξωτερικό για υιοθεσία! Τυχαίο –δε λέω! Και πάω παρακάτω.
Πρόσφατα βγήκε μια Υπουργική Απόφαση (και όχι εγκύκλιος, όπως λανθασμένα παρουσιάζεται) από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εφιστά την προσοχή των Αρμοδίων Αρχών σχετικά με τα φαινόμενα παράνομης εξαγωγής ζώων. Καλή μου φάνηκε. Η Απόφαση. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Γιατί πλακώσανε τα φιλοζωικά σωματεία (μη με ρωτήσεις πόσα και ποια –δεν γνωρίζω) και άρχισαν τις διαμαρτυρίες, επειδή καταστρατηγούνται τα δικαιώματά τους ως πολίτες, φιλόζωοι κ.λ.π.
Από κοντά και η Ελευθεροτυπία, αναδημοσιεύω άρθρο της 6ης Αυγούστου 2008 (τα έντονα γράμματα παρακάτω), γιατί βαριέμαι να γράφω περιλήψεις. Αλλά μπορώ να σχολιάζω –σωστά;
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΦΙΛΟΖΩΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
(Θέλω να πω κάτι σχετικά με τον τίτλο. Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι ένας θεσμός χωρίς κατασταλτική εξουσία –πάει να πει, μαζεύουν εκεί πέρα τα παράπονα των πολιτών εναντίον του κράτους, βγάζουν μια έκθεση και τελειώνει η σεμνή τελετή. Άρα η σχετική προσφυγή σκοπεύει απλά στην πρόκληση θορύβου σχετικά με το θέμα και όχι στην ακύρωση της Απόφασης).
Αδέσποτη ερμηνεία Κιλτίδη
Της ΑΡΓΥΡΩΣ Κ. ΜΩΡΟΥ
Στην Ελλάδα, τη χώρα όπου παρά τα όποια προγράμματα των δήμων -όπου αυτά «τρέχουν»- δεν έχει υπάρξει ακόμη λύση στο ζήτημα των αδέσποτων, ο υφυπουργός αντί να δίνει κίνητρα στους πολίτες να υιοθετούν κατοικίδια από τον δρόμο και να μην αγοράζουν, παρερμηνεύει τον νόμο και καθιστά παράνομο όποιον έχει υιοθετήσει ή σκοπεύει να υιοθετήσει έναν σκύλο ή μία γάτα από τον δρόμο.
(Ο υφυπουργός παρερμηνεύει το νόμο λέει η σχετική ανακοίνωση της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Ομοσπονδίας! Ανατριχιαστικό! Αλλά προχωράω παρακάτω –όπου δίνεται μια, πρώτη, εξήγηση της παρερμηνείας: δεν μπορεί, λέει, κάποιος να υιοθετήσει έναν σκύλο ή μια γάτα από τον δρόμο! Αυτό δηλαδή το βρήκαν γραμμένο στην Απόφαση; Περίεργο –επειδή πουθενά δεν γράφεται κάτι τέτοιο).
Θεωρεί μάλλον προτιμότερο το γεγονός να σουβλίζονται οι σκύλοι -όπως συνέβη πρόσφατα στην Κρήτη-, να κακοποιούνται βάναυσα από αρρωστημένα ανθρωποειδή ή να δηλητηριάζονται. Δεν εξηγείται διαφορετικά η εμμονή του να εφαρμοστεί ο νόμος, όπως ο ίδιος τον ερμηνεύει, στο ζήτημα του αριθμού των κατοικιδίων και όχι στο να γίνουν αυστηρότερες οι ποινές που αφορούν την κακοποίηση των ζώων ή τους ιδιοκτήτες που μόλις τα βαρεθούν τα εγκαταλείπουν στο έλεός τους, δημιουργώντας αδέσποτα.
(Στη συνέχεια αναλαμβάνει η κυρία δημοσιογράφος να το κάνει σπλάτερ το θέμα, με αναφορές σε κακοποιήσεις ζώων κ.λ.π. Καθότι πρέπει να χτυπήσουμε χαμηλά τον αναγνώστη –«αίμα και σπέρμα», σε στυλ Τριανταφυλλόπουλος να πούμε. Συγνώμη τώρα που θα ρωτήσω –επειδή τυγχάνω και μειωμένης αντίληψης. Από πού προκύπτει ότι μια Υπουργική Απόφαση η οποία προσπαθεί να περιορίσει την παράνομη εξαγωγή αδέσποτων ζώων, συμβάλλει στο σούβλισμα αδέσποτων σκύλων; Το κοινό κείμενο που είχαμε ανεβάσει στα blogs μας έφερνε για παράδειγμα τα παιδιά των φαναριών. Επειδή αυτά κακοποιούνται στην Ελλάδα θα πρέπει να τα εξάγουμε στο εξωτερικό για υιοθεσία και μάλιστα παράνομα; Και τους τουρίστες –μην ξεχάσεις τους τουρίστες! Τους σκοτώνουν οι μπράβοι στα ελληνικά νησιά –εξαγωγή λοιπόν κι αυτών στο εξωτερικό να τους σώσουμε! Στείλε και τις νεαρές γιατρίνες που τις σκοτώνουν οι ψυχοπαθείς, στείλε και τους μετανάστες και τους εργάτες στο Πέραμα –εξαγωγή κάθε ζωντανού πλάσματος που είχε την ατυχία να πατήσει στη χώρα! Να την κάνουμε όλοι μας, για να σώσουμε τη ζωή μας –ακόμα και παράνομα!
Εντάξει, λέει και κάτι λογικό η δημοσιογράφος –ότι θα έπρεπε να γίνουν πιο αυστηρές οι ποινές που αφορούν εγκατάλειψη ζώων ή κακομεταχείρισή τους. Λογικό, αλλά άσχετο με τη συγκεκριμένη Απόφαση –θα δεις παρακάτω γιατί).
Ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης παρερμηνεύει μάλιστα -όπως καταγγέλλουν οι φιλόζωοι- το άρθρο 6 του νόμου 3170/2003 που αναφέρει: «Επιτρέπεται η διατήρηση σε κάθε κατοικία μόνον ενός σκύλου και μίας γάτας ή δύο σκύλων ή δύο γατών. Προκειμένου για πολυκατοικίες (αποτελούμενες από δύο διαμερίσματα και άνω) επιτρέπεται επίσης η διατήρηση ενός σκύλου και μίας γάτας ή δύο σκύλων ή δύο γατών σε κάθε διαμέρισμα ακόμα και εκεί που ο κανονισμός της πολυκατοικίας απαγορεύει τη διατήρηση τέτοιων ζώων».
(Για να δούμε αυτή την παρερμηνεία! Ο νόμος ορίζει αυτά ακριβώς που βάζει σε εισαγωγικά το άρθρο. Ο νόμος δεν αναφέρει ΠΟΥΘΕΝΑ τον αριθμό των ζώων που επιτρέπεται να έχει στην ιδιοκτησία του ο κάθε πολίτης. Σύμφωνα με τους φιλόζωους, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός-περιορισμός. Ο καθένας μπορεί να έχει όσα ζώα γουστάρει, αλλά στο διαμέρισμά του θα φιλοξενεί ΜΟΝΑΧΑ δύο ζώα. Βουνό το δίκιο τους και τα κουτάβια χάρισμα! ΟΜΩΣ έρχεται ο υφυπουργός και εκδίδει ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ. Τουτέστιν –ο υφυπουργός βγάζει ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΝΟΜΟ. Το έχει το δικαίωμα; Σαφώς. Άλλωστε, κι ο προηγούμενος νόμος που επικαλούνται –υπουργική απόφαση ήταν. Κοίτα τώρα πως πάει η φτιάξη, από δημοσιονομικής απόψεως: «Μεταγενέστερος νόμος καταργεί τον προγενέστερο και ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Απόφαση Κιλτίδη δεν καταργεί τον προηγούμενο νόμο –αλλά υπερισχύει αυτού, επειδή ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΕΙ μια διάταξή του. Εντάξει; Μηδέν παρερμηνεία λοιπόν και τα ρέστα δικά σου. Όχι δηλαδή, για να μη λέμε ότι μας κατέβει!)
Δεδομένου ότι βάσει του ίδιου νόμου τα κατοικίδια θεωρούνται «πράγματα» -άκουσον άκουσον- είναι σαν να ορίζει ο υφυπουργός ότι μπορούμε να έχουμε στο σπίτι μας μόνο δύο καρέκλες! Λησμονεί προφανώς ότι το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου συντάχθηκε προκειμένου να δικαιούνται οι φιλόζωοι να ζουν μαζί με τα κατοικίδιά τους, ακόμη και αν το καταστατικό της πολυκατοικίας το απαγορεύει. Ενώ καθιστά αυτομάτως παράνομο οποιονδήποτε έχει γεννητούρια από τη γάτα ή τον σκύλο του.
(Κοίτα να δεις ο παλιονόμος! Εξομοιώνει τα κατοικίδια με «πράγματα»! Να τον καταργήσουμε πάραυτα –να βγούμε στους δρόμους! Συγνώμη, ξεχάστηκα, ο σκοπός του άρθρου και των φιλόζωων είναι ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ αυτός ο νόμος, ΟΧΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ! Πήγα λοιπόν, διάβασα τον παλιονόμο, ξαναδιάβασα … Πουθενά δεν είδα αυτή την εξομοίωση κατοικίδιων και «πραγμάτων»! Εκτός αν η δημοσιογράφος μπορεί να αναφέρει κάποιο άλλο νόμο ο οποίος επιβάλλει στους ιδιοκτήτες σαλονιών να εμβολιάζουν τις καρέκλες τους για να καταπολεμήσουν το σαράκι, ή κάποιον νόμο που να ορίζει ότι απαγορεύεται να κυκλοφορούν τραπέζια ασυνόδευτα στο δρόμο! Αλλιώς, η παρομοίωσή της κινείται στα πλαίσια του ατυχούς –με απλά λόγια, είναι για τα μπάζα. Η παρομοίωση –εντάξει;)
«Η χώρα μας δεν έχει λάβει "πρωτοποριακά" μέτρα προστασίας των αδέσποτων ζώων. "Πρωτοπορεί" όμως πολεμώντας αυτούς που διασώζουν τα απροστάτευτα, άρρωστα και τραυματισμένα αδέσποτα. Η Πολιτεία, αντί να στηρίζει αυτό το έργο, που ουσιαστικά καλύπτει τα νομοθετικά κενά, τις ελλείψεις υποδομής και την ανυπαρξία φιλοζωικής συνείδησης από την πλευρά της, το υπονομεύει», επισημαίνει χαρακτηριστικά η Πανελλήνια Φιλοζωική Ομοσπονδία.
(Αυτή είναι μια καταπληκτική δήλωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φιλόζωων! Αφού δεν κάνει τίποτα η Πολιτεία, λένε, αφήστε μας να κάνουμε εμείς τη δουλειά της! Ακόμα και παρανομώντας; να ρωτήσω. Ακόμα κι έτσι –ίσως απαντήσουν. Μπα; Η Πολιτεία δεν κάνει επίσης τίποτα για την προστασία της υγείας των πολιτών –να βγω εγώ δηλαδή έξω από ένα νοσοκομείο και να στήσω πάγκο με βότανα διαλαλώντας ότι θεραπεύω «πάσα νόσο»; Η Πολιτεία δεν κάνει τίποτα για την τιμωρία των επίορκων δημόσιων λειτουργών –να αρχίσω από αύριο να τους βουτάω και να τους κλείνω στο υπόγειο του αχανούς σπιτιού μου προς γνώση και συμμόρφωση; Ή μήπως και στις δυο παραπάνω περιπτώσεις θα με αρπάξει η αστυνομία, επειδή απαγορεύεται «να πάρω τον νόμο στα χέρια μου»; Κοντολογίς, αν η Πολιτεία δεν κάνει τα δέοντα σε κάποιες περιπτώσεις, ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΙΕΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ΟΧΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΣ! Σωστά;)
Ο υφυπουργός με το έγγγραφό του στην αδικαιολόγητη προσπάθειά του να σταματήσει τις υιοθεσίες ζώων στην Ευρωπαϊκή Ενωση, παροτρύνει τους υπαλλήλους αεροπορικών και λιμενικών εταιρειών να κατάσχουν τα κατοικίδιά μας και να μη μας αφήνουν να ταξιδέψουμε στο εξωτερικό με τον σκύλο ή τη γάτα μας αν δεν υπογράψουμε υπεύθυνη δήλωση, στην οποία θα αναφέρουμε ότι στο ταξίδι της επιστροφής θα είμαστε μαζί.
(Λοιπόν, είναι αδικαιολόγητη η προσπάθεια του υφυπουργού! Δεν υπάρχει καμιά παράνομη εξαγωγή ζώων από τη χώρα, δεν έχει διαπιστωθεί τίποτα τέτοιο, δεν έχουν σταματήσει φορτία στοιβαγμένων ζώων στα τελωνεία της Ελλάδας και του εξωτερικού! Ρε τον τρελάρα τον υφυπουργό! Τι του ήρθε και έβγαλε αυτή την απόφαση; Έτσι στο ξεκάρφωτο να πούμε; Άνευ λόγου και αιτίας; Τέλος πάντων. Εμένα με απασχολεί αυτή η ανησυχία των φιλόζωων, η απροθυμία τους να υπογράψουν δήλωση ότι θα ξαναφέρουν πίσω το ζώο τους από το εξωτερικό. Γιατί ρε παιδιά; Τι σας πειράζει; Σκοπεύετε να το χάσετε το ζώο στην αλλοδαπή; Να το ξεχάσετε σε κανένα μπιστρό; Μήπως θα ήταν μια καλή ιδέα, για εσάς που σκίζεστε εναντίον όσων παρατάνε αδέσποτα –να επεκταθεί αυτή η διάταξη και να συμπεριλαμβάνει τους ιδιοκτήτες ζώων εντός Ελλάδας; Να λέει ας πούμε «ο ιδιοκτήτης ζώου είναι υποχρεωμένος να υπογράψει δήλωση ότι δεν θα εγκαταλείψει το ζώο του και θα ελέγχεται σχετικά με αυτό». Που βρίσκετε το κακό –δεν καταλαβαίνω. Καταπατούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα; Μα, και τα παιδιά μας απαγορεύεται να εγκαταλείψουμε –γιατί δηλαδή να μην ισχύσει η ίδια κατασταλτική νομοθεσία και στα ζώα;)
«Ο νόμος 3170 που επικαλείται το αρμόδιο υπουργείο είναι νόμος με ξεκάθαρο φιλοζωικό πνεύμα και παρερμηνεύεται σκόπιμα από ασυνείδητους υπαλλήλους του. Εάν ο υπουργός θέλει να περιορίσει την ελευθερία των πολιτών-ψηφοφόρων, θα πρέπει να καταθέσει πρόταση νόμου στη Βουλή και αυτή η πρόταση να εγκριθεί από την πλειοψηφία των βουλευτών», επισημαίνει η πρόεδρος της Πανελλήνιας Φιλοζωικής Ομοσπονδίας, Ειρήνη Μολφέση. «Το έγγραφο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης δεν έχει καμία νομική υπόσταση. Ο υπάλληλος που το έχει συντάξει το γνωρίζει και γι' αυτό τον λόγο το στέλνει υπό αυτή τη μορφή στις διάφορες υπηρεσίες, αναγκάζοντας έτσι τους υπαλλήλους των λιμενικών σταθμών, τελωνε